343/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated343/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παράλληλα με τις ανωτέρω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, καταρτίστηκε μεταξύ της εκκαλούσας και αμφοτέρων των εφεσιβλήτων η από 15-9-1998 σύμβαση έργου, με την οποία ανατέθηκε στους τελευταίους η ίδρυση-οργάνωση υποκαταστήματος γενικών ασφαλειών στην Αθήνα και επί της οδού Ερμού αριθ. 2, ειδικότερα δε, τους ανατέθηκε η διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό της (εκκαλούσας).
Full text
Απόφαση 343 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 343/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:1. Σ. Τ. του Γ., κατοίκου ... και 2.Ί. Π. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σακελλαριάδη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΛΙΑΝΖ EΛΛΑΣ AE" πρώην "ALLIANZ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σολομονή Παραλίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1164/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4920/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-1-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 18-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολ.Δ λόγο του αναιρετηρίου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.
ΑΠ 26/2004 ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής : " Δυνάμει των από 1-10-1998 συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν εγγράφως μεταξύ της εναγομένης, ήδη εκκαλούσας, ασφαλιστικής εταιρείας και εκάστου των εναγόντων, ήδη εφεσιβλήτων, οι τελευταίοι προσελήφθησαν από αυτή, προκειμένου έκαστος να παρέχει την εργασία του στην εργοδότρια ως διευθυντής γραφείου πωλήσεων ασφαλίσεων.
Παράλληλα με τις ανωτέρω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, καταρτίστηκε μεταξύ της εκκαλούσας και αμφοτέρων των εφεσιβλήτων η από 15-9-1998 σύμβαση έργου, με την οποία ανατέθηκε στους τελευταίους η ίδρυση-οργάνωση υποκαταστήματος γενικών ασφαλειών στην Αθήνα και επί της οδού Ερμού αριθ. 2, ειδικότερα δε, τους ανατέθηκε η διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό της (εκκαλούσας).
Η σύμβαση αυτή υπαγόταν στις διατάξεις του άρθρου 19 Ν. 1569/1985, εφόσον οι εφεσίβλητοι ήταν ασφαλιστικοί υπάλληλοι συνδεόμενοι με την εκκαλούσα με σχέση εξαρτημένης εργασίας και παράλληλα ανατέθηκε σ' αυτούς η διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό της τελευταίας. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε τριετής, ήτοι από 1-10-1998 μέχρι 31-12-2001, διευθυντής δε πωλήσεων του υποκαταστήματος ορίστηκε ο πρώτος των εφεσιβλήτων, Σ.
Τ., και τεχνικός διευθυντής αυτού ο δεύτερος, Ί. Π., αμειβόμενοι αμφότεροι με μισθό, υπερπρομήθεια και bonus, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σύμβαση, καθώς και με bonus καλού αποτελέσματος και στόχων 10% επί του τελικού θετικού αποτελέσματος του υποκαταστήματος, συνυπολογιζομένων γενικών εξόδων έδρας 10%, ενώ συμφωνήθηκε ότι τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα οιουδήποτε έτους μεταφέρεται στα επόμενα έτη μέχρι πλήρους εξαλείψεώς του.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το ετήσιο αποτέλεσμα του υποκαταστήματος κατά τα έτη 1999, 2000 και 2001 (για την εξεύρεση του οποίου αφαιρούνται από το ποσό της ετήσιας παραγωγής τα ποσά των ζημιών, προμηθειών και εξόδων του ιδίου έτους) ήταν αρνητικό και ειδικότερα ανήλθε α) το έτος 1999 σε μείον 13.030.108,31 ευρώ, β) το έτος 2000 σε μείον 605.544,54 ευρώ και γ) το έτος 2001 σε μείον 1.109.178,87 ευρώ, ήτοι συνολικά σε μείον 14.744.831,72 ευρώ , με αποτέλεσμα οι εφεσίβλητοι να μη δικαιούνται το προαναφερόμενο bonus καλού αποτελέσματος και στόχων για την εν λόγω τριετία.
Ακολούθως, καταρτίστηκε μεταξύ της εκκαλούσας και αμφοτέρων των εφεσιβλήτων η από 1-2-2002 σύμβαση έργου με αντικείμενο την οργάνωση του ως άνω ιδρυθέντος υποκαταστήματος γενικών ασφαλειών και ειδικότερα τη διαμεσολάβηση των τελευταίων στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασμό της εκκαλούσας. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε τριετής, ήτοι από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2004, διευθυντής δε πωλήσεων του υποκαταστήματος και τεχνικός διευθυντής αυτού παρέμειναν οι εφεσίβλητοι, Σ.
Τ. και Ί. Π. αντίστοιχα, αμειβόμενοι αμφότεροι με μισθό, υπερπρομήθεια και bonus, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σύμβαση, καθώς και με bonus καλού αποτελέσματος και στόχων 10% επί του τελικού θετικού αποτελέσματος του υποκαταστήματος, συνυπολογιζομένων γενικών εξόδων έδρας 15%, ενώ συμφωνήθηκε ότι τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα οιουδήποτε έτους μεταφέρεται στα επόμενα έτη μέχρι πλήρους εξαλείψεώς του.
