343/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚοινωνία δικαιώματος. Λύση κοινωνίας. Εκδοτική επιχείρηση. Επιδίκαση επιχείρησης στον κοινωνό που θεωρείται καταλληλότερος να τη συνεχίσει κατά τρόπο επωφελή (άρθρο 483 του Κ.Πολ.Δ.) Απορρίπτει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Επικυρώνει την 389/2009 απόφαση Εφετείου Αθηνών).
Legislator headnote
AI generated343/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί μετά από εκτίμηση των αποδείξεων ότι η επιχείρηση έκδοσης και κυκλοφορίας της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" δεν αποτελεί εταιρία αστικής ή άλλης μορφής, επειδή δεν τηρήθηκαν οι όροι δημοσιότητας που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 784 του Α.Κ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 343 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Κοινωνία δικαιώματος. Λύση κοινωνίας. Εκδοτική επιχείρηση. Επιδίκαση επιχείρησης στον κοινωνό που θεωρείται καταλληλότερος να τη συνεχίσει κατά τρόπο επωφελή (άρθρο 483 του Κ.Πολ.Δ.) Απορρίπτει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Επικυρώνει την 389/2009 απόφαση Εφετείου Αθηνών).
ΑΡΙΘΜΟΣ 343/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Δημητρίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Κ. Κ., κατοίκου ... και 2. Α. Ι. Ζ., κατοίκου ... ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημοσθένη Κορέσση και Γεώργιο Στεφανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και με την από 24-3-1998 ανταγωγή δια των προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 941/2000 μη οριστική, 7174/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 2-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί μετά από εκτίμηση των αποδείξεων ότι η επιχείρηση έκδοσης και κυκλοφορίας της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" δεν αποτελεί εταιρία αστικής ή άλλης μορφής, επειδή δεν τηρήθηκαν οι όροι δημοσιότητας που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 784 του Α.Κ.
για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας, ούτε εκδηλώθηκε ποτέ από τους κοινωνούς βούληση ίδρυσης των στενότερων δεσμεύσεων μεταξύ των κοινωνών που να οδηγούν σε εταιρική σχέση (animus societatis), αλλά ότι αποτελεί κοινωνία δικαιώματος και με βάση τις παραδοχές αυτές να κρίνει ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε τη λύση της κοινωνίας και την επιδίκαση της επιχείρησης στους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους έναντι καταβολής της αξίας του μεριδίου του αναιρεσείοντος και να απορρίψει ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος, εσφαλμένα εφάρμοσε τις περί κοινωνίας διατάξεις του Α.Κ., οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 741, 766 και 777 επ.
του Α.Κ., περί λύσεως δια καταγγελίας και εκκαθάρισης της εταιρίας, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, δεδομένου ότι υφίστανται όλα τα αξιούμενα από το άρθρο 741 του Α.Κ. στοιχεία για τον χαρακτηρισμό της εκδοτικής επιχείρησης ως εταιρίας, ήτοι συμφωνία, επιδίωξη κοινού σκοπού και κοινές εισφορές. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του πλήττεται η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων ( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ).
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος (Α.Π. 1208/08, 920/98).
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι αποτελούν μέλη της κοινωνίας αστικού δικαίου από την κληρονομιά Α. Κ., με αντικείμενο την επιχείρηση εκδόσεως και κυκλοφορίας της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ", με ποσοστό συμμετοχής εκάστου κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου.
Η εφημερίδα αυτή ιδρύθηκε ως καθημερινή, τοιαύτη, το έτος 1894, από τον ποιητή Γ. Δ., το έτος δε 1898, μεταβιβάσθηκε στον δημοσιογράφο Ά. Κ., ο οποίος συνέχισε την έκδοσή της μέχρι το θάνατό του το έτος 1918. Έκτοτε (1918) η επιχείρηση περιήλθε στους κληρονόμους του Α. Α. Κ., Κ. Α. Κ. και Α. Α. Κ., στον καθένα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου.
Κατόπιν διαδοχικών κληρονομικών διαδοχών, περιστατικά που συνομολογούνται από τους διαδίκους, ο πρώτος ενάγων Ά. Κ. του Κ. έχει καταστεί συγκοινωνός, κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου, κατόπιν κληρονομικής διαδοχής από τον πατέρα του Κ. Αδ. Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 8-4-1974, ο δεύτερος ενάγων Α. Ζ. του Ί. (εκ μητρός δισέγγονος του ιδρυτή Α.
Κ.) έχει καταστεί συγκοινωνός κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου από δωρεά από την Α. χήρα Α. Κ. και Ε. χήρα Ί. Ζ., δυνάμει των υπ' αριθμ. 20405 και 20406/18-6-1997 δωρητηρίων συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Αργυριάδου - Χόνδρου, και ο εναγόμενος - αντενάγων Ν. Σ., εκ μητρός δισέγγονος του ιδρυτή Α. Κ., έχει καταστεί συγκοινωνός κατά το ίδιο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του από 1-6-1990 ιδιωτικού συμφωνητικού, από την μητέρα του Δ.
Ι. Σ.. Όπως ήδη αναφέρθηκε, αντικείμενο της επιχειρήσεως είναι η έκδοση και κυκλοφορία της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" η οποία, από της ιδρύσεως της, διευθυνόταν αρχικώς από τον Ά. Κ. και στη συνέχεια από τους απογόνους του, όλους δημοσιογράφους, και δη κατά σειράν: Α. Κ. (1918-1950), Κ.ς Κ. (1918-1974), Ά. Κ., πρώτος ενάγων (1974-1997), Α.
Ζ., δεύτερος ενάγων (1997 και εφεξής). Η επιχείρηση αυτή έχει ως έδρα της νεοκλασικό τριώροφο ακίνητο που βρίσκεται στην οδό ... στην ..., το οποίο ανήκει στην συγκυριότητα των Ά. Κ., Α. Ζ. (εναγόντων) και Α.ς Κ., την χρήση του οποίου έχουν παραχωρήσει στην επιχείρηση αντί καταβολής μισθώματος ποσού 1.370 ευρώ, μηνιαίως.
