343/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated343/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Full text
Απόφαση 343 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 343/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ., κατοίκου ..., με την ιδιότητά του ως διαχειριστή της πολυκατοικίας επί της οδού ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Νταή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Σ. του Ν., 2) Κ. συζ. Η. Σ. και 3) Ε. Σ. του Η., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 2η παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Κρυσταλλία Ιατρίδου και οι 1ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο τους Κρυσταλλία Ιατρίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 287/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4141/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-3-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Και στις εξαιρετικές περιπτώσεις, όμως, του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά την δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1626/2018, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 116 του Κ.Πολ.Δικ.
που ορίζει ότι "οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις" προκύπτει ότι ειδική έκφανση της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης αποτελεί και η τήρηση του καθήκοντος αληθείας, που συνιστά γνήσια υποχρέωση και όχι απλά δικονομικό βάρος των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων τους.
Στο περιεχόμενο του καθήκοντος αληθείας υπάγεται και η απαγόρευση προβολής αντιφατικών ισχυρισμών, όταν ο διάδικος που τους προτείνει έχει επίγνωση της αναλήθειας του ενός από αυτούς. Σε κάθε περίπτωση δεν παραβιάζεται το καθήκον αληθείας και ως εκ τούτου δεν είναι απαράδεκτη η ένσταση, όταν η αντίφαση δεν υπάρχει προς άλλα επικαλούμενα γεγονότα, αλλά μόνο ως προς το νομικό χαρακτηρισμό αυτών των άλλων γεγονότων.
Έτσι, είναι δυνατή η επικουρική προβολή ενστάσεως για την περίπτωση, που δεν ήθελε γίνει δεκτή η αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής και νομικής βάσεως της αγωγής (ΑΠ 439/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., η εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως δε αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όταν η πλημμέλεια που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δικ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη 4141/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το δικαστήριο αυτό παρά το νόμο δέχθηκε ότι ασκήθηκε παραδεκτά από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, την οποία (ένσταση) δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, με την επίκληση ότι η εν λόγω ένσταση ασκήθηκε όχι επικουρικά, αλλά σωρευτικά με τους αρνητικούς ισχυρισμούς αυτών (εναγομένων-αναιρεσιβλήτων) ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής του, όπως αυτό προκύπτει από τις πρωτόδικες (από 15.10.2015) προτάσεις τους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός, θεμελιωτικός αυτού, ισχυρισμός προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, δεν πληρούται η καθιερούμενη από το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Ούτε πάλι ο αναιρεσείων επικαλείται ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., ιδίως ότι πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη, ενώ στο αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση ότι τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο ισχυρισμός, που αφορά ο λόγος αναιρέσεως, είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας.
Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση όμως ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος για τον λόγο ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προαναφερομένων προτάσεων των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι, προέβαλαν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, επικουρικά, έναντι των προβληθέντων λοιπών ισχυρισμών τους περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, αοριστίας και περί νομικής και ουσιαστικής αβασιμότητάς αυτής (ένδικης αγωγής), όπως, άλλωστε, τούτο συνάγεται από την εκτίμηση του συνόλου των προβληθέντων ισχυρισμών τους, με συνέπεια, λόγω της επικουρικότητας αυτής, να μην παραβλάπτεται η λογική δομή εκάστου εξ αυτών.
Κατά την διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 2, 4 παρ. 1, 5 και 13 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 προκύπτει ότι με τον κανονισμό πολυωρόφου οικοδομής εγκύρως τίθεται περιορισμός και απαγόρευση ως προς την χρήση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων πραγμάτων της πολυκατοικίας και ότι, αν με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια οπό τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη η απαγόρευση αυτή ισχύει και αν ακόμη από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών, ούτε μειώνεται η ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος στην συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι δεν είναι αναγκαία η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικειμένη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη, όταν επιδιώκεται να αρθεί η δημιουργηθείσα παράνομη αυτή κατάσταση.
Όμως η αξίωση γι' αυτήν την άρση απαγορεύεται ως καταχρηστική όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Είναι δε η υπέρβαση αυτή "προφανής" όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος (Α.Π. 158/2012, Α.Π. 974/2010).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικά ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 7-8/2006).
Σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 271/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, διαχειριστή της αναφερομένης πολυκατοικίας, που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929, στην οποία εξέθετε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, συνιδιοκτήτες διαμερίσματος που βρίσκεται στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας αυτής, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων του ως άνω νόμου, καθώς και κατά παράβαση της πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, προέβησαν στην εγκατάσταση ηλιακού θερμοσίφωνα στον κοινόχρηστο και κοινόκτητο χώρο της ταράτσας της πολυκατοικίας, για την εξυπηρέτηση της ιδιοκτησίας τους και ζητούσε την απομάκρυνση αυτού, ήταν απορριπτέα κατ' ουσίαν, ως ασκηθείσα κατά κατάχρηση δικαιώματος, υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., εκ του ότι παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., καθώς επίσης και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Μπουρνόζου, οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων απέκτησαν, λόγω αγοράς, την επικαρπία, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και η τρίτη εναγομένη την ψιλή κυριότητα της υπό στοιχ. Γ-2 αυτοτελούς ανεξάρτητης οριζόντια ιδιοκτησίας (διαμερίσματος), του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στο ……..επί της οδού ....
Η ανωτέρω οικοδομή έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., δυνάμει της νομίμως μεταγεγραμμένης υπ' αριθμ. ... πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και Κανονισμού πολυκατοικίας του Συμβολαιογράφου I. Ρώτη, όπως αυτή στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τις επίσης νομίμως μεταγεγραμμένες υπ' αριθμ. ...
πράξεις του ιδίου Συμβολαιογράφου, τους όρους και τις συμφωνίες των οποίων αποδέχτηκαν ρητά και ανεπιφύλακτα και προσχώρησαν σ' αυτές οι εναγόμενοι με το ανωτέρω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο. Η πολυκατοικία κατασκευάστηκε το έτος 1972, ενώ ο ενάγων εκλέχτηκε διαχειριστής για την περίοδο 2013 - 2014 με την από 12-11-2012 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών και με την από 28-11-2014 απόφαση παρατάθηκε η θητεία του και για την χρονική περίοδο από Δεκέμβριο 2014 έως τον Νοέμβριο 2015.
Οι εναγόμενοι τον μήνα Μάιο του 2013, τοποθέτησαν στην ταράτσα της πολυκατοικίας ηλιακό θερμοσίφωνα, τον οποίο συνέδεσαν με το διαμέρισμά τους στον Γ' όροφο, προς ικανοποίηση των οικιακών τους αναγκών σε ζεστό νερό, αποφεύγοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την κατ' έτος κατανάλωση σημαντικής ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο θερμοσίφωνας αυτός, βάρους 150 κιλών και διαστάσεων 2,10 μ. χ 1,60 μ., καταλαμβάνει συνολικά 3,36 τ.μ. και για την στήριξή του ανοίχθηκαν οπές στο δάπεδο του δώματος σε τέσσερα σημεία, οι οποίες άμεσα στεγανοποιήθηκαν με ειδικό μονωτικό υλικό, ενώ ο σωλήνας σύνδεσής του διέρχεται κατά μήκος εσοχής του κτιρίου παραπλεύρως των βοηθητικών παραθύρων μπάνιου που βλέπουν σε ακάλυπτο χώρο και καταλήγει σε από κατασκευής υφιστάμενη οπή στο πατάρι του μπάνιου του διαμερίσματος των εναγομένων (βλ.
την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του τεχνικού Α. Χ., που προέβη στην τοποθέτηση του επίδικου ηλιακού θερμοσίφωνα). Ο ενάγων, ως διαχειριστής της πολυκατοικίας, συγκάλεσε την 30.5.2013 έκτακτη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών, στην οποία συμμετείχαν (εγκύρως και δι' εξουσιοδοτήσεων) συνιδιοκτήτες που εκπροσωπούσαν 606,75 χιλιοστά, εκ των οποίων το 94,73% ψήφισε υπέρ της απεγκατάστασης και απομάκρυνσης του επίδικου ηλιακού θερμοσίφωνα, αναθέτοντας στον ενάγοντα να προβεί στις σχετικά απαιτούμενες νομικές ενέργειες.
Βεβαίως με τον προαναφερθέντα (υπ' αριθμ. ...) κανονισμό της πολυκατοικίας, ορίζεται μεταξύ άλλων ότι το δώμα αποτελεί κοινόχρηστο και κοινόκτητο χώρο της ανωτέρω οικοδομής και ειδικότερα ορίζεται ότι τούτο "θα περιλαμβάνει το κουβούκλιο του ανελκυστήρος, την απόληξιν του κλιμακοστασίου μετά σκέπαστρου και τρείς (3) φωταγωγούς, ως και την κοινόχρηστον ταράτσαν".
Περαιτέρω, στο άρθρο 32 ορίζεται μεταξύ άλλων ότι "Οι κονόχρηστοι χώροι δέον να είναι πάντοτε ελεύθεροι, απαγορευόμενης της χρησιμοποιήσεως αυτών πέραν του αναγκαίου χρόνου και της εναποθηκεύσεως αντικειμένων εν αυτοίς. Απαγορεύεται η εντός... και λοιπών κοινόχρηστων χώρων τοποθέτησις δεμάτων, εμπορευμάτων, καθισμάτων και παντός εν γένει αντικειμένου...