Εξάλλου, το άρθρο 1 παρ. 1 της από 1-2-2002 σύμβασης ορίζει ότι στόχος παραγωγής είναι α) από 1-1-2002 έως 31-12-2002 επιπλέον 15% επί της συνολικής παραγωγής του έτους 2001, β) από 1-1-2003 έως 31-12- 2003 επιπλέον 12,5% επί της συνολικής παραγωγής του έτους 2002 και γ) από 1-1-2004 έως 31-12-2004 επιπλέον 10% επί της συνολικής παραγωγής του έτους 2003, ενώ το άρθρο 4 αυτής ορίζει σχετικά με την υπερπρομήθεια του διευθυντή πωλήσεων και του τεχνικού διευθυντή τα εξής :
α) Για τον κλάδο αυτοκινήτων 1) στην παραγωγή του 2001 κατά το επόμενο έτος κ.ο.κ.. η υπερπρομήθεια είναι 0,375% και 2) στο υπερβάλλον της εκάστοτε παραγωγής του αμέσως προηγούμενου έτους και μόνο 0,75% και β) για τους λοιπούς κλάδους 1 ) στην παραγωγή του 2001 κατά το επόμενο έτος κ.ο.κ. η υπερπρομήθεια διατηρησιμότητας θα είναι 1,5% και 2) στο υπερβάλλον της εκάστοτε παραγωγής του αμέσως προηγούμενου έτους και μόνο 3%.
Με το ίδιο άρθρο διευκρινίζεται ότι η υπάρχουσα παραγωγή θεωρείται ανανεώσιμη τον επόμενο χρόνο και γι' αυτό αμείβεται με μικρότερο ποσοστό έναντι της νέας παραγωγής, που ως τέτοια θα θεωρείται το εκάστοτε υπερβάλλον της αμέσως προηγούμενης ετήσιας περιόδου, ορίζεται δε, ότι τα προαναφερόμενα ποσοστά υπερπρομήθειας δεν θα μπορούν να υπερβούν κατά μέσο όρο το 2% επί του συνόλου της ετήσιας καθαρής παραγωγής (ανανεώσεις + νέα, πλην ακυρώσεις ).
Από τα ως άνω εκτεθέντα σαφώς προκύπτει ότι η από 1-2-2002 σύμβαση αποτελεί συνέχεια της από 15-9-1998 αρχικής σύμβασης, χωρίς να αναιρείται τούτο από το γεγονός ότι διαφοροποιείται από την αρχική σε ορισμένα σημεία και συγκεκριμένα : α) Στο άρθρο 1 αυτής και κάτω από την παράγραφο 1, που αναφέρεται στα ποσοστά του στόχου παραγωγής, έχει προστεθεί η εξής σημείωση (η οποία δεν υπήρχε στην από 15-9-1998 σύμβαση) : "Έκτακτα γεγονότα που επηρεάζουν το σύνολο της αγοράς (Ελληνικές ή Διεθνείς συγκυρίες), όπως η καθιέρωση ελαχίστων υποχρεωτικών ασφαλίστρων από τους αντασφαλιστές ή επιβολή γενικής υποχρεωτικής αύξησης των υφισταμένων ασφαλίστρων, δεν θα λαμβάνονται υπόψη στα πιο πάνω ποσοστά", β) στο άρθρο 3 η διάρθρωση παραγωγής του κλάδου αυτοκινήτων ορίζεται κατ' ανώτατο όριο σε ποσοστό 20% (+ / -5%) του συνόλου της παραγωγής, ενώ με την αρχική σύμβαση το ποσοστό τούτο είχε οριστεί σε 40% του συνόλου της παραγωγής, έχει απαλειφθεί από το κείμενο της από 1-2-2002 σύμβασης η υπάρχουσα στην αρχική σύμβαση σημείωση "Καταστροφικοί" κίνδυνοι Π.χ.
