Legislator Case Law & Legislation
343/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance interest distribution, ruling heirs lack rights to unclaimed interest. Appeal rejected due to lack of contractual or inheritance claim against widow's estate.

Case Number 343/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Second Instance Court's decision regarding inheritance distribution. The appellants sought interest payments from a deceased father's bank deposit, while the bank argued the interest accrued before the widow's death belonged to her estate. The court ruled that since the appellants had no contractual or inheritance claim against the widow, they could not claim the capitalized interest that remained in the account.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 591, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that heirs cannot claim interest accrued prior to the decedent's spouse's death if they lack a direct inheritance or contractual right against the spouse's estate.

Keywords

AI generated
inheritance law interest distribution spousal estate capitalized interest Code of Civil Procedure appellate review bank deposit

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 591 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 343 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 343/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Δ., το γένος…, 2) Λ. Λ., του Ι. και της ….κατοίκων ….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθανασία Καζαντζή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Τ. E. E. Α..Ε.., ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας «Ν.» Τ. Τ. Ε. Α..Τ..Ε..", που εδρεύει στην…., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4087/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-4-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Επειδή με την κρινόμενη από 11.04.2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχτηκε κατ' ουσίαν την από 21.05.2019 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ... οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 25.11.2015 αγωγή των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τον μοναδικό λόγο της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 591§2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (Μ. Δ., το γένος Ι. και Κ. Λ., Λ.

Λ. του Ι. και της ..)ήγειραν την από 25.11.2015 αγωγή τους κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης (Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "Τ. E. E. Α..Ε..", ως ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία «Ν. Τ. Τ. Ε. Α..Τ..Ε..), την οποία απηύθηναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και με την οποία ζήτησαν την καταβολή συνολικά ποσού 36.652,67€ για αποζημίωσή τους και ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης, με νόμιμο έρεισμα τα άρθρα 200, 281, 288, 914 και 932 του Α.Κ. .

Η άνω αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ... οριστική απόφαση αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την από 21.05.2019 έφεσή της η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, την οποία έστρεψε κατά των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων.

Η άνω έφεση συζητήθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτή (έφεση) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση, διακρατήθηκε η αγωγή προς αναδίκαση, αναδικάστηκε και έγινε εν μέρει δεκτή.

Την απόφαση αυτή του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προσέβαλαν με την από 11.04.2022 αίτησή τους οι αναιρεσείοντες, την οποία απηύθηναν στο Δικαστήριο τούτο και έστρεψαν κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούν την αναίρεση αυτής (αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου) για τον μοναδικό λόγο που περιέχεται στο αναιρετήριο.

Οι παραδοχές με βάση τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προήλθε στην άνω κρίση του είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Την 6-4-1993 απεβίωσε στον … ο Λ. Μ. του Μ. και της…, κάτοικος εν ζωή Α. Σ.. Κατά το χρόνο θανάτου του κατέλιπε μοναδικούς πλησιέστερους εν ζωή συγγενείς του τη σύζυγό του Μ. χήρα Λ. Μ., το γένος Γ.

Κ. και της Μ., τα τέκνα της προαποβιωσάσης αδελφής του Κ. χήρας Ι. Λ., το γένος Μ. Μ. και της Μ. και δη τους νυν ενάγοντες Μ. σύζυγο Ν. Δ., το γένος Ι. Λ. και της Κ., και Λ. Λ. του Ι. και της Κ., και τα τέκνα του προαποβιώσαντος υιού της (Κ.) Δ. Λ. του Ι. και της Κ. και δη τους Ι. και Μ. Λ. του Δ. και της Ε. (βλ. το ….-2004 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών).

Με την από 6-4-1989 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το …πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ο αποβιώσας Λ. Μ. του Μ. όρισε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Τα λεφτά που έχω στο Ταχυδρομείο τα αφήνω τα μισά στον ανηψιό μου Δ. Λ.. Τα άλλα μισά στον ανηψιό του Λουκά Λουκιανό και Μαργαρίτα Διαμαντή.

Με τη διαφορά όσο που ζει η γυναίκα μου θα παίρνει τους τόκους.". Πράγματι, ο αποβιώσας διατηρούσε στο τότε Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος και μετέπειτα Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος, στη θέση του οποίου υπεισήλθε η ήδη εναγομένη τράπεζα, τον 30423822 λογαριασμό καταθέσεων ταμιευτηρίου, ο οποίος κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη (6-4-1993) είχε πιστωτικό υπόλοιπο 12.508,35 ευρώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 16-4-2005 σχετική βεβαίωση του τμήματος καταθέσεων ταμιευτηρίου της άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας.

