Supreme Court dismisses appeal for failure to apply substantive law rules and misappreciation of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision. The appellant argued that the lower court failed to apply interpretative rules of contracts and misappreciated witness testimony, violating the right to a fair trial. The court held that the lower court correctly found no ambiguity in the parties' declarations and that the evaluation of evidence is a matter of judicial discretion not subject to appellate review under Article 559(1) of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 6(1) of the ECHR; The appeal for violation of substantive law rules does not cover the misappreciation of evidence or the application of procedural fairness principles, which are excluded from appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 344 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 344/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Παναγιώτη Παπανικολάου και Γεώργιο Κωστόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Λάμπρο Σινανιώτη, Αντώνιο Παπαδημητρίου και Στέφανο Δεληκωστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2295/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 362/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Ιουνίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της, της ένδικης αιτήσεως αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται η αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, κατά το λόγο αναιρέσεως αυτόν, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη στην ουσία ή να γίνει δεκτή αυτή ως βάσιμη στην ουσία.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος προβάλλει ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η αγωγή χωρίς την ορθή εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αν και εμμέσως διέγνωσε ότι υπήρχε αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις στην επίδικη σύμβαση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το σχετικό μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από το κείμενο της αναιρεσιβαλλομένης και τις κρίσιμες περί τούτου παραδοχές της, όπως αναφέρονται σε επόμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, δεν προκύπτει, ότι το δικάσαν Εφετείο διαπίστωσε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως των διαδίκων, αλλά θεώρησε αυτήν ευθέως και ευσυνειδήτως κατευθυνομένη στην κατάρτιση συμβάσεως δανείου. Αλλά και κατά το δεύτερο σκέλος του ο ίδιος αυτός λόγος, που βάλλει κατά της ουσιαστικής κρίσεως και των αξιολογήσεων του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα συμφωνητικά, τα εμβάσματα και τις μαρτυρικές καταθέσεις, είναι και κατά τούτο αβάσιμος, καθότι η περί όλων αυτών κρίση του Εφετείου είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και όχι λάθος κατά την αξιολόγησή του. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δυνάμενες, δηλαδή, να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα.
Εν προκειμένω, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, περί παραμορφώσεως του ιδιοχείρου σημειώματος του πατέρα του εναγομένου - αναιρεσείοντος, το περιεχόμενο του οποίου συνίστατο στην φράση: "να υπογραφεί ένα συμφωνητικό ότι τακτοποιήθηκαν όλα", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η εκτίμηση από το Εφετείο του, ως άνω, περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου και εσφαλμένη ακόμη και αν είναι δεν θεμελιώνει, "παραμόρφωση" υπό την έννοια του άνω άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., γιατί η επικαλούμενη αιτίαση αναφέρεται σε σφάλμα όχι αναγνωστικό, αλλά εκτιμητικό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα από τη κοινή πείρα προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθή έννοια κανόνος δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά στη προσπάθεια να εξακριβώσει τη βασιμότητα των περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, καταλογίζεται στη προσβαλλομένη η πλημμέλεια του προαναφερθέντος άρθρου, αριθμού και εδαφίου, η οποία έγκειται, κατά τον αναιρεσείοντα, στο ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, α) δεν ζητείται ούτε δίδεται δάνειο από τον "πεθερό" στο μέλλοντα "γαμπρό" κατά την ημέρα των αρραβώνων, β) όταν ο πεθερός δίδει στο γαμβρό του χρήματα, δεν το κάνει με την πρόθεση να τα αναζητήσει, και επομένως δεν υφίσταται σύμβαση δανείου (άρθρα 806, 807 Α.Κ.), πολλώ μάλλον όταν το ποσόν αυτό είναι μεν υπέρογκο αντικειμενικώς, όχι, όμως, και υποκειμενικώς και γ) επιχειρηματικό δάνειο είναι αδύνατο να υπάρξει μεταξύ των ανωτέρω προσώπων χωρίς όρους, #.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος, διότι η αιτιώμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται (εντοπίζεται) όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς αλλά αποκλειστικά και μόνον στην εξακρίβωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, δηλαδή στην εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες (εξακρίβωση και εκτίμηση) κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εξ άλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως, και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ψέγεται η προσβαλλομένη, ότι διέλαβε γενικά ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά και ειδικότερα σε σχέση με: α) το σκοπό της επίδικης περιουσιακής επίδοσης, β) την ανυπαρξία έγγραφου γι' αυτήν τύπου, γ) τη νομική δεσμευτικότητα της προς απόδοση υποχρεώσεως του λήπτη, δ) τη συμφωνία να υπάρχει επικοινωνία των διαδίκων πριν από την αγορά των πλοίων του αναιρεσείοντος.
και ε) την αποστολή των επίδικων; ποσών στρογγυλοποιημένων. Όπως δε προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο που δίκασε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα: "Ο ενάγων Ψ, γνωστός εφοπλιστής δεξαμενόπλοιων και επιχειρηματίας, πατέρας τριών τέκνων, δύο αγοριών και ενός κοριτσιού, αρραβώνιασε το τρίτο, δηλαδή την θυγατέρα του ονόματι Α (......) την 7-1-1990, σε ηλικία 19 ετών, με τον εναγόμενο Χ, ηλικίας 27 ετών, γόνο γνωστής, επίσης, εφοπλιστικής οικογενείας, που δραστηριοποιείτο με τον εφοπλισμό πλοίων ξηρού φορτίου, μικρότερης οικονομικής εμβέλειας από τον ενάγοντα.
Ο εναγόμενος, κατά το επάγγελμα, ήταν τότε πλοίαρχος του Εμπορικού ναυτικού και εργαζόταν ως αρχιπλοίαρχος στον εφοπλιστικό όμιλο του πατέρα του Β, ο οποίος είχε κοινές επιχειρήσεις με τον Γ. Είχε αποφοιτήσει από το Ναυτικό Κολλέγιο της Νέας Υόρκης, το οποίο του απένειμε το πτυχίο του "BACHELOR OF SCIENCE"το έτος 1985 και "MASTER OF SCIENCE"το έτος 1987.
Κατά τη διάρκεια της μνηστείας τους και του γάμου τους, ο οποίος τελέστηκε στην Αθήνα την 23-9-1990, και συγκεκριμένα από 10-5-1990 έως 28-5-1993, ο ενάγων, μέσω των ναυτιλιακών εταιρειών, αποκλειστικών συμφερόντων του, με τις επωνυμίες "KYPROS COMPANIA NAVIERA S.A." και "LEYKOSIA COMPANIA NAVIERA S.A.", αντίστοιχα, που εδρεύουν αμφότερες στον ...... (Δημοκρατία Παναμά), οι οποίες ήταν "τροφοδότριες" οικονομικά εταιρείες για όλες τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, διατηρώντας τραπεζικούς λογαριασμούς, ενέβασε σταδιακά - ως θα αναφερθεί κατωτέρω -εννέα συνολικά χρηματικά εμβάσματα συνολικού ύψους 49.035.919 δολλαρίων Η.Π.Α., που αντιστοιχούσαν κατά την ισοτιμία που ίσχυε κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής (30-12-99) στο ποσό των 16.229.908.139 δραχμών, σε δύο εταιρείες, που συνέστησε και υπέδειξε ο εναγόμενος γαμβρός του με τις επωνυμίες "SEAWAY MARITIME S.A." και "PERMAR TRANSPORT S.A.", αντίστοιχα.
Οι τελευταίες εδρεύουν τυπικά στον ......, αλλά το κέντρο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους ήταν ο ...... . Ελέγχονταν δε πλήρως από τον εναγόμενο, ο οποίος ήταν κύριος αποκλειστικά του μετοχικού τους κεφαλαίου και στεγαζόταν στον ...... σε πολυώροφο κτίριο που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ...... αρ. ... και ......
