Legislator Case Law & Legislation
343/2008 AI generated

343/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 343/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.2.1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/310/ΜΕΙ/55/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου, 98/297/ ΠΤ/19/2000 και 50/1781/ΠΤ/128/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης και 193/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 29.9.2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

343/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 9 Δεκεμβρίου 1987 καταρτίσθηκε, μεταξύ της Τράπεζας με την επωνυμία "Τράπεζα Κρήτης Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη η καθής Τράπεζα με την επωνυμία "Eurobak-Ergasias A.E και του Γ1 σύμβαση δανείου, με ανοικτό λογαριασμό, με μέγιστο όριο πιστώσεως το ποσό των 6.500.000 δρχ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 343 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 343/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα - Εισηγητή, Δημήτριο Δαλιάνη, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Γεωργία Γκότζη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G-EUROBANK-ERGASIAS, Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε." την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ηλίας Μαρινάκος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.2.1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/310/ΜΕΙ/55/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου, 98/297/ ΠΤ/19/2000 και 50/1781/ΠΤ/128/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης και 193/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 29.9.2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 22.7.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 9 Δεκεμβρίου 1987 καταρτίσθηκε, μεταξύ της Τράπεζας με την επωνυμία "Τράπεζα Κρήτης Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη η καθής Τράπεζα με την επωνυμία "Eurobak-Ergasias A.E και του Γ1 σύμβαση δανείου, με ανοικτό λογαριασμό, με μέγιστο όριο πιστώσεως το ποσό των 6.500.000 δρχ.

Η σύμβαση αυτή με τους επί μέρους όρους της περιλήφθηκε στο ...... έγγραφο. Στη συνέχεια, με διαδοχικές τροποποιήσεις της αρχικής σύμβασης, το όριο ανήλθε στις 18-5-1994 στο ποσό των 127.000.000 δρχ. Την οφειλή του πρωτοφειλέτη είχαν εγγυηθεί ταυτόχρονα με την συνομολόγηση της σύμβασης η σύζυγος του Ζ1, ο Ζ2 και ο Ζ3, ο τελευταίος όμως ευθυνόμενος, μέχρι του ποσού των 11.000.000 δρχ.

Εγγράφως, εγγυήθηκε και ο ανακόπτων, μέχρι το όριο των 127.000.000 δρχ. Ακόμη μεταξύ των συμβληθέντων είχε συμφωνηθεί να έχει η δανείστρια τράπεζα το δικαίωμα να αξιώνει την παράδοση από τον πρωτοφειλέτη τίτλων εις διαταγήν, που να έχουν εκδοθεί από τρίτους και είναι ίσης ή μεγαλύτερης αξίας από το εκάστοτε αναλαμβανόμενο από αυτόν ποσό, τους οποίους αφού εισέπραττε, θα πίστωνε στο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη, καθώς να αξιώνει την παράδοση, λόγω ενεχύρου, τέτοιων τίτλων που θα έπρεπε να υπερκαλύπτουν, κάθε φορά, την απαίτηση της.

Η σύμβαση λειτούργησε, κατά τα συμφωνημένα με τον πρωτοφειλέτη, να λαμβάνει χρήματα, μεταβιβάζοντας με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου στη δανείστρια επιταγές που είχαν εκδοθεί σε διαταγή του, από τρίτους. Στις .... ο πρωτοφειλέτης μεταβίβασε στη δανείστρια την ...... επιταγή της Τράπεζας Πίστεως ποσού 60.000.000 δρχ., την οποία η δανείστρια εισέπραξε και καταλόγισε το ποσό ως πιστωτικό και ο λογαριασμός μηδενίσθηκε.

Στη συνέχεια ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε εκ νέου χρήματα, μεταβιβάζοντας λόγω ενεχύρου τις αναφερόμενες στο με αρ. .... έγγραφο (πινάκιο), επτά μεταχρονολογημένες επιταγές, που φέρονται να εκδόθηκαν στις .... συνολικής αξίας 80.000.000 δρχ., Στις ..... ο πρωτοφειλέτης μεταβίβασε στη δανείστρια την ........ επιταγή της Τράπεζας Πίστεως για το ποσό των 85.600.000 δρχ.

Η δανείστρια, αφού την εισέπραξε, την καταλόγισε στις οφειλές του και ο λογαριασμός μηδενίσθηκε για το κεφάλαιο και τους τόκους του Β' τριμήνου 1995, ενώ ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε τις, ως άνω, επιταγές. Τότε η δανείστρια, μετά από απόφαση του τμήματος χορηγήσεων, του κεντρικού καταστήματος της, συναίνεσε στην απαλλαγή του εκ των εγγυητών Ζ2, αφού προηγουμένως ενέγραψε προσημείωση υποθήκης, σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη εκτάσεως 150 τ.μ.