Ο τιμηθείς Δ. Λ. του Ιωάννη και της Καλλιόπης προαποβίωσε του διαθέτη στις 23-11-1985 και έτσι η μερίδα του προσαύξησε την μερίδα των λοιπών τιμηθέντων με αποτέλεσμα οι νυν ενάγοντες να καταστούν κληρονόμοι του άνω λογαριασμού κατά ποσοστό 50 % ο καθένας και δη δικαιούχοι αυτού πλην, όμως, χωρίς δικαίωμα χρήσης του κεφαλαίου και κάρπωσης των εξ αυτού τόκων, οι οποίοι περιέρχοντο στην σύζυγο του διαθέτη.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η Μαργαρίτα χήρα Λουκά Μπουρή, το γένος Γεωργίου Κρούστη, απεβίωσε στη Σίφνο στις 16-4-2012 (βλ. την 06/Γ/2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Σίφνου), στη συνέχεια δε, μετά το θάνατό της, εκδόθηκε η 04/2014 διάταξη χορήγησης κληρονομητηρίου της Ειρηνοδίκη Μήλου, με το οποίο διατάχθηκε ο αρμόδιος γραμματέας να χορηγήσει στους νυν ενάγοντες κληρονομητήριο, το οποίο να πιστοποιεί, κατ' ακριβή αντιγραφή, ότι "είναι εκ διαθήκης κληρονόμοι του Λουκά Μπουρή του Μιχαήλ και της Μαργαρίτας, κατοίκου όσο ζούσε Α.

Σ., που απεβίωσε την 6-4-1993 στον Πλατύ Γιαλό Σίφνου, σε ποσοστό 50 % έκαστος του χρηματικού ποσού, που υπήρχε κατατεθειμένο στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος ΑΤΕ" - και ήδη "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος ΑΤΕ" - από τον ως άνω κληρονομούμενο κατά το χρόνο του θανάτου του, αφαιρουμένου του κεφαλαίου των τόκων από το χρόνο της επαγωγής έως και το χρόνο του θανάτου της καταπιστευματοδόχου συζύγου του, ήτοι από 6-4-1993 έως και 16-4-2012, καθώς και του κεφαλαίου των τόκων επί του ποσού αυτού από 17-4-2012 και στο εξής".

Δυνάμει της άνω διάταξης εκδόθηκε σχετικά το προσκομιζόμενο 02/4-6-2014 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του Ειρηνοδικείου Μήλου, το οποίο, όπως προκύπτει από το 568/2018 πιστοποιητικό της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Μήλου και το 901/17-5-2021 όμοιο, που προσκομίζεται παραδεκτά στο παρόν Δικαστήριο κατ' αρθρ. 529 ΚΠολΔ, δεν έχει αφαιρεθεί, κηρυχθεί ανίσχυρο, τροποποιηθεί ή ανακληθεί ούτε έχει κατατεθεί σχετική αίτηση.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες τουλάχιστον από το έτος 2005 είχαν επικοινωνήσει με την τράπεζα, τότε Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, και είχαν ζητήσει να ενημερωθούν για το υπάρχον κατά χρόνο θανάτου του αρχικού καταθέτη υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, για το λόγο δε αυτό τους χορηγήθηκε η ανωτέρω σημειούμενη από 16-3-2005 βεβαίωση πιστωτικού υπολοίπου αυτού στις 6-4-1993, χρόνο θανάτου του αρχικού καταθέτη, με την πρόσθετη προφορική διαβεβαίωση ότι δεν απαιτείτο καμία άλλη ενέργεια εκ μέρους τους όσο χρόνο ζούσε η έχουσα το δικαίωμα απόληψης των τόκων της καταθέσεως θεία των εναγόντων.

Επανήλθαν το 2010, οπότε κατέθεσαν στο "Τμήμα Λειτουργικής Υποστήριξης Καταθετικών και Επενδυτικών Προϊόντων (Κληρονομικά)" του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου την υπ' αριθ. πρωτ. 825/14-10-2010 αίτηση έγγραφης ενημέρωσης, συνυποβάλλοντας πλήρη νομιμοποίησή τους ως κληρονόμων, πλην κληρονομητηρίου, επί της οποίας έλαβαν την 16105/1-11-2010 έγγραφη απάντηση με θέμα "Κληρονομιά Μπουρή Λουκά" (απευθυνομένη προς την πληρεξούσια δικηγόρο των εναγόντων Αθανασία Καζαντζή), με την οποία η τράπεζα τους ενημέρωνε ότι για την είσπραξη της κληρονομιάς απαιτείται να προσκομίσουν πιστοποιητικό κληρονομητηρίου και πιστοποιητικό της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

περί δηλώσεως της κατάθεσης και μη οφειλής φόρου κληρονομιάς χωρίς να απαντήσει για τυχόν ενέργειες, στις οποίες έπρεπε να προβούν, μολονότι η αρμόδια υπάλληλος κ. Χριστοπούλου τους είχε διαβεβαιώσει προφορικά ότι δεν χρειάζεται να προβούν σε καμία ενέργεια σε σχέση με τον επίδικο κληρονομικό λογαριασμό, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγομένη.

