343/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated343/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Επειδή, όπως προκύπτει από την 5359 Γ΄ της 27-1-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...., την προκειμένη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επέσπευσαν οι αναιρεσίβλητοι, μεταξύ των οποίων και οι (αναφέρονται 5 αναιρεσίβλητοι), που δεν εμφανίσθηκαν (οι ανωτέρω πέντε) στη σημειουμένη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο, ούτε υπέβαλαν την, από το άρθρο 242 ΚΠολΔ, δήλωση μη εμφανίσεως στο ακροατήριο.
Full text
Απόφαση 343 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 343/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερορρύθμου Εταιρίας που εδρεύει στην Αθήνα και βρίσκεται υπό εκκαθάριση με την επωνυμία " ....." νομίμως εκπροσωπούμενης από την εκκαθαρίστριά της ...., κάτοικο .... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον Μίνωα Κυπριάδη, που παραστάθηκε στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Μιχαήλ Βογιατζάκη.
Των αναιρεσίβλητων: (αναφέρονται 25 αναιρεσίβλητοι), κατοίκου Αθηνών. Οι 1η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8ος, 9η, 10η, 11ος, 12η, 13ος, 14ος, 15ος, 16η, 17ος, 18η και 22η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μικρό, οι 2ος και 3η παραστάθηκαν με τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε ότι η 21η αναιρεσίβλητη (.....) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την ....., η οποία δηλώνει ότι συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν. Οι 19η, 21η, 23ος, 24ος και 25η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-1951 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και των (αναφέρονται 6 αναιρεσείες), οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1656/1969 6268/1996 μη οριστικές,3767/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8838/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Απριλίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 24-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 7 Απριλίου 2005 αίτησης για αναίρεση της 8838/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, όπως προκύπτει από την 5359 Γ΄ της 27-1-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...., την προκειμένη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επέσπευσαν οι αναιρεσίβλητοι, μεταξύ των οποίων και οι (αναφέρονται 5 αναιρεσίβλητοι), που δεν εμφανίσθηκαν (οι ανωτέρω πέντε) στη σημειουμένη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο, ούτε υπέβαλαν την, από το άρθρο 242 ΚΠολΔ, δήλωση μη εμφανίσεως στο ακροατήριο.
Συνεπώς, το Δικαστήριο τούτο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση σαν να ήταν παρόντες και οι διάδικοι αυτοί (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 261 και 271 ΑΚ, που ορίζουν αντιστοίχως : α) Το δικαίωμα να αποκτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται, β) εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, γ) η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, δ) την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η παραγραφή δε που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και ε) αν πρόκειται για παραγραφή εμπραγμάτων αξιώσεων, ο ειδικός ή καθολικός διάδοχος έχει το δικαίωμα να προσμετρήσει και το χρονικό διάστημα, που οι δικαιοπάροχοί του βρίσκονταν στη νομή του πράγματος, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 1112 ΑΚ, των ν. 6 Π. (Ι 5.5), 1 παρ. 3 (Ι 2.7) του προϊσχύοντος δικαίου και των άρθρων 24 και 50 ΕισΝΑΚ, προκύπτουν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα : 1) Οι αξιώσεις από την "condictio possessionis" του προϊσχύσαντος βιρ δικαίου και από τις διεκδικητική και πουβλικιανή αγωγές παραγράφονται σε είκοσι (20) χρόνια, 2) η ανωτέρω παραγραφή μπορεί να συντελεσθεί και κατά τη διάρκεια της επιδικίας αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων, των διαδίκων ή του δικαστηρίου, συμπληρωθεί διάστημα είκοσι (20) ετών, 3) οι λόγοι διακοπής της παραγραφής αναγράφονται ρητώς και περιοριστικώς στο νόμο και δη στα άρθρα 261, 262, 263, 264 και 269 ΑΚ και διαφέρουν από τους λόγους και τις προϋποθέσεις της αναστολής της παραγραφής, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 255 - 257 ΑΚ, 4) τόσο η παραγραφή, που συνιστά ένσταση, όσο και η διακοπή της (παραγραφής), που θεμελιώνει αντένσταση του δικαιούχου, δεν λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά πρέπει να προταθούν και μάλιστα ορισμένως (άρθρο 262 ΚΠολΔ) και με αίτημα, αντιστοίχως, να γίνει δεκτή η ένσταση παραγραφής (επί προβολής της ενστάσεως) ή να απορριφθεί αυτή, επί αντενστάσεως περί διακοπής της παραγραφής.