Τον Αύγουστο του 1996 ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε εκ νέου χρήματα, αφού παρέδωσε στη δανείστρια επτά επιταγές συνολικής αξίας 80.000.000 δρχ. Στις 9-10-1998 ο πρωτοφειλέτης κατέβαλε στη δανείστρια, σε μετρητά 80.000.000 δρχ. και ανέλαβε τις ως άνω επιταγές. Στις 12-9-1996 ο "πρωτοφειλέτης παρέδωσε, λόγω ενεχύρου, στη δανείστρια επτά μεταχρονολογημένες επιταγές (ημερομηνίας εκδόσεως ......) συνολικής αξίας 80.000.000 δρχ.

και ανέλαβε αυθημερόν χρήματα από το συγκεκριμένο λογαριασμό. Για τις συγκεκριμένες όμως επιταγές, όπως διαπιστώθηκε αρχές του έτους 1997, μετά την εξαφάνισή του πρωτοφειλέτη, δεν υπήρχε υποκείμενη αιτία για την έκδοση τους, και είχαν δοθεί στον πρωτοφειλέτη για διευκόλυνση του. Η δανείστρια τότε ενημέρωσε τον ανακόπτοντα για τα ως άνω.

Αυτός υποσχέθηκε ότι θα αντικαθιστούσε τις επιταγές αυτές με άλλες. Πράγματι αυτός προσκόμισε 6 μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ποσού 76.000.000 δρχ. που είχαν εκδοθεί σε διαταγή του πρωτοφειλέτη. Η υπογραφή όμως του τελευταίου στη θέση του πρώτου οπισθογράφου δεν ήταν γνήσια. Το χρέος του πρωτοφειλέτη στις 12-2-1997 ανερχόταν στα 100.000.000 δρχ.

και στις 30-6-1997 στο ποσό των 101.628.868 δρχ. Το χρεωστικό τούτο κατάλοιπο αναγνώρισε ο ανακόπτων με την από ...... επιστολή του, προς τη δανείστρια. Με την επιστολή αυτή, της καθιστούσε, ακόμη, γνωστό ότι είχε πρόθεση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις της, από τη δανειακή σύμβαση με τον πρωτοφειλέτη, με το τίμημα που θα εισέπραττε από την πώληση οικοπέδου του, σε διάστημα τριών μηνών.

Με την προγενέστερη (από .....) επιστολή του, ζητούσε από την καθής να παρατείνει τις προθεσμίες εξόφλησης ατομικών του, προς αυτήν, χρεών, ενώ παράλληλα την διαβεβαίωνε ότι ήταν σε θέση να καλύψει και τις υποχρεώσεις ως εγγυητή του χρέους του Γ1. Η καθής, αφού πείσθηκε από τις, ως άνω, διαβεβαιώσεις του ανακόπτοντος, δεν κατάγγειλε την, μετά του πρωτοφειλέτη σύμβαση και δεν έκλεισε τον μεταξύ τους λογαριασμό, ζήτησε όμως πρόσθετη εξασφάλιση των απαιτήσεων της.

Όπως, αναφέρθηκε ο πρωτοφειλέτης είχε αναχωρήσει προς άγνωστη κατεύθυνση. Για την εξεύρεση λύσεων ενδιαφερόταν ο ανακόπτων, ο οποίος ερχόταν σε επαφή συνεχώς, με τους υπάλληλους της καθής. Αυτός υπέδειξε στη δανείστρια ακίνητο του πρωτοφειλέτη στην περιοχή ......-Ηρακλείου, προσκόμισε δε τους τίτλους αυτού και τοπογραφικό διάγραμμα.

Το ακίνητο τούτο εκτιμήθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στο ποσό των 166.944.765 δρχ. και στη συνέχεια προσημειώθηκε υπέρ της καθής (δανείστριας) στις ..... Μετά την εγγραφή της προσημείωσης αποδόθηκαν στον ....., που εμφανίστηκε, ως αντιπρόσωπος του πρωτοφειλέτη, οι επιταγές που είχε παραδώσει ο τελευταίος στην καθής στις 12-9-1996 καθώς και εκείνες που είχε παραδώσει στη δανείστρια ο ανακόπτων.

