Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to file appeal request at lower court registry.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by eight plaintiffs against a final first-instance judgment regarding co-ownership of a property. The plaintiffs argued procedural errors and contradictions in the lower court's decision concerning usucapion and property transfer. The court rejected these claims as inadmissible because the appeal request was not filed at the registry of the lower court as required by law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 566 para. 2 Civil Procedure Code; Art. 559 no. 17 Civil Procedure Code: An appeal request is inadmissible if not filed at the registry of the court of first instance, and a claim of contradictory provisions under Art. 559 no. 17 is not a ground for appeal under Art. 560.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 343 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 343/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Λ. του Σ., 2) Π. Λ. του Σ., 3) Φ. Λ. του Σ., κατοίκων ... Αττικής 4) Σ. Ξ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, 5) Κ. συζύγου Ν. Φ., το γένος Θ. Σ., κατοίκου ... Αττικής, 6) Ι. Σ. του Θ., κατοίκου ... Αττικής, 7) Μ. συζύγου Σ. Α., το γένος Μ. Δ., 8) Ά. Δ. του Μ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δάρα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Π. του Λ., κατοίκου ... Αττικής, 2) Μ. Π. του Λ., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιανναράκο, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-10-2015 δύο (2) αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η απόφαση 53/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μήλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2018 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου και 230ΤΜ/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-6-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 02-06-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 230/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων την από 20-10-2015 διεκδικητική αγωγή με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας, επί ενός ακινήτου εμβαδού 728,13 τ.μ., μετά της εντός αυτού ισογείου οικίας εμβαδού 63,09 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..."" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., το οποίο απέκτησαν δυνάμει κληρονομικής διαδοχής.
Ζήτησαν, επίσης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, οι οποίοι κατέχουν το εν λόγω ακίνητο προβάλλοντες δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού, να τους το αποδώσουν, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς. Επίσης, οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων την από 20-10-2015 αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας, επί ενός ακινήτου εμβαδού 4.961,38 τ.μ., που βρίσκεται στην αυτήν ως άνω θέση, καθώς οι εναγόμενοι αμφισβητούν την επί του ακινήτου (συγ)κυριότητά τους, προβάλλοντας δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου, ενώπιον του οποίου ασκήθηκαν οι ως άνω δύο αγωγές, με την 53ΤΜ/2017 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις αγωγές αυτές, κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη για την εκδίκασή τους και τις παρέπεμψε προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο Ειρηνοδικείο Μήλου. Το Ειρηνοδικείο Μήλου με την 23/2018 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις δύο αγωγές, τις απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες, καθώς δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι είχαν καταστεί (συγ)κύριοι των επίδικων ακινήτων με τακτική χρησικτησία.
Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 11-4-2019 έφεση και το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου με την πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού προηγουμένως αντικατέστησε τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι, κατά συνέπεια, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, ο οποίος είναι ταυτόσημος με το λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ιδίου Κώδικα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως ''πράγματα'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 1392/2023, 511/2020, ΑΠ 883/2019).
Περαιτέρω, η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 240 ΚΠολΔ ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8 ή αντίστοιχα του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, προς μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί δηλ. εκείνοι, που για την επαναφορά τους από προηγούμενη συζήτηση, δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Επιβάλλεται δε, η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 240 ΚΠολΔ, για τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, με τις έγγραφες προτάσεις και όχι για εκείνους, που περιέχονται στην αγωγή και συγκροτούν τη νομική και ιστορική αιτία του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1386/2009, ΑΠ 729/2006).
Στην κατ` έφεση δίκη, η επαναφορά ισχυρισμών δια των εγγράφων προτάσεων στο εφετείο, με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών, στις προτάσεις του εφετείου, δεν αρκεί ούτε είναι νόμιμη. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη και το κείμενο των πρωτόδικων προτάσεων, ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του συντάκτη τους, πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου στην κατ` έφεση δίκη διότι έτσι, καθίστανται οι πρωτόδικες και στο εφετείο προτάσεις ενιαίες (ΑΠ 1846/2022, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 696/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι πρότειναν απαραδέκτως κατά της αγωγής τους την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και την ένσταση χρησικτησίας, καθώς, ενόψει της προφορικής συζήτησης στη διαδικασία του Ειρηνοδικείου με το προγενέστερο καθεστώς του Ν. 4335/2015, έπρεπε οι ενστάσεις να καταχωρηθούν στα πρακτικά με προφορική περιληπτική ανάπτυξη και να αναπτυχθούν περαιτέρω με τις προτάσεις τους, που δεν ήταν υποχρεωτικές.
Ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν ανέπτυξαν με τις προτάσεις τους τις εν λόγω ενστάσεις, ενώ επανέφεραν τις ενστάσεις αυτές ενώπιον του Εφετείου απαραδέκτως, καθώς ενσωμάτωσαν τις πρωτόδικες προτάσεις τους στις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Ότι παρά το γεγονός ότι με την έφεσή τους προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η ένσταση τακτικής χρησικτησίας που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε προβληθεί με τρόπο μη νόμιμο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε αυτογνωμόνως τη συνδρομή έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο των εναγομένων, χωρίς καμία αναφορά ή αιτίαση για την επιβαλλόμενη από το άρθρο 240 ΚΠολΔ παραδεκτή επαναφορά της ένστασης αυτής από τους εναγόμενους-εφεσίβλητους, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ.
Επί του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των με αριθμό 23/21-6-2018 πρακτικών συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Μήλου, κατά τη συζήτηση των από 20-10-2015 δύο αγωγών των εναγόντων-αναιρεσειόντων, καταχωρήθηκαν στα πρακτικά αυτά, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα: "...
Στη συνέχεια ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων προβάλλει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, σε συνδυασμό με ένσταση κυριότητας λόγω χρησικτησίας. Αναφέρθηκε στις παλιές και νέες κατατεθείσες προτάσεις του". Επίσης, από την παραδεκτή επισκόπηση των από 21-6-2018 προτάσεων, τις οποίες οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν κατά τη συζήτηση των δύο αγωγών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μήλου, οι τελευταίοι ισχυρίστηκαν ότι έχουν καταστεί (συγ)κύριοι των δύο επίδικων ακινήτων δυνάμει της .../4-10-2005 πράξης γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιώς Δήμητρας Μανιδάκη, από τη μητέρα τους Θ.
Λ.-Π., η οποία κατέστη κυρία των εν λόγω ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, καθώς, όπως ισχυρίστηκαν, νέμεται τα ακίνητα αυτά με τις αναφερόμενες πράξεις νομής από το έτος 1950, οπότε τα παραχώρησε σε αυτήν με άτυπη δωρεά η μητέρα της και γιαγιά τους Φ. Λ.. Το Ειρηνοδικείο Μήλου με την 23/2018 απόφασή του απέρριψε τις αγωγές των αναιρεσειόντων, καθώς δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι έχουν καταστεί (συγ)κύριοι των δύο επιδίκων με τις αγωγές ακινήτων με τακτική χρησικτησία.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 11-4-2019 έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας κατά τη δικάσιμο της 27-2-2020 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, οι αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν τις από 27-2-2020 προτάσεις τους, στις οποίες, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους, ενσωμάτωσαν αυτούσιες και τις από 21-6-2018 προτάσεις, που είχαν καταθέσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μήλου, ενοποιημένων έτσι των προτάσεων αυτών σε ένα ενιαίο συνολικό κείμενο, το οποίο καλύπτεται, ως ενιαίο κείμενο προτάσεων, από την υπογραφή του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Βασίλη Οπλαντζάκη.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν τη (συγ)κυριότητα των επίδικων ακινήτων με το πιο πάνω αναφερόμενο .../2005 συμβόλαιο γονικής παροχής από τη μητέρα τους, η οποία είχε καταστεί κυρία αυτών με έκτακτη χρησικτησία, καθώς τα παραχώρησε σε αυτήν η μητέρα της Φ.
Λ. με άτυπη δωρεά το έτος 1950. Αφού δε αντικατέστησε τις αιτιολογίες της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ, που είχε δεχθεί τακτική χρησικτησία των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων. Δέχθηκε, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ως άνω ένσταση των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων για την κτήση της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων από τη μητέρα τους Θ.