Η επιχείρηση που εκδίδει την εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ", η οποία στην προμετωπίδα της φέρεται ως "Εφημερίς Εστία -Κοινωνία Αστικού Δικαίου εκ κληρονομιάς Α. Κ.", δεν έχει νομική προσωπικότητα, αφού δεν τηρήθηκαν οι όροι δημοσιότητας που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 784 ΑΚ, οι οποίοι συνιστούν και την ελάχιστη προϋπόθεση για την απόκτηση της νομικής προσωπικότητας αστικής ή ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας ούτε τηρήθηκαν διατυπώσεις αναγκαίες για την ίδρυση νομικού προσώπου άλλου τύπου.
Συνεπώς υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι εν προκειμένω τα ίδια τα φυσικά πρόσωπα (διάδικοι) ως κοινωνοί δικαιώματος, η δε κοινή περιουσία απαιτεί κοινή διαχείριση από τους φορείς της, η οποία (κοινή διαχείριση) γίνεται εκ των πραγμάτων ο κοινός σκοπός των κοινωνών ως προς τα κοινά δικαιώματα τους.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου, προταθείς και με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και εκφερόμενος ήδη, με την κρινομένη έφεση ως τρίτος λόγος αυτής, ότι η νομική μορφή της προκειμένης επιχείρησης είναι αυτή της εν τοις πράγματι ομόρρυθμης εταιρείας ή σε κάθε περίπτωση της εταιρείας του Αστικού Κώδικα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, για τους εξής λόγους:
τα διάδικα μέρη αλλά και οι δικαιοπάροχοι αυτών (απώτεροι και απώτατοι), δεν προκύπτει, ότι εξεδήλωσαν τη βούληση ίδρυσης των στενότερων δεσμεύσεων μεταξύ των κοινωνών, που να οδηγούν σε εταιρική σχέση (δεσμός στενότερος από τη σχέση των κοινωνών) ήτοι σε animus societatis, η οποία και απαιτείται να εκδηλώνεται εκ μέρους όλων των κοινωνών και όχι μόνον εκ μέρους ενός ή μερικών τούτων.
Προκύπτουν επίσης ενδείξεις ότι τα μέρη (θετικά) δεν είχαν ποτέ την βούληση ίδρυσης εταιρικής σχέσης και δη: (α) τα μέρη, παρά το κατ' αρχήν άτυπο της εταιρικής σύμβασης (αρθρ. 158 ΑΚ) ουδέποτε αποφάσισαν να καταρτίσουν έγγραφη εταιρική συμφωνία, για να λύσουν τουλάχιστον τα θέματα των εισφορών εκάστου (υλικών εισφορών, εισφοράς προσωπικής εργασίας κλπ) και της διαχείρισης της επιθυμουμένης εταιρείας, έγγραφο που θα ήταν μάλιστα απαραίτητο, αν εισφέρονταν - όχι απλώς κατά χρήση αλλά κατά κυριότητα σε όλους του κοινωνούς - και ακίνητα για την εκπλήρωση των σκοπών της εταιρείας αλλά και περαιτέρω για το θέμα της διαχείρισης, η εταιρική συμφωνία πρακτικά χρειάζεται για να διευκολύνει τη λήψη αποφάσεων κατά πλειοψηφία κλπ δοθέντος - και υπό την εταιρική εκδοχή -ότι η έλλειψη εταιρικής συμβάσεως θα προκαλούσε αβεβαιότητες και καθυστερήσεις με συνέπεια τη δυσλειτουργία αυτής και την ανάσχεση επιτεύξεως του εταιρικού σκοπού (β) το γεγονός της συχνής εναλλαγής κοινωνών, η οποία είναι δυνατή επί κοινωνίας (αρθρ. 793, 1710 ΑΚ) αλλά όχι, κατ' αρχήν, επί εταιρείας (αρθρ. 761, 773 ΑΚ).
Στην προκειμένη υπόθεση, πράγματι υπήρξαν αφ' ενός θάνατοι κοινωνών που, αν επρόκειτο για εταιρεία, θα δημιουργούσαν προβλήματα (ανάγκη ύπαρξης συμφωνίας που να μην προβλέπει απλώς τη συνέχιση της εταιρείας, αλλά και το αν θα μετέχουν οι κληρονόμοι σ' αυτήν - αρθρ. 773 ΑΚ). Εντούτοις οι θάνατοι αυτοί θεωρήθηκαν προφανώς φυσιολογικοί λόγοι περιέλευσης των μεριδίων στους κληρονόμους ενώ αφ' ετέρου υπήρξαν μεταβιβάσεις μεριδίων εν ζωή και ειδικά μάλιστα στη γραμμή του εναγομένου, οπότε προφανώς τα μέρη θεωρούσαν ότι μεταβιβάζουν τα ελευθέρως μεταβιβάσιμα μερίδια κοινωνών και όχι την αμεταβίβαστη εταιρική μερίδα (γ) το γεγονός ότι στην υπογραφόμενη από όλους τους κοινωνούς (και τον εναγόμενο) δήλωση της 25-4-1996 προς τον αρμόδιο Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 40 παρ. 5 του Ν. 1806/1988, ρητά αναφέρεται (υπό αριθμ. 2) ότι η επιχείρηση έκδοσης της "ΕΣΤΙΑΣ" "λειτουργεί υπό την μορφή της Κοινωνίας Αστικού Δικαίου" και (υπ' αριθμ. 3) ότι δεν αποτελεί "εταιρίαν αστικήν ή άλλης μορφής" όπως τονίζεται δε στην αρχή της δήλωσης, πανομοιότυπες δηλώσεις υποβάλλονται κάθε χρόνο στον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Προκύπτει, δηλαδή, μια δεδηλωμένη βούληση των κοινωνών ότι επιλέγεται απ' αυτούς η μορφή της κοινωνίας, ως διέπουσα τις μεταξύ τους σχέσεις, και απορρίπτεται η λύση της εταιρείας. Τούτο καθίσταται περαιτέρω εναργές συνδυαζόμενο με την αντίστοιχη αοριστία του ισχυρισμού του εναγομένου, όπως εκφέρεται με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού δεν διευκρινίζεται πότε υπήρξε για πρώτη φορά ο animus societatis και μεταξύ ποίων κοινωνών (μεταξύ των κληρονόμων του ιδρυτή Ά.