υπό των χρησιμοποιούντων τα διαμερίσματα". Είναι όμως γεγονός ότι ο κανονισμός ουδέν αναφέρει ειδικά σχετικά με την τοποθέτηση ηλιακών θερμοσιφώνων στην ταράτσα, ενόψει προφανώς του ότι μέχρι ακόμη και τις αρχές της δεκαετίας του 1980 δεν ήταν ευρέως γνωστοί και οι σχετικοί κανονισμοί των πολυκατοικιών δεν έκαναν λόγο αυτούς.
Έκτοτε, ωστόσο, οι συνθήκες έχουν αλλάξει και η τοποθέτηση ηλιακών θερμοσιφώνων σε όλα τα αστικά κέντρα έχει επεκταθεί σε μεγάλο βαθμό, με σκοπό την εξοικονόμηση ηλεκτρικής ενέργειας και μάλιστα σε μια χώρα, όπως η Ελλάδα, με πολλές ώρες ηλιοφάνειας ετησίως, ακόμη και κατά τους χειμερινούς μήνες, ούτως ώστε να μη δαπανώνται πολύτιμοι εθνικοί πόροι και ταυτόχρονα να μην επιβαρύνεται το περιβάλλον με την έκλυση καυσαερίων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Μάλιστα, λόγω των πλεονεκτημάτων αυτών, ακόμη και φορολογικά κίνητρα θέσπισε η πολιτεία, προκειμένου να προωθήσει την εγκατάσταση ηλιακών θερμοσιφώνων. Εξάλλου, λόγω της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης που έπληξε την χώρα κατά τα τελευταία έτη, η χρήση του ηλιακού θερμοσίφωνα αποτελεί ικανό μέσο για τον επιβεβλημένο από την κρίση αυτή και τις εντεύθεν συνέπειές της περιορισμό των οικιακών δαπανών.
Στη προκείμενη περίπτωση άλλωστε (και παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα που όμως δεν επιβεβαιώνονται από το υπάρχον αποδεικτικό υλικό) η τοποθέτηση και η στερέωση του επίδικου θερμοσίφωνα στο δάπεδο του δώματος έχει γίνει με όλους τους κανόνες της τεχνικής και κατά τρόπο που να μη δημιουργούνται προβλήματα στατικής επάρκειας ή αισθητικής.
Παράλληλα, από την ενέργεια των εναγομένων δεν βλάπτονται οι λοιποί συνιδιοκτήτες, καθόσον η επιφάνεια του δώματος, που ξεπερνά τα 300 τ.μ. είναι επαρκής τόσο για την κατά προορισμό συνήθη μεν (αλλά οπωσδήποτε παρωχημένη) χρήση του απλώματος ρούχων ή του τινάγματος χαλιών, όσο και για την τυχόν τοποθέτηση και άλλων ηλιακών θερμοσιφώνων, λαμβανομένου βέβαια υπόψη ότι είναι ασύμφορη η εγκατάσταση ηλιακών θερμοσιφώνων για τα διαμερίσματα των δύο πρώτων ορόφων γιατί, ενόψει των θερμικών απωλειών που θα υπάρχουν λόγω της υψομετρικής διαφοράς αυτών με το δώμα, η εγκατάσταση αυτή είναι μη αποδοτική.
Σύμφωνα με τα περιστατικά αυτά η τοποθέτηση από τους εναγομένους του ηλιακού αυτού θερμοσίφωνα δεν προκαλεί καμία βλάβη στους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και με το ότι η τοποθέτηση του εν λόγω θερμοσίφωνα είναι επωφελής όχι μόνο για τους ίδιους τους εναγομένους αλλά και γενικότερα για το κοινωνικό σύνολο με την εξοικονόμηση ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία επιτυγχάνεται, καθιστά την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος για την αφαίρεσή του από το δώμα καταχρηστική, καθώς υπερβαίνει και μάλιστα ολοφάνερα τα όρια τα οποία επιβάλουν στην άσκησή του η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, όπως αυτά είναι διαμορφωμένα στην εποχή μας, και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του υπό τα νυν ισχύοντα δεδομένα, και επομένως, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
απαγορευμένη. Κατά συνέπεια έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη έκανε την αγωγή (που παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εναγόμενους εκκαλούντες εμπεριέχει όλα τα απαιτούμενα κατ' άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ. για το ορισμένο αυτής στοιχεία) δεκτή, μετ' απόρριψη ως μη νόμιμης της προβληθείσας από τους εναγόμενους ένστασης εκ του άρθρου 281 Α.Κ..
