Legislator Case Law & Legislation
343/2021 AI generated

Supreme Court quashes lower court decision for insufficient reasoning on abuse of work stoppage right.

Case Number 343/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court quashed the First Instance Court's decision due to insufficient reasoning regarding the abuse of the work stoppage right. The lower court failed to adequately address the employer's financial capacity or the specific circumstances of the delay in paying wages. Consequently, the case was remitted for retrial with the employer ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 325, 353, 329, 353, 656 of the Civil Code; The court must provide sufficient reasoning when assessing whether an employee's exercise of the right of work stoppage constitutes abuse, considering the employer's financial situation and the specific facts of the delay.

Keywords

AI generated
work stoppage right abuse of rights insufficient reasoning wage arrears remittal for retrial legal costs employer liability

Cited Legislation

AI generated
Article 648 of the Civil Code
Article 325 of the Civil Code
Article 329 of the Civil Code
Article 353 of the Civil Code
Article 656 of the Civil Code
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 343 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 343/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσειόντος: Επιστημονικού σωματείου με την επωνυμία "Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής-Κινητικής Αποκατάστασης και Μέριμνας Υγείας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ανυφαντή, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Δ. του Μ., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Μυλωνά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07-04-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1837/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 11441/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της συμβάσεως, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά.

Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της απαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ` αυτόν αντιπαροχής (ΑΠ 114/2017). Όμως, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 145/2019, ΑΠ 836/2019, ΑΠ 790/2014, ΑΠ 1342/2014, ΑΠ 1502/2010).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 3/2020, 7/2006, 4/2005). Με αυτό το λόγο αναίρεσης (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998 και ΟλΑΠ 28/1998).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία)-(ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014).

[2] Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ 561 αρ.2), δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

«Ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 01-03-2012 , προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα της Κοινωνικής Λειτουργού σε οικοτροφεία της εναγομένης με την επωνυμία " ΕΡΑΤΩ" και " ΗΩ" με μηνιαίες τακτικές αποδοχές ύψους 1.322,79 Ευρώ.

Ότι η εναγομένη ιδρύθηκε το έτος 2001 και αποσκοπεί ως μη κερδοσκοπική οργάνωση κατά κύριο λόγο στην αποασυλοποίηση και αποκατάσταση ψυχικά νοσούντων ατόμων τροφίμων δημοσίων ψυχιατρικών νοσοκομείων και στην μέριμνα για την βελτίωση της ψυχικής υγείας και εν γένει λειτουργικής καταστάσεως χρηστών υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Ότι στα οικοτροφεία της φιλοξενούνται ασθενείς με βαριά νοητική υστέρηση και δευτερογενείς ψυχικές διαταραχές.

Ότι η ενάγουσα , καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, παρείχε τις υπηρεσίες της με ζήλο και εργατικότητα, εκτελώντας τις απορρέουσες από τη σύμβαση και το νόμο υποχρεώσεις της με επιμέλεια, πίστη και αφοσίωση διατηρώντας άριστες σχέσεις τόσο με τους εκπροσώπους αυτής όσο και με τους λοιπούς συναδέλφους της και ασκώντας καθήκοντα και πέραν των καθηκόντων της ως κοινωνικής λειτουργού ασχολούμενη με την ατομική υγιεινή των περιθαλπομένων.

Ότι από τον μήνα Ιούνιο του έτους 2012 η εναγομένη δεν κατέβαλλε συστηματικά επί σειρά μηνών τις δεδουλευμένες αποδοχές της ή εξοφλούσε τις μηνιαίες αποδοχές της σε δόσεις επικαλούμενη μείωση της χρηματοδότησης των μονάδων ψυχικής υγείας (που λειτουργούσαν κατά το έτος 2012 στο πλαίσιο του προγράμματος " Ψυχαργώ"), με αποτέλεσμα να περιέλθει η ενάγουσα σε δεινή οικονομική κατάσταση δεδομένου ότι μόνη πηγή εισοδημάτων της αποτελούσε ο μισθός της.

