Supreme Court dismisses appeal on maritime carrier liability for cargo loss, ruling damages must be in euros at discharge time.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding maritime carrier liability for cargo loss. The appellant argued that the claim should include a lesser amount calculated at the earlier expected discharge time, but the court found this premise legally incorrect. The court held that under the Hague-Visby Rules, the compensable damage must be quantified in euros at the specific time and place of discharge, rendering the appellant's 'from the greater to the lesser' argument inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(5)(b) of the Hague-Visby Rules; The carrier's liability for cargo loss must be quantified in euros at the time and place of discharge, not at an earlier expected discharge date.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 343 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 343/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "... S.A.", η οποία εδρεύει στον ..., διατηρεί την κύρια εγκατάσταση αυτής στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δευκαλίωνα Ρεδιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και της εταιρίας ... και την από 4-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 387/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 686/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ'αριθμ. 387/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 89/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. (Ολ ΑΠ 27 και 28/1998).
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ. "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη". Ως "αίτηση" κατά την έννοια αυτής της διατάξεως, νοείται αφ' ενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής αποφάσεως και εφ' όσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης( ΑΠ 651/2009).
Εξ άλλου, με το νόμο 2107/1992 κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 25-8-1924 "για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές", όπως τροποποιήθηκε με τα πρωτόκολλα της 23-2-1968 και 23-12-1979 (Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ) και συνεπώς οι κανόνες της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος 1975/1986/2001, αναπόσπαστο τμήμα του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.
Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται στην Ελλάδα από την 26-6-1993: α) για όλες τις θαλάσσιες μεταφορές που εκτελούνται με φορτωτική και οι λιμένες φορτώσεως και εκφορτώσεως ανήκουν σε διαφορετικά κράτη και β) στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ ελληνικών λιμένων είτε εκδόθηκε φορτωτική είτε όχι (άρθρα 1 περ.β' , 2 παρ.1 και 3 παρ.1, 5 παρ.2 και 10 παρ.2 και 3 του ν.2107/1992 (ΑΠ 376/2008).
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 3 παρ.1, 4 παρ.1, 5 εδ. β, 4β της άνω Διεθνούς Συμβάσεως, όπως η παράγραφος 5 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του από 23-2-1968 Πρωτοκόλλου των Βρυξελλών και το άρθρο 4β προστέθηκε με το άρθρο 3 του ως άνω Πρωτοκόλλου, συνάγεται ότι ο θαλάσσιος μεταφορέας ευθύνεται για απώλεια ή μερική βλάβη των πραγμάτων κατά το χρόνο της μεταφοράς και ότι σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης αυτών σε θαλάσσια μεταφορά οποιοδήποτε πρόσωπο έχει ενδιαφέρον επί του φορτίου, δηλαδή αυτός που ζημιώνεται από την απώλεια ή βλάβη του, δικαιούται να στραφεί κατά του θαλάσσιου μεταφορέα και να αξιώσει αποζημίωση, το μέτρο της οποίας θα υπολογίζεται με βάση τη χρηματιστηριακή ή αν δεν υπάρχει τέτοια, την τρέχουσα ή τη συνήθη αξία των εμπορευμάτων στον τόπο και κατά το χρόνο που εκφορτώνονται από το πλοίο ή που θα έπρεπε να είχαν εκφορτωθεί, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς. (ΑΠ 928/2011).
Με την άνω διάταξη, δηλαδή, καθορίζεται το μέτρο υπολογισμού της αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας από την απώλεια ή βλάβη του φορτίου.
Περαιτέρω, εκ των διατάξεων των άρθρων 297 εδαφ. α', 298 του ΑΚ και 1 του ν. 2842/2000 προκύπτει ότι πάσα αξίωση προς αποζημίωση, διεπομένη υπό του Ελληνικού δικαίου, είτε αυτή απορρέει εξ αθετήσεως συμβάσεως είτε εξ αδικοπραξίας είτε εκ του νόμου, πρέπει να προσδιορίζεται σε ευρώ, νόμισμα το οποίο δικαιούται να ζητήσει ο αξιών την αποζημίωση, εφ' όσον ρητώς ορίζεται ότι η αποζημίωση καταβάλλεται εις χρήμα.