πλημμύρες, σεισμοί κλπ. δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε στους δείκτες ζημιών ούτε και για χορήγηση οιουδήποτε bonus καλού αποτελέσματος. Για λόγους απλούστευσης υπολογισμού θα αφαιρούνται τόσο οι ζημίες όσο και το αντασφάλιστρο, που αφορούν τους Αντασφαλιστές καταστροφικής προστασίας", δ) έχει απαλειφθεί από το κείμενο της από 1-2-2002 σύμβασης ο πίνακας προϋπολογισμού ετήσιων εξόδων υποκαταστήματος, που υπήρχε στην αρχική σύμβαση, ε) τα συνυπολογιζόμενα για την εξεύρεση του bonus καλού αποτελέσματος γενικά έξοδα έδρας, ορίζονταν σε ποσοστό 10% με την αρχική σύμβαση, ενώ με την από 1-2-2002 σύμβαση ορίζονται σε ποσοστό 15%, στ) το δικαίωμα ανάληψης κινδύνων ορίζεται με την αρχική σύμβαση σε ποσοστό 50% της εξασφαλισμένης με αντασφαλιστικές συμβάσεις δυνατότητας ανάληψης κινδύνων της εταιρείας ανά κλάδο, ενώ με την από 1-2- 2002 σύμβαση το ως άνω δικαίωμα ορίζεται σε ποσοστό 75% και ζ) έχει απαλειφθεί από το κείμενο της από 1-2-2002 σύμβασης ο όρος ότι σε περίπτωση πρόωρης λύσης της σύμβασης λόγω μη επίτευξης των τεθέντων στόχων, το κόστος των αποζημιώσεων του υπαλληλικού προσωπικού θα βαρύνει τους δύο διευθυντές του υποκαταστήματος.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η από 1-2-2002 σύμβαση έργου λειτούργησε κανονικά μέχρι 31-12-2004, οπότε έληξε με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειας ισχύος της. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι το ετήσιο αποτέλεσμα του υποκαταστήματος κατά τα έτη 2002, 2003 και 2004 (για την εξεύρεση του οποίου αφαιρούνται από το ποσό της ετήσιας παραγωγής τα ποσά των ζημιών, προμηθειών και εξόδων του ιδίου έτους) ήταν αρνητικό για το έτος 2002 και θετικό για τα έτη 2003 και 2004, ειδικότερα δε, ανήλθε α) το έτος 2002 σε μείον 476.666,54 ευρώ, β) το έτος 2003 σε 65.350,50 ευρώ και γ) το έτος 2004 σε 1.968.778,91 ευρώ, ήτοι συνολικά σε 1.557.462,87 ευρώ.
Δεδομένου, όμως, ότι το τελικό αποτέλεσμα της προηγούμενης τριετίας (1999, 2000, 2001) ήταν αρνητικό για το συγκεκριμένο υποκατάστημα, ανερχόμενο σε μείον 14.744.831,72 ευρώ, ήτοι σε ποσό που υπερβαίνει το τελικό θετικό αποτέλεσμα της τριετίας 2002, 2003, 2004, με το οποίο πρέπει να συνυπολογιστεί, συνακόλουθα το τελικό, μετά τον ως άνω συνυπολογισμό, αποτέλεσμα της τριετίας 2002, 2003, 2004 είναι αρνητικό, ανερχόμενο σε μείον 13.187.368,85 ευρώ.
Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι εφεσίβλητοι δεν δικαιούνται bonus καλού αποτελέσματος και στόχων για την επίδικη τριετία λόγω του αρνητικού τελικού αποτελέσματος αυτής.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εκκαλούσα να καταβάλει σε καθένα από τους εφεσιβλήτους το ποσό των 77.873,14 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 12-7-2005, δεχόμενο ότι η επίδικη σύμβαση έργου είναι ανεξάρτητη από την αρχική από 15-9-1998 σύμβαση, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της υπό κρίση έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου, να εξαφανιστεί, αφού κρατηθεί δε η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικαστεί κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Από τις ως άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, εμμέσως, πλην σαφώς, την ύπαρξη αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως που αποτυπώθηκαν στην μεταξύ των διαδίκων μερών καταρτισθείσα από 1-2-2002 σύμβαση έργου, σχετικώς με το ζήτημα, αν, προκειμένου να διαπιστωθεί το δικαίωμα λήψεως του bonus καλού τελικού αποτελέσματος, ο συμβατικός όρος ότι το (θετικό ή αρνητικό ) αποτέλεσμα κάθε έτους λειτουργίας της σύμβασης μεταφέρεται στο επόμενο έτος έχει τη έννοια του έτους εντός της τριετίας ( 2002-2004 ) που ίσχυσε η εν λόγω σύμβαση ή και των προηγουμένων ετών 1998-2001 που ίσχυσε η από 1-10-1998 σύμβαση, από την οποία προέκυψαν αρνητικά αποτελέσματα, κατέληξε δε στο πόρισμα ότι η ένδικη σύμβαση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης τριετούς σύμβασης και ότι ο συμφωνηθείς όρος ότι για τη λήψη κατά τη λήξη της δεύτερης σύμβασης του bonus το τυχόν αρνητικό (οικονομικό ) αποτέλεσμα οιουδήποτε έτους θα μεταφέρεται στο επόμενο έτος, έχει την έννοια ότι θα λαμβάνονται υπόψη τα τυχόν αρνητικά αποτελέσματα και της προηγούμενης σύμβασης, ώστε οι ενάγοντες να δικαιούνται bonus αν προέκυψε συνολικό θετικό αποτέλεσμα εντός της εξαετίας.
Για το σχηματισμό, όμως, του αποδεικτικού ως άνω πορίσματος παρέλειψε να προσφύγει, ως όφειλε, στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., στις οποίες ουδόλως αναφέρεται, ούτε παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία προκύπτει κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, η αληθινή έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων.
Έτσι, όμως, κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, κατά τον βάσιμο πρώτο υπό στοιχ. γ ' από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου. Κατ' ακολουθίαν πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες, αφού γίνεται δεκτή η αίτησή τους ( άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012 ).
Η αναιρεσίβλητη πρέπει, ως ηττηθείσα, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4920/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000 ) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