Κατά τον ίδιο χρόνο τους χορηγήθηκε ενημερωτικό φυλλάδιο με τα δικαιολογητικά και τις διαδικασίες νομιμοποίησης των κληρονόμων καταθετών. Μετά το θάνατο της Μαργαρίτας χήρας Λουκά Μπουρή οι ενάγοντες, αφού ζήτησαν και έλαβαν το ανωτέρω αναφερόμενο 02/4-6-2014 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου, υπέβαλαν στην ήδη εναγομένη τράπεζα, η οποία είχε υπεισέλθει στη θέση του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, την από 2-7-2014 αίτηση με θέμα τη νομιμοποίησή τους ως κληρονόμων του Λουκά Μπουρή και την ανάληψη των χρημάτων, συνυποβάλλοντας τα νομιμοποιητικά τους έγγραφα (ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, διάταξη χορήγησης κληρονομητηρίου και πιστοποιητικό κληρονομητηρίου).

Και ενώ μέχρι το χρονικό εκείνο σημείο η τράπεζα τους διαβεβαίωνε ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για την τραπεζική κατάθεση, στην οποία είχαν υπεισέλθει ως κληρονόμοι, ξαφνικά, στις 9-9-2014, τους ενημέρωσε τηλεφωνικά ότι ο τηρούμενος από τον διαθέτη τραπεζικός λογαριασμός είχε κλείσει από τον Απρίλιο 2013 και ότι οι κληρονόμοι ενάγοντες δεν μπορούν να λάβουν κανένα ποσό.

Επί της σχετικής αίτησης, που κατέθεσαν στις 10-9-2014 στην εναγομένη, διαμαρτυρόμενοι για την κακόπιστη συμπεριφορά της για το λόγο ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοί της μέχρι τότε τους διαβεβαίωσαν σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές ότι η κληρονομική τους απαίτηση δεν κινδύνευε και ότι δεν υπήρχε καμία ανάγκη να γίνει έστω και μια μικρή κατάθεση για να κινηθεί ο λογαριασμός αφού η εικοσαετία ακινησίας θα μετρούσε εκ νέου από το θάνατο της επικαρπώτριας και σε κάθε περίπτωση οι ίδιοι είχαν ενημερώσει εγκαίρως την τράπεζα, η τελευταία τους απάντησε αυθημερόν ότι "... .

Η κατάθεση που διατηρούσε στον υπ' αριθμ. 30423822 λογαριασμό του Νέου Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου ο αποβιώσας Μπούρης Λουκάς του Μιχαήλ, παρεγράφη λόγω 20ετούς αδράνειας και αποδόθηκε την 29-04-2013 στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις (αρ. 4 του Ν.Δ. 1195/1942).". Ακολούθως και επειδή η εναγομένη αρνήθηκε να τους ενημερώσει για το ποσό που υπήρχε κατατεθειμένο στον επίδικο λογαριασμό και αποδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν της από 27-3-2015 αίτησής τους, οι ενάγοντες κατέθεσαν την προσκομιζόμενη από 22-7-2015 υπ' αριθ.

εκθ. κατ. 75152/8663/2015 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί επίδειξης εγγράφων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνον δε μετά την επίδοσή της στην τότε καθ' ης η αίτηση και ήδη εναγομένη (βλ. την 9696Β/24-7-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Μαρίας Δαμάσκου) αυτή τους ενημέρωσε ότι το ποσό που αποδόθηκε την 29-4-2013 στο Ελληνικό Δημόσιο με το κλείσιμο του επίδικου λογαριασμού ανερχόταν στο ποσό των 31.652,67 ευρώ (βλ.

το υπ' αριθ. πρωτ. 5187/29-7-2015 έγγραφο της εναγομένης). Η αποδειχθείσα συμπεριφορά της εναγομένης είναι προδήλως καταχρηστική ως προφανώς αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά χρηστά ήθη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, διότι, -ανεξαρτήτως αφενός μεν της υπεισέλευσης των εναγόντων στην θέση του αποβιώσαντος καταθέτη - διαθέτη και αφετέρου της νομικής αδυναμίας τους να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη επί του επίδικου λογαριασμού πριν από το θάνατο της έχουσας το δικαίωμα απόληψης των τόκων του κατατεθειμένου κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη κεφαλαίου - η κληρονομική ιδιότητα των εναγόντων είχε γνωστοποιηθεί στην εναγομένη και δη την δικαιοπάροχό της ήδη από το 2010 τουλάχιστον, η ίδια δε (εναγομένη) τους ζήτησε τα νομιμοποιητικά στην κληρονομία έγγραφά τους και τους διαβεβαίωσε επανειλημμένα ρητά ότι δεν συντρέχει λόγος απώλειας των δικαιωμάτων τους λόγω παραγραφής ή εικοσαετούς αδράνειας, δημιουργώντας σε αυτούς με την συμπεριφορά της αυτή την εύλογη πεποίθηση ότι πράγματι η απαίτησή τους δεν κινδυνεύει και ότι η ίδια θα προβεί σε κάθε αναγκαία ενέργεια για να προασπίσει τα συμφέροντα και τα δικαιώματά τους.