Στις 31-8-1998 η καθής προέβη στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, που εμφάνιζε υπόλοιπο 136.193.039 δρχ. Από τα, ως άνω, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η συμπεριφορά των οργάνων της καθής τράπεζας δεν συνιστά αμέλεια και μάλιστα με τη βαριά της μορφή, όπως απαιτεί το άρθρο 862 ΑΚ, με την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, ούτε αντιβαίνει στη συναλλακτική καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.

Ειδικότερα η πολυετής λειτουργία της σύμβασης και η αυξομείωση κατά τη διάρκεια αυτής των πιστώσεων καθώς και η καταβολή των οφειλομένων μέχρι τον Οκτώβριο 1996, μαρτυρεί την ομαλή κίνηση του λογαριασμού, γεγονός που επέτρεπε τη συνέχιση της πιστοδότησης. Αντίθετα η πιστοδότρια προέβη σε όλες τις ενέργειες, προκειμένου να διασφαλίσει την ικανοποίηση των απαιτήσεων της.

Εκτός από τις εγγραφείσες προσημειώσεις των 50.000.000 και 160.000.000 δρχ. για τις οποίες έγινε λόγος, είχε ως ενέχυρο 5.254 κοινές και 366 προνομιούχες μετοχές της ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρία Κρήτης Α.Ε.", που ήταν κατατεθειμένες στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας. Το ότι το 1995 η δανείστρια παραιτήθηκε από τη σύμβαση εγγυήσεως που είχε συνάψει με το Ζ2, δεν μεταβάλει τα πράγματα, καθόσον όπως αναφέρθηκε, τότε αφενός ο λογαριασμός είχε μηδενικό υπόλοιπο και αφετέρου για την ασφάλεια του λογαριασμού υπήρχε η πρώτη από τις μνημονευόμενες προσημειώσεις υποθηκών, ενώ είχαν ενεχυριασθεί και οι μετοχές της ΑΝΕΚ.

Εξάλλου, μέχρι το τέλος του 1996 δεν υπήρχαν ενδείξεις για την ανώμαλη εξέλιξη της σύμβασης. Η δανείστρια το Σεπτέμβριο του 1996 ζήτησε και η αρμόδια ΔΟΥ καθώς και το ΙΚΑ της χορήγησαν βεβαιώσεις από τις οποίες προκύπτει ότι ο πρωτοφειλέτης ήταν φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμερος. Περαιτέρω, η μη επιδίωξη είσπραξης των επιταγών, που ενεχυρίασε ο πρωτοφειλέτης στις 12-9-1996 (με πινάκιο αρ. 3366), δεν οφείλεται σε εσκεμμένες παραλείψεις ή έστω σε ολιγωρία των οργάνων της καθής.

Οποιαδήποτε ενέργειά τους προς την κατεύθυνση αυτή είναι αμφίβολο αν θα είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Όπως αποδείχθηκε, γι' αυτές δεν υπήρχε υποκείμενη αιτία, αλλά είχαν εκδοθεί από επιχειρηματίες του ....... για διευκόλυνση και μόνο του πρωτοφειλέτη. Τούτο επιβεβαιώνει, εκτός των άλλων και την μέχρι τότε φερεγγυότητα του τελευταίου στον εμπορικό κύκλο του .......

Όλα αυτά ήταν γνωστά στον ανακόπτοντα, ο οποίος προσφέρθηκε, αν και ο πρωτοφειλέτης είχε αναχωρήσει προς άγνωστη κατεύθυνση, να αντικαταστήσει τις συγκεκριμένες επιταγές με άλλες. Αυτός δε, με τις ενέργειες του, όπως πιο πάνω περιγράφηκαν, ζήτησε επανειλημμένα από την καθής (η) πίστωση χρόνου, διαβεβαιώνοντας την ότι είχε τη δυνατότητα να εξοφλήσει τα χρέη του απόντος και ήδη αγνώστου διαμονής πρωτοφειλέτη.

Η καθής πεισθείσα με τις ως άνω διαβεβαιώσεις του καθυστέρησε να καταγγείλει τη σύμβαση και να κλείσει το λογαριασμό. Γι' αυτήν την καθυστέρηση πρόδηλον είναι ότι δεν ευθύνονται τα όργανα της καθής. Στη συνέχεια με ενέργειες της καθής τα προσημειωμένα με υποθήκες ακίνητα του πρωτοφειλέτη εκτέθηκαν σε δημόσιο, αναγκαστικό πλειστηριασμό από το προϊόν του οποίου εισέπραξε η τελευταία το ποσό των 84.732.984 δρχ. (18000984 συν 66.732.000 δρχ.).

