Legislator Case Law & Legislation
343/2016 AI generated

343/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 343/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 343 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

343/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 343 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 343 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 343/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ό. συζύγου Σ. Π., το γένος Ε. Τ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θωμά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Δ. Κ. Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Μηχανημάτων και Υλικών Γραφείων" και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Μ. Κ. του Δ. και 3) Γ. συζύγου Μ. Κ., το γένος Κ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Πανουκλιά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2005 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και τις από 19-9-2005 και 19-6-2006 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7084/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 3702/2012 μη οριστική και 5782/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 2-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν το άρθρο 57 Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 Α.Κ. το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Εξάλλου κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά το άρθρο 920 Α.Κ. όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ.1 Π.Κ. "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται....", με τη διάταξη του άρθρου 362 του ίδιου κώδικα "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται...." και με τη διάταξη του άρθρου 363 του αυτού ως άνω κώδικα "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται....". Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Αλλά και για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απλής δυσφημήσεως απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση ότι το γεγονός είναι πρόσφορο όπως βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου και θέληση (βούληση) ή αποδοχή διαδόσεως του ισχυρισμού τούτου ενώπιον τρίτου. Τέλος κατά το άρθρο 367 παρ.1 περ.γ Π.Κ. το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται στις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις. Η τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 367 Π.Κ.) για την ενότητα της έννομης τάξεως εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α.Κ. Επομένως αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του υπαιτίου, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ.2 Π.Κ., δηλαδή όταν οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 Π.Κ. ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (Α.Π.179/2011, Α.Π.79/2010). Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της πιο πάνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.Α.Π.25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο Μ. Κ. [ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος], πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Δ. Κ. Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Μηχανημάτων και Υλικών Γραφείων"... ενδιαφερόταν να αγοράσει για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας (ενάγουσας-εναγομένης) [ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης] ένα οικόπεδο προς ανέγερση πολυώροφης οικοδομής για τη στέγαση της εν λόγω εταιρείας. Την 1-2-1992 διάβασε στη στήλη των μικρών αγγελιών της ημερήσιας εφημερίδας των Αθηνών "..." ότι πωλείται γωνιακό οικόπεδο έκτασης 764,84 τ.μ. κείμενο επί της ..., στη θέση ".... Επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον αριθμό τηλεφώνου ... που υπήρχε στην ως άνω αγγελία και φερόταν ότι ανήκε στο κτηματομεσιτικό γραφείο "Κ.