Παρά ταύτα, ενώ είχε λάβει γνώση του θανάτου του αρχικού καταθέτη - δικαιούχου του λογαριασμού και είχε παραλάβει τα νομιμοποιητικά έγγραφα (πλην του κληρονομητηρίου) των εναγόντων και γνώριζε τόσο την επικαλούμενη από αυτούς κληρονομική τους ιδιότητα, όσο και τα στοιχεία επικοινωνίας τους, αλλά και την εκπεφρασμένη σε αυτήν βούλησή τους να ασκήσουν τα κληρονομικά τους δικαιώματα, εν τούτοις παρέλειψε, αν και ήταν αναμενόμενο με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και εφικτό, να τους ενημερώσει/ειδοποιήσει σχετικά με την επικείμενη συμπλήρωση της παραγραφής και να κάνει οτιδήποτε για να προασπίσει τα συμφέροντά τους και μάλιστα μολονότι η ίδια δια των αρμοδίων υπαλλήλων της τους είχε καθησυχάσει και τους είχε αποτρέψει επανειλημμένα από κάθε συναφή ενέργεια ως μη αναγκαία.

Τα ανωτέρω ενισχύονται από το ότι, αν και σε όλες τις έγγραφες αιτήσεις των εναγόντων διατυπωνόταν σαφές και συγκεκριμένο ερώτημά τους σχετικά με το εάν υπάρχει κίνδυνος για τον λογαριασμό και εάν έπρεπε να κάνουν κάποια ενέργεια, κατά τα ήδη αποδειχθέντα, η εναγομένη (παρά τις προφορικές διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της για ανυπαρξία κινδύνου) δεν απάντησε εγγράφως και δεν τους ενημέρωσε για τυχόν κίνδυνο παραγραφής.

Η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης συνιστά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 ΑΚ, αδικοπραξία, η οποία γεννά υποχρέωσή της για αποκατάσταση της προκληθείσας εξ αυτής υλικής ζημίας και ηθικής βλάβης των εναγόντων, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ο σχετικός δεύτερος λόγος της ένδικης έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω από τα ανωτέρω σημειούμενα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία αποδείχθηκε ότι δυνάμει της ως άνω διαθήκης του καταθέτη - διαθέτη Λουκά Μπουρή κατέστησαν αυτοί κληρονόμοι του σε ποσοστό 50 % ο καθένας του χρηματικού ποσού που υπήρχε κατατεθειμένο στη δικαιοπάροχο της εναγομένης κατά το χρόνο του θανάτου του, αφαιρουμένου του κεφαλαίου των τόκων από το χρόνο της επαγωγής έως και το χρόνο θανάτου της καταπιστευματοδόχου συζύγου του, δηλαδή από 6-4-1993 έως και 16-4-2012, καθώς και σε ποσοστό 50 % ο καθένας του κεφαλαίου των τόκων επί του ποσού αυτού από 17-4-2012 και στο εξής (βλ.

και ανωτέρω σημειούμενο πιστοποιητικό κληρονομητηρίου). Το κεφάλαιο των τόκων επί της επίδικης τραπεζικής κατάθεσης για το άνω χρονικό διάστημα και δη από 6-4-1993 έως και 16-4-2012 κατελείφθη δυνάμει της αυτής διαθήκης στην (αποβιώσασα στις 16-4-2012) σύζυγο του διαθέτη - καταθέτη Μ. Μ. ως καταπίστευμα, κατ' άρθρ. 1928 ΑΚ, από δε την επαγωγή του καταπιστεύματος σε αυτήν οι ενάγοντες έπαυσαν να είναι κληρονόμοι επί του καταπιστεύματος, δηλαδή επί των τόκων του κεφαλαίου, οι οποίοι απέκτησαν αυτοτέλεια, δυνάμενοι να αναληφθούν από την δικαιούχο τους Μ.

Μ.. Το γεγονός ότι η τελευταία δεν τους ανέλαβε, αλλά παρέμειναν αυτοί στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό κεφαλαιοποιούμενοι λογιστικά, δεν σημαίνει άνευ άλλου τινός ότι περιήλθαν στους ενάγοντες, κληρονόμους του κεφαλαίου αυτού κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, αυτοί δε οι τελευταίοι δεν επικαλούνται νόμιμο λόγο κτήσης των τόκων, συμβατικό ή κληρονομικό δικαίωμα στην κληρονομία της δικαιούχου τους Μ.