αρ. ..., του οποίου ο 6ος και 7ος όροφοι ουσιαστικά παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο από τον ενάγοντα με εικονικό έγγραφο συμφωνητικό μισθώσεως, που καταρτίστηκε μεταξύ των εταιρειών συμφερόντων του ενάγοντος "ISTHMIA COMPANIA NAVIERA S.A." ως εκμισθώτριας και συμφερόντων του εναγομένου "SEAWAYS SHIPPING ENTERPRISES LTD" ως μισθώτριας την 11-5-1990.
Ειδικότερα, 1) την 10-5-1990 η εταιρεία του ενάγοντος "KYPROS COMPANIA NAVIERA S.A." με εντολή της προς την τράπεζα με την επωνυμία "ROYAL BANK OF SCOTLAND" μέσω της τράπεζας με την επωνυμία "ALGEMENE BANK OF NEDERLANDS" (υποκατάστημα ......) ενέβασε στην εταιρεία του εναγομένου "SEAWAY MARITIME S.A." στον ...... το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δολλαρίων Η.Π.Α., 2) την 24-9-1990 η εταιρεία του ενάγοντος με την επωνυμία "LEFKOSIA COMPANIA NAVIERA S.A." με εντολή της προς την τράπεζα με την επωνυμία "NATIONAL WESTMINSTER BANK" μέσω της "ALGEMENE BANK OF NEDERLANDS", υποκατάστημα ......, ενέβασε στην εταιρεία του εναγομένου "SEAWAY MARITIME S.A.", στον ......
το ποσό των εννέα εκατομμυρίων διακοσίων ογδόντα ενός και τετρακοσίων τεσσάρων (9.281.404) δολλαρίων Η.Π.Α., 3) την 25-9-1990 η εταιρεία του ενάγοντος με την επωνυμία "KYPROS COMPANIA NAVIERA S.A." με εντολή της προς την τράπεζα με την επωνυμία "ROYAL BANK OF SCOTLAND" μέσω της "ALGEMENE BANK OF NEDERLANDS" (υποκατάστημα ......) ενέβασε στην εταιρεία του εναγομένου "SEAWAY MARITIME S.A." στον ......
το ποσό των επτακοσίων είκοσι χιλιάδων εξακοσίων είκοσι έξι (720.626) δολλαρίων Η.Π.Α., 4) την 17-5-1991 η εταιρεία του ενάγοντος με την επωνυμία "KYPROS COMPANIA NAVIERA S.A.", με εντολή της προς την τράπεζα με την επωνυμία "ROYAL BANK OF SCOTLAND" μέσω της "ALGEMENE BANK OF NEDERLANDS" (υποκατάστημα ......) ενέβασε στην εταιρεία του εναγομένου με την επωνυμία "SEAWAY MARITIME S.A." στον ......
το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δολλαρίων Η.Π.Α., 5) την 21-1-1992 η εταιρεία του ενάγοντος με την επωνυμία "KYPROS COMPANIA NAVIERA S.A.", με εντολή της προς την τράπεζα με την επωνυμία "ROYAL BANK OF SCOTLAND", μέσω της ιδίας ενέβασε στην εταιρεία του εναγομένου με την επωνυμία "PERMAR TRANSPORT S.A." στο ...... το ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων τριάντα τριών χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα οκτώ (4.033.888) δολλαρίων Η.Π.Α., 6) την 21-1-1992 η εταιρεία του ενάγοντος με την επωνυμία "KYPROS COMPANIA NAVIERA S.Α.", με εντολή της προς την τράπεζα με την επωνυμία "ROYAL BANK OF SCOTLAND", μέσω της ιδίας ενέβασε στην εταιρεία του εναγομένου με την επωνυμία "PERMAR TRANSPORT S.A." στο ....., το ποσό των ενός εκατομμυρίου εξακοσίων δέκα επτά χιλιάδων (1.617.000) μάρκων Γερμανίας, που αντιστοιχούσαν στο ποσό των ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δολλαρίων Η.Π.Α., κατά τον χρόνο αποστολής του εμβάσματος, 7) την 11-3-1992 η εταιρεία με την επωνυμία "KYPROS COMPANIA NAVIERA S.A." του ενάγοντος με εντολή της προς την τράπεζα με την επωνυμία "ROYAL BANK OF SCOTLAND", μέσω της ιδίας, ενέβασε στην εταιρεία του εναγομένου με την επωνυμία "PERMAR TRANSPORT S.A." στο ......
το ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δολλαρίων Η.Π.Α., 8) την 2-10-1992 η εταιρεία του ενάγοντος με την επωνυμία "KYPROS COMPANIA NAVIERA S.A." με εντολή της προς την τράπεζα με την επωνυμία "ROYAL BANK OF SCOTLAND" μέσω της ιδίας ενέβασε στην εταιρεία του εναγομένου με την επωνυμία "PERMAR TRANSPORT S.A." το ποσό των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δολλαρίων Η.Π.Α.
και 9) την 28-5-1993 η εταιρεία του ενάγοντος με την επωνυμία "KYPROS COMPANIA NAVIERA S.A." με εντολή της προς την τράπεζα με την επωνυμία "ROYAL BANK OF SCOTLAND", μέσω της ιδίας, ενέβασε στην εταιρεία του εναγομένου με την επωνυμία "PERMAR TRANSPORT S.A." στο ...... το ποσό των δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δολλαρίων Η.Π.Α. Το κεφάλαιο αυτό, συνολικού ύψους 49.035.918 δολλαρίων Η.Π.Α., ο εναγόμενος το χρησιμοποίησε ως βάση για την σταδιακή δανειοδότησή του από τις τράπεζες του εξωτερικού με τις επωνυμίες "Deutsche & Chiftsbank AGH" και "Royal Bank of Scotland" με σημαντικά ποσά δολλαρίων Η.Π.Α.
και αγόρασε κατά το χρονικό διάστημα από 10-5-1990 έως 21-4-1994 τα παρακάτω πλοία δια των συσταθεισών και ελεγχομένων για κάθε ένα αποκλειστικά από τον ίδιο "μονοκάραβων" εταιρειών: 1) την 18-10-1990 το "......" (SUCCESS MANAGEMENT S.A.) αντί ποσού 6.302.083 δολ. ΗΠΑ, 2) την 1-3-1991 το "......" (NAUTICAL S.A.) αντί ποσού 5.100.000 δολ, ΗΠΑ, 3) την 1-3-1991 το "......" (PREMIER MARITIME S.A.
PANAMA) αντί ποσού 5.100.000 δολ. ΗΠΑ, 4) την 30-5-1992 το "......H.F." (CLELIA MARITIME ENTERPRISES S.A.) αντί ποσού 9.167.000 δολ, ΗΠΑ, 5) την 18-11-1991 το "......" (MARIA SHIPPING ENTERPRISES S.A.) αντί ποσού 9.450.000 δολ. ΗΠΑ, 6) την 3-2-1993 το "......" (HIGH POINT MARITIME S.A.) αντί ποσού 8.500.000 δολ. ΗΠΑ, 7) την 25-2-1993 το "......" (EUROPEAN CRUISES S.A. PANAMA) αντί ποσού 6.120.000 δολ.ΗΠΑ, 8) την 2-7-1992 το "......" (PLATINUM CRUISES S.A.) αντί ποσού 7.750.000 δολ.ΗΠΑ, 9) την 14-7-1993 το "......" (ANGELINA HOLDINGS S.A.) αντί ποσού 19.100.000 δολ.
ΗΠΑ, 10) την 14-7-1993 το "......" (SEA LEVEL SHIPPING CO. LTD.) αντί ποσού 19.100.000 δολ. ΗΠΑ, 11) την 1-2-1992 το "......" (CAPTAIN NIKOLAS MARITIME S.A.) αντί ποσού 20.300.000 δολ. ΗΠΑ και 12) την 1-3-1993 τη θαλαμηγό "......" (MARITIME CRUISES S.A.) αντί ποσού 3.800.000 δολ. ΗΠΑ. Δηλαδή, συνολικά διέθεσε για την αγορά των, ως άνω, πλοίων, από τα οποία τα πρώτα 11 ήταν φορτηγά πλοία μεταφοράς ξηρού φορτίου και το 12° θαλαμηγός, το ποσό των 119.789.083 δολ.