Ως "χρήμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως νοείται το μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2842/2000 εθνικό νόμισμα, δηλονότι το ευρώ, διά του νομίσματος δε τούτου πρέπει όχι μόνον να πληρωθεί η αποζημίωση, αλλά και να μετρηθεί η θετική και αποθετική ζημία, δοθέντος ότι η ενοχή εξ αποζημιώσεως ως περιεχόμενο έχει ποσότητα ευρώ, η οποία εκφράζει εξ αρχής, πρωτογενώς, την ανορθωτέα ζημία.
Εάν προ της εγέρσεως της αγωγής αποκαταστάθηκε η προκληθείσα στον ζημιωθέντα βλάβη δια δαπάνης αλλοδαπού νομίσματος ή επήλθε απώλεια κερδών εις αλλοδαπό νόμισμα, θα ληφθεί μεν υπ' όψη για το συγκεκριμένο καθορισμό της ζημίας το ποσόν του δαπανηθέντος ή απολεσθέντος ξένου νομίσματος, μόνον, όμως προκειμένου να υπολογισθεί η ποσότητα ευρώ, η οποία παριστά την ζημία.
Προς τούτο θα τραπεί η δαπανηθείσα ή απολεσθείσα ποσότητα των αλλοδαπών νομισμάτων σε ευρώ βάσει της ισοτιμίας του χρόνου της δαπάνης ή απωλείας. Η τοιαύτη ποσότητα αλλοδαπών νομισμάτων δεν παριστά την ζημία, αλλά χρησιμεύει μόνον για τον καθορισμόν της σε ευρώ. Η τοιαύτη ποσότητα σε ευρώ εκφράζει οριστικώς την ζημία ( ΟλΑΠ 14/1997, ΟλΑΠ 15-16/1996, ΟλΑΠ 4/1995, ΑΠ 124/2014,1203/2010).
Σύμφωνα δε με αυτή τη γενική αρχή του άρθρου 297 εδ. α' ΑΚ, η άνω αποζημίωση από την απώλεια ή βλάβη του μεταφερομένου φορτίου, υπολογιζόμενη κατά τις άνω διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως, οφείλεται σε ημεδαπό νόμισμα, χωρίς η φύση της τελευταίας ως χρηματικής οφειλής να αλλοιώνεται στην περίπτωση που ο τόπος προορισμού των πραγμάτων βρίσκεται στην αλλοδαπή.
Ειδικότερα, επί της τελευταίας αυτής περιπτώσεως, το γεγονός και μόνο ότι στον αλλοδαπό λιμένα προορισμού (τόπο εκφορτώσεως) οι αξίες, εντεύθεν και η αποκαταστατέα αξία του φορτίου, εκφράζονται στο αντίστοιχο αλλοδαπό νόμισμα, κατά το χρόνο ενάρξεως της εκφορτώσεως, δεν μεταβάλλει τη ρύθμιση του άρθρου 297 εδ.
α ΑΚ, ούτε τη φύση τής, εκ των ανωτέρω αιτιών, ενοχής του θαλάσσιου μεταφορέα, εφ' όσον και τότε η επιδιωκόμενη στην Ελλάδα αποζημίωση, είτε με καταψηφιστική είτε με αναγνωριστική αγωγή, για την αποκατάσταση από αυτόν της ζημίας του δικαιούχου του φορτίου - όπως οι ανωτέρω διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως τη συγκεκριμενοποιούν και περιορίζουν, συμφώνως προς τους σταθερούς παράγοντες, που καθιερώνουν την προβλεπόμενη σ' αυτές αξία των πραγμάτων στον τόπο και το χρόνο της ενάρξεως της εκφορτώσεως - είναι καταβλητέα σε ευρώ, και ειδικότερα στο αντίστοιχο σ' αυτό ποσό του αλλοδαπού νομίσματος, με βάση τη μεταξύ τους ισοτιμία κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο της εκφορτώσεως.
Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της ασφαλιστικής υποκαταστάσεως, όταν δηλαδή ο ασφαλιστής κατέβαλε στο δικαιούχο του απολεσθέντος ή βλαβέντος φορτίου, το ασφάλισμα και υποκατασταθείς στα δικαιώματα αυτού έναντι του υπευθύνου εκναυλωτού, υποχρέου σε αποκατάσταση της ζημίας, στρέφεται, κατ' άρθρο 14 παρ.1 του ν.2496/1997, κατά του τελευταίου ή βάσει της συμβάσεως εκχωρήσεως των δικαιωμάτων του δικαιούχου του φορτίου έναντι του εκναυλωτού και επιδιώκει την αναγνώριση ή καταβολή της αποζημιώσεως.
