Legislator Case Law & Legislation
344/2015 AI generated

344/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 344/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 344 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

344/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 344 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 344 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 344/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Η. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος και διόρισε πληρεξούσιούς του τους δικηγόρους Δημήτριο Τσικρικά και Παναγιώτη Νικολόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Γ. θυγ. Κ. Ι., σε διάσταση συζ. Θ. Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μαρκόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1643/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3119/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 25/7/2014 αίτησή του και τους από 2/9/2014 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 18/12/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων και οι πληρεξούσιοί του ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα περιστατικά που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο : "... Με το ..... συμβόλαιο ...,που νόμιμα έχει μεταγραφεί, περιήλθε στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή των διαδίκων, κατά ποσοστα1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, λόγω "πωλήσεως" από την αληθή κυρία Ι. Μ. Μ., ένα ακίνητο (οικόπεδο), εκτάσεως 1.005,95 τ. μ.. Οι συμβαλλόμενοι εμφανίστηκαν αυτοπροσώπως και υπέγραψαν την πιο πάνω σύμβαση αγοραπωλησίας. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο η αντικειμενική αξία του πωληθέντος ακινήτου (οικοπέδου) προσδιορίστηκε στο ποσό των 15.460.893 δραχμών, το δε κατά το συμβόλαιο, τίμημα που συμφωνήθηκε, το οποίο είναι και το τίμημα που πραγματικά καταβλήθηκε, ανερχόταν στο ποσό των 15.500.000 δρχ. και όχι στο ποσό των 24.000.000 δρχ., που ο ενάγων ισχυρίζεται.... Οι διάδικοι αγοραστές, κατά την υπογραφή του συμβολαίου, κατέβαλαν σε εξόφληση του πιο πάνω τιμήματος των 15.500.000 δρχ., ενώπιον της συμβολαιογράφου, το ποσό των 10.500.000 δρχ...., το δε υπόλοιπο τίμημα των 5.000.000 δραχμών καταβλήθηκε σε μετρητά... Μετά την πιο πάνω αγορά, οι διάδικοι, αφού έλαβαν την 426/1988 άδεια οικοδομής, ανήγειραν επί του άνω οικοπέδου διώροφη οικία 354,30 τμ, με υπόγειο 150 τμ, στην οποία εγκαταστάθηκαν το έτος 1991. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι καθόλο το χρονικό διάστημα, που οι συζυγικές σχέσεις των διαδίκων δεν είχαν διαταραχθεί, αυτοί διατηρούσαν κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς και είχαν κοινό ταμείο στο οποίο εισέφεραν όσα χρήματα εισέπρατταν από την επαγγελματική τους δραστηριότητα, τα οποία ακολούθως, αναλάμβαναν για να αντιμετωπίσουν τις καθημερινές τους ανάγκες, τα έξοδα ανατροφής και εκπαίδευσης των τέκνων τους αλλά και τις δαπάνες για την ανέγερση της ως άνω οικίας τους. Ενόψει λοιπόν του συστήματος κοινοκτημοσύνης των εσόδων και εξόδων που οι διάδικοι είχαν υιοθετήσει κατά το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσής τους, η εναγομένη εισέφερε στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό τα χρηματικά ποσά που, λόγω δωρεάς, της έδιδαν οι γονείς της, οι οποίοι είχαν την οικονομική δυνατότητα, δεδομένου ότι ο πατέρας της Κ. Ι., εκμεταλλευόταν επιχειρήσεις νυχτερινών κέντρων διασκέδασης. Από τα προαναφερόμενα, ωστόσο, αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η πώληση και μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου (οικοπέδου) προς την εναγομένη κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, που έγινε με το προαναφερόμενο, .../22-7-1987, συμβόλαιο, ήταν εικονική ως προς το πρόσωπο της αγοράστριας - εναγομένης και ότι αληθινός αγοραστής ολόκληρου του οικοπέδου ήταν ο πρώην σύζυγός της και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δήλωσε μεν τη βούληση να καταρτίσει η ίδια τη σύμβαση αυτή, κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου, αλλά ότι η δήλωσή της έγινε εικονικά, διότι η βούλησή της ήταν, και κατά το ποσοστό αυτό, να καταρτίσει την εν λόγω σύμβαση ο ενάγων στη θέση αυτής. Τέτοια συμφωνία, άλλωστε, ότι η συμμετοχή της εναγομένης στο συμβόλαιο αυτό είναι εικονική και ότι τα αποτελέσματά της θα επέλθουν στο πρόσωπο του ενάγοντος, δεν έγινε ούτε μεταξύ των δύο συζύγων ούτε και μεταξύ αυτών και της αντισυμβαλλομένης τους (πωλήτριας). Πιο συγκεκριμένα, δεν αποδεικνύεται ότι στην παραπάνω σύμβαση μοναδικός αγοραστής ήταν ο ενάγων και ότι η εναγομένη και η ανωτέρω πωλήτρια, κατά την κατάρτιση και υπογραφή της επίμαχης σύμβασης, γνώριζαν και ήθελαν η σύμβαση αυτή πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας να ισχύει για τον ενάγοντα και όχι για την τότε σύζυγό του, φαινόμενη απλώς ως αγοράστρια. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι η συναλλακτική πρόθεση και η βούληση της εναγομένης, της πωλήτριας αλλά και του ενάγοντος, ήταν να μεταβιβαστεί η κυριότητα του πιο πάνω οικοπέδου, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, στην εναγομένη, ως αληθινή αγοράστρια και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου στο σύζυγο της ενάγοντα...... Με βάση λοιπόν όλα όσα εκτέθηκαν, δεν αποδεικνύεται ότι η επίμαχη αγοραπωλησία του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου είναι εικονική ως προς το πρόσωπο της εναγομένης, αγοράστριας και συνεπώς η κρινόμενη αγωγή, ως προς την κύρια βάση της και το αντίστοιχο αίτημά της, με το οποίο ο ενάγων ζητά να αναγνωριστεί ότι η αγοραπωλησία αυτή είναι εικονική ως προς το πρόσωπο της αγοράστριας εναγομένης και ότι αληθινός αγοραστής ολόκληρου του επιδίκου (οικοπέδου) είναι αυτός και συνακόλουθα να αναγνωριστεί ότι είναι αποκλειστικός κύριος αυτού (100/100), είναι ουσιαστικά αβάσιμη.".