ΗΠΑ (6.302.083 + 5.100.000 + 5.100.000 + 9.167.000 + 9.450.000 + 8.500.000 + 6.120.000 + 7.750.000 + 19.100.000 + 19.100.000 + 20.300.000 + 3.800.000). Η ανωτέρω διανειοδότησή του από τις προαναφερθείσες τράπεζες έλαβε χώρα για την κάλυψη μέρους των τιμημάτων των υπό στοιχ. 2 έως και 11 πλοίων. Επί πλέον, ο εναγόμενος παρείχε για την δανειοδότησή του και προσωπικές εγγυήσεις και εγγραφή υποθηκών στα, ως άνω, πλοία.
Κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 1993 ο γάμος της θυγατέρας του ενάγοντος Α και του εναγομένου κλονίστηκε. Αρχές δε του έτους 1994 η κατάσταση επιδεινώθηκε και ο εναγόμενος τέλη Ιανουαρίου του ιδίου έτους (1994) αποχώρησε από τη συζυγική οικία που τους είχε παραχωρηθεί για οίκηση από τον ενάγοντα επί της οδού ......
αρ. ... στο ...... . Την 6-5-1994 ο ενάγων με την από 6-5-1994 έγγραφη εξώδικη δήλωση με πρόσκληση-διαμαρτυρία-όχληση, που κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο την 10-5-1994 (βλ. σχ. αρ. ...... έκθεση επιδόσεως δικ. επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς ......), ζήτησε την απόδοση από τον εναγόμενο του συνόλου των μετοχών, εταιρικών εγγράφων βιβλίων των 12 "μονοκάραβων" εταιρειών που, ως ανέφερε, βάσει της άτυπης συμφωνίας τους διαχειρίσεως του εμβασθέντος συνολικά κεφαλαίου των 49.500.000 δολ.
ΗΠΑ, αποκτήθηκαν από τον εναγόμενο για λογαριασμό του ενάγοντος, επιφυλασσόμενος των δικαιωμάτων του για δικαστική επιδίωξη των νομίμων αξιώσεών του. Ακολούθως, ο εναγόμενος, με την από 18-5-1994 έγγραφη δήλωση-διαμαρτυρία του που επιδόθηκε στον ενάγοντα, την 18-5-1994 αρνήθηκε γενικά την, ως άνω, εξώδικη έγγραφη πρόσκληση του τελευταίου.
Με την από 29-7-1994, όμως, έγγραφη δήλωση και πρόσκληση, που επιδόθηκε στον ενάγοντα, την 4-8-1994 που έλαβε χώρα μετά από την επίδοση σ αυτόν της από 9-6-1994 ασκηθείσας αγωγής διαζυγίου της συζύγου του Α και την αρνητική στάση της στην απευθυνόμενη προς αυτήν πρόσκλησή του με την από 14-6-1994 επιστολή του, για επανασύνδεση της εγγάμου συμβιώσεώς τους, για πρώτη φορά ισχυρίστηκε, ότι τα εμβασθέντα χρήματα δόθηκαν προς αυτόν προσωπικά ως "δώρα" και από ελευθεριότητα και χωρίς νομική υποχρέωση προσφέρεται να τα αποδώσει καταθέτοντας στον συμβολαιογράφο Πειραιώς Ευστράτιο Πιταούλη:
α) το σύνολο των μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "World System S.Α.", δικαιούχου του συνόλου των μετοχών της εταιρείας "Maritime Cruises S.A." κυρίας του θαλαμηγού πλοίου υπό σημαία Παναμά "......", β) το σύνολο των μετοχών της εταιρείας "National System S.A." δικαιούχου του συνόλου των μετοχών της εταιρείας "Angelina Holdings S.A." πλοιοκτήτριας του με Ελληνική σημαία φορτηγού πλοίου "......" και γ) το σύνολο των μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "Bleu Angel Shipping S.A." δικαιούχου του συνόλου των μετοχών της εταιρείας "Sealevel Shipping Co.
Ltd." πλοιοκτήτριας του υπό Ελληνική σημαία φορτηγού πλοίου "......". Δήλωνε δε ότι με την υπογραφή των δηλώσεων και σχετικών εγγράφων θα παραιτηθεί κάθε αξιώσεώς του σε σχέση με τις εταιρείες αυτές και θα αναλάβει την υποχρέωση εξαλείψεως με δαπάνες του των υποθηκών που βαρύνουν τα πλοία "......" και "......". Τονίζεται ότι στην, ως άνω, δήλωση και πρόσκληση, επίσης, ανέφερε ρητά, ότι η αξία των μετοχών, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών βελτίωσης κατά την παραλαβή τους (πλοίων), είναι ίση με το σύνολο των προς αυτόν δωρεών μέχρι σήμερα και σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης παραλαβής των, ως άνω, τίτλων και υπογραφής των συνδεομένων με την παραλαβή εγγράφων, εντός προθεσμίας 15 ημερών, από τη λήψη της προσκλήσεως "επιφυλάσσεται να διαθέσει το προϊόν της ρευστοποιήσεώς τους με τρόπο που θα τον απαλλάσσει από το ανεπιθύμητο βάρος".
Αναφέρεται, στο σημείο αυτό, ότι ο εναγόμενος ουδέποτε αμφισβήτησε το ύψος του ποσού των εμβασμάτων του ενάγοντος προς αυτόν (49.035.918 δολλαρίων ΗΠΑ) πλέον της αποδείξεως αυτού από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Την 29-7-1999 έλαβε χώρα κατάθεση των σχετικών εγγράφων στο συμβολαιογράφο Πειραιώς Ευστράτιο Πιταούλη.
Στο χρονικό αυτό διάστημα των 15 ημερών, συντάχθηκαν από τους ορισθέντες για το θέμα αυτό πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων Δ του ενάγοντος και Ετου εναγομένου σχέδια συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς, μετά και από ανάμειξη και του πατρός του εναγομένου Β, ο οποίος παρέδωσε χειρόγραφο σημείωμα, χωρίς να αποδεικνύεται σε ποιόν ακριβώς το παρέδωσε, αλλά μη αμφισβητούμενο ότι προέρχεται από τον ίδιο, στο οποίο αναφέρεται "να υπογραφεί ένα συμφωνητικό ότι όλα τακτοποιήθηκαν".
Στα σχέδια αυτά, και ειδικότερα το δεύτερο που ονομάζεται χαρακτηριστικά "μνημόνιο συμφωνίας", δεν γίνεται μνεία ειδική για το νομικό χαρακτηρισμό της μεταξύ των διαδίκων ατύπου συμβάσεως ως δωρεάς ή δανείου, πλην, όμως, χαρακτηριστικό της στοιχείο είναι, ότι οι στο σχέδιο συμβαλλόμενες, από τον εναγόμενο συσταθείσες πλοιοκτήτριες εταιρείες των πλοίων "......", "......" και "......" συμφωνούσαν να αποδώσουν στην Α, την οποία υπέδειξε ο Ψ (ενάγων), το σύνολο της περιουσίας τους που σχηματίστηκε από τα παραπάνω κεφάλαιά του (20.002.030 + 20.033.889 δολλάρια ΗΠΑ), το τίμημα δε κάθε πλοίου ανεφέρετο ότι ανέρχεται στο ποσό των 23.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ για το πλοίο "......", 23.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ για το πλοίο "......" και 5.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ για το πλοίο "......", δηλαδή συνολικά 49.000.000 δολλάρια ΗΠΑ, όσο περίπου το επίμαχο ποσό.
Περιλαμβανόταν, όμως, σ' αυτό όρος ότι, από το συνολικό τίμημα πώλησης των πλοίων αυτών, ποσό 25.000.000 δολλάρια ΗΠΑ θα συμψηφιστεί με αντίστοιχο μέρος της απαίτησης του πρώτου (ενάγοντος) κατά της τέταρτης και πέμπτης (πλοιοκτητριών εταιρειών), το δε υπόλοιπο θα παρακρατηθεί από τον αγοραστή και θα πληρωθεί στις ενυπόθηκες δανείστριες, ώστε να εξοφληθούν τα δάνεια και να εξαλειφθούν οι υποθήκες.