Τούτο δε διότι ο ασφαλιστής υποκαθίσταται στην αξίωση του ασφαλισμένου και δικαιούχου του απολεσθέντος ή βλαβέντος φορτίου έναντι του εκναυλωτού, η οποία - λόγω μη εκπληρώσεως ή μη κανονικής εκπληρώσεως υπό του τελευταίου της αρχικής παροχής της θαλάσσιας μεταφοράς του φορτίου στον τόπο προορισμού, διαμορφώθηκε σε αξίωση αποζημιώσεως, το μέτρο της οποίας υπολογίζεται, κατά τα ανωτέρω, και ως αποζημίωση, επιδιωκόμενη στην Ελλάδα - πρέπει να ζητείται σε ευρώ, ασχέτως αν αυτός (ασφαλιστής) κατέβαλε το ασφάλισμα στο ζημιωθέντα σε αλλοδαπό νόμισμα (ΑΠ 972/1997).
Εν όψει δε του ότι η άνω αξίωση του ασφαλιστή αποτελεί αξίωση αποζημιώσεως από ζημία που επήλθε από τη μη εκπλήρωση ή μη κανονική εκπλήρωση της συμβάσεως θαλάσσιας μεταφοράς, το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται, κατά τον ανωτέρω τρόπο, δεν δύναται να γίνει λόγος ότι πρόκειται για επιδίωξη συνομολογημένης χρηματικής παροχής σε αλλοδαπό νόμισμα από σύμβαση διεθνούς συναλλαγής (ΑΠ 1884/2013, 698/2006), ώστε δεν είναι δυνατή η, ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, επιδίωξη της αναγνωρίσεως της, ούτε κατά τις διατάξεις των άρθρων 291 ΑΚ και 6 του ν. 5422/1932.Συγκεκριμένως, οι διατάξεις 6 παρ. 1 του Ν. 5422/1932 και 10 παρ. 4 του ν. 469/1976, που ορίζουν αντιστοίχως, ότι επί χρηματικής οφειλής σε ξένο νόμισμα, πληρωτέας στην ημεδαπή, ο οφειλέτης υποχρεούνται να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό σε δραχμές βάσει της επίσημης ισοτιμίας του ξένου νομίσματος κατά τον χρόνο της πληρωμής και εάν το ζημιωθέν πρόσωπο είναι μόνιμος κάτοικος αλλοδαπής, επιτρέπεται η καταβολή του ασφαλίσματος στο νόμισμα της χώρας, όπου βρίσκεται η μόνιμη κατοικία του δικαιούχου, αναφέρονται σε ρυθμίσεις επί διαφορετικών ζητημάτων από εκείνα που καταλαμβάνουν τα υπό κρίση, και συνεπώς δεν δύνανται να οδηγήσουν σε άλλη ερμηνευτική άποψη, ως προς την έννοια της διατάξεως του άρθρου 297 εδ.
α' Α.Κ. Αληθώς, οι άνω διατάξεις δεν αφορούν τις ενοχές αποζημιώσεως, αλλά η μεν πρώτη διάταξη προϋποθέτει ότι υπάρχει έγκυρη συμβατική οφειλή σε ξένο νόμισμα και ρυθμίζει τον τρόπο εξοφλήσεώς της στην Ελλάδα, η δε δεύτερη ορίζει το νόμισμα στο οποίο επιτρέπεται να καταβληθεί το ασφάλισμα και όχι το νόμισμα στο οποίο θα αποτιμηθεί η ζημία (Ολ ΑΠ 15-16/96, 14/97).
Επίσης, η ίδια αποζημιωτική ενοχή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρο 297 εδ. β` ΑΚ, ώστε να δύναται να διαταχθεί από το δικάζον δικαστήριο, κατόπιν αίτηματος του δικαιούχου αυτής, η επιδίκαση χρηματικής οφειλής ξένου νομίσματος ως αυτούσια αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασεως, δηλαδή η επιδίκαση του ισότιμου της οφειλής του ξένου νομίσματος σε εθνικό νόμισμα κατά τον χρόνο της πραγματικής πληρωμής, εφ' όσον κατάσταση αποζημιωτικής ενοχής με αντικείμενο την οφειλή ξένου νομίσματος μεταξύ των διαδίκων δεν προϋπήρξε (για να είναι νοητή η αποκατάστασή της), ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η χρηματική αποζημίωση είναι εξ αρχής καθοριστέα αλλά και πάντοτε εκπληρωτέα σε εθνικό νόμισμα.