-Λ." που είχε την έδρα στη ... Αττικής επί της οδού ... και γνωστοποίησε σε γυναίκα, η οποία του δήλωσε ότι ήταν υπάλληλος του ως άνω κτηματομεσιτικού γραφείου και ότι ονομαζόταν "Ε.", ότι ενδιαφερόταν για την αγορά του οικοπέδου και ότι ήθελε να δει το προς πώληση οικόπεδο της εν λόγω αγγελίας. Έτσι συμφωνήθηκε συνάντηση για τις 2-2-1992 το απόγευμα μεταξύ του φερομένου ως κτηματομεσίτη "Κ." και της εναγομένης [ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης] Γ. Κ., συζύγου του εναγομένου Μ. Κ., για την επίδειξη του προς πώληση ακινήτου. Κατά την ως άνω ημεροχρονολογία στο σημείο συνάντησης, που είχε καθοριστεί το κτίριο της ..., ήλθαν δύο άτομα, ένας άνδρας που συστήθηκε στη Γ. Κ. ως "Κ." και μία γυναίκα με ένα αυτοκίνητο μάρκας Autobianchi χρώματος ασημί. Το ως άνω αυτοκίνητο οδηγούσε η γυναίκα και αφού επιβιβάστηκε σ’ αυτό η Γ. Κ. τη μετέφεραν στη διεύθυνση όπου βρισκόταν το προς πώληση οικόπεδο και της το επέδειξαν. Σε σχετική ερώτηση της Γ. συζ. Μ. Κ. προς το φερόμενο ως κτηματομεσίτη "Κ.", ο τελευταίος της γνωστοποίησε ότι κύριος του εν λόγω οικοπέδου ήταν ο Χ. Ν., κάτοικος .... Το ως άνω οικόπεδο άρεσε στη Γ. Κ., η οποία γνωστοποίησε στο σύζυγό της Μ. Κ. ότι αυτό είναι κατάλληλο για τη στέγαση των γραφείων της εταιρείας. Κατόπιν αυτού ο τελευταίος επικοινώνησε με το ως άνω μειστικό γραφείο και συγκεκριμένα με το φερόμενο ως κτηματομεσίτη "Κ." και έκλεισαν ραντεβού, προκειμένου να επισκεφθεί και να ιδεί και ο ίδιος το ως άνω οικόπεδο. Κατά τη συμφωνηθείσα ημέρα και ώρα, στο σημείο συνάντησης ήλθε το ως άνω αυτοκίνητο που οδηγούσε η ίδια γυναίκα, στο οποίο επέβαιναν και οι φερόμενοι ως κτηματομεσίτες "Κ." και "Λ." και αφού επιβιβάστηκε σ’ αυτό ο Μ. Κ., τον οδήγησαν στον τόπο του οικοπέδου. Το ως άνω οικόπεδο του άρεσε και κρίθηκε και από αυτόν κατάλληλο για την προαναφερθείσα χρήση, ο οποίος ως εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Μ. Δ. Κ. Α.Ε." άρχισε να διαπραγματεύεται με τα ως άνω άτομα την αγορά του. Οι ως άνω κτηματομεσίτες με τα φερόμενα ως άνω επώνυμα γνωστοποίησαν στο Μ. Κ. ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα στο Χ. Ν. του Κ., κάτοικο ..., που κατά τον ως άνω χρόνο βρισκόταν στο εξωτερικό, αλλά ότι μπορούσε η σύμβαση πώλησης να γίνει με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και ότι το τίμημα του εν λόγω οικοπέδου ανερχόταν στο ποσό των 110.000.000 δραχμών. Ο Μ. Κ. δήλωσε στα ως άνω άτομα ότι δεν δέχεται η σχετική σύμβαση πώλησης του ακινήτου να γίνει με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και ότι το τίμημα αυτού είναι πολύ ακριβό. Έτσι για ικανό χρονικό διάστημα οι διαπραγματεύσεις για την πώληση του ακινήτου διακόπηκαν και άρχισαν πάλι στις αρχές Μαΐου 1992, όταν οι προαναφερόμενοι ως μεσίτες ανακοίνωσαν στο Μ. Κ. ότι ο ιδιοκτήτης του προς πώληση ακινήτου έχει επιστρέψει στην Ελλάδα και ότι ως τίμημα αυτού ζητούσε το ποσό των 80.000.000 δραχμών. Ο Μ. Κ., στον οποίο οι ως άνω κτηματομεσίτες χορήγησαν φωτοαντίγραφο του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας του ιδιοκτήτη, βρήκε το τίμημα πώλησης λογικό και αφού προέβη σε σχετικό έλεγχο τίτλων και εξακρίβωσε ότι το ως άνω ακίνητο δεν είχε νομικά και πραγματικά ελαττώματα και ότι ήταν ελεύθερο βαρών, δέχθηκε να καταρτιστεί το πωλητήριο συμβόλαιο. Έτσι στις 19-5-1992 εμφανίστηκαν στο συμβολαιογράφο Αθηνών Η. Τ. ο Μ. Κ., ως νόμιμος εκπρόσωπος, κατ’ εντολή και για λογαριασμό της ως άνω ενάγουσας-εναγομένης εταιρείας και ένα άτομο, φερόμενο ως Χ. Ν., ιδιοκτήτης του προς πώληση οικοπέδου, και αφού επέδειξαν στον ως άνω συμβολαιογράφο τα σχετικά νομιμοποιητικά τους έγγραφα, υπέγραψαν το... .../19-5-1992 συμβόλαιο, με το οποίο ο εμφανισθείς ως Χ. Ν. φέρεται ότι μεταβίβασε λόγω πώλησης την κυριότητα, νομή και κατοχή, προς την ως άνω εταιρεία, ενός οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, έκτασης 764,84 τ.