Η επίλυση της διαφοράς τελικά δεν επιτεύχθηκε συμβιβαστικά και την 22-8-1994 ο ενάγων κοινοποίησε στον εναγόμενο την από 19-8-1994 έγγραφη εξώδικη απάντησή του, με την οποία, αποκρούοντας τον περί "δωρεάς" χαρακτηρισμό των επίμαχων εμβασμάτων, ποσού 49.500.000 δολ. ΗΠΑ περίπου, τον κάλεσε να του αποδώσει αυτούσιο το ποσό αυτό, νομιμοτόκως, αρνούμενος πλέον κάθε συμβιβαστική του πρόταση περί μεταβιβάσεως των εταιρειών των προαναφερθέντων τριών πλοίων, λόγω του ότι η αξία τους ανέρχεται ήδη στο ήμισυ του, ως άνω, ποσού.
Ήτοι απέκρουσε την από 4-8-1994 προσφορά του ως μη προσήκουσα και ο εναγόμενος μετά ταύτα ανέλαβε από τον συμ/φο Πιταούλη τα κατατεθέντα έγγραφα του την 20-8-1994. Σε σχέση με το ποινικό μέρος της ανωτέρω υποθέσεως πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και οι δύο "χρηματοδότριες εταιρείες" "KYPROS & LEYKOSIA", εκπροσωπούμενες απ αυτόν εγχείρισαν έγκληση την 7-7-1994 κατά του εναγόμενου στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με την οποία ισχυρίστηκαν, ότι ανέθεσαν την διαχείριση του ποσού των 50.000.000 δολ.
Η.Π.Α. περίπου για λογαριασμό του (ενάγοντος) στον εγκαλούμενο (εναγόμενο) γαμπρό του, προκειμένου να αναπτύξει τις επιχειρηματικές του ικανότητες στο χώρο της ναυτιλίας και για την εξασφάλιση ενός σοβαρού εισοδήματος σ' αυτόν ενόψει δημιουργίας της νέας οικογένειας του. Τον κατηγορούσαν δε ότι διέπραξε σε βάρος τους την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, κακουργηματικού χαρακτήρα (αρθρ. 375, παρ. 1β-2 ΠΚ), για την οποία ασκήθηκε τελικά ποινική δίωξη εις βάρος του.
Επ' αυτής εκδόθηκε το με αρ. 1032/96 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη σε βάρος του κατηγορουμένου διότι τα εμβάσματα αυτά αποτελούσαν δωρεά, άλλως δάνειο. Κατά αυτού ασκήθηκε έφεση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, το οποίο με το με αρ. 112/1997 βούλευμά του, κήρυξε απαράδεκτη την έφεση κατά το σκέλος που αφορούσε τις εκπροσωπούμενες από τον εγκαλούντα Ψ εταιρείες "KYPROS COMPANΙA NAVIERA S.A." και "LEFKOSIA COMPANIA NAVIERA S.A." και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά το σκέλος που αφορούσε ατομικά τον εγκαλούντα Ψ.
Το, ως άνω, βούλευμα αναιρέθηκε με τη με αρ. 1592/97 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση εκ νέου στο Συμβούλιο Εφετών Πειραιά. Το τελευταίο με το με αρ. 218/1998 βούλευμά του, που κατέστη αμετάκλητο με τη με αρ. 785/1999 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ ουσίαν την με αρ. 169/96 έφεση των πολιτικώς εναγόντων Ψ και των εκπροσωπουμένων απ αυτόν, ως άνω, εταιρειών, επικυρώνοντας το με αρ. 1032/1996 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς.
Στο σκεπτικό του, ως άνω, βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών σε σχέση με την πραγματική αιτία για την οποία μεταβιβάστηκαν τα χρήματα στον εναγόμενο, πλεοναστικά μεν, ως διέλαβε, και η προπαρατεθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου και μόνον για την πληρότητα της αιτιολογίας του, αποφάνθηκε, ότι τα εμβάσματα του ενάγοντος, μέσω των, ως άνω, "χρηματοδοτριών" εταιρειών του, είχαν την μορφή δανείου προς τον εναγόμενο, κρίση βεβαίως που δεν δεσμεύει το παρόν δικαστήριο, συνεκτιμώμενη με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
Το τελευταίο, όμως, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού κρίνει, ότι πράγματι τα αποσταλέντα στον εναγόμενο ουσιαστικά από τον ενάγοντα σταδιακώς εμβάσματα, ανεξάρτητα ότι ο πρώτος τα χαρακτηρίζει ως δωρεές προς αυτόν και ο δεύτερος υποστήριξε αρχικά ότι επρόκειτο περί διαχειρίσεως κεφαλαίων για δικούς του προσωπικούς λόγους, κυρίως για επιτυχή νομική θεμελίωση του ποινικού τμήματος της υποθέσεως από δικαιολογημένο ενδιαφέρον όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των συμφωνηθέντων, όσο και από τα εκτός αυτού στοιχεία, συνιστούν σύμβαση διαδοχικών συμβάσεων ατόκων δανείων αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε τον Ιανουάριο του έτους 1990 στον Πειραιά, η οποία καταγγέλθηκε εγγράφως από τον ενάγοντα με την επίδοση της από 9-5-94 προαναφερθείσας εξωδίκου προσκλήσεως του οχλήσεως με επιφύλαξη δικαιωμάτων, που επιδόθηκε στον εναγόμενο την 10-5-94, οπότε ζήτησε την απόδοση της περιουσίας του, τμήμα της οποίας αποτελούσαν τα εμβασθέντα ποσά ύψους 49.035.918 δολ.
ΗΠΑ, για την απόδοση του οποίου (δανείου) περιήλθε ο εναγόμενος σε υπερημερία οφειλέτη την 4-8-94, που επέδωσε σ' αυτόν (ενάγοντα) την προαναφερθείσα εξώδικη προσφορά του, των μετοχών τριών πλοιοκτητριών εταιρειών, η οποία δεν ήταν, ως ανωτέρω ελέχθη, προσήκουσα κατά ποιότητα και ποσότητα. Την κρίση αυτή του δικαστηρίου, πλέον των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ενισχύουν και τα κάτωθι:
Ο ενάγων κατά την μνηστεία της θυγατέρας του Α με τον εναγόμενο την 7-1-1990, ο οποίος (εναγόμενος) τύγχανε γαμπρός της αποδοχής του, προκειμένου να τον αναδείξει κοινωνικά στον χώρο της ναυτιλίας, να δημιουργήσει ανεξαρτησία από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του πατέρα του, που ως προαναφέρθηκε τις επιχειρήσεις του ασκούσε συνεταιρικά με τον Γ, πλέον του ότι είχε και άλλο ένα παιδί, την θυγατέρα του ΣΤ, συμφώνησε άτυπα μ' αυτόν, εναγόμενο, δεδομένου ότι στο ναυτικό κολλέγιο από το οποίο αποφοίτησε είχε ειδικευθεί στις θαλάσσιες μεταφορές πλοίων ξηρού φορτίου, να τον δανειοδοτήσει για την δημιουργία δικού του εφοπλιστικού ομίλου.
Ειδικότερα, του υπέδειξε και τον τρόπο χρησιμοποιήσεως του δανείου (των χρημάτων) και της συναλλαγής. Συνοδεύτηκε, δηλαδή, η αποστολή των εμβασμάτων από καθοδηγητικά στοιχεία και με συμφωνία επιστροφής των αντιστοίχων ποσών στον δανειοδότη ενάγοντα, όταν ο ίδιος έκρινε, ότι έπρεπε να αποδοθούν. Για το λόγο αυτό ο εναγόμενος συνέστησε τις, ως άνω, δύο εταιρείες δηλαδή α) "SEAWAY MARITIME S.A." και β) "PERMAR TRANSPORT S.A." που εδρεύουν τυπικά στον ......, όπου εδρεύουν και οι δύο εταιρείες αποκλειστικών συμφερόντων του ενάγοντος προαναφερθείσες ως "τροφοδότριες" εταιρείες.