Εξ άλλου, είναι άνευ έννομης επιρροής το γεγονός ότι η αγωγή περιορίσθηκε μόνο στο αναγνωριστικό αίτημα, εφ' όσον και η αναγνωριστική απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την έκταση και την ύπαρξη της απαιτήσεως, η οποία, όταν πρόκειται για απαίτηση αποζημιώσεως, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 297 ΑΚ, αναγκαίως συνδέεται κατά την αναγνωριστική επιδίκαση της με το νόμισμα στο οποίο ανάγεται( ΑΠ 686/ 2015).
Περαιτέρω, όταν διαπιστώνεται η ύπαρξη κενού του δικαίου -δηλαδή όταν το θετικό δίκαιο δεν διαθέτει κανόνα δικαίου αμέσως εφαρμοζόμενο στην υπό κρίση ατομική περίπτωση - ο εφαρμοστής του δικαίου προχωρεί στη διαδικασία πληρώσεως του κενού , η οποία, κατά το στάδιο της αξιολογήσεως της νομικής βασιμότητας του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος, διενεργείται στο πλαίσιο της προκαθεστηκυίας ( υποθετικής, δοκιμαστικής) υπαγωγής, οπότε και για τη διατύπωση τής μείζονος προτάσεως του σχετικού υπαγωγικού συλλογισμού διαπλάσει τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, κατά κανόνα μέσω της αναλογίας ή της τελολογικής αναγωγής.
Μέσω της αναλογίας (argumentum a simile) αναζητείται η εφαρμογή μίας έννομης συνέπειας, την οποία ο νόμος συνδέει με ορισμένο πραγματικό, σε μία άλλη, αξιολογικώς όμοια περίπτωση, για την οποία ο νόμος σιωπά. Με την αναλογία ο εφαρμοστής του δικαίου εξέρχεται του κύκλου του νοήματος του κανόνα δικαίου και διατυπώνει άλλο νόημα, το κατ' είδος διάφορο νόημα του υφιστάμενου κανόνα δικαίου.
Το επιχείρημα "κατά μείζονα λόγον" (a fortiori) αποτελεί εκείνη τη μορφή της τελολογικής νομικής σκέψεως, που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου η νομοθετική αξιολόγηση, στην οποία στηρίζεται η ρύθμιση ορισμένης σχέσεως ή καταστάσεως, ευσταθεί πολλώ μάλλον και αναφορικώς με κάποιαν άλλη σχέση ή κατάσταση, για την οποία ελλείπει μια ειδική πρόβλεψη στον νόμο.
Το επιχείρημα αυτό δύναται, αναλόγως προς το ειδικότερο περιεχόμενο της μεταφερομένης αξιολογήσεως, να προσλαμβάνει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη λογική μορφή του επιχειρήματος "από το μείζον στο έλασσον".
Εν προκειμένω, με το μοναδικό λόγο τής αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως, κυρίως μεν του αριθμού 9, επικουρικώς δε του αριθμού 1, του άρθρου 559 ΚΠολΔ - και ειδικότερα ότι το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι στο επικουρικό αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας για καταβολή του ισόποσου σε Ευρώ των 2.823.051,33 δολαρίων Η.Π.Α. κατά τον χρόνο πληρωμής με τον νόμιμο τόκο από επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως, δεν εμπεριέχεται ως έλασσον αίτημα, η καταβολή του ισόποσου σε Ευρώ των 2.823.051,33 δολαρίων Η.Π.Α. κατά τον παρελθόντα χρόνο, κατά τον οποίο το φορτίο έπρεπε να εκφορτωθεί στο λιμένα του προορισμού του, δηλαδή η 23-1-2008 - και, με την κρίση του αυτή, κυρίως μεν παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού, εντεύθεν άφησε το οικείο αγωγικό αίτημα αδίκαστο, επικουρικώς δε εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 297 εδ. α' ΑΚ, 1 του Ν. 2842/2000, 14 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, 3 παρ.1, 4 παράγραφοι. 1, 5 εδ. β και 4β του Ν.2107/1992.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 4-12-2008 αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία, εδρεύουσα στη ..., εξέθετε ότι η ομοίως εδρεύουσα στη ... εταιρεία υπό την επωνυμία "UN 14 ... AB" πώλησε με τη ρήτρα CIF στις αναφερόμενες στην αγωγή εταιρείες που εδρεύουν σε πόλεις της …, 9.700,053 κ.μ.