Με δεδομένα τα παραπάνω, τα αρμόδια όργανα της καθής-τράπεζας κατέβαλαν την επιμέλεια που απαιτείται στην προκειμένη συναλλαγή και δεν ενήργησαν με δόλο, ή βαρία αμέλεια, αλλά ούτε και εναντίον των χρηστών ηθών. Εξάλλου, ενόψει των ως άνω παραδοχών, η διεκδίκηση της απαιτήσεως της από τον ανακόπτοντα, δεν καθιστά την ένδικη αξίωση της, προφανώς, αντίθετη προς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ο οικονομικός ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Επομένως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 281, 288 και 862 ΑΚ για την ελευθέρωση του ως εγγυητή από την ενλόγω σύμβαση. Κατά συνέπειαν οι υπό στοιχεία 1 και 3 λόγοι της ανακοπής είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Για το δεύτερο λόγο της ανακοπής πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Με τη διάταξη του άρθρου 863 ΑΚ προβλέπεται η απαλλαγή του εγγυητή στην περίπτωση παραιτήσεως του δανειστή από ασφάλειες, που υπήρχαν για την απαίτηση του, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής.

Για τη θεμελίωση της διατάξεως αυτής, που είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς είναι επιτρεπτή η παραίτηση του εγγυητή, απαιτείται θετική πράξη του δανειστή, ενώ δεν είναι αναγκαία, κατά την ορθότερη άποψη, η συνδρομή πταίσματος του. Αν λοιπόν, ο εγγυητής παραιτηθεί του δικαιώματος, που του παρέχει η ως άνω διάταξη, η εν συνεχεία τυχόν παραίτηση του δανειστή, από άλλες ασφάλειες της απαίτησης του, στις οποίες περιλαμβάνονται και άλλες εγγυήσεις, θα κριθεί στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 862 ΑΚ.

Ο ανακόπτων, με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του, επικαλείται για την ελευθέρωση του, τη συνδρομή των όρων του άρθρου 863 Α.Κ. Ειδικότερα για τη θεμελίωση της επικαλείται: 1) την παραίτηση της καθής από την εγγύηση της επίδικης σύμβασης εκ μέρους του Ζ2 και 2) την μη επιδίωξη της είσπραξης εκ μέρους της των επιταγών του πινακίου με αρ. 3366.

Τον ισχυρισμό του αυτό, ανεξαρτήτως της νομιμότητας του δεύτερου σκέλους του, αφού πρόκειται για παράλειψη και όχι για θετική πράξη, εμποδίζεται να προτείνει ο ανακόπτων. Τούτο διότι όπως ισχυρίζεται η καθής και αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ο ανακόπτων κατά τη σύναψη της συμβάσεως εγγυήσεως παραιτήθηκε του δικαιώματος του αυτού.

Σε κάθε περίπτωση, η εκδηλωθείσα συμπεριφορά της καθής, ερευνήθηκε με τις άλλες αποδιδόμενες πράξεις και παραλείψεις της, καθής και έγινε δεκτό ότι με αυτήν δεν θεμελιώνονται, ούτε οι διατάξεις των άρθρων 862, 281 και 288 ΑΚ". Επομένως, το Εφετείο, θεωρήσαν μη βαρεία την αμέλεια των οργάνων της αναιρεσίβλητης, μη καταχρηστική την άσκηση των δικαιωμάτων της και μη απαλλασσόμενο τον αναιρεσείοντα εκ της εγγυήσεώς του, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 862, 863 και 281 ΑΚ και η απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι ανεπαρκής.

Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται και οι διά λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως προτεινόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ως μη λαβόν υπόψη τον ισχυρισμό του περί της αγούσης σε απαλλαγή του βαρείας αμελείας των οργάνων της αναιρεσίβλητης, τούτο όμως έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε, ως εκτίθεται ανωτέρω. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων παραπονείται κατά του Εφετείου, ως παραμορφώσαντος την από 24.7.1997 προς την αναιρεσίβλητη επιστολή του πρωτοφειλέτη, αναγνώσαν αυτή ως προερχομένη εκ του αναιρεσείοντος, του οποίου δεν φέρει την υπογραφή. Δεν προκύπτει όμως τούτο, διότι δεν προσάγεται το ειρημένο έγγραφο, παρ' ότι επεσημάνθη η μη προσαγωγή του και στην εισηγητική έκθεση και συνεπώς ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 29.9.2006 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 193/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