Τα χρηματικά εμβάσματα συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθούν για αγορά μεταφοράς πλοίων ξηρού φορτίου πλην ενός, που ήταν θαλαμηγός και πριν από την αγορά εκάστου να επικοινωνεί με τον ίδιο και στελέχη των εταιρειών του, για να γνωμοδοτούν (τα στελέχη) αν είναι συμφέρουσα ή όχι η αγορά τους, ώστε και ο ίδιος να λαμβάνει γνώση της ασφαλούς ή μη τοποθετήσεως των χρημάτων που δάνειζε ώστε όταν αυτός αποφάσιζε να μπορούσε να του αποδώσει το αντάλλαγμα τους.
Λόγω, όμως, της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, υφισταμένης πράγματι ηθικής αδυναμίας κτήσεως εγγράφου, δεν συντάχθηκε εγγράφως η μεταξύ τους σύμβαση για τις διαδοχικές αυτές δανειοδοτήσεις. Εξάλλου, ο ενάγων θα είχε λόγο να συντάξει τοιούτου είδους έγγραφο, αποδεικτικό της συμβάσεως αυτής, αν το δάνειο είχε συμφωνηθεί έντοκο, καθόσον η αποστολή των εμβασμάτων αποδεικνυόταν από τα ίδια τα εμβάσματα αυτά, την αμφισβήτηση δε της αιτίας τους (δανείου ένεκα) δεν προέβλεψε λόγω του ενεργητικού χαρακτήρα της συμβάσεως αυτής ως προς τους τόκους.
Για τα, ως άνω, γεγονότα με σαφήνεια κατέθεσαν οι μάρτυρες που εξετάστηκαν στο Προξενείο της Ελλάδας, στο ......, με την επιμέλειά του, Ζ και Η, οι οποίοι ήδη εργάζονται στις επιχειρήσεις του υιού του ενάγοντος στο ...... Θ, συνδέονται δε με την οικογένεια του, ο πρώτος από το έτος 1987 και ο δεύτερος από το έτος 1990, εκ των οποίων ο πρώτος καταθέτει ότι: "Ο κ.
Ψ γνώρισε τον Χ ως μέλλοντα σύζυγο της κας Α. Από την πρώτη στιγμή οι σχέσεις τους ήταν πάρα πολύ καλές ... εξελίχθηκαν σε εφάμιλλη σχέση σαν αυτή που είχε ο κ. Ψ με τα παιδιά του Θ και Κ. Τον είχαν σαν παιδί τους και ο κ. Ψ έκανε πολλές οικονομικές διευκολύνσεις στα παιδιά του. Πολλές φορές τους δάνειζε χρήματα για να προβούν σε επιχειρηματικές πράξεις μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της οικογενειακής περιουσίας.
Πάντοτε, όμως φρόντιζε να προβάλλονται τα παιδιά του γι αυτές τις πράξεις. Οποιαδήποτε επιχειρηματική επένδυση γινόταν εκ μέρους των παιδιών του γινόταν στο πλαίσιο της οικογενειακής περιουσίας ... Ο άνθρωπος ο οποίος είχε την τελική απόφαση ήταν ο ίδιος ο Ψ και πάντοτε είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει τα χρήματα ανά πάσα στιγμή ...
Η αιτία των εμβασμάτων ήταν η ενίσχυση με ίδια κεφάλαια των εταιρειών του Χ ώστε αυτός να προβεί στην δημιουργία μιας εφοπλιστικής εταιρείας που θα ειδικευόταν στο εμπόριο και διαχείριση φορτηγών πλοίων ξηρού φορτίου. Όταν είσαι υποχρεωμένος να επιστρέψεις τα χρήματα ή τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από αυτά ανά πάσα στιγμή αυτό σου ζητηθεί τότε είναι δανεισμός.
Μ' αυτό τον τρόπο ο Ψ διατηρούσε πάντοτε τον τελικό έλεγχο σ' αυτές τις επιχειρηματικές επενδύσεις. Θυμάμαι, ότι το 1992, που ήταν άσχημη η κατάσταση στη ναυτιλία, ο Χ αισθανόταν άσχημα, επειδή τα νούμερα δεν ήταν ικανοποιητικά, η Α είχε μεσολαβήσει στον πατέρα της για να του δοθεί μία περίοδος χάριτος σε σχέση με τους ελέγχους των ισολογισμών.
Σε σχέση με την επιστροφή των χρημάτων είχαν γίνει πολλές τέτοιες ενέργειες κατά καιρούς από πλευράς και των δύο, αλλά ποτέ δεν τα βρήκαν, διότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα χρήματα τα οποία ήταν να επιστρέψει ο Χ ήταν πολύ λιγότερα από αυτά που είχε λάβει και σε ορισμένες άλλες ο Χ ήθελε να του χαριστεί ένα μέρος, το οποίο ο κ.
Ψ δεν δεχόταν. Θυμάμαι σε μία από τις προσπάθειες ο Χ ήθελε να του χαριστούν 9.000.000 δολ. ΗΠΑ. Το 1993 ο Ψ εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του, που δεν λάμβανε οικονομικά στοιχεία από τον Χ ... .
Πριν από το αναφερθέν εξώδικο είχαν προηγηθεί πολλές συζητήσεις μεταξύ των οικογενειών Χ και Ψ , κατά τις οποίες ο κ. Ψ ζητούσε πίσω τα χρήματα. Στις συζητήσεις αυτές ο Χ ισχυριζόταν, ότι δεν υπάρχουν, διότι τα είχε ξοδέψει αγοράζοντας πλοία. Έτσι, δεν έμεινε τίποτε άλλο στον Ψ παρά να ζητήσει τα πλοία, ελπίζοντας έτσι να πάρει πίσω τα λεφτά του.
Ήμουν παρών ενδιάμεσα στα συμβούλια που έκανε η οικογένεια Ψ και στις συναντήσεις με τον Χ. Ο Ψ ποτέ δεν έστελνε λεφτά αν δεν του το ζητούσανε ...". Ο δεύτερος εξ αυτών "το 1990-93-94 ήμουν βοηθός σε θέματα επενδύσεων και αγοραπωλησιών πλοίων ... επειδή το είχα συζητήσει προφορικά το θέμα με τον κ. Ψ, ποτέ δεν έκανα έμβασμα χωρίς προφορικά να το έχει ζητήσει ο γαμβρός του και να το έχουν συζητήσει ... .
Εκείνη την εποχή γνωρίζω από πλευράς Ψ, ότι τα χρήματα τα δάνεισε για να τα πάρει πίσω. Από πλευράς Χ δεν άκουσα ποτέ κάτι εκτός μετά αργότερα το 1994 που άρχισαν οι ποινικές διαδικασίες, ότι ο ίδιος τα θεωρούσε "δώρα". Ο πατέρας του Χ, που αυτός ακούγεται μεγάλος στον εφοπλισμό και για πολλά χρόνια, δεν έκανε κανένα παρόμοιο δώρο χρηματικό έστω και υποδεέστερο για να βοηθήσει την επιχειρηματική δραστηριότητα της νέας οικογένειας ... .
Η δανειοδότηση ξεκίνησε το 1990 με τον Χ, αφού του το ζήτησε και το 1992 με τα τρία φυσικά παιδιά του, αφού του το ζητήσανε. Χωρίς τη δανειοδότηση αυτή ο Χ δεν θα μπορούσε να στήσει επιχείρηση με πλοία. Η συμφωνία ήταν γνωστό στην οικογένεια, και μάλιστα αρχές του 1994, Γενάρη του 94, όταν άρχισαν να αντιδικούν ο Χ είπε στο σπίτι του Ψ "μη με πιέζετε πολύ, γιατί θα κηρύξω καμιά πτώχευση να μη βρείτε τίποτα".