μ., κειμένου στη θέση "..., στο 307 οικοδομικό τετράγωνο, επί της ..., αντί τιμήματος 80.000.000 δραχμών. Χάριν της καταβολής του ως άνω τιμήματος ο Μ. Κ. για λογαριασμό της αγοράστριας εταιρείας εξέδωσε σε διαταγή του φερόμενου ως Χ. Ν. τρεις... επιταγές της Τράπεζας Εργασίας, ποσού 34.580.000, 30.006.725 και 15.413.275 δραχμών, τις οποίες και παρέδωσε σ’ αυτόν. Ο τελευταίος (Κ. Θ.) παρέδωσε τις επιταγές στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος στην οπίσθια πλευρά των ως άνω επιταγών έθεσε κατ’ απομίμηση και χωρίς τη συναίνεσή του την υπογραφή του Χ. Ν. και ακολούθως, κάνοντας χρήση αυτών, τις εμφάνισε στην πληρώτρια Τράπεζα Εργασίας και εισέπραξε τα ποσά αυτά των επιταγών, χρησιμοποιών πλαστό δελτίο ταυτότητας με αριθμό ... του Ζ Α.Τ. Αθηνών στο όνομα Α. Κ.. Με την πράξη του αυτή προσπόρισε στον εαυτό του και τους άλλους συναυτουργούς του περιουσιακό όφελος ισόποσο με το ποσό των επιταγών, με αντίστοιχη βλάβη της ενάγουσας εταιρείας. Μετά την τελείωση της παραπάνω σύμβασης ο Μ. Κ. πίστευε ότι απέκτησε την κυριότητα του ως άνω οικοπέδου και μόνο όταν του επιδόθηκε αγωγή από την Ε. Κ., που ενεργούσε ως δικαστική αντιλήπτορας του αληθούς κυρίου Χ. Ν. επιδόθηκε σε αγώνα σε συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές για να ανακαλυφθούν οι δράστες των σε βάρος του διαπραχθεισών αξιοποίνων πράξεων. Αποτέλεσμα των ερευνών ήταν να συλληφθεί ο Κ. Θεολογίτης, ο οποίος και ομολόγησε τις σε βάρος του Μ. Κ. ως άνω αξιόποινες πράξεις που διαπράχθηκαν από τους ως άνω δράστες από κοινού, σε βάρος των οποίων εκκρεμούσαν πληθώρα καταδικαστικών αποφάσεων. Περαιτέρω... αποδείχθηκε ότι ο Μ. Κ., ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της αγοράστριας εταιρείας, εξαπατήθηκε από το Σ. Π. (πρώτο εναγόμενο) και το Γ. Κ. (δεύτερο εναγόμενο) [ήδη μη διαδίκους] και τον Κ. Θ., με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία η αγοράστρια εταιρεία ύψους 80.000.000 δραχμών, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια δική τους. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι από τους ως άνω παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στο Μ. Κ. ότι ονομάζονται "Κ." και "Λ.", ότι είναι κτηματομεσίτες και ότι διατηρούν κτηματομεσιτικό γραφείο στη ... επί της οδού ..., ότι ο τρίτος από αυτούς ονομάζεται Χ. Ν. του Κ. και Α., ότι γεννήθηκε το έτος 1924, ότι είναι κάτοικος ... και κάτοχος του.../1977 δελτίου αστυνομικής ταυτότητας του Α.Τ. ... Αττικής με τα ως άνω στοιχεία και ότι αυτός τυγχάνει κύριος, νομέας και κάτοχος του προαναφερθέντος οικοπέδου. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις έπεισαν το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας αγοράστριας εταιρείας ότι ο ανωτέρω Κ. Θ. είναι κύριος του εν λόγω οικοπεδου, οπότε ο Μ. Κ., υπό την ως άνω ιδιότητα, προέβη στην αγορά αυτού στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας με το... .../1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηλία Τομαρά αντί τιμήματος 80.000.000 δραχμών, το οποίο και καταβλήθηκε με τον ως άνω τρόπο, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η αγοράστρια εταιρεία κατά το ως άνω ποσό, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια των ως άνω δραστών της αξιόποινης πράξης της απάτης, πράγμα το οποίο δεν θα συνέβαινε αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση και μάλιστα ότι ο εμφανισθείς ως κύριος του ακινήτου δεν ήταν ο πραγματικός κύριος Χ. Ν., ότι το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του οποίου έκανε χρήση ήταν πλαστό και ότι ο πρώτος εναγόμενος