ξυλείας συνολικώς, αντί συνολικού τιμήματος 2.823.051,33 δολλαρίων Η.Π.Α, ότι, προκειμένου να μεταφερθούν τα ως άνω εμπορεύματα από τους λιμένες …. και … της …. στο λιμένα της ..., όπου επρόκειτο να εκφορτωθούν και παραδοθούν στις αγοράστριες παραλήπτριες εταιρείες, κατόπιν συνάψεως συμβάσεως θαλάσσιας μεταφοράς, η άνω πωλήτρια εταιρεία ανέθεσε τη μεταφορά τους στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, που εδρεύει κατά το καταστατικό της στον ..., ουσιαστικώς όμως στην …, ότι οι άνω ποσότητες ξυλείας φορτώθηκαν επί του υπό ελληνική σημαία πλοίου "...", της πλοιοκτησίας της εναγομένης και εκδόθηκαν οι αναφερόμενες στην αγωγή φορτωτικές, ότι το άνω πλοίο απέπλευσε από το τελευταίο λιμένα φορτώσεως την 8-1-2008 με προορισμό το λιμένα της εκφορτώσεως την 23-1-2008, πλην όμως την 15-1-2008, λόγω του ότι αυτό ήταν πριν από την έναρξη του ταξιδιού αναξιόπλοο, από αμέλεια των προστηθέντων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, και περαιτέρω εξ αιτίας του ότι τα ίδια πρόσωπα παρέλειψαν να φορτώσουν και στοιβάσουν το φορτίο επ' αυτού κατά τρόπο που να εξασφαλίζει την ευστάθειά του, βυθίσθηκε κατά τη διάρκεια του πλου, με αποτέλεσμα την ολική απώλεια του μεταφερόμενου φορτίου ξυλείας, ότι, ελλείψει χρηματιστηριακής ή τρέχουσας τιμής αυτού, η συνήθης αξία των εμπορευμάτων του ίδιου είδους και ποιότητας, ανερχόταν στον τόπο εκφορτώσεως (...) και κατά τον αναμενόμενο χρόνο εκφορτώσεως (23-1-2008) στο ποσό των 2.823.051,33 δολλαρίων Η.Π.Α, ότι αυτή (ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη) κατόπιν συμβάσεων που είχε καταρτίσει με την πωλήτρια - φορτώτρια - ναυλώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη είχε ασφαλίσει κατά παντός κινδύνου από την ανωτέρω θαλάσσια μεταφορά το μεταφερόμενο φορτίο ξυλείας, ότι μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου αυτή κατέβαλε την 27-2-2008 στην άνω αντισυμβαλλόμενη, η οποία, ως κομίστρια των φορτωτικών, ήταν η δικαιούχος του ασφαλίσματος, το ποσό των 2.823.051,33 δολλαρίων Η.Π.Α, ότι με την καταβολή του ασφαλίσματος αυτή υποκαταστάθηκε εκ του νόμου, αλλά και δυνάμει της από 27-2-2008 συμβάσεως εκχωρήσεως μεταξύ τους, στα δικαιώματα της τελευταίας από την απώλεια του μεταφερομένου φορτίου έναντι της υποχρέου προς αποζημίωση εκναυλώτριας, εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και ζήτησε (μετά παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλλει νομιμοτόκως, κυρίως το ποσό των 2.823.051,33 δολλαρίων Η.Π.Α, που αντιστοιχεί στη συνήθη αξία του απολεσθέντος φορτίου στον τόπο και κατά το χρόνο της εκφορτώσεως κατά τη σύμβαση, άλλως το ισάξιο του άνω ποσού σε ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το Εφετείο, ως προς τη νομιμότητα της αγωγής δέχθηκε τα ακόλουθα:
"...Με αυτό το περιεχόμενο και κρινόμενη κατά το ελληνικό δίκαιο, που, όπως δεν αμφισβητείται, είναι εφαρμοστέο ως το εξ όλων των συνθηκών αρμόζον αλλά και λόγω της, έστω και μετασυμβατικής, υπαγωγής των διαδίκων, που ρητώς τις επικαλούνται, στις διατάξεις του, ... η ένδικη αγωγή δεν ήταν νόμιμη κατά το κύριο αίτημά της, με το οποίο ζητήθηκε η αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης στην καταβολή ασφαλιστικής, από ολική απώλεια μεταφερόμενου φορτίου οφειλόμενης, αποζημίωσης