Έγιναν προτάσεις από την πλευρά του Χ να επιστραφεί συνδυασμός χρημάτων και πλοίων, αλλά επειδή η αξία των πλοίων συνήθως είναι υπολογίσιμη την δεδομένη στιγμή και διαφορετική από τον κάθε εφοπλιστή, το συνολικό ποσό δεν ανταποκρινόταν εις το ποσό που δανείστηκε και έτσι δεν ήλθε συμφωνία ... . Οι τράπεζες απαιτούν συνήθως, στον εφοπλισμό, την υποθήκευση των πλοίων με την προϋπόθεση ότι ένα μεγάλο μέρος της αξίας των πλοίων το έχεις βάλει από δικά σου χρήματα.
Επίσης, οι Τράπεζες για να δανειοδοτήσουν στην αρχή ζητάνε να έχεις τουλάχιστον κάποιο πλοίο εξοφλημένο ή κατά το μεγαλύτερο μέρος εξοφλημένο ... . Εγώ λέω, ότι ο Χ αποδεχόταν, ότι τα χρήματα ήταν δάνειο, διότι η πρώτη φορά που μίλησε για δώρα ήταν 3 μήνες μετά το εξώδικό του Ψ. Ποτέ πριν δεν είχα ακούσει εγώ προσωπικά ή είχε ακουστεί στο γραφείο μας ή στον κύκλο μας ο,τιδήποτε περί δώρων.
Τέτοια κολοσσιαία ποσά το καθένα ξεχωριστά και όλα μαζί 49.000.000 δολλ. ΗΠΑ δεν έχει ξανακουστεί στον κύκλο των πλουσίων αντίστοιχο δώρο ... . Επειδή ήμουν ο άμεσος υπεύθυνος αγοραπωλησιών των πλοίων της εταιρείας του Ψ, από την ημέρα που ο Χ άρχισε να συζητεί για κάποιο πλοίο ο κ. Ψ μου ζητούσε και του ετοίμαζα την χρηματοοικονομική μελέτη που έκανε και στα δικά του πλοία, την οποία έθετα υπ' όψη του ... .
Η πρόταση δεν έγινε δεκτή, διότι τα τρία πλοία δεν είχαν αντίστοιχη αξία 49.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ, αλλά μικρότερα των 42.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ. Το ένα από τα τρία ήταν το κόττερο αξίας 4.000.000 δολ. ΗΠΑ κατά την αγορά του και τα δύο πλοία είχαν υποθήκες τις οποίες απλά υποσχόταν ο Χ ότι θα εξαλείψει ... . Ο Ψ αγαπούσε πολύ τον γαμβρό του και στην προσωπική μου εισήγηση τυπικά να προσδιορίσει τα δάνεια, επειδή ποτέ του δεν πίστευε ότι θα χώριζε η κόρη του από τον Χ, δεν ήθελε.
Θεωρούσε, ότι θα προσβάλλει τον γαμπρό του ... . Με βεβαιότητα λέω, ότι αυτό το κολοσσιαίο ποσό το δάνεισε στον γαμβρό του και μόνο ο δανεισμός αυτός ήταν εξυπηρέτηση που κανένας δεν την απολαμβάνει στον επενδυτικό κόσμο. Αν διατηρείτο ο γάμος και ο Χ δεν είχε να το πληρώσει θα εχρεώνετο στη μερίδα της γυναίκας του ... .
Πριν την αγορά κάθε πλοίου που έκανε ο Χ, ο κ. Ψ μου ζητούσε τη μελέτη, παρόμοια με αυτή που έκανα για τα δικά του πλοία. Παρών στις συζητήσεις αυτές ήταν και ο οικονομικός διευθυντής της εταιρείας, ο οποίος ήλεγχε το λογιστήριο, Ν, που έδινε τις εντολές των εμβασμάτων και μετά τις υπέγραφε ο Ψ και πάντα μας έλεγε ότι τα εμβάσματα αυτά είναι δάνεια προς τον γαμβρό του για να αγοράσει πλοία ξηρού φορτίου... .
Η προφορική συμφωνία δανείου μεταξύ τους έγινε πιο πριν. Και τα εμβάσματα γινόντουσαν κατόπιν προφορικής συνεννοήσεώς τους στο ποσό και την χρονική στιγμή ... . Βάσει της βεβαίωσης του Ν, που ήταν οικονομικός διευθυντής και διηύθυνε το λογιστήριο του κ. Ψ και των δανειοδοτριών εταιρειών, έγινε εγγραφή στα λογιστικά βιβλία, η οποία παρουσίαζε χρεωμένες τις δύο δανειολήπτριες εταιρείες του Χ ...".
Οι, ως άνω, καταθέσεις κρίνονται αντικειμενικές και πείθουν, διότι ενισχύονται πλέον των άλλων στοιχείων και από τα εξής: Ο εναγόμενος Χ, αρχικά ουδέποτε αμφισβήτησε την υποχρέωση του να αποδώσει το αντιστοιχούν στα επίμαχα εμβάσματα χρηματικό ποσό. Στην αρχική από 18-5-1994 έγγραφη εξώδικη δήλωσή του, προαναφερθείσα πρώτη κατά σειρά, απλώς γενικά προέβαλε άρνηση, για την απόδοση, όμως, όλων των μετοχών των πλοιοκτητριών εταιρειών του.
Στην δεύτερη από 29-7-1994 δήλωση και πρόσκλησή του, - προαναφερθείσα επίσης - ανέφερε το πρώτον ισχυρισμό περί δωρεάς. Ο ίδιος ο πατέρας του Β παρέδωσε ιδιόχειρο σημείωμά του με τις φράσεις "να υπογραφεί συμφωνητικό, ότι τακτοποιήθηκαν όλα" πριν κάν ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του υιού του (εναγομένου) - για την οποία αναφέρθηκε ανωτέρω, που υποδηλώνει ότι ο δανεισμός ήταν εν γνώσει αμφοτέρων των οικογενειών (Ψ & Χ), στο δε σχέδιο του "μνημονίου συμφωνίας", αναμειγνύεται ως συμβαλλόμενη (εν σχεδίω), καθ' υπόδειξη του ενάγοντος, η θυγατέρα του Α, η οποία φέρεται κατά τον δεύτερο μάρτυρα, ότι θα χρεωνόταν το δάνειο αυτό σε περίπτωση μη αποπληρώσεώς του από τον εναγόμενο, διότι, λόγω του υψηλού ποσού αυτού, θα δημιουργείτο πρόβλημα μεταξύ των φυσικών τέκνων του ενάγοντος (Θ, Κ & Α).
Οι, ως άνω, πειστικές ένορκες καταθέσεις δεν μπορούν να αναιρεθούν από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως του εναγομένου, οι οποίοι και αυτοί συνδέονται με υπαλληλική σχέση με τον εναγόμενο, Λ και Μ, από τους οποίους ο πρώτος καταθέτει ότι "όσο αφορά το πρώτο έμβασμα 5.000.000 δολ. ΗΠΑ ο Χτου είπε, ότι είναι δώρο του πεθερού του επ' ευκαιρία των γενεθλίων του, που ήταν την 12-5-1990.
Το ίδιο συνέβαινε και με τα υπόλοιπα εμβάσματα, τα οποία ήταν συνολικά εννέα κατά τους μήνες Μάιο, Σεπτέμβριο και Ιανουάριο, όπου ήταν τα γενέθλιά του, επέτειος γάμου και ονομαστική εορτή του ... . Ότι κάθε φορά, που ανήγγειλα στον κ. Χ τη λήψη κάποιου ποσού, μου έλεγε να τηρηθεί στον προσωπικό του λογαριασμό, γιατί ήταν δώρο του πεθερού του.
Η δική μου πεποίθηση είναι ότι τα εμβάσματα ήταν δωρεές. Ένας άλλος λόγος που με πείθει ότι ήταν δωρεά είναι το γεγονός ότι ο κ. Ψ δεν ενδιαφέρθηκε να με ρωτήσει πως πάνε τα καράβια ... . Αν ήταν δάνειο θα περνούσε στα βιβλία κάθε πλοιοκτήτριας δανειολήπτριας εταιρείας με τον ίδιο τρόπο που παρακολουθούσαμε δάνεια από τράπεζες ... .
