344/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 344 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated344/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 344 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 344 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 344/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 3) Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κακόγιαννο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Κ., 2) Σ. Π. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταυρούλα Γεωργίου και 3) Μ. - Ε. Σ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σωτηρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο από 10-1-2007 αγωγές α) των ήδη 1ης και 2ης αναιρεσιβλήτων και β) της ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3556/2012, όπως αυτή διορθώθηκε με την 3540/2013, του ίδιου Δικαστηρίου και 4735/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-7-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 29-1-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Κλαδογένη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4735/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 17-9-2013 έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της 3556/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [όπως αυτή διορθώθηκε με την 3540/2013 απόφαση], που είχε δεχθεί εν μέρει τις από 10-1-2007 δύο αγωγές των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτές ζητούσαν να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα σ’ αυτές χρηματικά ποσά ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την σε βάρος τους αδικοπραξία.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως τα περιστατικά που είναι αναγκαία στην συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 και 937 Α.Κ. συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής, ως και της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Το αίτημα συνεπώς της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Το Εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιορισθεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως ή τους πρόσθετους λόγους, και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως και τα οποία κατά νόμον εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ενστάσεως, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (Α.Π. 165/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν πλην άλλων και τα ακόλουθα: Οι δύο πρώτες ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες κατέστησαν εκ διαθήκης του πατέρα τους Κ. Π. συγκύριες εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρίαν του σαφώς κατά θέση και όρια περιγραφομένου πευκοδάσους, το οποίο κείται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... και έχει έκταση μεγαλύτερη των 120 στρεμμάτων, στο υπόλοιπο δε 1/2 του ακινήτου είναι συγκυρία εκ δωρεάς και κληρονομιάς του πατέρα και της μητέρας της, αντιστοίχως, η τρίτη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη σε ποσοστό 28,12% εξ αδιαιρέτου. Από την ως άνω έκταση, με την αναφερόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση υπ’ αριθ. 1099082/6849/0010/1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. απαλλοτριώθηκαν δύο τμήματα εμβαδού 8.782 τ.μ. και 1638 τ.μ. για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου Αθηνών-Κορίνθου και της αντίστοιχης σιδηροδρομικής γραμμής. Οι αναιρεσίβλητες, επειδή ήσαν κάτοικοι των Αθηνών, δεν έλαβαν γνώση της απαλλοτριώσεως του ακινήτου των και στις δίκες περί αναγνωρίσεως των δικαιούχων της δικαστικώς καθορισθείσης αποζημιώσεως εμφανίσθηκαν και παρέστησαν οι τρείς εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι επικαλέσθηκαν στα δικαστήρια τίτλους κυριότητος άλλων ακινήτων, ισχυρισθέντες αναληθώς ότι αφορούσαν τα επίδικα και έτσι πέτυχαν να αναγνωρισθούν με τις εκδοθείσες σχετικές αποφάσεις δικαιούχοι της αποζημιώσεως και εν τέλει εισέπραξαν τα σχετικά παρακατατεθέντα ποσά, τα οποία ανήλθαν για κάθε απαλλοτριωθέν τμήμα σε 186.154,07 ευρώ και 38.460 ευρώ, αντιστοίχως, και των οποίων πραγματικές δικαιούχοι, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ήταν οι ενάγουσες - αναιρεσίβλητες. Ακολούθως δε, το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτές εν μέρει οι αγωγές με βάση την