Κατ' αποδοχή λοιπόν του σχετικού λόγου της, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), να απορριφθεί η αγωγή κατ' αποδοχή της εν λόγω ένστασης των εναγομένων, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα".
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε ότι η τοποθέτηση του ηλιακού θερμοσίφωνα στο κοινόκτητο και κοινόχρηστο δώμα έγινε με όλους τους κανόνες της τεχνικής και κατά τρόπο που δεν δημιουργεί προβλήματα στατικής επάρκειας ή αισθητικής στην πολυκατοικία, ότι δεν παρεμποδίζει τους άλλους συνιδιοκτήτες στην συμφωνημένη με τον κανονισμό σύγχρηση του δώματος, ούτε δημιουργεί οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα σ' αυτούς και ότι, μετά την στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων, η αξίωση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε να καθίσταται καταχρηστική η άσκησή της, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 του Α.Κ., αλλά και των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929, με ορθή υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι αποδείχθηκαν και τα οποία αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, χωρίς να αξιώσει λιγότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή τους, τους οποίους, επομένως, δεν παραβίασε ευθέως, εφόσον, πράγματι, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του, η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν οι προαναφερόμενοι όροι της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ.
Διέλαβε δε περαιτέρω το Εφετείο στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, σχετικώς με το υπόψη ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παραθέσεως αντιφατικής αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτός (αναιρεσείων) διατείνεται, το Εφετείο αν και δέχθηκε ότι εν προκειμένω: α) απαγορεύεται από τον κανονισμό της πολυκατοικίας η ενέργεια στους συνιδιοκτήτες μεταβολής ή προσθήκης στα κοινά μέρη της οικοδομής, απαγόρευση, η οποία ισχύει ακόμη και αν δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών, ούτε μειώνεται η ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος και ότι δεν είναι αναγκαία η έρευνα των προϋποθέσεων αυτών για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικείμενη στον κανονισμό, ενέργεια των συνιδιοκτητών και β) ότι οι εναγόμενοι συνιδιοκτήτες προέβησαν στην προαναφερόμενη ενέργεια (τοποθέτηση του ηλιακού θερμοσίφωνα στο κοινόχρηστο και κοινόκτητο δώμα της πολυκατοικίας), εντούτοις κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος για την αφαίρεση του ηλιακού θερμοσίφωνα από το δώμα είναι καταχρηστική και απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατά παραδοχή ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων.
Τούτο δε διότι η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ως αντίφαση, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστά τέτοια, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση ναι μεν έλαβε χώρα πράγματι αντικείμενη στον κανονισμό ενέργεια των συνιδιοκτητών εναγομένων, η αξίωση όμως του ενάγοντος για την άρση της δημιουργηθείσας ως άνω παράνομης καταστάσεως, δια της απομακρύνσεως του ηλιακού θερμοσίφωνα, κρίθηκε, για τους προεκτεθέντες λόγους, από το Δικαστήριο ως καταχρηστική.
Αλλά και οι περαιτέρω αναφορές στην προσβαλλομένη απόφαση περί άμεσης συγκλήσεως της έκτακτης γενικής συνελεύσεως, περί λήψεως αποφάσεως για την απεγκατάσταση και απομάκρυνση του ηλιακού θερμοσίφωνα και περί εντολής αυτής (συνελεύσεως) στον ενάγοντα διαχειριστή να προβεί στις απαιτούμενες νομικές ενέργειες για την αφαίρεση του ηλιακού θερμοσίφωνα, δεν συνιστούν, ενόψει των προεκτεθεισών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, αντιφατικές αιτιολογίες, αντίθετα οι ανωτέρω φερόμενες ως αντιφάσεις στην αιτιολογία της αποφάσεως ανάγονται σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Σε κάθε περίπτωση όλες οι αναφερόμενες στους προαναφερομένους συναφείς αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Επομένως, οι συναφείς λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνονται απορριπτέοι, ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Περαιτέρω, ο πέμπτος (και τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια (κατ' εκτίμηση των προς θεμελίωσή της εκτιθεμένων) ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για την στοιχειοθέτηση του, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από τον ενάγοντα, ισχυρισμού, περιστατικά που δεν προτάθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Και τούτο, διότι, από την παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του δικογράφου της εφέσεώς τους, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα προταθέντα από αυτούς για την στοιχειοθέτηση της ενστάσεώς τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος περιστατικά και όχι άλλα, τα οποία αυτοί δεν πρότειναν.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.3.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 226/2018 αίτηση για αναίρεση της 4141/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