Μ., όπως ισχυρίστηκε βάσιμα η εναγομένη τράπεζα. Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες κατέστησαν δικαιούχοι κατά ποσοστό 50 % ο καθένας του χρηματικού ποσού που υπήρχε κατατεθειμένο στο πιστωτικό ίδρυμα "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος ΑΤΕ" (μετέπειτα "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος ΑΤΕ", στη θέση του οποίου υπεισήλθε η εναγομένη) κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου Λουκά Μπουρή και δη την 6-4-1993 (το οποίο σύμφωνα με την από 16-3-2005 βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου Ελλάδος ΑΤΕ ανερχόταν στο ποσό των 12.508,35 ευρώ, κατά τα ήδη αποδειχθέντα), αφαιρουμένου του κεφαλαίου των τόκων κατά το χρονικό διάστημα από 6-4-1993 έως και 16-4-2012, καθώς και σε ποσοστό 50 % έκαστος του κεφαλαίου των τόκων επί του κεφαλαίου αυτού από 17-4-2012 και εφεξής, στο συνολικό δε αυτό ποσό, το οποίο η εναγομένη αρνήθηκε να τους αποδώσει, ανέρχεται και η περιουσιακή ζημία τους από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της, την οποία πρέπει να υποχρεωθεί αυτή να αποκαταστήσει.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες υπέστησαν από τη σε βάρος τους αδικοπραξία ηθική βλάβη, αφού αφενός μεν δοκίμασαν ανασφάλεια, ανησυχία και έντονο ψυχικό άλγος και αφετέρου ταλαιπωρήθηκαν εκ του ότι υποχρεώθηκαν να ξεκινήσουν δύσκολο και δαπανηρό δικαστικό αγώνα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε την σχετική αξίωση νόμιμη και στη συνέχεια ουσιαστικά βάσιμη, δεν έσφαλε και πρέπει ο σχετικός τέταρτος λόγος της ένδικης έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ακολούθως, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν το ποσό των 500 ευρώ σε καθέναν από αυτούς, το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, του βαθμού πταίσματος της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών.

Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες εις ολόκληρον στον καθένα αφενός μεν το ποσό της χρηματικής κατάθεσης πλέον των επ' αυτής τόκων από το χρόνο θανάτου του καταθέτη - διαθέτη και εφεξής και αφετέρου το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, σημειουμένου ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1845 ΑΚ οι απαιτήσεις και τα χρέη της κληρονομίας διαιρούνται αυτοδικαίως μεταξύ των συγκληρονόμων ανάλογα με την μερίδα του καθενός.

Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο σχετικός τρίτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, αφού δε εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση καθ' ολοκληρίαν, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο κατ' ουσίαν. Μετά ταύτα με βάση όλα τα ανωτέρω πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες Μαργαρίτα Διαμαντή και Λουκά Λουκιανό (α) ως αποζημίωση ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του χρηματικού ποσού που υπήρχε κατατεθειμένο στον 30423822 λογαριασμό που τηρούσε ο αποβιώσας την 6-4-1993 καταθέτης Λουκάς Μπουρής στο πιστωτικό ίδρυμα "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος ΑΤΕ" (μετέπειτα "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος ΑΤΕ", στη θέση του οποίου υπεισήλθε η εναγομένη) κατά το χρόνο θανάτου του (6-4-1993), το οποίο σύμφωνα με την από 16-3-2005 βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου Ελλάδος ΑΤΕ ανερχόταν στο ποσό των 12.508,35 ευρώ, κατά τα ανωτέρω), αφαιρουμένου του κεφαλαίου των τόκων επί του ποσού αυτού κατά το χρονικό διάστημα από 6-4-1993 έως και 16-4-2012, καθώς και ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50 %) του κεφαλαίου των τόκων επί του κεφαλαίου αυτού από 17-4-2012 και εφεξής, και (β) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.".

Επειδή η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, με την οποία αποσκοπείται κυρίως η ασφαλής φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνήθους για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και, επομένως, έχει επ' αυτής εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 830§1 εδάφ.

β' του Α.Κ., σύμφωνα με την οποία επί της ανώμαλης παρακαταθήκης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη. Επομένως, ισχύει και η διάταξη του άρθρου 827 του Α.Κ., που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτήσει το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει παρέλθει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξη του.