Ότι άρχισε να δανείζεται χρήματα από φίλους προκειμένου να καλύψει τα έξοδα διαβίωσης της ιδίας και της οικογένειας της, κυρίως δε, των δύο ανηλίκων τέκνων της.

Ότι την 01-03-2013 η ενάγουσα κοινοποιεί στην εναγομένη εξώδικη δήλωση επίσχεσης επειδή δεν της καταβλήθηκαν τμήμα δεδουλευμένων αποδοχών του μήνα Ιουνίου του έτους 2012, καθώς και οι μηνιαίες αποδοχές των μηνών Σεπτεμβρίου , Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2012 καθώς και οι μηνιαίες αποδοχές των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουάριου του έτους 2013.

Ότι το ανωτέρω δικαίωμα της ενάγουσας ασκήθηκε νόμιμα με σαφή δήλωση της προς την εργοδότρια εναγομένη και με σκοπό την εξασφάλιση της ικανοποίησης των ληξιπρόθεσμων αξιώσεων της.

Ότι ειδικότερα, κατά το χρονικό αυτό σημείο, είχαν καταστεί ήδη ληξιπρόθεσμες οι δεδουλευμένες αποδοχές της για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, δηλ τμήμα δεδουλευμένων αποδοχών του μήνα Ιουνίου του έτους 2012, οι μηνιαίες αποδοχές των μηνών Σεπτεμβρίου , Οκτωβρίου , Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2012, καθώς και οι μηνιαίες αποδοχές των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουάριου του έτους 2013.

Ότι στις 10-04-2013 ένα μήνα μετά την επίσχεση η ενάγουσα λαμβάνει αποδοχές 3 μηνών ήτοι συνολικά ποσό 2.428,88 Ευρώ ως εξόφληση δεδουλευμένων Οκτωβρίου 2012 Νοεμβρίου Δεκεμβρίου 2012 και Ιανουαρίου 2013.

Ότι στις 30-04-2013 η αιτούσα λαμβάνει 564,68 Ευρώ και στις 21-5-2013 ποσόν 833,62 Ευρώ.

Ότι στις 10-6-2013 το εναγόμενο αποστέλλει στην ενάγουσα δήλωση πρόσκληση, ισχυριζόμενο ότι το ίδιο δεν είναι υπαίτιο και η μη εμπρόθεσμη καταβολή των αποδοχών της ενάγουσας δεν οφείλεται σε δυστροπία του , αλλά στο γεγονός ότι οι χρηματοδοτήσεις από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, λόγω της οικονομικής ύφεσης; είναι πιο αραιές και επειδή της έχει καταβληθεί ήδη το ποσόν των 3.991,10 Ευρώ της ζητούν να επιστρέφει στην εργασία της.

Ότι το εναγόμενο στις 2-7-2013 της καταβάλλει το ποσόν των 1.040,70 Ευρώ "καθαρό" ως εξόφληση των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2012 και Φεβρουάριου του έτους 2013 .

Ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της ενάγουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, αφού αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα , πριν ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα, εξάντλησε κάθε άλλο μέσο για τη διεκδίκηση των δεδουλευμένων της, και δη δέχθηκε να ασκεί και καθήκοντα πέραν των όσων της επιβαλλόταν από την εργασιακή της σύμβαση ασχολούμενη και με την ατομική υγιεινή των εργαζομένων, υπέμεινε επί μεγάλο χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του έτους 2012 έως τον Μάρτιο του έτους 2013 τις μερικές καταβολές των δεδουλευμένων αποδοχών της σε άτακτα χρονικά διαστήματα και παρέμεινε απλήρωτη επί έξι μήνες και είχε περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση εξαιτίας αυτού, αφού η εργασία ήταν η μοναδική πηγή βιοπορισμού της, αναγκαζόμενη να δανείζεται χρήματα από φίλους προκειμένου να αντιμετωπίσει τις οικονομικές ανάγκες της ιδίας και των τέκνων της.

Ότι η ενάγουσα λοιπόν εξάντλησε κάθε δυνατότητα πριν την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, και δεν υποχρεούτο να συνεχίσει να εργάζεται στο χρονικά διηνεκές έναντι καταβολής μικροποσών ή και καθόλου μισθού.