Κ. ή μεταξύ των εξ αυτών επιζησάντων Κ. και Α. και των κληρονόμων του προαποβιώσαντος Α. ή μεταξύ των κληρονόμων της νεώτερης γενιάς κλπ). Η διάχυτη αυτή αοριστία δυσχερώς συμβιβάζεται με την αποδοχή σύναψης εταιρικής συμβάσεως, η οποία πρέπει να διέπεται, λόγω των σημαντικών εννόμων συνεπειών της σύμβασης, από βεβαιότητα τουλάχιστον ως προς το πότε γεννήθηκε.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το λογιστήριο, η σύνταξη και οι καταχωρήσεις της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" λειτουργούν στον πρώτο και δεύτερο όροφο παρακειμένου του τριώροφου νεοκλασσικού ακινήτου της οδού ..., ακινήτου στο οποίο και έχουν μισθωθεί γραφεία. Στην επιχείρηση ανήκουν ως πάγια περιουσιακά στοιχεία ο παλαιός εξοπλισμός της που αποτελείται από ένα πιεστήριο με τα εξαρτήματά του, του έτους 1917, 36 κάσες με τυπογραφικά στοιχεία, δύο λινοτυπικές μηχανές 60 και 30 ετών αντίστοιχα, ανταλλακτικά των παραπάνω, κλισσέ, μήτρες στερεοτυπίας, μέταλλα, 4 τρίποδες μεγάλοι και 6 μικροί, ένας κόπτης γραμμαρίων, μία τράπεζα μαρμάρου, δύο κομοί κεφαλαίων στοιχείων, 15 σελιδοδείκτες, 10 συνδετήρια, κόλλα κλισσέ, 3 τραπέζια, ένα γραφείο και δύο ντουλάπια.
Η αξία των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, από οικονομικής απόψεως είναι μηδενική, αφού έχουν όλα αποσβεσθεί ανεξαρτήτως ότι κάποια απ' αυτά (π.χ. το πιεστήριο με τα εξαρτήματα του έτους 1917, οι λινοτυπικές μηχανές, τα τυπογραφικά στοιχεία κλπ) ενδεχομένως να έχουν ιστορική - μουσειακή αξία, αφού αφορούν την αρχαιότερη εν ζωή εφημερίδα της Ελλάδας και μια από τις παλαιότερες του κόσμου.
Περαιτέρω, ο εξοπλισμός του λογιστηρίου (γραφεία και υπολογιστές) δεν υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης είναι το αρχείο αυτής καθώς και οι διακριτικοί τίτλοι που χρησιμοποιεί ("ΕΣΤΙΑ" και "ΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ"), οι οποίοι έχουν κατατεθεί ως σήματα με αριθμ. 89802/18-1-1985 και 89803/18-1-1985 με συνδικαιούχους τους Ά.
Κ. του Κ. (πρώτο ενάγοντα), Α. χήρα Α. Κ., το γένος Ν. Σ., Ε. συζ. Ί. Ζ., το γένος Α. Κ. (δικαιοπάροχος του δευτέρου ενάγοντος) και κατόπιν κληρονομικών διαδοχών και μεταβιβάσεων είναι συνδικαιούχος ο εναγόμενος - αντενάγων Ν. Σ., η προστασία των οποίων έχει παραταθεί έως την 18-1-2005. Τα σήματα αυτά, σε περίπτωση επιδίκασης της επιχείρησης σ' έναν από τους περισσότερους κοινωνούς ακολουθούν την τύχη της (βλ.
και Α. "Η μεταβίβαση του σήματος στο νέο δίκαιο" εκδ. 1998 σελ. 62.). Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, εκδότης και διευθυντής της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" είναι, από το έτος 1997, ο δεύτερος ενάγων Α. Ι. Ζ., ενώ προηγουμένως από το έτος 1974 έως το έτος 1996 είχε διατελέσει ο πρώτος ενάγων Ά. Κ.. Η εφημερίδα αυτή εκτυπώνεται, από την 31-3-1997, με τη σύγχρονη μέθοδο της φωτοστοιχειοθεσίας στα τυπογραφεία της εφημερίδας "ΕΞΠΡΕΣ" στο Μαρούσι, με βάση το από 10-1-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας με τον Οργανισμό Ενημερώσεως Δ.
και Γ. Καλοφωλιά Α.Ε. (εκδότες της οικονομικής εφημερίδας "ΕΞΠΡΕΣ"), σε σύγχρονες εγκαταστάσεις και τυπογραφεία. Ο ισχυρισμός του εναγομένου-αντενάγοντος ότι η συμφωνία αυτή είναι επικίνδυνη για την εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" υπό την έννοια ότι ο εκδότης της εφημερίδας "ΕΞΠΡΕΣ" αντίθετης πολιτικής ιδεολογίας με αυτήν που εκφέρει η εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ", θα επηρεάζει ή και ενδεχομένως θα "εκβιάζει" σχετικά με την έκδοση και εκτύπωση της "ΕΣΤΙΑΣ" έτσι ώστε η τελευταία να αλλάξει προσανατολισμό, είναι απορριπτέος ως προφανώς έωλος και αβάσιμος αφού αφ' ενός οι δύο εφημερίδες δεν είναι ανταγωνιστικές (η μία οικονομική και η άλλη πολιτική) αφ' ετέρου δε είναι σύνηθες, σε επίπεδο συμβάσεων, εταιρείες εκτυπώσεως εντύπων, που ρητά και νομικά ανήκουν σε συγκεκριμένο κοινοβουλευτικό κόμμα να εκδίδουν, επί χρόνια, εφημερίδες και έντυπα διάφορα, χωρίς να υπάρχει διάκριση ή οποιαδήποτε επιρροή μεταξύ της εταιρείας εκτυπώσεως και του αντιστοίχου εντύπου.
Εξάλλου, η εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" το πρώτο εξάμηνο του έτους 2006, με βάση τα στοιχεία της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι συνδρομές, είχε σύνολο πωληθέντων φύλλων 438.649 και ποσοστό 1,05%, στις απογευματινές εφημερίδες, το έτος 2005 πωληθέντα φύλλα 209.837 και ποσοστό 1,05%, το έτος 2004 σύνολο πωληθέντων φύλλων 956.470 και ποσοστό 0,92%, το έτος 2003 σύνολο πωληθέντων φύλλων 941.128 και ποσοστό 0,92%, το έτος 2002 σύνολο πωληθέντων φύλλων 967.904 και ποσοστό 0,94%, το έτος 2001 σύνολο πωληθέντων φύλλων 983.609 και ποσοστό 0,87%, το έτος 2000 σύνολο πωληθέντων φύλλων 1.033.128 φύλλα και ποσοστό 0,82%, το έτος 1999 σύνολο πωληθέντων φύλλων 1.051.892 και ποσοστό 0,91%, το έτος 1998 σύνολο πωληθέντων φύλλων 1.086.637 φύλλα και ποσοστό 0,83% το έτος 1997 σύνολο πωληθέντων φύλλων 1.128.022 φύλλα και ποσοστό 0,75%, ενώ το έτος 1996 1.076.292 φύλλα και ποσοστό 0,59% στην ίδια κατηγορία.
