343/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated343/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 του Κ.Πολ.Δ), τα οποία, κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 § 18 ΕισΝ ΚΠολΔ και 5 § 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/ 1992 Κ.Υ.Α., ορίζονται μειωμένα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 343 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 343/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Γ. Ν., συζ. Χ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Μακρυγιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 348/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 381/2010 του Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 5-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και την απόρριψη του δευτέρου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, της από 15-9-2011 αίτησης, για αναίρεση της 381/2010 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι με τους όρους της συμφωνίας τους αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές (ΟλΑΠ 28/2005).
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ο χαρακτηρισμός δε μιας συμβάσεως, ως εργασίας ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 19/2007, 18/2006). Εξ άλλου, ο δημόσιος τομέας οριοθετήθηκε με το αρ. 1 § 6 ν. 1256/1982, σ` αυτόν δε υπήγοντο και οι θυγατρικές κρατικών τραπεζών ανώνυμες εταιρίες, εφόσον οι τράπεζες κατείχαν την πλειοψηφία του εταιρικού τους κεφαλαίου.
Με το άρθρ. 51 ν. 1892/1990 έγινεν επαναοριοθέτηση του δημόσιου τομέα, δεν επαναλήφθηκε όμως ότι ανήκουν στον δημόσιο τομέα οι θυγατρικές εταιρείες τραπεζών, ενώ με το ΠΔ 307/1996 ετέθη εκτός δημοσίου τομέα και η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος. Στο άρθρο μόνο, όμως, του ως άνω Π.Δ., αφού αναφέρεται ότι η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος εξαιρείται από τις διατάξεις που αφορούν τον δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναοριοθετήθηκε με το άρθρ. 51 § 1 ν. 1892/1990 και συμπληρώθηκε με το άρθρ. 4 § 6 ν. 1943/1991, στο τέλος ορίζεται "...πλην των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού...".
Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η Α.Τ.Ε. και οι θυγατρικές εταιρείες της ως προς τις προσλήψεις προσωπικού εξακολουθούν να υπάγονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ 1872/2008). Κατά δε το άρθρο 6 του Ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα, με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.
ΑΚ ή με άλλες διατάξεις απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρέπει να εκτελεσθεί σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του.
Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ` ολοκληρίαν άκυρη. Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001. Στην ελληνική έννομη τάξη ενσωματώθηκε, αφενός με το ΠΔ 81/2003, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, (η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003) και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004.
Επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ή έργου, που καταρτίσθηκαν από το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Επιχειρήσεις και Οργανισμούς κοινής ωφέλειας, πριν από την έναρξη ισχύος: 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις έργου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και λοιπών διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), ακόμη δηλαδή και αν κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των διατάξεων του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011).
Τέλος, ο ασφαλιστικός σύμβουλος, που είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κατά το άρθρο 16 του Ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2170/1993, μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτορείων ή μεσιτών, με βάση σύμβαση, έναντι προμηθείας, για την πρόσκτηση εργασιών (ΑΠ 905/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 20-4-2005 αγωγή της εξέθετε ότι την 1-4-1997 καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΖΩΗΣ ΑΑΕΖΥ", η οποία στη συνέχεια απορροφήθηκε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", θυγατρική της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", σύμβαση που ονομάστηκε "σύμβαση παραγωγού ασφαλίσεων" και ταυτόχρονο "παράρτημα - ειδικός όρος σύμβασης έργου" δυνάμει των οποίων προσλήφθηκε με δήθεν καθήκοντα τη μεσολάβηση μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και των πελατών για την κατάρτιση συμβάσεων ασφαλειών ζωής, αμειβομένη με προμήθεια επί της αξίας των συμβολαίων και επιπρόσθετα με το έργο που αποσκοπεί στην ποιοτική και ποσοτική ανάπτυξη των ασφαλιστικών εργασιών της εταιρείας, στην πραγματικότητα όμως από την πρώτη ημέρα της προσλήψεώς της και συνεχώς έκτοτε εκτέλεσε εντός των γραφείων της ασφαλιστικής εταιρείας αποκλειστικά και μόνο τα καθήκοντα της υπαλλήλου με ιδιαίτερο ζήλο και αφοσίωση χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αντίρρηση από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης και δη τα καθήκοντα της γραμματέως και τηλεφωνήτριας, τα καθήκοντα διαχειρίσεως του service χαρτοφυλακίου, την είσπραξη ασφαλίστρων, την παροχή υπηρεσιών προς τους υποψήφιους πελάτες, όπως αναλύονται στην αγωγή, ακολουθώντας τις οδηγίες και εντολές του εκάστοτε Προϊσταμένου της ως και κάθε άλλη εργασία που της ανέθετε αυτός, τελώντας υπό τον συνεχή έλεγχο και εποπτεία αυτών και συμμορφούμενη με τις εντολές και οδηγίες τους.