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 252 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αξίωση υπόκειται σε παραγραφή, που, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, είναι είκοσι (20) ετών. Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η απαίτηση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Έτσι, σε περίπτωση ενοχικού δικαιώματος, του οποίου η παροχή γίνεται απαιτητή μετά από προηγούμενη όχληση, η παραγραφή αρχίζει από τότε που η όχληση είναι νομικώς δυνατή και δεν εξετάζεται αν παρεμποδίζεται από λόγους πραγματικούς Όμως, αν εκτός από την όχληση απαιτείται και η παρέλευση της προθεσμίας, η παραγραφή αρχίζει από τότε που ήταν δυνατή η όχληση και παρήλθε η προθεσμία.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 του "Περί παραγραφής υπέρ του δημοσίου καταθέσεων παρά τραπέζαις και άλλων τινών αξιών και απαιτήσεων" του ν.δ. 1995/1942 "Καταθέσεις εις μετρητά και τόκοι αυτών παρ' ημεδαπαίς τραπέζαις, υφ' οιονδήποτε τρόπον συσταθείσαι, περιέρχονται οριστικώς εις το Ελληνικόν Δημόσιον εφόσον αι καταθέσεις επί 20ετίαν αφ' ης απέβησαν διαθέσιμοι υπέρ των δικαιούχων, οι δε τόκοι επί 5ετίαν αφ' ης κατέστησαν απαιτητοί, δεν εζητήθησαν υπό των δικαιούχων ή δεν απετέλεσαν κατόπιν ειδικής αιτήσεως τούτων αντικείμενον πράξεως τινός συνεπαγούσης μεταβολήν του σχετικού λογαριασμού.".

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 7 του αυτού ν.δ. "Το δικαίωμα του Δημοσίου προς ενάσκησιν των κατά το παρόν ν.δ. δικαιωμάτων αυτού παραγράφεται μετά 10 έτη από της λήξεως της προθεσμίας προς επίδοσιν της κατά το άρθρον 8 δηλώσεως.", κατά δε το άρθρο 8§1 "Τα εν άρθροις 3 αναφερόμενα πρόσωπα υποχρεούνται εντός του μηνός Απριλίου εκάστου οικονομικού έτους να επιδίδωσιν εις τον οικονομικόν έφορον της έδρας των ...

δήλωσιν των εντός του διαχειριστικού έτους, του ζήσαντος κατά το προηγούμενον οικονομικόν έτος, παραγραφέντων και εις το Δημόσιον περιερχομένων κατά τας διατάξεις του παρόντος ν.δ. χρηματικών ποσών και να καταβάλωσι συν τη δηλώσει εις το Δημόσιον Ταμείον τα δηλούμενα ως περιερχόμενα εις το Δημόσιον ποσά ... .".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 830§1, 827, 251, 270§1, 272§1 και 274 του Α.Κ., συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση που έχει συσταθεί τραπεζική κατάθεση η αξίωση των καταθετών προς είσπραξη του κεφαλαίου και των τόκων υπόκειται, ανεξαρτήτως καταγγελίας και λύσεως της συμβάσεως, σε παραγραφή υπέρ της τράπεζας, με χρόνο παραγραφής είκοσι έτη για το κεφάλαιο και πέντε έτη για τους τόκους, που αρχίζει, αντίστοιχα, από τότε που έγινε η αρχική κατάθεση, οπότε και απέβη το κεφάλαιο διαθέσιμο γι' αυτούς.

Η παραγραφή δε των ανωτέρω αξιώσεων των καταθετών διακόπτεται με κάθε νέα κατάθεση στο λογαριασμό ή με κάθε ανάληψη από το λογαριασμό ή με κάθε ειδική αίτηση των καταθετών προς την τράπεζα για πράξη της που επάγεται μεταβολή του λογαριασμού, όχι όμως και με τη γέννηση των τόκων της καταθέσεως, έστω και τρεπομένων σε κεφάλαιο, ή με τη σχετική ενημέρωση της καρτέλας του καταθέτη ανά εξάμηνο, ως μη υπαγόμενη στην έννοια κάποιου των ως άνω ειδικώς και αποκλειστικώς προβλεπόμενων ως διακοπτικών της παραγραφής γεγονότων.

Σε περίπτωση δε που παραγραφεί η κύρια αξίωση των καταθετών, δηλαδή εκείνη της εισπράξεως του κεφαλαίου, συμπαραγράφεται και η παρεπόμενη αξίωση τους προς είσπραξη τόκων, ακόμη και αν δεν συμπληρώθηκε η παραγραφή που ισχύει γι' αυτήν την παρεπόμενη αξίωση (Α.Π. 2123/2009, Α.Π. 50/2009, Α.Π. 844/2006, Α.Π. 739/2004). Έτι περαιτέρω, η κατάθεση χρημάτων συνιστάται με σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ της τράπεζας και του καταθέτη και ως ελάχιστο περιεχόμενο έχει τα στοιχεία της ανώμαλης παρακαταθήκης της διατάξεως του άρθρου 803 του Α.Κ., ειδικότερα δε οι καταθέσεις απλού ταμιευτηρίου αποτελούν παραλλαγή των καταθέσεων όψεως, αφού και αυτές αποδίδονται οποτεδήποτε ζητήσει την απόδοση τους ο δικαιούχος, με τη διαφορά ότι είναι πάντοτε τοκοφόρες, ενώ δικαιούχοι μπορούν να είναι μόνο φυσικά πρόσωπα ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, οι δε αναλήψεις γίνονται με χρήση βιβλιαρίου καταθέσεως αποκλειόμενης της χρησιμοποιήσεως επιταγής.