Ότι πέραν τούτου και επειδή η εναγομένη συνέχισε να μην καταβάλλει τις αποδοχές των εργαζομένων σε αυτή, η ενάγουσα αναζήτησε εργασία σε άλλες υπηρεσίες, για να μην επιβαρύνει την εναγομένη περαιτέρω με μισθούς υπερημερίας, αναλαμβάνοντας, από 09-10-2013, άλλη εργασία με χαμηλότερο μισθό δηλ 762 Ευρώ μικτά.

Ότι η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι η μη καταβολή των μισθών στην ενάγουσα δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της αλλά στο γεγονός ότι κατά τα έτη 2012 και 2013 οι φορείς ψυχικής υγείας, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται, υποχρηματοδοτούνταν από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της.

Ότι συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι κατά το έτος 2012 χρηματοδοτήθηκε από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μόνον με το ποσό των 786.000 Ευρώ.

Ότι, ακόμη όμως και εάν μειώθηκε η χρηματοδότηση της, το ανωτέρω ποσό που ομολογεί ότι έλαβε δεν δικαιολογεί την καταβολή μικροποσών έναντι μισθών, και ακόμη περισσότερο την μη καταβολή μισθών στους εργαζόμενους της για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ότι, εξάλλου, από τα κάτωθι έγγραφα του Υπουργείου Υγείας και κοινωνικής αλληλεγγύης προκύπτει ότι η εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα 2012 και 2013 είχε λάβει τις αναφερόμενες κατωτέρω χρηματοδοτήσεις, προκειμένου να καλυφθούν δαπάνες μισθοδοσίας και λειτουργίας της, με απόλυτη προτεραιότητα στην κάλυψη δαπανών μισθοδοσίας. Συγκεκριμένα:

ΑΔΑ: .../00.03.2012 ποσό 130.000,00 €

ΑΔΑ : .../18.05.2012 ποσό 335.000,00 €

ΑΔΑ : .../07.06.2012 ποσό 335.000,00 €

ΑΔΑ : .../25.09.2012 ποσό 90.000,00 €

ΑΔΑ : .../12.12.2012 ποσό 31.000,00 €

ΑΔΑ : .../15.01.2013 ποσό 9.962.500,00 € (για όλες τις μονάδες ψυχικής υγείας, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης)

ΑΔΑ : .../08.02.2013 ποσό 141.444,00 €

ΑΔΑ : .../30.04.2013 ποσό 142.093,00 €

ΑΔΑ : .../14.06.2013 ποσό 117.389,06 €

ΑΔΑ : .../27.06.2013 ποσά 318.030,68€, 791,71 € και 53.474,63€.

ΑΔΑ : .../04.10.2013 ποσό 170.080,00 € και

ΑΔΑ : .../22/11/2013 ποσό 263.264,40 €.

Ότι η εναγομένη, παρά τις ανωτέρω χρηματοδοτήσεις δεν φρόντισε να εξοφλήσει, κατά προτεραιότητα, τι ς αμοιβές των εργαζομένων.

Ότι στην από 20-09-2012 έκθεση ελέγχου του Υπουργείου Υγείας στο οικοτροφείο ΕΡΑΤΩ' του φορέα ΕΨΑΜΥ, αναφέρεται μεταξύ άλλων: "από το δειγματοληπτικό έλεγχο του βιβλίου εξόδων των φιλοξενουμένων στο οικοτροφείο διαπιστώθηκε ότι είχαν καταγραφεί μεγάλα ποσά ως έξοδα συγκεκριμένου ασθενούς για δραστηριότητες, οι οποίες όμως δεν αποτυπώνονταν στο βιβλίο λογοδοσίας όπου καταγράφεται η καθημερινή δραστηριότητα των φιλοξενουμένων (επισκέψεις σε ιδιωτική παραλία αξίας 60-80 ευρώ). Ότι το γεγονός αυτό δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς αφού, στο βιβλίο λογοδοσίας καταγράφονται όλες οι δραστηριότητες των ασθενών, ακόμα και οι πιο καθημερινές (όχι μόνο έξοδοι, αλλά λούσιμο, ξύρισμα κτλ) ".