Λ.-Π. με έκτακτη χρησικτησία, που αυτοί είχαν προτείνει πρωτοδίκως και επανέφεραν με τις προτάσεις τους παραδεκτά, σύμφωνα με όσα εκτέθησαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου, όχι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων και επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά τη 1-1-2016) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, "Κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που προβλέπονται περιοριστικά στο νόμο, αφού στην εν λόγω διάταξη ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους και συνεπώς στις αποφάσεις αυτές είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ερείδονται στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ για τις αιτήσεις αναίρεσης κατ' αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 45/1987, ΑΠ 106/2023, 17/2023, ΑΠ 1364/2021), όπως, μεταξύ άλλων, είναι και ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη (ΑΠ 744/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο μέρος του αυτού ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνονται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την ένσταση χρησικτησίας και καταχρηστικής άσκησης που πρότειναν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι, τις οποίες ενστάσεις επανέφεραν απαραδέκτως ενώπιόν του με την ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεών τους στις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω κατά την έρευνα του πρώτου μέρους του πρώτου λόγου αναίρεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επειδή δέχθηκε την ένσταση που πρότειναν οι αναιρεσίβλητοι για την έκτακτη χρησικτησία της δικαιοπαρόχου μητέρας του και όχι επειδή δέχθηκε την ένσταση των τελευταίων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Και, τούτο, διότι, η επικαλούμενη στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια, όπως άλλωστε δέχονται και οι αναιρεσείοντες, αφορά αναιρετικό λόγο, ο οποίος προβλέπεται από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Όμως, αντίστοιχος αναιρετικός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και εφόσον ο αναιρεσείων υπήρξε εκκαλών, πρέπει τον ισχυρισμό του που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης να τον είχε προτείνει με κύριο ή πρόσθετο λόγο έφεσης.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης (Ολ ΑΠ 4/2012, Π 22/2022, ΑΠ 153/2019, 1531/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι με τις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ισχυρίστηκαν ότι το ακίνητο της πρώτης αγωγής τους (εμβαδού 728,13 τ.μ.) είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, με συνέπεια η μεταβίβαση της κυριότητάς του, που έγινε με το συμβόλαιο γονικής παροχής που επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι, να είναι μη νόμιμη και άκυρη, σύμφωνα με το Ν. 651/1977, χωρίς το δικαστήριο να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό.
Ισχυρίζονται, τέλος, με τον ίδιο λόγο, ότι με βάση το Ν. 651/1977 περί απαγορευμένης κατάτμησης ακινήτων, είναι χωρίς έννομα αποτελέσματα η χρησικτησία που επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι και δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός, και κατά τα δύο σκέλη του πρώτου μέρους του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι πρότειναν πρωτοδίκως τον ισχυρισμό αυτό και ότι τον επανέφεραν με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αλλά ισχυρίζονται ότι τον πρότειναν το πρώτον με τις προτάσεις τους ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου και επομένως μη νόμιμα, ενώ δεν συντρέχει εν προκειμένω καμία από τις οριζόμενες στην ανωτέρω διάταξη εξαιρέσεις για το παραδεκτό του ισχυρισμού αυτού, που στηρίζει τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του πρώτου μέρους του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, για τους εξής ειδικότερα λόγους: Στις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του άρθρου 417 του Π.Δ. 14/1999 ("Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας"), στο οποίο κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 2 του Ν.Δ. 690/1948 και 6 παρ. 1 του Ν. 651/1977, ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
Απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων που συνεπάγεται τη δημιουργία μη αρτίων οικοπέδων, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο, είτε κατά το βάθος. 2..... 3. Κάθε δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου που έχει αντικείμενο μεταβίβαση κυριότητας, η οποία απαγορεύεται από τις προηγούμενες παραγράφους, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη. 4.... ".
Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η δικαιοπραξία με την οποία γίνεται μεταβίβαση της κυριότητας τμήματος οικοπέδου, εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα (ΑΠ 461/2021, ΑΠ 903/2018, ΑΠ 1124/2017, ΑΠ 981/2007). Προκύπτει, δηλαδή, από τη διάταξη αυτή ότι με ακυρότητα πλήττεται η κατάτμηση οικοπέδων, με την κατά κυριότητα μεταβίβαση διαιρετών τμημάτων αυτών, εάν τα προκύπτοντα από αυτή νέα οικόπεδα δεν είναι άρτια (AΠ 461/2021, ΑΠ 1076/2006), πρέπει δε η μη αρτιότητα αυτή να δημιουργείται με τη συγκεκριμένη μεταβίβαση (ΑΠ 34/2023, ΑΠ 696/2009).
Στην προκείμενη δε περίπτωση, οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης ότι το ακίνητο των 728,13 τ.μ. αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου και ότι με την κατά κυριότητα μεταβίβασή του στους αναιρεσίβλητους με γονική παροχή δημιουργήθηκε το ακίνητο αυτό, το οποίο είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, ώστε να τύχουν εφαρμογής οι ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις.
Τέλος, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου μέρους του εξεταζόμενου αναιρετικού λόγου και ανεξάρτητα της ίδιας πιο πάνω αοριστίας του, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι, από τις αμέσως πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι μόνο η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξ αιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα είναι άκυρη.
Συνεπώς, δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (Ολ ΑΠ 606/1976, ΑΠ 1993/2008, ΑΠ 1740/2005, ΑΠ 172/2004, ΑΠ 894/2001). Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Κατά δε το άρθρο 536 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν. Τέλος, κατά το άρθρο 534 του ως άνω Κώδικα, αν το αιτιολογικό της πρωτόδικης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά παραδοχή σχετικής καταλυτικής ένστασης του εναγομένου και ο ηττηθείς ενάγων ασκήσει έφεση, το εφετείο δεχόμενο ότι ο νομικός χαρακτηρισμός των θεμελιούντων την ένσταση του εναγομένου πραγματικών περιστατικών, είναι διαφορετικός εκείνου που προσέδωσε σ' αυτά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έχει όμως την αυτή έννομη συνέπεια, (την απόρριψη, δηλαδή, της αγωγής ως αβάσιμης κατ' ουσίαν), αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη (ΑΠ 778/2009).
Εξ άλλου, μόνο το τυπικό (δικονομικό) σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 534 ΚΠολΔ, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός εάν το δεδικασμένο, που παράγεται από τις ?νέες? αιτιολογίες, δεν έχει την ίδια έκταση και έτσι, επέρχεται βλάβη του διαδίκου, που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του για την άσκηση αναίρεσης (άρθρα 68, 556 ΚΠολΔ).
Τέτοιες ?νέες? αιτιολογίες, συνεπώς, ιδρύουν τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ή αντίστοιχα του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ (ΑΠ 226/2021, ΑΠ 314/2014, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 519/2008, ΑΠ 1253/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, απορρίφθηκαν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν οι δύο αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είχαν προτείνει κατά των δύο αγωγών την ένσταση της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο της δικαιοπαρόχου, με την επικαλούμενη σύμβαση γονικής παροχής, μητέρας τους, είχαν καταστεί (συγ)κύριοι των επιδίκων με τις αγωγές ακινήτων, λόγω τακτικής χρησικτησίας.
