Legislator Case Law & Legislation
344/2006 AI generated

344/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 344/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 344 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

344/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 344 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
violations of foreigners act cocaine trafficking mission, travel and accommodation expenses illegal departure grounds traveller's cheque unreasonableness of return to Afghanistan
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 344 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 344/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Κωνσταντίνο Κούκλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης A. T. του G., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένης στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παπαστεργίου, περί αναιρέσεως της 2166/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον E. T. S..

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Απριλίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1210/2005.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α’ και ζ’ του ν. 1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο επί του προκειμένου χρόνο τελέσεως της πράξεως, το χρονικό διάστημα από 18-10-1999 μέχρι 12-1-2000, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δρχ. μέχρι εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δρχ., τιμωρείται όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, α’ ) εισάγει στην επικράτεια ή εξάγει από αυτή ή διαμετακομίζει ναρκωτικά, .... ζ’ ) κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας τη αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο ...". Και κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του ίδιου ν. 1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί (με τα άρθρα 13 του ν.2161/1993 και 4 παρ. 2 α’ του ν. 2408/1996) και ίσχυε κατά τον ίδιο χρόνο, "με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δρχ. μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000. 000) δρχ., τιμωρείται ο παραβάτης του άρθρου 5 (μεταξύ άλλων) του παρόντος νόμου, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ......". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ιδιαίτερη όμως αιτιολόγηση απαιτείται, για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκ της οποίας ιδρύεται ιδιαίτερος λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β’ του Κ.Π.Δ.. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. II. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 2166/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη σε δεύτερο βαθμό, για τις πράξεις της εισαγωγής στην επικράτεια κατ’ εξακολούθηση και κατοχής μέρους της ίδιας ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου, σε ποινή κάθειρξης δέκα εννέα (19) ετών. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρεται, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, καθώς και την απολογία της κατηγορούμενης και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: Η κατηγορούμενη την 18-10-1999 και την 12-1-2000, εισήγαγε στην ελληνική επικράτεια δια μέσου του μεθοριακού σταθμού Κακαβιάς, μετά από εντολή του συγκατηγορούμενού της που διαφεύγει τη σύλληψη T. P. και για λογαριασμό του, ποσότητα κοκαΐνης τουλάχιστον ενός κιλού κάθε φορά, την οποία η ίδια παρέδιδε στα εκάστοτε υποδεικνυόμενα από εκείνον πρόσωπα, που την είχαν αγοράσει. Για την ενέργειά της αυτή η κατηγορούμενη λάβαινε κάθε φορά από το συγκατηγορούμενό της ως αμοιβή, το ποσό των 200.000 δραχμών. Επίσης η κατηγορούμενη μετά από παρακολούθηση της οικίας που διέμενε με την οικογένειά της (σύζυγο και ανήλικο τέκνο) επί της οδού ... στο Νέο Κόσμο, από αστυνομικούς της Υπ/σης Δίωξης Ναρκωτικών, καταλήφθηκε την 12-1-2000 και περί ώρα 21,15’ στη διασταύρωση των οδών ... στο Νέο Κόσμο, να κατέχει με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, ένα αυτοσχέδιο δέμα που περιείχε κοκαΐνη βάρους ενός κιλού και 16,5 γραμμαρίων, το οποίο είχε τοποθετήσει σε γυναικεία τσάντα που κρατούσε στα χέρια της. Τις πράξεις δε αυτές τέλεσε η κατηγορούμενη κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης (συχνά ταξίδια στην Αλβανία, με σκοπό την εισαγωγή κατά την επιστροφή της ναρκωτικών ουσιών, επιτήδειος και μεθοδικός τρόπος τέλεσης της πράξεως και ο όλος σχεδιασμός), προκύπτει σκοπός αυτής για τον πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς διάπραξη των εγκλημάτων αυτών, ως στοιχείου της προσωπικότητάς της, ενώ την πράξη της εισαγωγής τέλεσε εξακολουθητικά, δηλαδή με περισσότερες από μία ομοειδείς και χωριστές πράξεις, συνδεόμενες μεταξύ τους, δια της ταυτότητας της προς εκτέλεση αυτών αποφάσεως. Περαιτέρω δέχθηκε το δικαστήριο, ότι η κατηγορούμενη μέχρι το χρόνο τέλεσης των πράξεων, ζούσε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για την αναιρε-σείουσα - κατηγορούμενη κρίση, για τις πράξεις της εισαγωγής στην επικράτεια κατ’ εξακολούθηση και κατοχής ναρκωτικών ουσιών που της αποδίδονταν και αφού απέρριψε όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της, της επέβαλε την αναφερόμενη ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης. VIII. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων εγκλημάτων της εισαγωγής στην επικράτεια κατ’ εξακολούθηση και κατοχής ναρκωτικών ουσιών από μη τοξικομανή, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 και 8 του ν. 1729/1987, όπως έχουν αντικατασταθεί, τις οποίες εφάρμοσε. Αναφέρονται επίσης τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που αναφέρθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να υπάρχει ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Σε σχέση τέλος με το φερόμενο ως αυτοτελή της κατηγορούμενης ισχυρισμό, ότι αυτή είναι τοξικομανής κατά την έννοια του νόμου και το συναφές αίτημα για τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης προς διαπίστωση της τοξικομανίας της, έτσι όπως διατυπώθηκαν με χωριστό ‘ ‘ έγγραφο αυτοτελών ισχυρισμών’ ‘ που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, με την αναφορά ότι, ‘ ‘ ... αν όμως το δικαστήριο σας κρίνει ότι επιβάλλεται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της συνδρομής ή όχι στο πρόσωπό μου της ιδιότητας του εξαρτημένου κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ατόμου, αιτούμαι την αναβολή της δίκης, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη ...’ ‘ , δεν υποβλήθηκαν παραδεκτά και το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει, μάλιστα αιτιολογημένα, σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή αίτημα. Επομένως οι συναφείς, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β’ και Δ’ του Κ.Π.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία της απόφασης και έλλειψη ακρόασης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. IX. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4ης Απριλίου 2005 αίτηση της A. T. του G., για αναίρεση της υπ’ αριθμό 2166/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ. -

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