Ότι στην από 25-09-2012 έκθεση ελέγχου του Υπουργείου Υγείας στον φορέα ΕΨΑΜΥ, αναφέρεται μεταξύ άλλων: " Από τα στοιχεία που συνέλεξε το κλιμάκιο της Δ/νσης και τα οποία επισυνάπτονται, διαπιστώθηκε εκμετάλλευση των εισοδημάτων των ενοίκων για την κάλυψη δαπανών λειτουργίας του Οικοτροφείου. Εντούτοις, αυτή δεν υλοποιείται με την μορφή του εσωτερικού δανεισμού, δηλαδή τα χρήματα δεν επιστρέφονται στους λογαριασμούς των ενοίκων, όταν ο φορέας λάβει την χρηματοδότηση που του αναλογεί. Επομένως διαπιστώθηκε ένα σοβαρό θέμα κακοδιαχείρισης, το οποίο πρέπει να διερευνηθεί περεταίρω".

Ότι καθίσταται συνεπώς, σαφές ότι η εναγομένη, παρά το γεγονός ότι ελάμβανε τις άνω αναφερόμενες χρηματοδοτήσεις από το αρμόδιο υπουργείο, και παράλληλα εκμεταλλευόταν τα εισοδήματα των ενοίκων για την κάλυψη δαπανών λειτουργίας του οικοτροφείου, δεν φρόντισε για την, κατά προτεραιότητα, εξόφληση της μισθοδοσίας της ενάγουσας, αλλά και των άλλων εργαζομένων, ως όφειλε».

Με βάση τα περιστατικά αυτά , το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν τον πρώτο λόγο έφεσης της εναγομένης-αναιρεσείουσας με τον οποίο αυτή παραπονείτο για την απόρριψη της παραδεκτώς προταθείσας ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επισχέσεως της ενάγουσας και επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει ομοίως.

[3] Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 325, 353, 648 και 656 ΑΚ, , διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας από μέρους της αναιρεσίβλητης και της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχεται πράγματι αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των ληξιπροθέσμων μισθών της αναιρεσίβλητης και περαιτέρω ότι η αναιρεσείουσα λάμβανε χρηματοδοτήσεις από το αρμόδιο υπουργείο, παράλληλα εκμεταλλευόταν τα εισοδήματα των ενοίκων για την κάλυψη δαπανών λειτουργίας του οικοτροφείου, δεν φρόντισε για την, κατά προτεραιότητα, εξόφληση της μισθοδοσίας της ενάγουσας και των άλλων εργαζομένων χωρίς όμως να διαλαμβάνει σαφή παραδοχή περί της μείωσης και ποιάς έκτασης των χρηματοδοτήσεων κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο της αναιρείουσας εργοδότριας, χωρίς αναφορά στην οικονομική κατάσταση και τη δυνατότητα αυτής, σε συνδυασμό με τα λοιπά έσοδα ,το ύψος των οποίων δεν προσδιορίζει.

να καλύψει και σε ποια έκταση τις μισθολογικές ανάγκες των απασχολούμενων σ' αυτήν ,αν παρά τις καθυστερήσεις κατέβαλε ποσά κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο για μισθολογικές υποχρεώσεις στους εργαζόμενους, στοιχεία κρίσιμα περί τυχόν δυστροπίας ή κακοβουλίας της εργοδότριας αναιρεσείουσας καταβολής των δεδουλευμένων ως στοιχεία της άσκησης καταχρηστικώς της επίσχεσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, οι ελλείψεις των οποίων δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο αποδίδονται οι από τους αρ. αρ.1 και 6 του άρθρου 560ΚΠολΔ πλημμέλειες είναι βάσιμος.

Ύστερα από την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως η αναιρετική εμβέλεια του οποίου εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλομένης η έρευνα του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αποβαίνει περιττή.

[4] Με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 11441/2018 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα χίλια εκατό (1.100,00) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