σε αυτούσιο αλλοδαπό νόμισμα, για το λόγο ότι η καταχθείσα στη δίκη αξίωση δεν αποτελούσε εγκύρως στα πλαίσια διεθνούς συναλλαγής συνομολογηθείσα απαίτηση σε ξένο νόμισμα, αλλά επρόκειτο για καθ' υποκατάσταση της ενάγουσας - ασφαλίστριας, εκ του νόμου και βάσει σύμβασης εκχώρησης, στην κατά της εναγομένης - εκναυλώτριας, λόγω μη εκπλήρωσης υπ' αυτής της αρχικής συμβατικής παροχής της, δηλαδή της μη παράδοσης του δια θαλάσσης μεταφερομένου φορτίου στον τόπο του προορισμού του, εξαιτίας της βύθισης του πλοίου από αμέλεια των προστηθέντων της και της ολικής απώλειάς του, αξίωση αποζημιώσεως της δικαιούχου του φορτίου και ασφαλισμένης της ενάγουσας πωλήτριάς του, ως νόμιμης κομίστριας των φορτωτικών που εκδόθηκαν για την επίμαχη μεταφορά το μέγεθος της οποίας συγκεκριμενοποιήθηκε με βάση την εκφραζόμενη σε αλλοδαπό νόμισμα συνήθη αξία αυτών στον τόπο προορισμού και κατά το χρόνο έναρξης της εκφόρτωσης και παρέμεινε περαιτέρω αμετάβλητο.
Εφόσον, δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής επιδιώχθηκε στην Ελλάδα, έστω και με αναγνωριστική αγωγή, για τη νομιμότητα αυτής έπρεπε να ζητηθεί το ισάξιο σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά τον παραπάνω χρόνο και όχι αυτούσιο το τελευταίο. ... Αλλά και κατά το περί επιδικάσεως του κατά το χρόνο της πληρωμής ισόποσου σε ευρώ των δύο εκατομμυρίων οκτακοσίων είκοσι τριών χιλιάδων πενήντα ενός δολαρίων ΗΠΑ και τριάντα τριών σεντς (2.823.051,33 $) επικουρικό αίτημά της η ένδικη αγωγή κρίνεται ομοίως νομικά αβάσιμη, δεδομένου ότι κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της αποκαταστατέας αξίας δεν είναι, κατά τα προαναφερθέντα, ο της πληρωμής της αποζημιώσεως αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο το φορτίο έπρεπε να εκφορτωθεί στο λιμένα του προορισμού του, δηλαδή η 23η.1.2008, αφού κατά το χρόνο εκείνο καθορίστηκε το ακριβές μέγεθος της αποζημιώσεως για την ολική απώλεια του επίδικου φορτίου, που συγκεκριμενοποιήθηκε με βάση την συνήθη αξία των μεταφερομένων πραγμάτων και παρέμεινε έκτοτε αμετάβλητο.
Να σημειωθεί εδώ και ότι δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκτιμήσει ότι στο αγωγικό αιτητικό εμπεριέχεται, εμμέσως ή σιωπηρώς, το νόμιμο αίτημα για υπολογισμό της ισοτιμίας κατά το χρόνο της εκφορτώσεως του επίδικου φορτίου - υπό την έννοια ότι στο μείζον περιέχεται το έλασσον, κατ' άρθρο 223 εδαφ. β ΚΠολΔ ...
θα υπήρχε μόνον αν ήταν δεδομένο ότι κατά το χρόνο εκείνο η έναντι του ευρώ αξία του δολαρίου ΗΠΑ ήταν πράγματι μικρότερη εκείνης του χρόνου της πραγματικής πληρωμής της αποζημιώσεως, πράγμα, όμως, αβέβαιο ...δεδομένου ότι ο χρόνος αυτός είναι σε σχέση με την παρούσα δικαστική κρίση μελλοντικός..." Ακολούθως, το Εφετείο Πειραιώς - το οποίο εδίκασε την επίδικη υπόθεση μετ' αναίρεση, κατόπιν εκδόσεως της υπ' αριθ. 686/2015 αποφάσεως του Αρείου Πάγου και της παραπομπής προς περαιτέρω εκδίκαση - εξέδωσε την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 89/2017 απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικώς και κατ' ουσίαν την από 27-4-2010 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 281/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ακολούθως απέρριψε την από 4-12-2008 αγωγή και κατά το επικουρικό αυτής αίτημα.