Επιπλέον, είναι γεγονός πως η νομοθεσία, που περιβάλλει τις τραπεζικές επιχειρήσεις, περιλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό διατάξεις προστατευτικές τόσο του κοινωνικού συνόλου όσο και των συμφερόντων ειδικώς των πελατών των τραπεζών, κατά τρόπο που να υποθάλπεται η δημιουργία αμφίδρομων σχέσεων προσφοράς και απαιτήσεως εμπιστοσύνης μεταξύ τους.

Η σχέση εμπιστοσύνης είναι απόρροια της εφαρμογής των αρχών της καλής πίστεως (δηλαδή της συναλλακτικής ευθύτητας, που επιβάλλεται κατά την κοινή αντίληψη στον χρηστό και εχέφροντα άνθρωπο) και των συναλλακτικών ηθών (δηλαδή των τρόπων ενέργειας που συνηθίζονται στις συναλλαγές). Από τις αρχές αυτές επιβάλλονται ήδη γενικά οι υποχρεώσεις κυρίως διαφωτίσεως και προστασίας.

Η πρώτη έχει ως αντικείμενο την παροχή πληροφοριών και διευκρινίσεων σχετικά με το περιεχόμενο μιας συμβάσεως, ώστε να διαφυλάσσεται η συμβατική ελευθερία, δηλαδή να μην επηρεάζεται από άγνοια η βούληση του άλλου μέρους κατά τη σύναψη και διαμόρφωση του περιεχομένου της υπό κατάρτιση συμβάσεως. Η δεύτερη αφορά τη λήψη μέτρων προστατευτικών των απόλυτων έννομων αγαθών, αλλά και της περιουσίας του άλλου μέρους.

Οι αρχές λοιπόν της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών δικαιολογούν και στηρίζουν νομοθετικά τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πελάτη και τράπεζας και τις από τη σύμβαση (άρθρο 288 του Α.Κ.) παρεπόμενες υποχρεώσεις των μερών από τη σχέση αυτή. Έτσι, την τράπεζα βαρύνει μια γενική υποχρέωση διαφυλάξεως των συμφερόντων των πελατών της, που εξειδικεύεται ιδίως σε υποχρέωση διαφυλάξεως του τραπεζικού απορρήτου, υποχρέωση επιμελούς ακροάσεως και εκτιμήσεως των συμφερόντων του πελάτη, υποχρέωση διαφωτίσεως, συμβουλευτικής καθοδηγήσεως και προειδοποιήσεως του πελάτη ενόψει συγκεκριμένων κινδύνων και τέλος σε υποχρέωση παροχής πληροφοριών.

Η παράβαση των θεσπιζόμενων, με τις δημόσιας τάξεως διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 του Α.Κ., αρχών της καλής πίστεως, δύναται να θεμελιώσει περιεχόμενο της ενστάσεως του "γενικού δόλου", με την οποία αποκρούεται η άσκηση του δικαιώματος, όταν αυτό ασκείται κατά τρόπο που αντιβαίνει στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Η ένσταση αυτή μπορεί να αντιταχθεί και ως αντένσταση γενικού δόλου κατά ενστάσεως που προτείνεται, όταν η τελευταία αντιμάχεται την καλή πίστη και την ευθύτητα, όπως π.χ. κατά της ενστάσεως παραγραφής. Εξάλλου, η κατάλειψη της επικαρπίας ολόκληρης ή μέρους της κληρονομιαίας περιουσίας αποτελεί, σύμφωνα με την άποψη που κρατεί, εγκατάσταση σε δήλο διότι αναφέρεται σε ειδικό "αντικείμενο", δηλαδή σε πρόσκαιρη κάρπωση όλων των περιουσιακών στοιχείων του διαθέτη, σε αντίθεση με το πλήρες δικαίωμα κυριότητας.

Το ίδιο γίνεται δεκτό και για την κατάλειψη της ψιλής κυριότητας ολόκληρης ή μέρους της περιουσίας του διαθέτη. Στις περιπτώσεις αυτές είναι ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης, κατά πόσον ο διαθέτης ήθελε με τη μνεία μόνο της επικαρπίας ή της ψιλής κυριότητας (χωρίς δηλαδή να ορίζει την τύχη της ψιλής κυριότητας ή της επικαρπίας αντίστοιχα) να συντρέξει και η εξ αδιαθέτου διαδοχή ως προς την ψιλή κυριότητα ή την επικαρπία αντίστοιχα, ή αν επιθυμούσε εγκατάσταση του τετιμημένου ως μοναδικού κληρονόμου, βεβαρημένου όμως με καθολικό καταπίστευμα υπέρ εκείνου χάριν του οποίου έγινε ο περιορισμός του στην επικαρπία ή στην ψιλή κυριότητα (Α.Π. 16/2003).