Με τους από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πρώτο του κύριου αναιρετηρίου και δεύτερο πρόσθετο λόγους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι διάδικοι κατά το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσής των είχαν υιοθετήσει το σύστημα της κοινοκτημοσύνης των εσόδων και των εξόδων τους, διατηρώντας κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς και ότι εντεύθεν τα χρήματα που υπήρχαν στους εν λόγω λογαριασμούς και διατέθηκαν για την αγορά του ακινήτου ανήκαν σ' αυτούς εξ ημισείας και επομένως η αγορά από την εναγομένη το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου δεν ήταν εικονική, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1403 του Α.Κ., η οποία για τη σύσταση του θεσμού της κοινοκτημοσύνης απαιτεί την τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου. Οι λόγοι αυτοί, προεχόντως, προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι κρίσιμο εν προκειμένω είναι αν οι συμβαλλόμενοι ήθελαν ή όχι να συμβληθεί η εναγομένη ως πραγματική αγοράστρια κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και όχι αν αυτή είχε τη δυνατότητα να καταβάλει και κατέβαλε τίμημα, δεδομένου ότι μόνο το γεγονός της μη καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος δεν καθιστά εικονική τη δικαιοπραξία.

Με τους από το άρθρο 559 αριθ. 11 β' ΚΠολΔ δεύτερο του κύριου αναιρετηρίου και πρώτο πρόσθετο λόγους, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η σύμβαση αγοραπωλησίας δεν ήταν εικονική ως προς το πρόσωπο της εναγομένης, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του αφενός έγγραφα και αφετέρου την κατάθεση της μάρτυρος Γ. Σ., τα οποία αποδεικτικά μέσα δεν είχε επικαλεσθεί νόμιμα η εναγομένη ενώπιον του Εφετείου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 240 ΚΠολΔ, αφού στις προτάσεις της ενσωμάτωσε τμήμα των πρωτοδίκων προτάσεών της, στις οποίες και αναφέρθηκε γενικώς, χωρίς δηλαδή επίκληση των αποδεικτικών μέσων σε σύντομη περίληψη και χωρίς αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τα περιέχουν. Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του ως προς τον προσδιορισμό της ταυτότητας των εγγράφων που το Εφετείο φέρεται ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 26-1-2014 εγγράφων προτάσεων της εναγομένης ενώπιον του Εφετείου, η εναγομένη, ναι μεν στην αρχή αυτών αναφέρθηκε και στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου, τις οποίες δεν ενσωμάτωσε στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, στη συνέχεια, όμως, αμυνόμενη κατά των λόγων της εφέσεως, επικαλέσθηκε συγκεκριμένα έγγραφα ( σελ. 8-21 ) και την κατάθεση της μάρτυρος Γ. Σ. ( σελ. 23 ), η επίκληση δε αυτή είναι καθόλα παραδεκτή.

Με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η δικαιοπραξία δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο της εναγομένης, παρότι αυτή δεν ανέλαβε με το αγοραπωλήριο συμβόλαιο υποχρέωση καταβολής του τιμήματος που αντιστοιχεί στην αξία του μεριδίου της, παραβίασε με εσφαλμένη υπαγωγή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 138 παρ.1 και 513 Α.Κ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνομολογήθηκε μεταξύ της εναγομένης και της πωλήτριας τίμημα για την πώληση του ακινήτου κατά το περιελθόν στην εναγομένη ποσοστό εξ αδιαιρέτου, ενώ το Εφετείο έχει δεχθεί το αντίθετο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Ιουλίου 2014 αίτηση του Θ. Η., όπως αυτή διαμορφώθηκε με το από 2-9-2014 δικόγραφο προσθέτων λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3119/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