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο - το οποίο κατά την εκδίκαση της αγωγής αυτής, εφάρμοσε το ελληνικό δίκαιο, και απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη, κατά το επικουρικό αίτημά της, δεχόμενο ειδικότερα ότι κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της αποκαταστατέας αξίας δεν είναι εκείνος της πληρωμής της αποζημιώσεως, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο το φορτίο έπρεπε να εκφορτωθεί στο λιμένα του προορισμού - ορθώς απεφάνθη κατ' αποτέλεσμα, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, εφ' όσον, προκειμένης ενταύθα ενοχικής αξιώσεως προς αποζημίωση, που απορρέει εκ του νόμου, η ανορθωτέα ζημία έπρεπε να προσδιορισθεί αυτοτελώς σε ποσότητα ευρώ, κατά την ισοτιμία των ως άνω αλλοδαπών νομισματικών μονάδων ( δολλαρίων ΗΠΑ) κατά τον χρόνο δαπάνης ή απωλείας, η δε ούτως (σε ευρώ) προσδιοριζομένη χρηματική ποσότητα, η οποία συνιστά τελικώς την οφειλή, να αποτελέσει περιεχόμενο του αγωγικού αιτήματος, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση.
Ο αποτελών τον ερευνώμενο λόγο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι στο μείζον επικουρικό αίτημα της αγωγής προς καταβολή του ισόποσου σε ευρώ των 2.823.051,33 δολλαρίων ΗΠΑ κατά τον χρόνο πληρωμής εμπεριέχεται ως έλασσον το τοιούτο, κατά τον προγενέστερο χρόνο της αναμενόμενης εκφορτώσεως του φορτίου στο λιμένα τού προορισμού του, στηρίζεται προεχόντως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφ' όσον κατά νόμο η επίδικη ενοχή εξ αποζημιώσεως έπρεπε να είχε ως περιεχόμενο ποσότητα ευρώ, άλλο δε ζήτημα αποτελεί ο χρόνος υπολογισμού του αλλοδαπού νομίσματος σε ευρώ. Ως προαναφέρθηκε, η αποζημίωση για την αποκατάσταση από το θαλάσσιο μεταφορέα της ζημίας του δικαιούχου του απολεσθέντος φορτίου - όπως το άρθρο 4 παρ.5 εδαφ. β' των Κανόνων Χάγης-Βίσμπυ συγκεκριμενοποιεί και περιορίζει με βάση τους σταθερούς παράγοντες που αυτό καθιερώνει, δηλ. τον τόπο και το χρόνο της ενάρξεως της εκφορτώσεως - είναι καταβλητέα σε ευρώ και ειδικότερα στο αντίστοιχο σε αυτό (ευρώ) ποσό του αλλοδαπού νομίσματος, με βάση τη μεταξύ τους ισοτιμία κατά τον ανωτέρω χρόνο και τόπο της εκφορτώσεως.
Περαιτέρω, δεν τίθεται ενταύθα θέμα υπάρξεως κενού δικαίου, εφ' όσον οι προαναφερθείσες διατάξεις, στις οποίες θεμελιώνεται η ευθύνη προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας, είναι σαφείς, εντεύθεν δεν προκύπτει ανάγκη διενέργειας διαδικασίας πληρώσεως του κενού, μέσω της αναλογίας, υπό τη λογική μορφή του επιχειρήματος "από το μείζον στο έλασσον", κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση. Επίσης, δεν τίθεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ζήτημα διασταλτικής ερμηνείας, εφ' όσον το νόημα των εφαρμοστέων διατάξεων είναι σαφές και ακριβές, ενώ η προτεινόμενη με τον αναιρετικό λόγο ερμηνευτική θέση κείται εκτός του νοήματος των κανόνων, που διαλαμβάνονται στις ανωτέρω διατάξεις.
Συνεπώς, το Εφετείο κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και δεν άφησε αγωγική αίτηση αδίκαστη, εντεύθεν ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το κύριο και επικουρικό αυτού σκέλος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων από την αναιρεσείουσα παραβόλων, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να συμψηφισθούν εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, επειδή οι εφαρμοσθείσες διατάξεις ήσαν ιδιαιτέρως δυσχερείς (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-7-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 89/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