Να σημειωθεί ενδεικτικά ότι η απογευματινή εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ" είχε κυκλοφορία 13,26% το πρώτο εξάμηνο του 2006, 12,04% το 2005, 10,70% (το 2004), 11,44% το 2002 και 6,40% το έτος 1999, η εφημερίδα "ΒΡΑΔΥΝΗ" ποσοστό 0,93% το πρώτο εξάμηνο του 2006,1,17% το έτος 2005 και 1,26% (το έτος 1999), η εφημερίδα "Η ΧΩΡΑ" εμφάνισε ποσοστό κυκλοφορίας το πρώτο εξάμηνο του 2006 1,07%, το έτος 2004 1,52%, ενώ το 2002 είχε 2,54%, η εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" είχε το πρώτο εξάμηνο του 2006 2,19%, το έτος 2004 1,83%, ενώ το έτος 1999 0,98%, η εφημερίδα "ΑΥΡΙΑΝΗ" το πρώτο εξάμηνο του 2006 είχε ποσοστό κυκλοφορίας 0,98%, το 2005 1,24%, ενώ το έτος 2002 1,23% και τέλος η εφημερίδα "ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ" είχε το πρώτο εξάμηνο του 2006 ποσοστό 5,08% το έτος 2004 6,76%, ενώ το 2003, 6,16%.
Από τα στοιχεία αυτά καταδεικνύεται ότι η εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" τη δεκαετία 1996-2006 έχει σχετική μικρή κυκλοφορία, χωρίς όμως να είναι το μερίδιο της αμελητέο σε σχέση με τις λοιπές ημερήσιες απογευματινές εφημερίδες, η κυκλοφορία της, όμως, αυτή είναι σταθερή και βαθμιαίως αυξανόμενη. Το σύνολο του τύπου την επταετία 1996-2003 έχει σημειώσει, σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα Κ.
Μ., ποσοστιαία πτώση -32%, ενώ η εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" ποσοστιαία αύξηση + 14%. Όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα χρήσεως των ετών 1997 έως 2006, η επιχείρηση το έτος 1997 είχε ζημιές 29.510 ευρώ, το έτος 1998 ζημιές 73.437 ευρώ, το έτος 1999 ζημιές 72.348 ευρώ, το έτος 2000 ζημίες 6.327 ευρώ, το έτος 2000 κέρδη 10.864 ευρώ, το έτος 2002 κέρδη 51.113 ευρώ, το έτος 2003 κέρδη 101.659 ευρώ, το έτος 2004 κέρδη 32.045 ευρώ, το έτος 2005 κέρδη 249.874 ευρώ, ενώ το έτος 2006, σύμφωνα με το προσωρινό ισοζύγιο, κέρδη 282.007 ευρώ.
Ο ίδιος πραγματογνώμων Κ. Μ. στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, με λήψη υπόψη των οικονομικών δεδομένων έως τις 31.12.2003 αποτιμά ως εύλογη αξία της επιχείρησης το ποσό των 349.141 ευρώ, με ποσοστό διακύμανσης +- 10%, αφού αναφέρει ότι με την μέθοδο της καθαρής περιουσιακής σχέσης η αξία της επιχείρησης αποτιμάται σε 98.945,74 ευρώ, με τη μέθοδο των προεξοφλημένων ταμειακών ροών αποτιμάται σε 413.245 ευρώ, με τη μέθοδο των πολλαπλασίων χρηματοοικονομικών Δεικτών της Αγοράς η αξία αυτής αποτιμάται σε 863.916 ευρώ, ενώ με τη μέθοδο της κεφαλαιοποίησης της υπερπροσόδου σε 268.584 ευρώ, ο ίδιος όμως θεωρεί ως πιο αξιόπιστες τις δύο πρώτες μεθόδους για να καταλήξει στο παραπάνω συμπέρασμα.
Ο εναγόμενος - αντενάγων Ν. Σ. προσκομίζει την από 31.10.2006 ιδιωτική γνωμοδότηση - μελέτη αξιολόγησης της πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων "Pricewaterhouse Coopers Business Solutions". Οι παραδοχές της γνωμοδότησης αυτής ως προς την κυκλοφορία και οικονομικά αποτελέσματα της "ΕΣΤΙΑ" δεν απέχουν πολύ από τις αμέσως προηγούμενες παραδοχές, που εξάγονται από την πραγματογνωμοσύνη και τα επίσημα στοιχεία της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών.
Σύμφωνα με την ανωτέρω γνωμοδότηση, η κυκλοφορία της "ΕΣΤΙΑΣ" σημείωσε σημαντική μείωση την δεκαετία 1956-1966 (από 3,2 εκ. φύλλα σε 1,8 εκ. φύλλα) αυξήθηκε το έτος 1976 (2,9 εκ. φύλλα) για να σημειώσει εκ νέου πτώση σημαντική το 1986 και να έχει μία οριακή αύξηση του μεριδίου αγοράς της την τελευταία δεκαετία (από 0,63% το έτος 1996 σε 0,97% το έτος 2005), παρά την σταθερή μείωση της κυκλοφορίας, η οποία όμως οφείλεται και στην μεγάλη πτώση της κυκλοφορίας των απογευματινών εφημερίδων.
Σημειώνεται όμως (όπως αναφέρεται στην ίδια γνωμοδότηση) ότι το 1986 το σύνολο του απογευματινού τύπου σημειώνει μεγάλη πτώση, από 257 εκ. φύλλα το έτος 1986 σε 90 εκ. φύλλα το έτος 2005. Οι δε εφημερίδες σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν την κυκλοφορία τους, έχουν αυξήσει τις προσφορές τους σε βιβλία, CD, DVD κλπ., γεγονός που έχει αυξήσει κατά πολύ το κόστος έκδοσης και διάθεσης τους.