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο εγκατάστατος κληρονόμος αποκτά εκτός από την επικαρπία και την ψιλή κυριότητα, αλλά δεν μπορεί να εκποιήσει τα κληρονομιαία (άρθρα 1927 - 1928). Ιδιαίτερα συνηθισμένη στην πράξη είναι η εγκατάσταση με τη διαθήκη του κληρονομουμένου του συζύγου του στην επικαρπία της περιουσίας του, για όσο χρόνο ζει, και των τέκνων του στην ψιλή κυριότητα.

Στην περίπτωση αυτή γίνεται δεκτό ότι ο κληρονομούμενος προβαίνει κατ' ουσίαν στη σύσταση καθολικού καταπιστεύματος εις βάρος του συζύγου του και υπέρ των τέκνων του (Γεωργιάδη, Κληρονομικό Δίκαιο, β' έκδοση, §56/31 - 32, 1129). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, για να είναι αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν, κατά τα λοιπά, δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 849/2007). Επειδή με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμέλειας αυτής συνισταμένης (κατ' εκτίμηση του ιστορικού του λόγου) στο ότι αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1142, 1166, 1167, 1168, 1123, 1927 και 1928 του Α.Κ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεχθέν ότι: 1. Ο αποβιώσας, στον ….. στις 06.04.1993, συνέταξε την από 06.04.1989 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμ. …..πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και με την οποία κατέλιπε στον προαποβιώσαντα ανηψιό του Δ.

Λ. το 1/2 του ποσού έντοκης καταθέσεως ταμιευτηρίου που διατηρούσε στο τότε Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος και το λοιπό 1/2 στα ανήψια του, αδέλφια του πρώτου κληρονόμου, Λ. Λ. και Μ. Δ. ενώ όρισε ότι η σύζυγός του θα λαμβάνει τους τόκους ολόκληρου του κατατεθειμένου ποσού καθ' όλη τη ζωή της. 2. Ο Δ. Λ. προαποβίωσε του διαθέτη αδιάθετος και το ποσοστό του περιήλθε στους επιβιώσαντες αδελφούς αυτού. 3.

Η χήρα του διαθέτη, Μ. Μ., το γένος Γ. Κ., απεβίωσε, στη …., στις 16.04.2012, αδιάθετη. 4. Κατά τον χρόνο του θανάτου του διαθέτη το συνολικό ποσό της καταθέσεως ταμιευτηρίου ανερχόταν σε 12.508,35€. 5. Οι δεδουλευμένοι τόκοι του άνω κεφαλαίου κατά το χρονικό διάστημα από τις 06.04.1993 έως και τις 16.04.2012, μη εισπραχθέντες από τη χήρα του διαθέτη, η οποία και μόνο μπορούσε να τους αναλάβει σύμφωνα με τη διαθήκη του συζύγου της, περιήλθαν στην περιουσία της. 6.Ο διαθέτης συνέστησε με τη διαθήκη του καθολικό καταπίστευμα υπέρ των ανηψιών του, οι οποίοι, ενόψει των μεταβολών που προαναφέρθηκαν, κατέστησαν δικαιούχοι του ποσού της καταθέσεως, που υπήρχε κατατεθειμένο κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου εντόκως από τις 17.04.2012 και εφεξής ήτοι από το χρόνο θανάτου της συζύγου του διαθέτη.

Και 7. Οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται να επιληφθούν του ποσού των δεδουλευμένων τόκων της χρονικής περιόδου από τις 06.04.1993 έως και τις 16.04.2012 , το οποίο κεφαλαιοποιούμενο λογιστικά παρέμεινε στον επίδικο λογαριασμό εξαιτίας της μη αναλήψεώς του από την δικαιούχο αυτού Μ. Μ. καθόσον τούτο δεν περιήλθε στους ίδιους εφόσον αυτοί δεν επικαλούνται συμβατικό ή κληρονομικό δικαίωμα στην κληρονομιά της δικαιούχου των τόκων, Μ.

Μ., ορθά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Α.Κ. ερμήνευσε και εφάρμοσε. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495§3 εδάφ.

ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα αυτής (αναιρεσίβλητης), λόγω της ήττας τους, σύμφωνα με τις προβλέψεις των άρθρων 176, 183, 189§1 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.04.2022 αίτηση των Μ. Δ., το γένος …………. για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της καταθέσασας προτάσεις αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