αδικοπραξία και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι α) να καταβάλουν νομιμοτόκως, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, σε κάθε μία από τις δύο πρώτες ενάγουσες - αναιρεσίβλητες, ως αποζημίωση 56.153,51 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη 63.172,70 ευρώ και β) να καταβάλει έκαστος εναγόμενος - αναιρεσείων σε εκάστη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστησαν αυτές από την άδικη πράξη εκείνων, 500 ευρώ. Οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ισχυρίσθηκαν κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της εφέσεως και με τον πρώτο λόγο αυτής, ο οποίος είχε αποτελέσει και ομοίου περιεχομένου ένσταση προβληθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η απαίτηση των εναγουσών -αναιρεσιβλήτων υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ., καθόσον οι τελευταίες έλαβαν γνώση της γενομένης απαλλοτριώσεως, της αδικοπραξίας και του προσώπου των πρώτων κατά το έτος 1998, όταν εκδόθηκε η καθορίσασα την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έκτοτε δε και μέχρι της 12-1-2007, όταν κατατέθηκαν οι επίδικες αγωγές, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος των πέντε ετών. Το Εφετείο, απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό και λόγο εφέσεως, με την ακόλουθη αιτιολογία. "... Περαιτέρω, σαφώς αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες έλαβαν γνώση για πρώτη φορά της ένδικης εις βάρος τους τελεσθείσας αδικοπραξίας μόλις στις 18-4-2003 από τις προτάσεις των προαναφερομένων πέντε τελευταίων, με την ένδικη αγωγή, εναγομένων -ως προς -τους οποίους καταργήθηκε η δίκη αυτή- κατά τη συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών των προαναφερόμενων διεκδικητικών αγωγών, για το υπ’ αριθμ. 7 απαλλοτριωθέν τμήμα της ιδιοκτησίας τους, επί των οποίων (αγωγών) εκδόθηκε η προεκτεθείσα υπ’ αριθμ. 4925/2003 οριστική απόφαση. Εξάλλου τα πλήρη στοιχεία των υπαιτίων της ζημίας τους και υπόχρεων για την αποζημίωση τους τα πληροφορήθηκαν οι ενάγουσες στις 14-12-2006 με την έκδοση της υπ’ αριθμ. .../14-12-2006 σχετικής βεβαίωσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Τα ανωτέρω αποδείχθηκαν σαφώς από την προσήκουσα εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων και ουδέν ανταποδείχθηκε. Εξάλλου οι ενάγουσες, εάν είχαν πληροφορηθεί την ένδικη αδικοπραξία των εναγομένων σε προγενέστερο χρόνο, οπωσδήποτε θα είχαν ενεργήσει νωρίτερα και σε καμία περίπτωση δεν θα αδρανούσαν για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα με τόσο δυσμενείς για τις ίδιες συνέπειες, άλλωστε πάντα διεκδικούσαν τα δικαιώματά τους όταν πληροφορούνταν για την προσβολή τους από τρίτους. Από την ανωτέρω γνώση των υπαιτίων για αποζημίωση, στις 14-12-2006, αλλά και από την προγενέστερη πρώτη γνώση τους, στις 18-4-2003, της τέλεσης εις βάρος τους της ένδικης αδικοπραξίας, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής τους, στις 12-2-2007, δεν παρήλθε πενταετία και συνεπώς η ένδικη απαίτησή τους δεν παραγράφηκε και επομένως η σχετική, εκ του άρθρου 937 ΑΚ, ένσταση των εναγομένων είναι ουσιαστικά αβάσιμη..." Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, καθόσον δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ. Ειδικότερα, με το να δεχθεί, ότι οι ενάγουσες - αναιρεσίβλητες έλαβαν γνώση για πρώτη φορά την 18-4-2003 της εις βάρος τους τελεσθείσης αδικοπραξίας, τα δε στοιχεία των αντιδίκων τους τα πληροφορήθηκαν την 14-12-2006 και από τότε και μέχρι την άσκηση των κρινόμενων αγωγών, στις 12-2-2007, δεν παρήλθε η πενταετία του άρθρου 937 Α.Κ., διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς την έλλειψη συνδρομής των προϋποθέσεων για την εφαρμογή του άρθρου αυτού. Δεν ήταν δε υποχρεωμένο το εφετείο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 522 και 106 Κ.Πολ.Δ και τις αναφερθείσες στην αρχή σκέψεις, να ερευνήσει, εάν της εν λόγω αδικοπραξίας είχε λάβει γνώση και από ποίου χρόνου πριν από την 18-4-2003 ο δικαιοπάροχος των δύο πρώτων εναγουσών και πατέρας τους Κ. Π., ο οποίος απεβίωσε την 26-1-2004, αφού τέτοιον ισχυρισμό δεν προέβαλαν οι αναιρεσείοντες ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε στο δευτεροβάθμιο ουσιαστικό δικαστήριο, η δε παραγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 277 Α.