Όσον αφορά τα οικονομικά της αποτελέσματα, αναφέρεται επίσης ότι η "ΕΣΤΙΑ" μετά από αρνητικά αποτελέσματα τα έτη 1997 και 1998, εμφανίζει κέρδη το 1999, ζημίες πάλι το έτος 2000, στασιμότητα στα έσοδα/κέρδη και οριακή κερδοφορία την περίοδο 2001-2004 και τέλος οριακή κερδοφορία το έτος 2005. Η ίδια γνωμοδότηση προβαίνει στη γενικότερη κρίση ότι η "ΕΣΤΙΑ" έχει διατηρήσει την αντικειμενικότητα της, αλλά έχει απολέσει την εικόνα της ως "εφημερίδα που επηρεάζει τα γεγονότα, λόγω της απηρχαιωμένης εικόνας, φτωχού περιεχόμενου και μη έκδοση κυριακάτικου φύλλου, έχοντας περιθωριοποιήσει αυτή στα μάτια των αναγνωστών όσο και διαφημιστών πελατών της.
Παρόλα αυτά η γνωμοδότηση αυτή θεωρεί ότι η πραγματογνωμοσύνη έχει υποεκτιμήσει την αξία της "ΕΣΤΙΑΣ", η οποία αφού σχολιάσει τις διάφορες μεθόδους αποτίμησης καταλήγει ότι η αξία της επιχείρησης κυμαίνεται από 543.000 έως 601.000 ευρώ. Όσον αφορά την αποτίμηση της ίδιας επιχείρησης είναι άξιο μνείας ότι οι ενάγοντες αποτιμούν αυτήν στην αγωγή τους στο ποσό των 30.000.000 δραχμών, ενώ ο εναγόμενος - αντενάγων Ν.
Σ. στην ανταγωγή του σε 225.000.000 δραχμές και την αξία του μεριδίου του σε 75.000.000 δραχμές, την οποία είχαν προσφερθεί να του καταβάλουν και οι ενάγοντες με την από 11.3.1997 εξώδικη δήλωση τους. Το Δικαστήριο με συνεκτίμηση των παραπάνω δεδομένων, (οικονομικών αποτελεσμάτων, κυκλοφορίας αλλά και ιστορικότητας τίτλου και πελατείας) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αξία της επιχείρησης ανέρχεται στο ποσό των 450.000 ευρώ.
Σε σχέση περαιτέρω με την ικανότητα των διαδίκων να συνεχίσουν την επιχείρηση αυτή, προέκυψαν τα εξής: ο πρώτος των εναγόντων Ά. Κ. είχε διατελέσει, όπως ήδη προεκτέθηκε, διευθυντής της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" από το έτος 1974 έως το έτος 1996, ενώ ο ίδιος εργαζόταν ως συντάκτης σ' αυτήν από το έτος 1958. Ο τελευταίος είναι ήδη συνταξιούχος, όμως, διατηρεί το γραφείο του στην "ΕΣΤΙΑ" και εξακολουθεί να αρθρογραφεί αραιά στην εφημερίδα.
Όπως προκύπτει από τη δήλωση φόρου εισοδήματος του έτους 2006 έχει εισόδημα από κύριες συντάξεις ποσού 35.722,69 ευρώ, ενώ ο ίδιος δηλώνει και πρόσθετο εισόδημα από εκμίσθωση ακινήτων 82.313 ευρώ. Όπως περαιτέρω προκύπτει από το έντυπο Ε9 που συνοδεύει την δήλωση φορολογίας εισοδήματος σε συνδυασμό με τη δήλωση του περιουσιακής κατάστασης που υποβλήθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου, ο ίδιος είναι κύριος διατηρητέας οικίας στην οδό ...
στην ..., συνιδιοκτήτης του διατηρητέου κτιρίου στην οδό ... στην ..., όπου στεγάζεται η εφημερίδα, κύριος κατά ποσοστό 25% της πλήρους κυριότητας και 75% επικαρπίας διατηρητέας οικίας στις ... εμβαδού 277 τ.μ., με εμβαδόν του οικοπέδου 580 τ.μ., κύριος καταστήματος ισογείου με πατάρι στην ... στην οδό ... στην ... και καταστήματος ισογείου στην οδό ...
στην ... και κύριος 2 αγροτεμαχίων κειμένων στην .... Ο ίδιος, επίσης, είναι κύριος ταχύπλοου σκάφους αναψυχής μήκους 5,76 μ. Ο δεύτερος ενάγων Α. Ζ. εργάζεται ως συντάκτης στην εφημερίδα από το έτος 1979, από το έτος 1985 ήταν υπεύθυνος εκδόσεως και συνδιευθυντής και από δε το έτος 1997 είναι εκδότης και Διευθυντής της.
Όπως προκύπτει από τη δήλωση φόρου εισοδήματος του έτους 2006 έχει εισόδημα 36.429,43 ευρώ από την εργασία του και 99.486,24 ευρώ από εκμίσθωση ακινήτων. Όπως περαιτέρω προκύπτει από το έντυπο Ε9 που συνοδεύει την δήλωση φορολογίας εισοδήματος σε συνδυασμό με την δήλωση του περιουσιακής κατάστασης που υποβλήθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου, ο ίδιος είναι κύριος 4 γραφείων Β' ορόφου στην οδό 2 στην ..., 2 καταστημάτων εντός Στοάς στην οδό ...
στην ..., συγκύριος κατά ποσοστό 1Α εξ αδιαιρέτου καταστήματος στην οδό ... στην ..., συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του διατηρητέου κτιρίου που εκδίδεται η εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ", συγκύριος κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου οικίας στην ..., συγκύριος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου σε ..., συγκύριος κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου παλαιάς οικίας στην κοινότητα ...
και συγκύριος κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου ισογείου καταστήματος στην οδό ..., στην .... Διαθέτει τραπεζικές καταθέσεις ποσού 326.536 ευρώ και 24.086 ευρώ και είναι περαιτέρω κύριος αυτοκινήτου CITROEN 1.800 κυβ. εκατοστών και μοτοσικλέτας PEUGEOT 80 κυβ. εκατοοτ. Ο εναγόμενος - αντενάγων Ν. Σ. είναι μόνιμος κάτοικος ..., οικονομολόγος, ασχολούμενος κατ' επάγγελμα με επιχειρηματική δραστηριότητα ως διευθύνων σύμβουλος των εταιρειών "SIGMA FINANCE CORPORATION", "GORDIAN KNOTT LIMITED", "THETA CORPORATION" των οποίων είναι και μέτοχος.
