Legislator Case Law & Legislation
343/2010 AI generated

343/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 343/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Σεπτεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/ΤΑΚΤ/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 42/ΤΠ/2008 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας δικάζοντος ως Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-7-2008 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

343/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα η κρίση, ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά. (Α.Π. 1197/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 42/2008 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επίσης της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο ενάγων είχε στην κυριότητά του τον υπ' αριθμ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 343 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 343/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Σεπτεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/ΤΑΚΤ/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 42/ΤΠ/2008 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας δικάζοντος ως Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-7-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 23-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 23-7-2008 αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης '... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται κατά αποφάσεων επί υποθέσεων καθ' ύλην αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281,297, 298, 330 και 914 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: 1) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, 2) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, 3) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, και 4) η ύπαρξη ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη με την έννοια της παράβασης του επιβαλλόμενου από τη διάταξη του αρθ. 914 Α.Κ γενικού καθήκοντος του να μη ζημιώνει κάποιος άλλου υπαιτίως (Ολ. Α.Π. 967/1973) αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, και τα συναλλακτικά και χρηστά ήθη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ.

Αντίθετα η κρίση, ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά. (Α.Π. 1197/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 42/2008 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επίσης της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο ενάγων είχε στην κυριότητά του τον υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... γεωργικό ελκυστήρα, εργοστασίου κατασκευής ..., τύπου ..., με αριθμό πλαισίου 8Α ... και με αριθμό κινητήρα 50500 (βλ. ακριβές φωτοαντίγραφο της άδεια κυκλοφορίας και την υπ' αριθμ. πρωτ. ... βεβαίωση της Διεύθυνσης Εγγείων Βελτιώσεων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., που αυτός επικαλείται και προσκομίζει).

Την 15-3-2003, ο πρώτος εναγόμενος επισκέφθηκε τον ενάγοντα στην οικία του στο ..., επειδή είχε μάθει από τρίτους ότι θέλει να πωλήσει τον γεωργικό του ελκυστήρα και συμφώνησαν μεταξύ τους την πώλησή του, αντί τιμήματος συνολικού ποσού 4.000 ευρώ. Κατά τη σύναψη της συμβάσεως πώλησης ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα έναντι του τιμήματος το ποσό των 500 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο τίμημα συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι θα το κατέβαλε στον ενάγοντα με την παραλαβή του ελκυστήρα, η οποία θα γινόταν άμεσα τις επόμενες ημέρες, διότι λόγω βλάβης αυτός έπρεπε να φορτωθεί σε φορτηγό με γερανό, καθόσον δεν εκινείτο.

Μετά από λίγες ημέρες ο ενάγων αναγκάστηκε να μεταβεί στο εξωτερικό και για το λόγο τούτο ανέθεσε στον Μ, γείτονά του, ο οποίος διατηρεί κατάστημα πλησίον της οικίας του ενάγοντος, την παράδοση του γεωργικού ελκυστήρα στον πρώτο εναγόμενο, εφόσον ο τελευταίος του κατέβαλε το υπόλοιπο τίμημα. Πράγματι, όταν ο πρώτος εναγόμενος μετέβη στο ...

για να παραλάβει το γεωργικό ελκυστήρα, κατά τη συνάντηση του με τον Μ, εμφάνισε σ' αυτόν ότι οφείλει στον ενάγοντα μόνο 500 ευρώ ως υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος, το οποίο κατέβαλε στον Μ, λέγοντάς του ότι κατέβαλε στον ενάγοντα-πωλητή το υπόλοιπο τίμημα, ενώ στη συνέχεια ο Μ του παρέδωσε το γεωργικό ελκυστήρα, τον οποίο ο πρώτος εναγόμενος μαζί με κάποιον τρίτο φόρτωσαν σε ένα φορτηγό με γερανό κι έφυγαν.

Εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής του πρώτου εναγομένου παραπλανήθηκε ο Μ-εντολοδόχος του ενάγοντος παραδίδοντας το γεωργικό ελκυστήρα στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος αποκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 3.000 ευρώ προς βλάβη της περιουσίας του ενάγοντος, αφού ιδιοποιήθηκε τον ελκυστήρα του τελευταίου χωρίς να καταβάλει το αντίστοιχο συμφωνηθέν τίμημα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος μετέφερε με φορτηγό το γεωργικό ελκυστήρα στο συνεργείο γεωργικών μηχανημάτων του δευτέρου εναγομένου-ήδη εκκαλούντος που βρίσκεται στο 10° χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού ...προς επισκευή (βλ. φωτοαντίγραφο του βιβλίου συνεργείου επισκευής αυτοκινήτων, που επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών).

Ο ενάγων μετά την επιστροφή του από το εξωτερικό πληροφορήθηκε από τον Μ τα γεγονότα και με τη βοήθεια του φίλου του ... βρήκε τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα του εξοφλήσει το υπόλοιπο τίμημα, πλην όμως ποτέ δεν έπραξε τούτο. Εκ του λόγου δε αυτού, ο ενάγων με τη βοήθεια ετέρου φίλου του, του ... (βλ.

κατάθεση του στα πρακτικά), ο οποίος διατηρεί επιχείρηση οδικής βοήθειας, ανακάλυψε ότι ο γεωργικός του ελκυστήρας είχε μεταφερθεί από τον πρώτο εναγόμενο στο συνεργείο του δευτέρου εναγομένου. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατά την παράδοση του γεωργικού ελκυστήρα του ενάγοντος στο ως άνω συνεργείο του δευτέρου εναγομένου, έδωσε εντολή να τον επισκευάσουν.

Ο δεύτερος εναγόμενος με τους υπαλλήλους του, "έλυσαν" το όχημα για να εντοπίσουν τη βλάβη του και υπολόγισαν ότι το κόστος επισκευής του ανερχόταν στο ποσό των 1.500 ευρώ περίπου, Στη συνέχεια ενημέρωσαν τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος ενέκρινε την επισκευή με το κόστος αυτό και σύμφωνα με τη ληφθείσα εντολή ξεκίνησαν την επισκευή του ελκυστήρα.

Πλην όμως ο πρώτος εναγόμενος δεν κατέβαλε στον δεύτερο εναγόμενο κανένα ποσό από το συμφωνηθέν τίμημα της επισκευής και αυτή έμεινε σε εκκρεμότητα, δοθέντος ότι ο πρώτος εναγόμενος, όντας πελάτης του συνεργείου του δευτέρου εναγομένου, όφειλε στον τελευταίο χρήματα και από την επισκευή άλλου οχήματος (βλ.

συνδυασμό κατάθεσης μάρτυρα δεύτερου εναγομένου στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά και κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης ... στα πρακτικά της υπ' αριθμ. 1268/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας). Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε ότι ο γεωργικός ελκυστήρας περιήλθε στην κατοχή του πρώτου εναγομένου με παράνομη πράξη του τελευταίου.

Ούτε βεβαίως ήταν υποχρεωμένος να ερευνήσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ελκυστήρα πριν τον παραλάβει προς επισκευή. Ακόμη από το γεγονός ότι μόλις πληροφορήθηκε από τον ενάγοντα πως αυτός είναι ο κύριος του ελκυστήρα δεν είχε αντίρρηση να του τον αποδώσει, αποδεικνύεται ότι δεν ενέχεται κατ' ουδένα τρόπο στην τέλεση αδικοπραξίας έναντι του ενάγοντος (βλ.

απολογητικό του υπόμνημα).