Ότι ακολουθούσε συγκεκριμένο ωράριο εργασίας, αμείβετο με σταθερό μηνιαίο μισθό 675 ευρώ αφαιρουμένων 277 ευρώ μηνιαίως για ασφαλιστικές εισφορές και όχι με ποσοστά ή προμήθεια, όπως θα συνέβαινε αν εκτελούσε καθήκοντα παραγωγού ασφαλίσεων, της χορηγείτο κανονική ετήσια άδεια, όπως και στους λοιπούς υπαλλήλους, της χορηγήθηκε επίσης άδεια λοχείας ενώ δεν συνήψε ποτέ κανένα συμβόλαιο ζωής, στα πλαίσια δε της χορηγούμενης τότε δυνατότητας σε όλους τους υπαλλήλους της εναγομένης εισέπραξε μόνο προμήθεια 37.233 δρχ.
το έτος 2000, 66.372 δρχ. το 2001, 237,37 ευρώ το έτος 2002, 256,33 ευρώ το 2003 και 266,52 ευρώ το έτος 2004 από ασφάλιστρα αυτοκινήτων. Ότι, μετά την ισχύ του ΠΔ 164/ 2004 υπέβαλε στην εναγομένη την από 11 Οκτωβρίου 2004 αίτησή της, η οποία έλαβε αριθμό πρωτ. 34908/22-10-2004, με την οποία ζήτησε να μονιμοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Προεδρικού Διατάγματος, συντρεχουσών προς τούτο όλων των προϋποθέσεων του νόμου, αφού επί οκταετία προσέφερε συνεχώς και χωρίς καμμιά διακοπή τις υπηρεσίες της, στο ίδιο αντικείμενο, καλύπτοντας πάγιες, διαρκείς και μονίμως υφιστάμενες ανάγκες της εναγομένης, προς επίτευξη του επιδιωκόμενου από την τελευταία επιχειρηματικού σκοπού.
Ότι, για τη διαπίστωση της συνδρομής των άνω προϋποθέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004 αρμόδιο ήταν το ΔΣ της εναγομένης, το οποίο όφειλε ν' αποφανθεί επί της αιτήσεώς της μέχρι 14-12-2004, η κρίση δε αυτού να διαβιβασθεί αμέσως στο Α.Σ.Ε.Π., το οποίο έπρεπε ν' αποφανθεί μέχρι 14-3-2005. Ότι ενώ το θέμα εκκρεμούσε στο ΑΣΕΠ, η εναγομένη την 3-2-2005 της κοινοποίησε την από 27-1-2005 εξώδικη καταγγελία της συμβάσεως, χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση απολύσεως.