Σύμφωνα με τη δήλωση περιουσιακής του κατάστασης που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου, έχει καταθέσεις 650.000 ευρώ, πλέον 500.000 ευρώ κι επιπλέον έχει εισόδημα 3.435.518 λίρες στερλίνες ή 4.981.501 ευρώ. Είναι κύριος πολλών ακινήτων στην Ελλάδα και ειδικότερα 40 αγροτεμαχίων εκτάσεων 222.000 τ.μ. στο ..., αγροτεμαχίων 3 περίπου στρεμμάτων, 2,5 περίπου στρεμμάτων, 5 στρεμμάτων και 6,9 περίπου στρεμμάτων στον Δήμο ..., επί των οποίων υπάρχει διώροφη οικοδομή 259,68 τ.μ., και οικοπέδων 598 τ.μ., 942,92 τ.μ., με διώροφο διατηρητέο κτίσμα 1.205,39 τ.μ., με κτίσματα, 534 τ.μ.
και 331 τ.μ., στο .... Διαθέτει επίσης το δασόκτημα "..." στην περιφέρεια ..., 4 διαμερίσματα (β, γ, δ, ορόφων και δώματος) στις οδούς ... και ... στην ..., 4 αγρούς σε ... ... επιφ. 4.500, 5.250, 54.650 και 5.110 τ.μ., αντίστοιχα, 2 αγρούς συγκυριότητας του κατά 30% εξ αδιαιρέτου σε ... ..., επιφ. 4.280 και 2.020 αντίστοιχα, δασική έκταση συγκυριότητας του κατά 30% εξ αδιαιρέτου στην περιοχή ...
επιφ. 29160 τ.μ., οικοπεδική έκταση στη θέση "..." ..., επιφ. 15.385, ερειπωμένο υδρόμυλο συγκυριότητας του κατά ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου στην περιοχή ..., εκτάσεως κτίσματος 800 τ.μ., ερειπωμένο εργαστήριο κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στην περιοχή ..., εκτάσεως του κτίσματος 800 τ.μ. και αγρό συγκυριότητας του κατά 50% εξ αδιαιρέτου στην περιοχή ..., εκτάσεως 1.000 τ.μ.
Από την επισκόπηση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων είναι φανερό ότι ο εναγόμενος - αντενάγων Ν. Σ. διαθέτει πολύ περισσότερα περιουσιακά στοιχεία και από τους δύο ενάγοντες Ά. Κ. και Α. Ζ., χωρίς όμως να θεωρηθεί ότι και η περιουσιακή κατάσταση των τελευταίων είναι αμελητέα. Η θέση του εναγομένου - αντενάγοντος, εκπεφρασμένη σε όλα τα δικόγραφα του (προτάσεις - ανταγωγή ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έφεση, προτάσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) είναι ότι αυτός υπερέχει σαφώς αφ' ενός από οικονομική επιφάνεια, έναντι των εναγόντων και αφ' ετέρου λόγω ικανοτήτων δοθέντος ότι είναι επιτυχημένος επαγγελματίας στο ...
ως χρηματιστής οικονομολόγος και δημιουργός επιχειρήσεων (βλ. σελ. 17 των από 27-3-1998 προτάσεων -ανταγωγής), ότι είναι διευθύνων σύμβουλος της επενδυτικής εταιρείας "SIGMA FINANCE CORPORATION", καθώς και των εταιρειών "GORDIAN KNOT LIMITED" και "THETA CORPORATION" τις οποίες και έχει ιδρύσει και των οποίων είναι μέτοχος, το ενεργητικό δε των ως άνω εταιρειών ανέρχεται σε πολλά δισεκατομμύρια δολλάρια (βλ.
σχετ. σελ. 22 των από 1-11-2006 προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και σελ.10 της κρινομένης εφέσεως). Όπως προκύπτει όμως από τα προσκομιζόμενα από τους εφεσίβλητους αντίγραφα των ηλεκτρονικών εκδόσεων των οικονομικών εφημερίδων "FINANCIAL TIMES" της 9-1-2008, "ΤΗΕ ΤΙΜΕS" της 3-10-2008, "FINANCIAL ΤΙΜΕS" της 1-10-2008, 29-9-2008 και 2-10-2008, οι οποίες άλλωστε εκφέρουν σχετικά με περιστατικά πασίγνωστα (αρθρ.336 ΚΠολΔ), μετά την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού οργανισμού LEHMAN BROTHERS και την αυτόθροη οικονομική κρίση στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και αλλού, η εταιρεία "SIGMA FINANCE CORPORATION", η οποία λειτουργούσε ως Δομημένο Επενδυτικό Όχημα (SIV), και διοικείτο από την άλλη εταιρεία του εναγομένου "GORDIAN ΚΝΟΤ", προέβη σε παύση πληρωμών και τέθηκε υπό εκκαθάριση, διορισθέντων ήδη, την 7-10-2008, ως εκκαθαριστών-συνδίκων των A.
R. B., M. E., M. και S. J. H. της λογιστικής εταιρείας Ernst & Young LLP. Ο εναγόμενος - εκκαλών με την από 22-10-2008 προσθήκη των προτάσεων του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, συνομολογεί τα ανωτέρω τα οποία και αποδίδει στην πρωτοφανών διαστάσεων γενικότερη κρίση της παγκόσμιας οικονομίας, προσπαθεί να απόσχει από την εταιρεία SIGMA FINANCE CORPORATION ισχυριζόμενος ότι αυτή ήταν απλώς ένα από τα κεφάλαια (fund) που διαχειριζόταν η άλλη εταιρεία του, η GORDIAN ΚΝΟΤ, της οποίας τυγχάνει ένας εκ των κυρίων μετόχων και ότι σε κάθε περίπτωση εξακολουθεί ο ίδιος να έχει την οικονομική δυνατότητα ώστε να εισφέρει μεγάλα κεφάλαια αναγκαία για την ανάπτυξη και την πρόοδο της επιχειρήσεως της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" εφόσον επιδικασθεί σ' αυτόν η επιχείρηση κατά το αίτημα της ανταγωγής του.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η περιουσιακή κατάσταση των μερών δεν αποτελεί το μόνο ή, το αποφασιστικό στοιχείο - κριτήριο για την επιδίκαση της επιχείρησης σ' ένα από τα διάδικα μέρη, με δεδομένο άλλωστε ότι στη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα είναι εφικτός ο δανεισμός από Τράπεζες κλπ. Συγκλίνουσες παράμετροι - πέραν της οικονομικής κατάστασης των μερών - είναι περαιτέρω η εμπειρία και η επιχειρηματική διορατικότητα στο ιδιάζον πεδίο του τύπου, η εργατικότητα, η εξοικείωση με τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα του τόπου εκδόσεως κατ' αρχήν, της εφημερίδας κλπ.
