Legislator Case Law & Legislation
344/2020 AI generated

344/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 344/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 344 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

344/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 344 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
housing costs cost-recovery principle action for wrongful attachment damages assessment of moral damages cause of action abusive claim by landlord
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 344 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 344/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. συζύγου Θ. Τ., το γένος Γ. Δ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Βασιλείου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. χήρας Γ. Σ., το γένος Γ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νεκτάριο Πολυχρονίου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Σαραντόπουλο και κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2017 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/9/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 28-9-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 45/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Το Εφετείο με την απόφαση αυτή έκανε δεκτές, τυπικά και κατ' ουσίαν, τις από 16-11-2015 (δύο) εφέσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθ. 29/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που είχε δεχτεί εν μέρει την από 10-10-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας κατ' αυτών, για επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους σε βάρος της, συνισταμένης σε παράνομη και υπαίτια καταστροφή (κατεδάφιση) της οικίας της, και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε, λόγω παραγραφής, την αγωγή ως προς την αξίωση της αναιρεσείουσας για διαφυγόντα κέρδη και κατά τα λοιπά τη δέχτηκε εν μέρει και υποχρέωσε καθένα των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων να καταβάλλουν στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εις ολόκληρον ο καθένας α) το ποσό των 45.000,00 ευρώ, για θετική ζημία, συνισταμένη στην αξία της καταστραφείσας οικίας της και β) το ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο το ποσό αυτό από την επίδοση της από 10-7-2009 προηγούμενης αγωγής της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η οριζόμενη προθεσμία αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης ημέρα, καθ' όσον, με τη διάταξη αυτή, καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που κινεί αυτήν, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της, ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες, που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της άσκησης αναίρεσης, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της, ο Άρειος Πάγος το εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα που βρίσκονται στη δικογραφία, αλλά και κατ' ένσταση.

Πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσίβλητος προτείνει σχετική ένσταση με τις κατατιθέμενες είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις, ο Άρειος Πάγος οφείλει να τη λάβει υπόψη και να αποφανθεί σχετικώς (ΑΠ 854/2018). Τέλος, κατά το άρθρο 144 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι προθεσμίες που αρχίζουν με την επίδοση του εγγράφου, τρέχουν εναντίον και εκείνου με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση ( ΑΠ 1543/2018, ΑΠ 2056/2014).

Στη προκειμένη περίπτωση από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Β. Λ. του Εφετείου Δωδεκανήσου, αποσπασμένου στην περιφέρεια του Εφετείου Αιγαίου, με έδρα τα Φηρά Θήρας Κυκλάδων, επί του ακριβούς αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθ. 45/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που προσκομίζει και επικαλείται η πρώτη αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι στις 26-6-2017 επιδόθηκε αυτό με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, Δημοσθένη Βασιλείου, προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, προς γνώση της και για τις νόμιμες συνέπειες, (καθώς και με επιταγή προς πληρωμή), ενώ η από 28-9-2017 αίτηση αναίρεσης αυτής (αναιρεσείουσας) κατά της παραπάνω απόφασης, όπως προκύπτει από τη σχετική επ' αυτής έκθεση, κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόντος αυτή δικαστηρίου, στις 28-9-2017.

Με δεδομένο, ότι από την επομένη ημέρα της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι από τις 27-6-2017, άρχισε να τρέχει εναντίον και της αναιρεσείουσας, με παραγγελία της οποίας έγινε η επίδοσή της, η τριακονθήμερη προθεσμία προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, αυτή έληξε στις 27-7-2017. Επομένως, ανεξαρτήτως ότι οι έγγραφες προτάσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, με τις οποίες υποστηρίζει ότι η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δεν κατατέθηκαν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 20 ημερών, πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης την 1-10-2018 , αλλά, όπως προκύπτει από την επ' αυτών σφραγίδα, που υπογράφεται από το γραμματέα του δικαστηρίου τούτου, την ίδια ημέρα της δικασίμου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκήθηκε κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εξεταζομένου του ζητήματος τούτου και αυτεπαγγέλτως.

Αντιθέτως, κατά το μέρος που (η κρινόμενη αναίρεση) ασκήθηκε κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι αντίγραφο της εφετειακής απόφασης επιδόθηκε σ' αυτόν ή με δική του επιμέλεια στους λοιπούς διαδίκους, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει ως προς αυτόν, που συνδέεται με σχέση απλής και όχι αναγκαίας ομοδικίας με την πρώτη αναιρεσίβλητη, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι από αδικοπραξία, να ερευνηθούν ακολούθως οι λόγοι της (αρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιανδήποτε νόμιμη μορφή της, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.

Τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας και πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 1209/2007). Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, εάν το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο, καθώς και όταν δεν είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο (ΑΠ 670/2016).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ολόκληρη η υπόθεση, αλλά μόνον στην έκταση που καθορίζεται από το αιτητικό της έφεσης και από τους λόγους, που περιέχονται στο δικόγραφό της, καθώς και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων.

Η ρύθμιση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, που αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της συζήτησης και διάθεσης, που καθιερώνονται από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζήτησε ο εκκαλών και, κατ' αρχήν, μόνο για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το αίτημα του εκκαλούντος και ότι αν γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, η επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης θα γίνει επίσης με γνώμονα τα αιτήματα του εκκαλούντος, με βάση, δηλαδή, τα εκκληθέντα κεφάλαια.

Εξάλλου, "κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης. Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" της κύριας απαίτησης αξίωση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο".

Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου", που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων έφεσης και αντέφεσης, σύμφωνα με τα άρθρα 520 παρ. 2 και 523 ΚΠολΔ, δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης.

Από όλα τα παραπάνω, παρέπεται ότι, αν η αγωγή έγινε μερικά δεκτή ως προς την απαίτηση και απορρίφθηκε ως προς τους τόκους και έφεση ασκεί ο εναγόμενος, παραπονούμενος για τη μερική παραδοχή της αγωγής, το εφετείο, αν δεχθεί την έφεση και εξαφανίσει την εκκαλούμενη, δικάζοντας στη συνέχεια την αγωγή, δεν μπορεί να επιδικάσει τόκους επί του κεφαλαίου της απαίτησης, αφού το κεφάλαιο αυτό των τόκων είχε απορριφθεί και για να αχθεί προς έρευνα ενώπιον του έπρεπε να ασκηθεί έφεση από τον ενάγοντα, παραπονούμενο για την απόρριψη του κεφαλαίου αυτού της αγωγής του περί τόκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2013 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και συγκεκριμένα παράνομη και υπαίτια καταστροφή (κατεδάφιση) της οικίας της, ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός της, να υποχρεωθούν αυτοί, εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν α) το ποσό των 90.000,00 ευρώ, για θετική ζημία, που ισούται με την αξία της κατεδαφισθείσας οικίας της, β) το ποσό των 50.000,00 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και γ) το ποσό των 40.800,00 ευρώ, για διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από 22-4-2005 μέχρι και την άσκηση της αγωγής, τα οποία θα αποκέρδαινε με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από την εκμίσθωση της οικίας της, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και όλα τα παραπάνω ποσά ζήτησε να καταβληθούν με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προηγούμενης από 10-7-2009 αγωγής της, άλλως από την επίδοση της άνω από 10-10-2013 αγωγής της.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 29/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η οποία, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς τα παραπάνω αιτήματά της, εκτός από το αίτημα περί καταβολής τόκων επί του αιτουμένου ποσού για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία, ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται να ζητήσει τόκους επί της αξίας της καταστραφείσας οικίας της (θετικής ζημίας), διότι για το ίδιο χρονικό διάστημα ζητεί και διαφυγόντα κέρδη και αφού απέρριψε την εκ μέρους των εναγομένων προβληθείσα ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξίωσης περί διαφυγόντων κερδών ως αόριστη, έκανε δεκτή την αγωγή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, α) το ποσό των 64.271,11 ευρώ για θετική ζημία, β) το ποσό των 40.800,00 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, με το νόμιμο τόκο το τελευταίο ποσό από την επίδοση της αγωγής και γ) το ποσό των 10.000,00 ευρώ η πρώτη εναγομένη και των 5.000,00 ευρώ ο δεύτερος εναγόμενος (εις ολόκληρον με την πρώτη) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προηγούμενης από 10-7-2009 αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν τις από 16-11-2015 (δύο) εφέσεις τους, με τις οποίες ζήτησαν την εξαφάνιση της απόφασης κατά τις βλαπτικές γι' αυτούς διατάξεις της, επί τω τέλει απόρριψης εξολοκλήρου της αγωγής. Το Εφετείο Αιγαίου, με την υπ' αριθ. 45/2017 απόφασή του, έκανε δεκτές τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια, δικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση, αφού απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιό της περί επιδίκασης του ποσού των 40.800,00 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, δεχόμενο ως ορισμένη, νόμιμη και βάσιμη την προβληθείσα εκ μέρους των εναγομένων ένσταση παραγραφής της αξίωσης αυτής, την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει ως αόριστη, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή κατά τα λοιπά και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, α) το ποσό των 45.000,00 ευρώ για θετική ζημία, που αντιστοιχούσε στην αξία της καταστραφείσας οικίας της και β) το ποσό των 5.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων με το νόμιμο τόκο το τελευταίο ποσό από την επίδοση της από 10-7-2009 αγωγής.

Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 9 του άρθρου ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, προβάλλει ότι το εφετείο άφησε αίτηση αδίκαστη, καθόσον μετά την παραδοχή της έφεσης, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης επί της ουσίας, έπρεπε, μετά και την απόρριψη του κεφαλαίου της αγωγής περί διαφυγόντων κερδών, να επιδικάσει για το κεφάλαιο των 45.000,00 ευρώ (θετική ζημία), που αντιστοιχούσε στην αξία της καταστραφείσας οικίας της, τόκους από την επίδοση της προηγούμενης από 10-7-2009 αγωγής της, όπως αυτή είχε ζητήσει με την αγωγή της, αλλά είχε απορριφθεί με την πρωτόδικη απόφαση ως μη νόμιμο με την αιτιολογία, ότι δεν εδικαιούτο να ζητήσει τόκους επί της αξίας της καταστραφείσας οικίας της, διότι για το ίδιο χρονικό διάστημα ζητούσε και διαφυγόντα κέρδη.

Μη επιδικάζοντας όμως το εφετείο τόκους για το άνω κεφάλαιο της θετικής ζημίας δεν άφησε το σχετικό αίτημα της αγωγής αδίκαστο, διότι, ενόψει ότι το κεφάλαιο αυτό των τόκων είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την παραπάνω αιτιολογία, για να αχθεί προς έρευνα ενώπιον του εφετείου έπρεπε να ασκηθεί από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα έφεση (επικουρική) για την περίπτωση, που ήθελε γίνει δεκτός ο λόγος έφεσης περί παραγραφής του κεφαλαίου της αγωγής περί διαφυγόντων κερδών.

Επομένως, ο άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 10/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με την αξία της κατεδαφισθείσας οικίας της αναιρεσείουσας, προσδιορίζοντας αυτή στο ποσό των 45.000,00 ευρώ, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, αφού έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 33/2013 τελεσίδικη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του, τις φωτογραφίες, που προσκομίζονται από τους διαδίκους, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε και από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα από τα οποία γίνεται ακολούθως ειδική μνεία, χωρίς όμως η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων, να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως εκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.".

Επομένως, το εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν υπολόγισε την αξία της οικίας της αναιρεσείουσας στο ποσό των 45.000,00 ευρώ χωρίς απόδειξη και ο αντίθετος από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό του μέρος, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ.

ΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005, ΑΠ 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ( ΑΠ 393/2018, ΑΠ 58/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό του μέρος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα α) την υπ' αριθ. 33/2013 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η οποία δέχτηκε, ως προς την κατεδαφισθείσα οικία της, ότι "...επρόκειτο περί μιας οικίας μετρίας-κανονικής ποιότητας κατασκευής, τριών κυρίων δωματίων με λοιπούς βοηθητικούς χώρους, η οποία ευρίσκετο επάνω στον κεντρικό δρόμο Ημεροβιγλίου-Φηρών...", β) τις φωτογραφίες της ίδιας οικίας, από τις οποίες εμφαίνεται, ότι αυτή ήταν κατασκευασμένη από γερά οικοδομικά υλικά, που πληρούσαν όλες οι τεχνικές προδιαγραφές μιας σύγχρονης, γερά θεμελιωμένης οικίας, με κολώνες και μπετόν και σιδεριές στην οροφή, προκειμένου να λάβει χώρα επέκταση κι δευτέρου ορόφου και γ) την υπ' αριθ. 126/2012 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, με την οποία καταδικάστηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε φθορά ξένης ιδιοκτησίας ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα για την κατεδάφιση της άνω οικίας της, από την οποία προκύπτει, ότι η οικία αυτή ήταν αντικειμενικής αξίας 64.721,11 ευρώ και πραγματικής αξίας 120.000,00 ευρώ, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με την αξία της κατεδαφισθείσας οικίας της αναιρεσείουσας και να προσδιορίσει αυτή στο ποσό των 45.000,00 ευρώ, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, ενώ, εάν ελάμβανε υπόψη τα άνω έγγραφα, θα κατέληγε, ότι η αξία της οικίας της ήταν ίση τουλάχιστον με την αντικειμενική της αξία, που ανερχόταν στο ποσό των 64.721,11 ευρώ, καθόσον η οικία αυτή είχε τις παραπάνω προδιαγραφές, ευρισκόταν σε ιδιαίτερα προνομιακό και εμπορικό σημείο και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής οι εμπορικές-πραγματικές αξίες των ακινήτων είναι πολύ υψηλές και σίγουρα ανώτερες των αντικειμενικών.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους και αυτό έλαβε υπόψη, μεταξύ των οποίων, όπως κατά λέξη αναφέρεται, "...τις φωτογραφίες, που προσκομίζονται από τους διαδίκους, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε και από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα από τα οποία γίνεται ακολούθως ειδική μνεία, χωρίς όμως η ρητή αναφορά των εν λόγω εγγράφων, να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως εκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσης σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με την αξία της κατεδαφισθείσας οικίας της αναιρεσείουσας στο ποσό των 45.000,00 ευρώ και τα άνω στο αναιρετήριο αναφερόμενα έγγραφα, πέραν του ότι γίνεται και ειδική μνεία αυτών στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικώς, ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε το έννομο συμφέρον στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 1320/2017, ΑΠ 1241/2008, 1710/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαστήριο, αφού δεχθεί ότι, εξαιτίας αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη (ή σε περίπτωση θανάτου, ψυχική οδύνη), καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος ή του θύματος, αντίστοιχα και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διάδικων μερών.

Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, πραγματικών περιστατικών, που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για το σχηματισμό της κρίσης αυτής ή η παράλειψή του να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά που είχαν τεθεί υπόψη του, τα οποία επιδρούν στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, ελέγχεται αναιρετικά.

Αντίθετα, ο προσδιορισμός του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια και συνεπώς, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, συνακόλουθα, η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΠ 1370/2017, ΑΠ 469/2017).

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια, ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθ. 1 ή 19) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ( ΟλΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι υποχρέωσε το δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο να της καταβάλει, (εις ολόκληρον με την πρώτη αναιρεσίβλητη) για χρηματική ικανοποίηση της, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τη φθορά της ιδιοκτησίας της, το ποσό των 5.000 ευρώ, χωρίς καμία αιτιολογία.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον στη βλάβη, που υφίσταται η αναιρεσείουσα από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον η αναίρεση της απόφασης αυτής δεν θα είχε τη σκοπούμενη από την αναιρεσείουσα συνέπεια της επιδίκασης, δηλαδή, μεγαλύτερου ποσού του επιδικαζόμενου με την προσβαλλόμενη απόφαση των 5.000,00 ευρώ, αφού και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε υποχρεώσει το δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, ως προς τον οποίον και μόνον, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της απόφασης, εξετάζεται η αναίρεση, να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 5.000,00 ευρώ και αυτή δεν είχε ασκήσει έφεση κατά της απόφασης αυτής.

Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον στην αναιρεσείουσα προς άσκηση του λόγου τούτου αναίρεσης, η ύπαρξη του οποίου ως προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Και τούτο διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε ως προς το παραπάνω ζήτημα τα ακόλουθα: " ...Εξάλλου, από την κατεδάφιση της οικίας της η εφεσίβλητη-ενάγουσα υπέστη έντονη θλίψη και στενοχώρια, δηλαδή ενδιάθετες ψυχικές καταστάσεις, παραγωγικές ηθικής της βλάβης, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, χρηματικής ικανοποίησης.

Αφού δε ληφθούν υπόψη από το παρόν δικαστήριο όλα τα προσδιοριστικά εκ του νόμου του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης κριτήρια και συγκεκριμένα το είδος της προσβολής της εφεσίβλητης-ενάγουσας, η έκταση της βλάβης, δεδομένου, ότι δοκίμασε έντονη στενοχώρια και θλίψη, η βαρύτητα του πταίσματος των εναγομένων και δη ο δόλος τους, ο τρόπος και το μέσο δια του οποίου έλαβε χώρα η προσβολή και κατ' επέκταση, η μη ύπαρξη πταίσματος της εφεσίβλητης-ενάγουσας, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, το Δικαστήριο κρίνει, ότι πρέπει να επιδικασθεί στην εφεσίβλητη-ενάγουσα, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 5.000,00 ευρώ...".

Επομένως, το εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές, διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα στοιχεία, που έλαβε υπόψη και βάσει των οποίων κατέληξε, ότι η αναιρεσείουσα δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά και, επιδικάζοντας το άνω ποσό για τη χρηματική ικανοποίηση της, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς από τα συνήθως επιδικαζόμενα ποσά σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, να επιδικαστούν όμως σ' αυτούς κατ' ίσο μέρος και όχι χωριστά για τον καθένα, καθόσον αυτοί είχαν κοινό συμφέρον ως ομόδικοι και μπορούσαν και όφειλαν να εκπροσωπηθούν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και όχι με διαφορετικούς (ΑΠ 467/2019) (άρθ. 176, 180, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-9-2017 αίτηση της Π. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 45/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατ' ίσα μέρη, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