Συνεπώς, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, ήδη εκκαλούντα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις την αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων για επιδίκαση αποζημίωσης από αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 200, 281, 914 ΑΚ και 394 Π.Κ καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: 1) ότι ο αναιρεσίβλητος εναγόμενος δεν γνώριζε ότι ο ένδικος γεωργικός ελκυστήρας ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος ενάγοντος είχε περιέλθει στην κατοχή του μη διαδίκου εδώ αρχικά πρώτου εναγομένου Ζ με απατηλή συμπεριφορά, 2) ότι ο ίδιος γεωργικός ελκυστήρας παραδόθηκε στον αναιρεσίβλητο από τον πιο πάνω Ζ με την εντολή επισκευής του, 3) ότι ο αναιρεσίβλητος με τους υπαλλήλους του "έλυσαν" το όχημα για να εντοπίσουν τη βλάβη και να υπολογίσουν το κόστος επισκευής, 4) ότι αφού ενημέρωσαν τον Ζ και ενέκρινε την επισκευή και το κόστος ξεκίνησαν την επισκευή που δεν ολοκληρώθηκε, δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαίτιας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς που τελέσθηκε κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος κύρια με την αποδοχή στην κατοχή του αναιρεσιβλήτου του ελκυστήρα, εν γνώσει του τελευταίου ότι τον κατείχε παράνομα ο Ζ ως προϊόν παράνομης πράξης.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρ. 560 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξ άλλου, στις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα δεν περιλαμβάνεται η παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος δικάσθηκε πρωτόδικα για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής στην κατοχή του ως προϊόντος εγκλήματος του ίδιου ελκυστήρα, ώστε με τις λοιπές περαιτέρω παραδοχές δεν παραβιάστηκε το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 914 του ΑΚ αλλά ούτε και του αρθ. 394 ΠΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή της, αφού δεν ήταν εφαρμοστέα με τις προαναφερθείσες ανέλεγκτες παραδοχές.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του αρθ. 560 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Τέλος με τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, με αριθμούς 1 έως και 4 αλλά και τις λοιπές που δεν ελέγχονται αναιρετικά παραδεκτά ούτε: 1) στο πλαίσιο της διάταξης του αρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια σε σχέση με άλλες αιτιολογίες, αλλά ούτε και 2) περί του ότι η με τις πιο πάνω συνθήκες διαγνωσθείσα συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου δεν οδήγησε αιτιωδώς στη ζημία του αναιρεσείοντος δεν καθιδρυόταν από τις αρχές της καλής πίστης και των κρατουσών συναλλακτικών και χρηστών ηθών υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου στο να ζητήσει από τον Ζ την άδεια κυκλοφορίας του ελκυστήρα κατά την παράδοσή του στο συνεργείο του για επισκευή, αφού η συγκεκριμένη εργασία της επισκευής (και όχι του τεμαχισμού για πώληση σε ανταλλακτικά που δεν περιλαμβάνεται στις παραδοχές), δεν δημιουργούσε τέτοια υποχρέωση για τον αναιρεσίβλητο.

Επομένως, τα ίδια πιο πάνω πραγματικά περιστατικά των παραδοχών της προσβαλλομένης δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαίτιας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς που τελέσθηκε κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος επικουρικά από τον αναιρεσίβλητο με την αμελή συμπεριφορά της παραμέλησης εκπλήρωσης της υποχρέωσής του, στο να βεβαιωθεί για την κυριότητα του Ζ επί του ελκυστήρα, με το να του ζητήσει να του επιδείξει την άδεια κυκλοφορίας που κατείχε ως ιδιοκτήτης, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου κατά το τελευταίο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 550 του ΚΠολΔ.

κρίνονται αβάσιμα γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

ΙΙ. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ 560 αριθ. 1) (Ολ. ΑΠ 8/2005).

Κατά δε το άρθρο 560 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος θα.

πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 β' του αρθρ. 560 Κ.Πολ.Δ. ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας που δίκασε Εφετείο για να απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή του ενώ δέχθηκε ότι: "μετά την εντολή του Ζ προς τον αναιρεσίβλητο για επισκευή του ελκυστήρα ο τελευταίος "έλυσε" το μηχάνημα, υπολόγισε το κόστος επισκευής σε 1500 Ευρώ, πλην όμως μετά την ενημέρωση του Ζ, ο τελευταίος δεν κατέβαλε κανένα ποσό στον αναιρεσίβλητο και δεν προχώρησε η επισκευή γιατί ο Ζ όφειλε ακόμα στον αναιρεσίβλητο το κόστος επισκευής και άλλου μηχανήματος", παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 914 του ΑΚ, με την υπαγωγή σ' αυτό του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "η επισκευή οχήματος επ' ανταλλάγματος προϋποθέτει συμφωνία περί του ύψους της αμοιβής και του χρόνου και τρόπου καταβολής".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί ο αναιρεσείων υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 914 του ΑΚ) μέσω της χρησιμοποίησης ως επιχειρήματος του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας, για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων που στηρίζουν το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλομένης για την αγωγή του.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 42/2008 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