Οι ενάγοντες, όπως ήδη αναφέρθηκε είναι δημοσιογράφοι (ο πρώτος τούτων ήδη παλαίμαχος) και εξέδιδαν την εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" από το 1974 και εντεύθεν διαδοχικά. Ο δεύτερος ενάγων θεωρείται καταξιωμένος δημοσιογράφος και επιτυχημένος Διευθυντής αποτελώντας εγγύηση για το μέλλον. Όπως προεκτέθηκε αναλυτικά, η εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" δεν ήταν σχεδόν ποτέ ή τουλάχιστον τα τελευταία πενήντα χρόνια εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας, είχε όμως συγκεκριμένη ταυτότητα που συνδέεται με την κατ' ανάγκη λόγια παιδεία των αναγνωστών της, είχε συγκεκριμένο προφίλ χωρίς εκκωφαντικούς τίτλους και πρωτοσέλιδα, με γνώμονα την αιτιολογημένη, με επιχειρήματα, ανάλυση της επικαιρότητας και με τελικό αποτέλεσμα να έχει διατηρήσει το ποσοστό κυκλοφορίας της και να αυξάνει βαθμιαία το μερίδιο αγοράς της, με δεδομένη την ταυτότητα της παρά την μεγάλη πτώση της κυκλοφορίας του απογεματινού τύπου, έχοντας θετικά οικονομικά αποτελέσματα, καθώς το τελευταίο χρονικό διάστημα σημειώνει κερδοφορία (βλ.
και έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι η εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ", το έτος 2004 βραβεύθηκε από το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών με το βραβείο "ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ", το οποίο καθιερώθηκε με σκοπό την επιβράβευση των επιχειρήσεων που παρουσιάζουν πολύχρονο και επιτυχημένο παρελθόν.
Η καλή αυτή οικονομική κατάσταση και η γενικότερα καλή επιχειρηματική εικόνα προέρχεται σαφώς από τη διαχείριση του δευτέρου ενάγοντος Α. Ζ.. Ο τελευταίος θεωρείται αναγνωρισμένος δημοσιογράφος και εκδότης και μάλιστα μετέχει ως αναπληρωματικό μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (Ε.Ι.Η.Ε.Α), έχει ορισθεί ως εκπρόσωπος της Ε.Ι.Η.Ε.Α στο Διοικητικό Συμβούλιο της Παγκόσμιας Ένωσης εφημερίδων και από τον Ιούλιο του 2008 ορίσθηκε ως εκπρόσωπος της Ελλάδος και εκλεγμένο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Εκδοτών Εφημερίδων.
Από την άλλη πλευρά ο εναγόμενος - αντενάγων είναι επιστήμονας οικονομολόγος, διαμένει ήδη από τα μαθητικά του χρόνια και ήδη τα τελευταία 37 χρόνια στο ... μονίμως, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν ασχολείτο με τα πολιτικά και πολιτειακά πράγματα της ζωής στην Ελλάδα, και παλαιότερα είχε αναδειχθεί σε σημαντικό χρηματιστή διαθέσεως συνθέτων παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων (δομημένων ομολόγων), ήδη όμως κατά τα προεκτεθέντα, η μία εταιρεία του, τουλάχιστον, κατέρρευσε τεθείσα υπό εκκαθάριση, με χρέη που αγγίζουν πολλά δισεκατομμύρια δολλάρια ΗΠΑ.
Με την παραπάνω εξέλιξη της επιχειρήσεως του (SIGMA FINANCE CORPORATION), της οποίας αυτός ήταν μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος, διαψεύσθηκε - πέραν των άλλων - με έντονο τρόπο, η εκδοχή ότι καταλληλότερος για την επιχείρηση της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" είναι αυτός που είναι ο καλύτερος manager και ότι σε κάθε περίπτωση η εφημερίδα απαιτεί έναν καλό διευθυντή επιχειρήσεως, με οικονομική δυνατότητα, επιχειρηματικό πνεύμα και καλή οργάνωση ανεξαρτήτως εάν δεν έχει καμία εμπειρία ως δημοσιογράφος ή εκδότης και ανεξαρτήτως εάν κατοικεί μονίμως στο ...
από όπου, είναι εφικτό να διευθύνει μία εφημερίδα μέσω ικανών στελεχών και διευθυντών. Εξάλλου, μία εφημερίδα έχει ένα όνομα, συγκεκριμένο προφίλ, μία πολιτική γραμμή, η οποία την χαρακτηρίζει και την εξατομικεύει. Όσον αφορά δε την εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" αυτή ανήκει στο συντηρητικό χώρο, χρησιμοποιεί πολυτονικό σύστημα, με γλώσσα που προσεγγίζει την απλή καθαρεύουσα και χαρακτηρίζεται ως εφημερίδα "γνώμης".
Η στοιχειοθέτηση αυτού του ύφους και χαρακτήρα της εφημερίδας οφείλεται σαφώς στους ενάγοντες, κυρίως δε στον πρώτο τούτων, ο οποίος διηύθυνε την εφημερίδα από το 1974 αλλά και στον δεύτερο ενάγοντα που εργάζεται ως δημοσιογράφος στη συγκεκριμένη εφημερίδα από το έτος 1979 και την διευθύνει από το 1997. Η απομάκρυνση επομένως των παραπάνω από την εφημερίδα και η είσοδος νέας Διοίκησης με νέα διαφορετική φιλοσοφία ήτοι με κέντρο βάρους την οικονομική διάσταση και μόνον της εφημερίδας, δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε ανάκαμψη της εφημερίδας, αλλά είναι ενδεχόμενο ότι θα έχει ως αποτέλεσμα να χάσει η εφημερίδα και το τωρινό αναγνωστικό της κοινό, σε περίπτωση δε που ως οικονομική μονάδα δεν θα είναι κερδοφόρα, αυτή θα κλείσει ως ασύμφορη οικονομικά.