Λαμβάνοντας υπ' όψη την οικονομική κατάσταση του κ. Ψ, μπορώ να πω ότι το ποσό συμβιβάζεται με το χαρακτήρα της δωρεάς. Η μήνυση κατά του Χ έγινε καθαρά και μόνο από θέμα εκδίκησης. Ο κ. Χ για ηθικούς λόγους τόσο εκείνος, όσο και ο πατέρας του και χωρίς να έχουν νομική υποχρέωση ήθελαν να επιστρέψουν τα χρήματα.
Δεν άκουσα από στόματος Ψ για δωρεά... . Και ο κ. Β και ο κ. Χ από ηθική υποχρέωση προσέφεραν την επιστροφή της δωρεάς, ένοιωθαν μέσα τους, ότι ήθελαν να επιστρέψουν τα χρήματα", ο δεύτερος δε εξ αυτών ότι "Είχα την τιμή να γνωρίσω τον κ. Ψ. Με είχε καλέσει εμένα και τη σύζυγο μου στο ...... σε δείπνο ... εντυπωσιάστηκα από τον τρόπο και τα καλά λόγια του κ.
Ψ για τον Χ ... η εντύπωσή μου ήταν ότι μιλούσε σαν να ήταν γυιός του... . Πρόκειται για δωρεά. Βρισκόμουν συχνά στο γραφείο του Χ λόγω της αρκετά έμπιστης σχέσης μας, είχα απλά ακούσει σε συνομιλία τηλεφωνική να ευχαριστεί τον πεθερό του λέγοντας ότι "δεν ήταν ανάγκη, πατέρα". Υπέθετα εκείνη την ώρα για κάποιο δώρο το οποίο εκείνος έκανε.
Εκ των υστέρων συζήτησα ότι επρόκειτο περί ενός μεγάλου χρηματικού ποσού επ ευκαιρία κάποιας γιορτής ... . Με τον Χ συζητήσαμε και πάλι εκ των υστέρων και μου είχε πει ο ίδιος ότι ο πεθερός του έκανε τότε δώρο μεγάλα χρηματικά ποσά επ' ευκαιρία εορτών, επετείων, γενεθλίων ... . Η προσωπική μου αντίληψη είναι ότι είναι δωρεά ... .
Κατά τη γνώμη μου για το βεληνεκές του Ψ το ποσό ήταν ασήμαντο". Οι τελευταίες αυτές καταθέσεις δεν πείθουν το δικαστήριο περί της αληθείας του καταλυτικού ισχυρισμού του εναγομένου περί δωρεάς του επίμαχου ποσού, διότι, κυρίως, στηρίζονται σε υποκειμενικές κρίσεις των μαρτύρων αυτών, σε γνώση τούτου (δωρεάς) μόνο από τον εναγόμενο, και ευχαριστίες που άκουσε σε τηλεφωνική συνομιλία ο δεύτερος, καταθέτουν περί ευαισθησίας ηθικής σε σχέση με την προσφορά επιστροφής των χρημάτων αυτών, τα οποία, όμως, όταν ζητήθησαν από τον ενάγοντα δεν ενεργοποιήθηκε η "ευαισθησία αυτή" επιστροφής, τους.
Και είναι μεν αληθές ότι: Ορισμένα από τα επίμαχα εμβάσματα πράγματι έχουν αποσταλεί: α) το έμβασμα ποσού 5.000.000 δολ. ΗΠΑ, την 10-5-1990, δύο ημέρες πριν την επέτειο των γενεθλίων του εναγομένου, β) το έμβασμα ποσού 9.281.404 δολ. ΗΠΑ μια ημέρα μετά την τέλεση του γάμου της θυγατέρας του ενάγοντος με τον εναγόμενο, γ) το έμβασμα ποσού 720.626 δολ.ΗΠΑ, δύο ημέρες μετά την τέλεση του, ως άνω, γάμου, δ) το έμβασμα ποσού 5.000.000 δολ.
ΗΠΑ εντός του μηνός Μαΐου την 17-5-1991, δηλαδή επτά ημέρες μετά τα γενέθλια του εναγομένου και ε) το έμβασμα ποσού 10.000.000 δολ. ΗΠΑ την 28-5-1993, δηλαδή 18 ημέρες μετά την επέτειο των γενεθλίων του. Το γεγονός, όμως, αυτό, κρίνεται ότι είναι απολύτως συμπτωματικό, διότι ως προαναφέρθηκε, πριν από κάθε αποστολή προηγείτο αίτημα του εναγομένου, το οποίο είχε σχέση με αγορά πλοίου, χρηματοοικονομική μελέτη, έρευνα κ.λπ.
Εξ άλλου, κανένα δεν συμπίπτει με την ακριβή ημέρα των γενεθλίων του, της ονομαστικής του εορτής και δεν συνοδεύεται, ως είθισται, με έγγραφη ευχετήρια κάρτα, αυτά δε που είναι κοντά στην ημερομηνία γάμου, είναι ακριβώς μετά από την τέλεση του και όχι πριν ως είθισται. Είναι δε απίθανο να του έδιδε ο ενάγων ως δώρο πάντα χρηματικό ποσό και όχι άλλο κινητό ή κάποιο ακίνητο ως δώρο ή έστω να αγόραζε ο ίδιος (ενάγων) ένα πλοίο ξηρού φορτίου της αρεσκείας του και να του το μεταβίβαζε.
Εξ άλλου, η ίδια η πράξη της δανειοδότησής του, ατόκως, κρίνεται από μόνη της πράξη ευεργετική, η οποία, όμως, σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να κριθεί ως χαριστική κατά το ποσό του κεφαλαίου της. Φυσικό δε ήταν να προσφέρει τόσο σημαντικά δώρα στην θυγατέρα του και όχι στον γαμβρό του. Αξίζει να τονιστεί ότι, ως αποδείχτηκε, κατά τον αρραβώνα της Α και του εναγομένου, ο ενάγων δώρισε στον εναγόμενο ένα κόττερο το "......" αξίας 400.000 δολλαρίων ΗΠΑ και ο πατέρας του εναγομένου δώρισε στην νύμφη του Α ένα αυτοκίνητο "MAZERATI".
Σε σχέση με τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι ο ενάγων επικαλείται για πρώτη φορά με την ένδικη αγωγή του σύμβαση δανείου, ως προς τα επίμαχα εμβάσματα, ενώ στην από 7-7-1994 έγκλησή του εναντίον του, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, επικαλείτο ότι τα κεφάλαια αυτά του είχε εμπιστευθεί για διαχείριση, πλέον των όσων παραπάνω αναφέρθηκαν, ότι τούτο έπραξε προς επιτυχή κατά την κρίση του θεμελίωση ποινικής δίωξης εις βάρος του, ουδόλως οι δύο αυτές "θέσεις" διαχείρισης κεφαλαίων στο ποινικό τμήμα και δάνειο στο αστικό τμήμα, στηρίζουν ως αληθή τον περί δωρεάς ισχυρισμό του εναγομένου, διότι και στη μία περίπτωση και στην άλλη εμπεριέχεται ισχυρισμός του ενάγοντος περί υποχρεώσεως αποδόσεως πραγμάτων και σε καμμία περίπτωση συνάγεται αντίφασή τους κατ' αποτέλεσμα, αφού και οι δύο θέσεις προϋποθέτουν μεταβίβαση χρημάτων ή πραγμάτων με αντάλλαγμα και όχι χαριστικά.
Περαιτέρω, ο ενάγων, κατά τις κρατούσες αντιλήψεις δεν είχε κανένα ηθικό καθήκον προς τον εναγόμενο δωρεάς του ιδιαίτερα σημαντικού ποσού των 49.035.918 δολλαρίων ΗΠΑ, δεδομένου ότι κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου του τελευταίου με την θυγατέρα του, ως ο ίδιος εναγόμενος ομολογεί, αλλά και αποδεικνύεται, αυτή (Α) διέθετε μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία συνιστώμενη σε ποσοστό 28% του στόλου των εμπορικών πλοίων που διαχειρίζεται η εταιρεία με την επωνυμία "TROODOS MARITIME INTERNATIONAL S.A.", 20% των μετοχών των εμπορικών πλοίων που διαχειρίζεται η εταιρεία με την επωνυμία "Stelmar Tankers Ltd.", 50% των μετοχών των εμπορικών πλοίων που διαχειρίζεται η εταιρεία με την επωνυμία "WORLD TANKERS Ρ & Υ LIMITED", 15% μετοχών της Τράπεζας με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Λαϊκή Τράπεζα Α.Ε.", καταθέσεις χρημάτων σε άλλες τράπεζες και πληθώρα ακινήτων.