και ο Γ. Κ. δεν ήταν κτηματομεσίτες ούτε διατηρούσαν κτηματομεσιτικό γραφείο στη .... Η ως άνω ζημία της ενάγουσας εταιρείας από την εν λόγω πράξη είναι ιδιαίτερα μεγάλη, οι δε περιστάσεις κάτω από τις οποίες τέλεσε την πράξη αποδεικνύουν ότι ο πρώτος εναγόμενος μετέρχεται την απάτη κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή προβαίνει στην τέλεση αυτής κατά συνήθεια και για να πορισθεί εισόδημα προς βιοπορισμό. Επίσης εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου η ενάγουσα εταιρεία κατέβαλε το ποσό των 8.565.761 δραχμών στον πληρεξούσιο δικηγόρο της για έλεγχο τίτλων και παράσταση κατά την κατάρτιση της ανωτέρω συμβολαιογραφικής πράξης, καθώς κατέβαλε και το ποσό των 9.000.000 δραχμών σε μηχανικό για την εκπόνηση των αναγκαίων διαγραμμάτων που επισυνάφθηκαν στην ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη, ζημιωθείσα κατά τα ως άνω ποσά. Επομένως η συνολική ζημία της ενάγουσας εταιρείας ανέρχεται στο ποσό των 97.565.761 δραχμών και ήδη 286.326,51 ευρώ... Ως προς την εναγομένη-ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα] Ό. Π.... αποδείχθηκε ότι κατά τις ως άνω διαδοχικές επισκέψεις που πραγματοποίησαν στο επίδικο ακίνητο ο Μ. Κ. και η σύζυγος αυτού Γ. Κ., όταν γίνονταν οι διαπραγματεύσεις για την αγορά του εν λόγω ακινήτου από την ενάγουσα εταιρεία στις αρχές Φεβρουαρίου 1992, την επίδειξη του ως άνω ακινήτου σ’ αυτούς έκανε όχι μόνο ο πρώτος εναγόμενος, εμφανιζόμενος ως δήθεν κτηματομεσίτης με το ψευδές επώνυμο "Κ.", διαθέτων μεσιτικό γραφείο με αριθμό τηλεφώνου ... που είχε γνωστοποιηθεί σε τρίτους με σχετική καταχώρηση στον ημερήσιο τύπο, αλλά και η εναγομένη-ενάγουσα Ό. συζ. Σ. Π. που τον συντρόφευσε σε δύο τέτοιες επισκέψεις, οδηγούσε μάλιστα εκείνη και τις δύο φορές ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας Autobianchi, που μετέφερε στην περιοχή του προς αγορά οικοπέδου την πρώτη φορά τη Γ. συζ. Μ. Κ. και τη δεύτερη φορά το Μ. Κ., καθώς και το Γ. Κ., εμφανιζόμενο σε τρίτους με το ψευδές επώνυμο "Λ.", τελούσα σε γνώση της αναληθείας των ως άνω παραπλανητικών διαβεβαιώσεων, δηλαδή ότι ο πρώτος εναγόμενος σύζυγός της εμφανίζεται ως κτηματομεσίτης με το ψευδές επώνυμο Κ., καθώς και ο Γ. Κ. με το ψευδές επώνυμο Λ., ότι διαθέτουν το ως άνω μεισιτικό γραφείο και ότι εκτελούν κτηματομεσιτικές εργασίες, και αποδέχονταν αυτές... Αντίθετα... δεν αποδείχθηκε ότι η Ό. Π. υπήρξε υπάλληλος του ως άνω μεσιτικού γραφείου, εμφανιζόμενη με το όνομα Ε.... Εξ όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος με τη συμμετοχή και της Ό. Π., που τελούσε σε γνώση της αναληθείας των παραπλανητικών διαβεβαιώσεων του πρώτου εναγομένου και απεδέχετο αυτές, εκτός από την υλική ζημία ποσού 286.326,51 ευρώ που προκάλεσαν στην ενάγουσα εταιρεία, προκάλεσαν και ηθική βλάβη στην τελευταία (ενάγουσα εταιρεία), αφού η εις βάρος της απάτη είχε δυσμενείς συνέπειες στη φήμη και την πελατεία της και επομένως η ενάγουσα εταιρεία δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση αυτής, ύψους 50.000 ευρώ... Με την από 17-5-2005 αγωγή του ο Μ. Κ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας, ενεργώντας για λογαριασμό της, ισχυρίστηκε στην αγωγή ότι η Ό. Π. το γένος Τ. συμμετείχε ως απλή συνεργός στην ανωτέρω απάτη. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι: "Η τρίτη εναγόμενη Ό. Π., το γένος Τ., έγινε υπαίτιος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος υπό την μορφή του απλού συνεργού. Ειδικότερα, ενώ οι πρώτος και δεύτερος εναγόμενοι έγιναν υπαίτιοι του αδικήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, όπως έχει εκτεθεί, η τρίτη εναγόμενη, παρέσχε με πρόθεση στους ανωτέρω δύο εναγόμενους, προ της τελέσεως της πράξης και κατά την εκτέλεση θετική συνδρομή ψυχική και υλική. Ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-1992 έως 19-5-1992 κατ’ εξακολούθηση εκ προθέσεως με θετική συνδρομή τόσο υλική όσο και ψυχική κατά τις διαδοχικές επαναληπτικές επισκέψεις, τις οποίες είχαν πραγματοποιήσει ο Μ. Κ. και η σύζυγός του Γ. στο επίμαχο οικόπεδο, στην περιοχή ... κατά την επίδειξη του οικοπέδου από το σύζυγό της Σ. Π., ο οποίος ψευδώς εμφανίζετο ‘ Κ.’ παρίστατο και η ίδια, διατελούσα εν γνώσει της αναληθείας των παραπλανητικών διαβεβαιώσεων από τον σύζυγό της Σ. Π., απεδέχετο και διαβεβαίωνε τις παραπλανητικές παραστάσεις γενόμενες από το σύζυγό της, επικροτούσε δε ότι το οικόπεδο ανήκε στον Κ. Θ., τον οποίο είχαν ονομάσει Χ. Ν. και συμμετείχε ενεργώς στις συζητήσεις επαναλαμβάνουσα ότι ο σύζυγός της ήταν κτηματομεσίτης με γραφεία στη ..., το οποίο καθίστατο γνωστό δια καταχωρήσεως σχετικής αγγελίας ‘ ...’ , η ίδια δε προσωπικώς με αυτοκίνητο ΙΧΕ, μάρκας AUTOBIANCI μετέφερε στην περιοχή όπου βρίσκεται το προς πώληση ακίνητο τη σύζυγο του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρείας και τη δεύτερη φορά και το Μ. Κ. μαζί με το δεύτερο εναγόμενο Γ. Κ.. Η ίδια εμφανιζόμενη με το όνομα ‘ Ε.‘ διαβεβαίωνε τον εκπρόσωπο της ενάγουσας εταιρείας ότι ο σύζυγός της ονομάζεται ‘ Κ.’ και ότι κατ’ επανάληψη διαβεβαίωνε ότι διατηρούσε αυτός αξιόλογο μεσιτικό γραφείο στη ... και ότι το υπό διαπραγμάτευση οικόπεδό αυτός (σύζυγός της) διαμεσολαβούσε προς πώληση. Συμμετείχε ενεργώς στις μυστικές συζητήσεις μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων και επιδοκίμαζε τις περαιτέρω ενισχυτικές ενέργειες προκειμένου να πεισθεί ο εκπρόσωπος της εταιρείας να αγοράσει το οικόπεδο, αν και ανήκε σε άλλο πρόσωπο, επικροτούσε και επιβεβαίωνε τα όσα ψευδή πρόβαλαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι. Η ενεργός δράση της απέδωσε τελικώς δεδομένου ότι η συνδυασμένη κατ’ εξακολούθηση προβολή ψευδών γεγονότων από τους δύο πρώτους εναγόμενους με τη συνεχή κατ’ εξακολούθηση σύμπραξη της τρίτης δια παροχής ψυχικής και υλικής συνδρομής, δι’ αποσιωπήσεως και αποκρύψεως των αληθών, εν γνώσει διατελούσης και της τρίτης εναγόμενης η οποία έδρασε σημαντικώς... Η τρίτη εναγόμενη έδρασε κατ’ επάγγελμα... είχε εισχωρήσει στο οργανωθέν σχέδιο εξαπατήσεως του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας αποσκοπούσε στον πορισμό εισοδήματος με παράνομο τρόπο με αντίστοιχη βλάβη της ενάγουσας... Η ίδια ενήργησε κατά συνήθεια... έδρασε κατ’ επανάληψη με οργανωμένο σύστημα... με βάση τα ανωτέρω έγινε υπαίτιος του αδικήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος ως απλός συνεργός". Επίσης στις 31-3-2004 ο Μ. Κ. κατέθεσε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Απαντούσε μία γυναίκα με το όνομα Ε.. Μπορεί να το σήκωνε και η κατηγορούμενη... έκλεισε το πρώτο ραντεβού με τη γυναίκα μου στην ... με τον Π. ως Κ. και μία γυναίκα που ήταν η κατηγορούμενη... κατέβηκε και η κυρία και μίλησαν σαν γυναίκες περισσότερο... ήρθε ο Κ. με μία κυρία την κατηγορουμένη... από δω και πέρα δεν ανακατεύτηκε η κυρία. Μας είχε πει μέχρι τώρα ότι ήταν ωραίο το οικόπεδο... η συμμετοχή της κυρίας βοήθησε τους άλλους... ήταν εντονότατη η συμμετοχή της, συνέδραμε με την παρουσία της και τις δύο φορές... όταν είδα την κυρία στον ... ήμουν βέβαιος ότι ήταν η γυναίκα που μου έδειξε το οικόπεδο, πήγα και με τη γυναίκα μου στον ... και την αναγνώρισε και εκείνη... υπήρχε δόλος στην κατηγορουμένη... άκουγε η κατηγορουμένη ότι εμφανιζόταν ως Κ.ς και σαν κτηματομεσίτης ο Π.... άκουγε ότι τον προσφωνούσε η σύζυγός μου ως Κ. και δεν αντιδρούσε η κατηγορουμένη... μας κατέστρεψε και ζει πλουσιοπάροχα στον ...". Η δε εναγομένη Γ. συζ. Μ. Κ. κατέθεσε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Γνωρίζω την κατηγορουμένη, ήταν η κυρία που μας συνόδευσε με τον Κ. να δω το οικόπεδο, συστηθήκαμε με τον Κ., η κυρία άκουγε που έλεγα ο κ. Κ.