Μετά την άσκηση έφεσης από τους αναιρεσείοντες, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του την ένσταση των αναιρεσιβλήτων ότι κυρία των επιδίκων ακινήτων είχε καταστεί η μητέρα τους και δικαιοπάροχός τους, δυνάμει της αναφερόμενης σύμβασης γονικής παροχής, λόγω έκτακτης χρησικτησίας, την οποία ένσταση είχαν προτείνει πρωτοδίκως και επανέφεραν και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, παραδεκτά με τις προτάσεις τους, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα κατά την εξέταση του πρώτου μέρους του πρώτου λόγου αναίρεσης, στη συνέχεια δε το εν λόγω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αντικατέστησε τις αιτιολογίες της ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό της ένστασης που είχαν προτείνει πρωτοδίκως οι αναιρεσίβλητοι, και απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. 'Ετσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αιτιώνται, κατ' εκτίμηση, με το δεύτερο μέρος του δευτέρου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, ενώ, ούτε το δικαστήριο κατέληξε σε δυσμενέστερο για τους αναιρεσείοντες διατακτικό, όπως αυτοί ισχυρίζονται με τον ίδιο λόγο, αφού το δυσμενές γι' αυτούς δεδικασμένο έχει την ίδια έκταση, δεδομένου ότι και υπό τις δύο εκδοχές (του Ειρηνοδικείου και του Πρωτοδικείου) οι αγωγές τους είναι κατ' ουσίαν αβάσιμες λόγω της χρησικτησίας, τακτικής (των εναγομένων) και έκτακτης (της δικαιοπαρόχου των εναγομένων) που δέχθηκαν, αντίστοιχα, τα δύο δικαστήρια, ώστε οι αναιρεσείοντες να μην δικαιολογούν έννομο συμφέρον να προσβάλλουν κατά τούτο την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παραβίαση της εν λόγω διάταξης, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν έχει κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 149/2022, ΑΠ 668/2019, 355/2016).
Εν προκειμένω, με το τρίτο μέρος του δευτέρου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την 23/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Ειρηνοδικείου Μήλου, καθώς όπως διατείνονται, δέχθηκε ότι αφετήριο χρονικό σημείο για την έναρξη της δεκαετούς τακτικής χρησικτησίας των αναιρεσιβλήτων ήταν η επομένη της σύνταξης και υπογραφής του συμβολαίου γονικής παροχής και όχι η επομένη της μεταγραφής του συμβολαίου αυτού, με αποτέλεσμα να κρίνει εσφαλμένα ότι δεν διέκοψαν την αποσβεστική προθεσμία της χρησικτησίας με την άσκηση των δύο αγωγών τους.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η αναίρεση δεν έχει κατατεθεί και στη γραμματεία του ανωτέρω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως απαιτείται κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ. Με το τέταρτο μέρος του αυτού ως άνω δευτέρου λόγου αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, καθώς ενώ δέχεται ότι η φερόμενη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Θ.
Π. από το έτος 1982 ασκούσε από κοινού με το σύζυγό της Λ. Μ. πράξεις νομής και κατοχής επί των επιδίκων ακινήτων έως το έτος 2002, οπότε είχε καταστεί μόνη αυτή κυρία των ακινήτων, δέχεται στη συνέχεια ότι, ό,τι είχε αποκτηθεί με έκτακτη χρησικτησία με το σύζυγό της, μεταβίβασε το 2005 με γονική παροχή στα παιδιά της, δηλαδή στους αναιρεσίβλητους και ότι επομένως, οι τελευταίοι, αποκτήσαντες από κύριο, κατέστησαν με παράγωγο τρόπο (συγ)κύριοι κατά 50% έκαστος εξ αδιαιρέτου.
Ότι η προσβαλλόμενη περιέχει αντιφατικές διατάξεις και αιτιολογίες, καθώς, ενώ δέχεται ότι η κυριότητα των επιδίκων είχε κτηθεί με χρησικτησία από την ανωτέρω Θ. Π. από κοινού με το σύζυγό της, θα έπρεπε να είναι παρέχοντες στη σύμβαση γονικής παροχής και οι δύο γονείς των αναιρεσιβλήτων και όχι μόνο η μητέρα τους, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, η επικαλούμενη στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια, όπως άλλωστε δέχονται και οι αναιρεσείοντες, αφορά αναιρετικό λόγο, ο οποίος προβλέπεται από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Όμως, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη που εκτέθηκε ανωτέρω κατά την έρευνα του δευτέρου μέρους του πρώτου αναιρετικού λόγου, αντίστοιχος αναιρετικός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση.
Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02-06-2021 αίτηση των 1) Ι. Λ., 2) Π. Λ., 3) Φ. Λ., 4) Σ. Ξ., 5) Κ. συζ. Ν.. Φ., 6) Ι. Σ., 7) Μ. συζ. Σ. Α. και 8) Ά. Δ. για αναίρεση της 230/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