Στην ιδιωτική γνωμοδότηση του οίκου πραγματογνωμόνων "Pricewaterhouse Coopers Business Solutions", που προσκομίζει ο αντενάγων Ν. Σ. προτείνεται επιχειρηματικό σχέδιο για την ανάκαμψη της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" και μεταξύ αυτών τραπεζικός δανεισμός ποσού 450.000 ευρώ καθώς, και η κατάρτιση νέας σύμβασης εκτύπωσης της εφημερίδας σε πιεστήρια τρίτων, με ανταγωνιστικούς οικονομικούς όρους.
Με την παραπάνω ιδιωτική γνωμοδότηση δεν προτείνεται κατασκευή ιδίων πιεστηρίων της εφημερίδας, όπως θεωρεί απαραίτητο ο αντενάγων Ν. Σ. στις προτάσεις - ανταγωγή του, οι δε ενάγοντες κρίνοντα ικανοί και φερέγγυοι τόσο για τη σύναψη τραπεζικού δανεισμού, με τα υπάρχοντα περιουσιακά τους στοιχεία όσο και για την κατάρτιση νέας συμφωνίας για την εκτύπωση της εφημερίδας.
Με τα δεδομένα αυτά, καταλληλότεροι για τη συνέχιση της επιχείρησης με αντικείμενο την έκδοση της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" κρίνονται οι ενάγοντες οι οποίοι, διαθέτοντας και τα πλειοψηφούντα μερίδια της κοινωνίας (2/3) που υπάρχει μεταξύ των διαδίκων, έχοντας ήδη αναλωθεί στην επιχείρηση ως δημοσιογράφοι, διευθυντές και υπεύθυνοι εκδόσεως της, κρίνεται ότι παρέχουν τα εχέγγυα για την ασφαλή και σταθερή συνέχισή της, με την έννοια της διατήρησης αυτής ως οικονομικού συνόλου και επιπλέον της διαφύλαξης της αντικειμενικότητας - αξιοπιστίας της εφημερίδας και της φήμης και πελατείας της (αναγνωστικού κοινού της).
Συνακόλουθα τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή των εναγόντων ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να απορριφθεί η ανταγωγή του εναγομένου - αντενάγοντος Ν. Σ., ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να λυθεί η κοινωνία με αντικείμενο την επιχείρηση εκδόσεως και κυκλοφορίας της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ", και να επιδικασθεί η επιχείρηση στους ενάγοντες εξ αδιαιρέτου και κατ' ίσα μέρη, έναντι καταβολής εκ μέρους τους προς τον εναγόμενο της αξίας του μεριδίου του, ήτοι του 1/3 εξ αδιαιρέτου το οποίο ανέρχεται σε (450.000 ευρώ που ορίσθηκε η αξία της επιχείρησης: 3 =) 150.000 ευρώ.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, υπό τα αυτά περιστατικά κατέληξε στην ίδια κρίση και δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη, ερειδομένη στις διατάξεις περί κοινωνίας, και στη συνέχεια και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αντιστοίχως απέρριψε την ανταγωγή του εναγομένου - αντενάγοντος, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε καθώς και τις αποδείξεις που του προσκομίσθηκαν εκτίμησε και δεν έσφαλε, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι της εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν όπως και η κρινομένη έφεση στο σύνολο της ".
Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ήτοι του άρθρου 483 του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αν περισσότεροι κοινωνοί ζητήσουν να επιδικασθεί σ' αυτούς η επιχείρηση, το δικαστήριο την επιδικάζει, σε εκείνον που κατά την κρίση του είναι πιο ικανός να τη συνεχίσει κατά τρόπο επωφελή, χαρακτηρισμός που αποτελεί αόριστη νομική έννοια, υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Α.Π. 519/1989 ).
Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού παραθέτει και συγκρίνει αναλυτικά την εμπειρία καθενός των διαδίκων στη διεύθυνση της εφημερίδας και τη λειτουργία της επιχείρησης, την εργατικότητα, την επιχειρηματική διορατικότητα και την οικονομική κατάσταση αυτών, καταλήγει ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι καταλληλότεροι από τον αναιρεσείοντα για να συνεχίσουν την επιχείρηση κατά τρόπο επωφελή, ενόψει κυρίως του ότι ο πρώτος εξ αυτών Ά.
Κ. διηύθυνε την εφημερίδα κατά τα έτη 1974-1997, ο ίδιος εργάζονταν σ' αυτήν ως συντάκτης από το έτος 1958, εξακολουθεί παρότι είναι συνταξιούχος να αρθρογραφεί στην εφημερίδα και διαθέτει σημαντική περιουσία, ενώ ο δεύτερος εξ αυτών Α. Ζ. εργάζεται ως συντάκτης στην εφημερίδα από το έτος 1979, από το έτος 1985 ήταν υπεύθυνος εκδόσεως και συνδιευθυντής και από το έτος 1997 είναι εκδότης και διευθυντής της, συνετέλεσε ως εκ της θέσεώς του αυτής στην ανοδική οικονομική πορεία της επιχείρησης και διαθέτει ικανή περιουσία, αμφότεροι δε οι αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι του κτιρίου επί της οδού ...
στην ... στο οποίο στεγάζεται η εφημερίδα, σε αντίθεση με τον αναιρεσείοντα, ο οποίος είναι οικονομολόγος, διαμένει από τα μαθητικά του χρόνια και πάντως κατά τα τελευταία 37 χρόνια μόνιμα στο ..., δεν ασχολείται με τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδος και με την ακολουθητέα από την εφημερίδα πολιτική γραμμή, στερείται οποιασδήποτε δημοσιογραφικής εμπειρίας ή διεύθυνσης εφημερίδας, διαθέτει μεγάλη περιουσία, είναι διευθύνων σύμβουλος και μέτοχος των εταιριών "SIGMA FINANCE CORPORATION", "GORDIAN KNOTT LIMITED" και "THETA CORPORATION", η πρώτη από τις οποίες κατέρρευσε και τελεί υπό εκκαθάριση, με χρέη πολλών δισεκατομμυρίων δολλαρίων ΗΠΑ.
Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η οικονομική κατάσταση των διαδίκων δεν αποτελεί το μόνο ή αποφασιστικό κριτήριο για την επιδίκαση της επιχείρησης σε κάποιον από αυτούς. Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται σαφούς και επαρκούς αιτιολογίας ως προς το πρόσωπο που είναι το καταλληλότερο να συνεχίσει την επιχείρηση κατά τρόπο επωφελή, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που αυτοί πλήττουν την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ ), είναι απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-9-2009 αίτηση του Ν. Σ. του Ι., κατοίκου ...υ ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 389/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην ... στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην ..., σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