Με βάση τα ανωτέρω και την επίκληση ότι η ονομασία της συμβάσεως ως "σύμβασης έργου" δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά ότι η συνδέουσα τα διάδικα μέρη σύμβαση καθόλη τη διάρκειά της, ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία η εναγομένη κατήγγειλε ακύρως, χωρίς τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων και δη καταβολής αποζημιώσεως, αλλά και καταχρηστικά μετά συνεχή απασχόληση οκτώ ετών, από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπό της, για το λόγο ότι προσέφυγε στη διαδικασία που προβλέπεται από το Π.Δ. 164/2004, ζήτησε, μεταξύ άλλων, ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 3-2-2005 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ένδικη αγωγή με το περιεχόμενο και τα αιτήματα που προαναφέρθηκαν και προσβάλλονται με την εκκαλούμενη απόφαση είναι μη νόμιμη και πρέπει ν' απορριφθεί. Και τούτο διότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 του Συντάγματος και 14 ν. 2190/1994 δεν ήταν δυνατόν να συσταθεί νόμιμα εργασιακή σχέση οποιασδήποτε μορφής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα στον οποίο ανήκαν ως θυγατρικές της ΑΤΕ, της οποίας μοναδικός μέτοχος μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2000 ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, τόσο η "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ - ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΑΕΖΥ" (στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας συμμετείχε η ΑΤΕ κατά τα έτη 1994 - 1998 κατά ποσοστό 76%) όσο και η καθολική διάδοχός της - εναγομένη "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας συμμετείχε η ΑΤΕ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα κατά ποσοστό 83,5%), παρά μόνο με διαγωνισμό ή επιλογή.
Επομένως και αληθή υποτιθέμενα τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, εφόσον δεν συνέτρεξαν κατά την πρόσληψη της ενάγουσας οι ως άνω προϋποθέσεις (διαγωνισμός ή επιλογή) η σύμβαση εργασίας της ήταν εξ υπαρχής άκυρη και η σχέση που την συνέδεε με την "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ - ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΑΕΖΥ" και στη συνέχεια με την ως άνω καθολική διάδοχό της - εναγομένη ήταν αυτή της απλής εργασιακής σχέσης, με αποτέλεσμα η τελευταία, η οποία έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της από 3-2-2005 να μην περιέλθει σε υπερημερία και να μην υποχρεούται ούτε στη συνέχιση της σχέσης εργασίας...
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς τα άνω αιτήματα, (τα οποία στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα), έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει, παρότι η εκκαλούσα παραπονείται για την απόρριψη της αγωγής ως προς τα αιτήματα αυτά ως ουσιαστικά αβάσιμης, να εξαφανιστεί ως προς τη διάταξή της αυτή και ν' απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή ως προς αυτά...".
Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά το κεφάλαιο ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Και τούτο διότι, "η σύμβαση εργασίας", που στην πραγματικότητα είχε συνάψει η ενάγουσα με τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης δεν έπασχε ακυρότητα εκ του λόγου ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την πρόσληψή της και συγκεκριμένα γιατί δεν τηρήθηκαν κατ' αυτήν οι διατάξεις του Ν. 2190/1994, 103 παρ. 7 του Συντάγματος και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, αφού:
α) η σύμβαση αυτή είχε συναφθεί την 1-4-1997, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, του Π.Δ. 164/2004 και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος του 2001, αλλά και του άρθρου 1 επ. Ν. 2527/1997, β) εξακολουθούσε να ισχύει κατά την έναρξη ισχύος αυτών, γ) η ενάγουσα με την παροχή των άνω υπηρεσιών της, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, κάλυπτε πάγιες, διαρκείς και μονίμως υφιστάμενες ανάγκες της εναγομένης, υπό τον έλεγχο και εποπτεία των αρμοδίων οργάνων της και εκ τούτου είχε αποκτήσει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σε χρόνο προγενέστερο της ισχύος των διατάξεων αυτών, τον οποίο (χαρακτήρα) διατήρησε και μετά την ισχύ αυτών και το οποίο δεν ερεύνησε το Εφετείο, παρά το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε η αγωγή, κατά το άνω κεφάλαιο ως μη νόμιμη, είναι βάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτής που έκρινε μη νόμιμη την αγωγή κατά το κεφάλαιο που αφορούσε αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας της συνδέουσας τα διάδικα μέρη σύμβασης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων.
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 του Κ.Πολ.Δ), τα οποία, κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 § 18 ΕισΝ ΚΠολΔ και 5 § 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/ 1992 Κ.Υ.Α., ορίζονται μειωμένα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος, την υπ` αριθ. 381/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό πενήντα (1.150) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