Κ, δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Επομένως, ο υποστηρίζων τ’ αντίθετα δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την δικανική πεποίθηση του, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν το δικαστήριο υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη. Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ως προς τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α)την από 24-3-1999 τεχνική μελέτη-έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Π. Κ. και β) την υπ’ αριθ. 1586/1963 απόφαση της Επιτροπής του Ν. 200011952 και την επί τη βάσει αυτής συνταγείσα με ημερομηνία 13-12-1963 κατάσταση του Α. Σ., τμηματάρχη του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, έγγραφα τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών τους, αφενός μεν ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα που αφορά η κηρυχθείσα απαλλοτρίωση περιλαμβάνονται στην ιδιοκτησία τους και όχι στην ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων και αφετέρου, ότι όταν ζήτησαν την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της παρακατατεθείσης αποζημίωσης, δεν ενήργησαν παρανόμως και υπαιτίως αλλά καλοπίστως με την πεποίθηση ότι είναι πράγματι κύριοι των απαλλοτριωθέντων εδαφικών τμημάτων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους για να ληφθούν υπόψη τόσο ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα όσο και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες με επίκληση τεχνικές εκθέσεις και η διενεργηθείσα στα πλαίσια άλλης δίκης πραγματογνωμοσύνης", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα επικαλούμενα ανωτέρω, εκ των οποίων μάλιστα ρητά μνημονεύει την ενσωματωμένη στην ένορκη βεβαίωσή του τεχνική έκθεση του Π. Κ. και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αυτοί πράγματι επικαλέσθηκαν ως σχετικό 21 και 21α "την από 28.4.2014 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Π. Κ....." έγγραφο το οποίο κατά τις ανέλεγκτες περί αυτού παραδοχές του Εφετείου δεν λήφθηκε υπόψη και οι σχετικές αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες. Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών. IV. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, Α.Π. 483/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν την ανωτέρω πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ’ αριθ. .../11-2-1960 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεγάρων Θωμά Μαργέτη, με το οποίο οι δικαιοπάροχοι πατέρες των αναιρεσιβλήτων αγόρασαν την μείζονα έκταση των 120 περίπου στρεμμάτων. Ειδικότερα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ότι ενώ στο συμβόλαιο αναφέρεται ότι ολόκληρη η αγορασθείσα έκταση κείται μεταξύ του 52ου και του 53ου χιλιομέτρου της εθνικής οδού ... και κατά λογική ακολουθία δεν περιλαμβάνονται σε αυτήν τα κατά τα άνω απαλλοτριωθέντα τμήματα των 8.782 τ.μ. και 1.638 τ.μ., τα οποία κείνται μεταξύ του 51ου και του 52ου χιλιομέτρου της ιδίας εθνικής οδού, εν τούτοις το Εφετείο, δέχθηκε ότι ολόκληρη η αγορασθείσα έκταση κείται μεταξύ του 51ου και του 52ου χιλιομέτρου της εθνικής οδού και κατέληξε στην εσφαλμένη κρίση, ότι τα απαλλοτριωθέντα είναι τμήματα της εκτάσεως εκείνης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και την επισκόπηση του ως άνω συμβολαιογραφικού εγγράφου, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, αλλά αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα και με την αναφερόμενη στην απόφασή του και συνταγείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Εμμανουήλ Κουμάνταρου την ίδια ημέρα με το πωλητήριο συμβόλαιο υπ’ αριθ. .../11-2-1960 "πράξη διευκρινήσεως ορίων" του αγορασθέντος ακινήτου και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό το οποίο οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
V. Κατ’ ακολουθίαν ,των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις και παρέστησαν με χωριστή εκπροσώπηση, οι δύο πρώτες ομού και μόνη η Τρίτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Ιουλίου 2015 αίτηση των: 1) Γ. Κ., 2) Α. Κ. του Ι. και 3) Α. Κ. του Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4735/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ, για τις δύο πρώτες και στο ίδιο ποσό για την τρίτη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