ς, ο μεσίτης και δεν αντιδρούσε... εγώ κάθισα δίπλα της και ο Κ. στο πίσω κάθισμα. Την αναγνωρίζω με βεβαιότητα... μου είπε ότι κάνουν κτηματομεσιτικές εργασίες, η κυρία συμφωνούσε με τη σιωπή της... μου είπε ότι το οικόπεδο είναι καλό, ότι ο Κ. είναι καλό γραφείο". Από τα ως άνω αποδειχθέντα δεν αποδείχθηκε ότι οι ως άνω καταθέσεις με το ως άνω περιεχόμενο είναι ψευδείς, αφού σύμφωνα με τα ως άνω αναφερόμενα αποδείχθηκε η απλή συνέργεια της Ό. Π. στην προαναφερθείσα απάτη. Σε κάθε περίπτωση δε ο Μ. Κ., ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας και η σύζυγός του δεν είχαν πρόθεση να συκοφαντήσουν την Ό. Π. με όλα τα ανωτέρω που ανέφεραν σε βάρος της.

Συνεπώς δεν προσβλήθηκε η προσωπικότητά της με συκοφαντική δυσφήμηση ούτε όμως και με απλή δυσφήμηση, αφού οι ανωτέρω ενεργούσαν με τη γνώση και την πεποίθηση ότι πράγματι αυτή συμμετείχε, αυτή ήταν απλή συνεργός στην τελεσθείσα σε βάρος της ενάγουσας εταιρείας απάτη και πεπλανημένως πίστευαν ότι αυτή ήταν η εμφανιζόμενη ως Ε. στο μεσιτικό γραφείο, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα της συμπεριφοράς τους και συνακόλουθα του παράνομου, κατά παραδοχή του σχετικού κατ’ εκτίμηση ισχυρισμού τους ως κατ’ ουσία βάσιμου. Εξάλλου από το σύνολο της συμπεριφοράς τους δεν αποδεικνύεται πρόθεση αυτών να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή ως προς αυτήν η από 17-5-2005 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και είχαν απορριφθεί οι από 19-9-2005 και από 19-6-2006 αγωγές της κατά των πρώτης και δευτέρου αναιρεσιβλήτων και κατά των δευτέρου και τρίτης αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα. Ήδη με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη ένσταση από το άρθρο 367 Π.Κ. για άρση του αδίκου χαρακτήρα της αποδιδόμενης στους αναιρεσίβλητους αδικοπραξίας, την οποία δεν είχαν προτείνει αυτοί με τις έγγραφες προτάσεις που υπέβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε είχαν επαναφέρει με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του εφετείου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού από τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η συνδρομή των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας της δυσφημήσεως (συκοφαντικής ή απλής) ούτε εκείνων της εξυβρίσεως (και ειδικότερα δέχθηκε ότι τα αναφερόμενα στην αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και στις καταθέσεις των δευτέρου και τρίτης αναιρεσιβλήτων ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους αληθή, εκτός από τον ισχυρισμό τους ότι η εμφανισθείσα με το όνομα Ε. ήταν η αναιρεσείουσα, για τον οποίο όμως αυτοί πεπλανημένως πίστευαν ότι ήταν και αυτός αληθής, καθώς και ότι σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε η συνδρομή στo πρόσωπo του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, ενεργούντος ατομικά και ως εκπροσώπου της πρώτης, ούτε στο πρόσωπο της τρίτης αναιρεσίβλητης, του στοιχείου του δόλου, δηλαδή δεν αποδείχθηκε πρόθεση αυτών να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της αναιρεσείουσας), οι παραδοχές δε αυτές ήταν επαρκείς για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης, ενώ τα επί πλέον διαλαμβανόμενα σ’ αυτές περί άρσεως του παρανόμου της συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού τους (που πράγματι δεν είχε προβληθεί) τέθηκαν ως εκ περισσού.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα. Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν παρέχεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έδωσε στα αποδεικτικά μέσα τη βαρύτητα την οποία αποδίδει σ’ αυτά ο αναιρεσείων διότι η σχετική κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα εξής αποδεικτικά μέσα που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε: 1) την 6415/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 2) την 7243/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, 3) την 156/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, 4) την από 16-4-2007 αίτηση αναψηλαφήσεως του δευτέρου αναιρεσιβλήτου κατά της Ε. Κ. και κατά της 7243/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, 5) την 7176/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επί της αναψηλαφήσεως, 6) το 3364/1996 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, 7) το 4557/1996 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, 8) τα 619Α και 632/2004 πρακτικά και απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και τις περιεχόμενες σ’ αυτά μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων της Β. Μ., Ι. Μ. και Μ. Π., 9) τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεώς της ενώπιον της 13ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών και ειδικότερα: α) από 1-2-1996 των Β. Μ. και Ι. Μ., β) από 26-1-1996 και από 5-3-1996 του Ε. Π., γ) από 26-1-1996 του Α. Ο., δ) από 1-2-1996 και από 1-3-1996 του Ε. Χ., ε) από 1-2-1996 της Α. Β. και στ) από 9-2-1996 Σ. Μ., 10) α) την από 5-2-1990 βεβαίωση αποδοχών της της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, β) την από 5-2-1991 βεβαίωση αποδοχών της της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, γ) την από 5-2-1992 βεβαίωση αποδοχών της της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος και τη δήλωση φορολογίας της του έτους 1991 και δ) αντίγραφα καταστάσεων Ι.Κ.Α. για την καταβολή των εισφορών της κατά τα έτη 1978-1999, 11) αντίγραφο του ... λογαριασμού της στη Γενική Τράπεζα, κοινού με την κόρη της Μ. Π., 12) αντίγραφα: α) του ... λογαριασμού της στη Γενική Τράπεζα, κοινού με την κόρη της Μ. Π., β) του ... λογαριασμού της στη Γενική Τράπεζα, κοινού με την κόρη της Μ. Π. και την αδελφή της Μ. Χ. και γ) του ... λογαριασμού της στην Εθνική Τράπεζα, κοινού με τη μητέρα της Α. Τ. και την αδελφή της Μ. Χ., 13) αντίγραφο του από 21-6-1990 καταθετηρίου εγγράφου της Γενικής Τράπεζας, 14) αντίγραφο αναλυτικών στοιχείων δαπανών διαβιώσεως και ατομικής δηλώσεως κινητών περιουσιακών της στοιχείων με ημερομηνία 18-3-1992, 15) αντίγραφα των από 10-2-1986 και 5-2-1986 παραστατικών της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, 16) αντίγραφο της από 20-9-1989 εντολής εκδόσεως τραπεζικής επιταγής προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, 17) αντίγραφο του από 6-12-1991 δελτίου καταθέσεως της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, 18) επικυρωμένο αντίγραφο της …/1990 οικοδομικής άδειας της Νομαρχίας Αιτωλοακαρνανίας με ημερομηνία 10-9-1990, με συνημμένες τις .../18-6-1990 αποδείξεις εισπράξεως αμοιβής των πολιτικών μηχανικών Ι. Μ. και Λ. Σ., 19) αντίγραφα των από 3-7-1992, 1-10-1992 και 18-11-1992 εγγράφων του τμήματος πολεοδομίας της Νομαρχίας Αιτωλοακαρνανίας, 20) αντίγραφα: α) των από 10-8-1990, 5-11-1990, 11-4-1991, 20-4-1991 και 28-5-1991 τηλεγραφικών εντολών της προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με δικαιούχο τον Ι. Ν., εργολάβο σκυροδέματος και β) των από 13-11-1991 και 30-7-1991 τηλεγραφικών εντολών της προς την ίδια τράπεζα με δικαιούχο το Γ. Κ., κτίστη, 21) αντίγραφο της ...3-8-1990 αποφάσεως του Ι.Κ.Α. ..., 22) αντίγραφα των από 1-12-1990, 19-2-1991, 26-4-1991, 29-5-1991, 28-6-1991, 30-9-1991 και 30-9-1991 αποδείξεων εισπράξεως εισφορών Ι.Κ.Α. και Τ.Ε.Α.Ε.Δ.Ξ.Ε., 23) αντίγραφα δύο διπλοτύπων της Δ.Ο.