Το, ως άνω, ποσό δε κατά τις κοινωνικές συνήθειες και του τόσο ισχυρού οικονομικά αυτού κόσμου, κρίνεται υπερβολικό, για να παρασχεθεί ως δωρεά "σε γαμβρό και θυγατρί" σε χρόνο που ο ενάγων δεν προέβη σε τοιούτου ύψους δωρεές (χρηματικών ποσών) στα φυσικά του άρρενα τέκνα, τις οποίες παροχές δωρεές σ'αυτά άρχισε το έτος 1992, εμφανώς.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ήταν κοινωνικά ανεπίτρεπτο να συμφωνήσει να δανειοδοτηθεί από τον ενάγοντα πεθερό του τον Ιανουάριο του έτους 1990, δηλαδή το μήνα που τελέστηκε η μνηστεία του με τη θυγατέρα αυτού, κρίνεται αβάσιμος, διότι εν τοις πράγμασι είθισται κατά τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας στην ελληνική κοινωνία, όπου ακόμα υφίσταται η αντίληψη της προστασίας της "οικογένειας", κατά τον χρόνο τέτοιων γεγονότων να γίνονται συζητήσεις και συμφωνίες για την κοινωνική και οικονομική αναβάθμιση της υπό δημιουργία νέας τοιαύτης (οικογένειας), ως εν προκειμένω συνέβη.
Επίσης, και ο έτερος ισχυρισμός του εναγομένου ότι το χρηματικό αυτό ποσό δεν θα ανεζητείτο από τον ενάγοντα, αν δεν διεσπάτο η έγγαμη συμβίωση αυτού και της θυγατέρας του τελευταίου και δεν λυόταν ο μεταξύ τους γάμος, δεν επιρρωνύει ως επιχείρημά του τον περί "δωρεάς" ισχυρισμό του, διότι στηρίζεται σε καθαρά υποθετική κρίση, που δεν ενισχύεται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία αντιθέτως συνάδουν εις τη σύμβαση δανείου, όπως προηγούμενο αίτημα του εναγόμενου πριν από κάθε έμβασμα, έρευνα τοποθέτησής του, ενδιαφέρον του ενάγοντος για την πορεία των ισολογισμών των εταιρειών του.
Ακόμη, στην περίπτωση δωρεάς θα ενέβαζε τα εμβάσματα στη θυγατέρα του και αφού κατά τον εναγόμενο επρόκειτο περί ασήμαντου για τις οικονομικές δυνατότητες του ενάγοντος ποσού, θα διετίθετο ολόκληρο εφάπαξ και όχι τμηματικά, και μάλιστα πολλές φορές όχι στρογγυλοποιημένα τα επί μέρους ποσά και δεν παραλλάχθηκε ο τρόπος των επιμέρους ονομαζόμενων από τον εναγόμενο δωρεών".
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση τού νυν αναιρεσιβλήτου για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και έκρινε ότι η μεταξύ των διαδίκων υφισταμένη σύμβαση ήταν εκείνη του δανείου και όχι της δωρεάς, κάνοντας έτσι δεκτή την αγωγή στο σύνολό της, Έτσι κρίνοντας (το Εφετείο), διέλαβε, περί όλων των ανωτέρω επί μέρους θεμάτων, πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Οι ως άνω προσαπτόμενες στην ελεγχόμενη αιτιολογία αντιφάσεις δεν συνιστούν αληθείς αντιφατικές κρίσεις ως προς τα αντιστοιχούντα στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου περιστατικά, ήτοι, τα συγκροτούντα την έννομη σχέση του δανείου πραγματικά γεγονότα. Επομένως, είναι απορριπτέος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, που υποστηρίζει το αντίθετο.
Με τον τέταρτο λόγον αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται, ότι το Εφετείο, που εξέδωκε την προσβαλλόμενη απόφαση, "δεν δίκασε δίκαια", παραβιάσαν έτσι την αρχήν της δίκαιης δίκης, που προβλέπεται από το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974. Και τούτο, όπως ισχυρίζεται στη συνέχεια, από τα "πολλά ανομήματά του που συνιστούν παραβίαση της εν λόγω αρχής της δίκαιης δίκης και έχουν αναχθεί ήδη ανωτέρω σε αυτοτελείς λόγους αναιρέσεως", όπως είναι "η παντελώς αδικαιολόγητη επίδειξη άγνοιας του ζητήματος της ερμηνείας των δικαιοπραξιών", "η συστηματική παραμόρφωση του περιεχομένου ορισμένων εγγράφων", "η κατάδηλη διαστρέβλωση του νοήματος των διδαγμάτων κοινής πείρας", "και η καταφυγή σε αιτιολογίες που αποδίδουν τον ζόφο ενός δικαστικά ανεπίτρεπτου συνάμα δε ανήκουστου αμοραλισμού", επίσης "η έκδηλη μονομέρεια που επέδειξε η αναιρεσιβαλλομένη κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των εξετασθέντων μαρτύρων", και "η επιλεκτική αξιοποίηση υπέρ των θέσεων του αντιδίκου ορισμένων μόνον πτυχών των αποδεικτικών μέσων".
Έτσι, όμως, που έχει ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, στον αυτόν, ως άνω (τέταρτο) λόγον αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι οι δύο μάρτυρες του ενάγοντος, ήτοι οι Ζ και Η, είναι ψευδομάρτυρες, που κατέθεσαν τερατώδη και ολοφάνερα ψεύδη και ότι συνεπώς το Εφετείο δεν έπρεπε να θεμελιώσει την κρίση του στις καταθέσεις των εν λόγω μαρτύρων.
Προβάλλεται, δηλαδή, με τον παρόντα λόγον αναιρέσεως, υπό την επίκληση παραβίασης του, ως άνω, άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, στην πραγματικότητα εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και δη των καταθέσεων των δύο, ως άνω, μαρτύρων. Πλην, όμως, με το περιεχόμενο αυτό δεν στοιχειοθετείται η παραβίαση της, ως άνω, διατάξεως του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ και ο ιδρυόμενος εντεύθεν από την εν λόγω παραβίαση αναιρετικός λόγος του όρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., αφού η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας πλημμέλεια αφορά, την εσφαλμένη εκ μέρους του δικαστηρίου εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, ως εις πράγματα αναγόμενη.
Ο τρόπος καταστρώσεως των σκέψεων του δικαστηρίου της ουσίας και ο τρόπος εκτιμήσεως από αυτό των αποδείξεων δεν ιδρύει λόγο για αναίρεση, η οποία επιτρέπεται μόνον για τους απαριθμούμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους, από τους οποίους κανένας δεν αναφέρεται σε τέτοια πλημμέλεια.
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλομένη για παράβαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, εκ του ότι, εκτιμώντας μεροληπτικά τις αποδείξεις, στέρησε από τον αναιρεσείοντα τη δυνατότητα να υποστηρίξει αποτελεσματικά την υπόθεσή του και έτσι παραβίασε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης και υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί ο κανόνας του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, κατά το μέρος που επιτάσσει να μη γίνονται από το δικαστήριο σφάλματα σε σχέση με την αποδεικτική διαδικασία και εντεύθεν να καθίσταται η δίκη μη δίκαιη, είναι κανόνας όχι του ουσιαστικού, αλλά του δικονομικού δικαίου και συνεπώς η παράβασή του δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αφορά μόνο παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εν όψει των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη τού αναιρεσίβλητου, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2008 αίτηση τού Χ για αναίρεση τής υπ' αριθμόν 362/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη τού αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