Υ. ... με αριθμούς ... του έτους 1991, 24) αντίγραφο του από 1-10-1991 δελτίου παραγγελίας της επιχειρήσεως "...", 25) αντίγραφα: α) των από 7-7-1991, 3-9-1991, 18-9-1991, 4-11-1991, 8-11-1991, 16-11-1991, 10-12-1991 και 13-12-1991 αποδείξεων της επιχειρήσεως κατασκευών αλουμινίου και σιδήρου "Ε. Χ.", β) της από 14-10-1991 αποδείξεως του ηλεκτρολόγου Χ. Κ., γ) της από 10-8-1991 αποδείξεως του μηχανολόγου-ηλεκτρολόγου Σ. Σ., δ) της από 28-10-1991 αποδείξεως της επιχειρήσεως "Α.", ε) της από 8-10-1991 αποδείξεως της εταιρείας "..." και στ) των από 4-9-1990, 5-9-1990, 10-9-1990, 8-8-1991, 27-12-1991, 18-11-1991, 19-4-1991, 17-4-1991, 3-5-1991, 22-5-1991, 22-5-1991, 8-9-1991 και 26-7-1991 των επιχειρήσεων "Ν. Σ." και "...", 26) αντίγραφα: α) της από 6-9-1991 υπεύθυνης δηλώσεως του Θ. Μ., σοβατζή, μαζί με τα από 1-1-1992, 4-1-1992 και 7-1-1992 δελτία απασχολούμενων του οικείου οικοδομικού συνεργείου, β) της από 30-7-1992 υπεύθυνης δηλώσεώς της προς τη Δ.Ο.Υ. ... καθώς και του από 20-7-1992 τεχνικού υπομνήματος εγκαταστάσεως του ηλεκτρολόγου Χ. Κ. με την από 21-7-1992 απόδειξη πληρωμής προς αυτόν, γ) της από 20-7-1992 αποδείξεως εισπράξεως της Κοινοπραξίας Συνδέσμου Εργοληπτών-Ηλεκτρολόγων Αιτωλοακαρνανίας και δ) της από 21-1-1996 υπεύθυνης δηλώσεως της Α. Χ., υδραυλικού προς την 13η Ανακρίτρια Αθηνών, με την επισυναπτόμενη από 15-7-1991 απόδειξη αυτής. Επίσης ισχυρίζεται ότι τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα επικαλέστηκε και προσκόμισε τα μεν αναφερόμενα με τα στοιχεία 1 ως 9 για την απόδειξη της αβασιμότητας της από 17-5-2005 αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης κατ’ αυτής (ήτοι για την απόκρουση της επικληθείσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της ως συνεργού σε τετελεσμένη σε βάρος της ανωτέρω αναιρεσίβλητης απάτης) και για την απόδειξη της βασιμότητας της από 19-9-2005 αγωγής της κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και της από 19-6-2006 αγωγής της κατά των δευτέρου και τρίτης αναιρεσιβλήτων (με τις οποίες επικαλέσθηκε προσβολή της προσωπικότητάς της με συκοφαντικές και δυσφημιστικές διαδόσεις εκ μέρους τους), τα δε λοιπά για την απόδειξη της πολύ καλής περιουσιακής της καταστάσεως πριν από το φερόμενο ως χρόνο τελέσεως της αποδιδόμενης σ’ αυτήν αδικοπραξίας, καθώς και της προελεύσεως των εισοδημάτων της. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται πράγματι στην προσβαλλόμενη απόφαση η μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων αλλά η εσφαλμένη εκτίμησή τους, όπως προκύπτει και από το ότι με αυτόν προβάλλονται παράπονα για τις αιτιολογίες με τις οποίες το εφετείο αντέκρουσε ορισμένα από αυτά ως μη παρέχοντα απόδειξη των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς βεβαιώνεται ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του, μεταξύ άλλων, και "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσάγουν και επικαλούνται μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας τα οποία εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και εκείνα των οποίων για πρώτη φορά στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας γίνεται επίκληση και προσαγωγή εκ μέρους της εκκαλούσας όχι από πρόθεση στρεψοδικίας και βαρεία αμέλεια". Από τη βεβαίωση αυτή αλλά και από το σύνολο των προπαρατεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλομένης προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τη μη λήψη υπόψη των οποίων αποδίδει στην προσβαλλομένη η αναιρεσείουσα, καθενός από τα οποία δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση (αν και έγινε ειδική μνεία των εγγράφων που αναφέρονται πιο πάνω με τα στοιχεία 1 έως 6 και 8 έως 9).

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Οκτωβρίου 2013 αίτηση της Ό. Π. για αναίρεση της 5782/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 9 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