Όταν δε πρόκειται περί απλής ομοδικίας, όπως συμβαίνει και στην προκειμένη υπόθεση, αφού η ένδικη αγωγή (με περισσότερους ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα) κατά την κυρία μεν βάση της έχει τον χαρακτήρα της απαιτήσεως περί νομής (condictio possessionis) του προϊσχύσαντος βιρ. Δικαίου, κατά δε την επικουρική του χαρακτήρα της διεκδικητικής και πουβλικιανής και συνεπώς δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 76 ΚΠολΔ περιπτώσεις αναγκαστικής ομοδικίας, δεν αρκεί η προβολή της αντενστάσεως περί διακοπής της παραγραφής από ένα των ομοδίκων για να έχει αποτελέσματα και ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει το Εφετείο απέρριψε κατ΄ ουσία την, από 18-11-2002, έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 3767/2002 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, έγινε δεκτή η από τους εναγομένους προβληθείσα ένσταση περί παραγραφής εν επιδικία της εμπράγματης αξιώσεως των εναγόντων (μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα), για την οποία (αξίωση) η προαναφερομένη αγωγή.
Συγκεκριμένως, και το Εφετείο δέχθηκε ως νόμιμη και κατ΄ ουσία βάσιμη την ένσταση παραγραφής, που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι, αφού απέρριψε την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, την οποία, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, προέβαλε μόνο η απλή ομόδικος της αναιρεσείουσας ΄...
χήρα ....., η οποία μάλιστα είχε ασκήσει αυτοτελή έφεση. Η αναιρεσείουσα, ακόμη και στο αναιρετήριο, δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε την ανωτέρω αντένσταση και μάλιστα κατά τρόπο ορισμένο, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, υποστηρίζει δε απλώς ότι "το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πράγματα που προτάθηκαν, όπως το ιστορικό της όλης διαφοράς, που συνιστούσε αντένσταση στους ισχυρισμούς των αντιδίκων και τις κοινές προσκλήσεις των ομοδίκων εναγόντων, που είχε προσκομίσει η ομόδικος και εκκαλούσα, στις οποίες αποδεδειγμένως αναφερόμουνα ως ομόδικος και η οποία προέβαλε ρητή αντένσταση στην ένσταση παραγραφής.....
Εν προκειμένω η εκκαλουμένη έσφαλε δεχθείσα ότι δεν προβάλαμε αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, ενώ αναφερόμεθα στις προτάσεις των αντιδίκων (ομοδίκων).... Εσφαλμένως δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν υποβάλαμε αντένσταση μη παραγραφής της αξιώσεώς μας, αφού αναφερόμεθα ρητά στις προσκλήσεις που προσκόμισε η ομόδικός μας ενάγουσα και η άρνηση των ισχυρισμών των προτάσεων των αντιδίκων αποτελούσε αντένσταση πλήρως αποδεικνυομένη από τις προσκλήσεις αυτές που η ομόδικός μας είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί". Συνακόλουθα, οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, που βάλλουν (ή έχουν ως βάση) κατά της απορρίψεως από το Εφετείο της αντενστάσεως περί διακοπής της παραγραφής, την οποία ( αντένσταση) είχε προβάλλει μόνο η ομόδικος (απλή) της αναιρεσείουσας ΄...., και συγκεκριμένως, οι πρώτος (κατά ένα μέρος), δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, δέκατος και ενδέκατος πρέπει να απορριφθούν ως ερειδόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
ΙΙΙ. Επειδή, για να ιδρυθεί ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και μάλιστα κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989). Η αναιρεσείουσα, με τον ένατο λόγο της κρινομένης αιτήσεως, παραπονείται ότι "κακώς δεν απορρίφθηκε ως καταχρηστική η περί παραγραφής ένσταση των αντιδίκων, δεδομένου ότι αν η ένδικος αγωγής είχε παραγραφεί τότε ουδείς λόγος υπήρχε για τους αντιδίκους να επαναλάβουν τη διαδικασία στο στάδιο των διεξαγωγών ενώ θα ηδύνατο να αφήσουν τη δίκη να ηρεμεί....". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος το μεν και κυρίως διότι από την επισκόπηση της εφέσεως της αναιρεσείουσα και των προτάσεών της στο Εφετείο προκύπτει ότι δεν προέβαλε και μάλιστα νομίμως, δηλαδή με πρόταση ικανών, για τη θεμελίωσή της, από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενστάσεως, περιστατικών, συνοδευομένων από σχετικό αίτημα απορρίψεως της ενστάσεως παραγραφής ως καταχρηστικής, το δε και σε κάθε περίπτωση διότι τα προαναφερόμενα περιστατικά δεν αρκούν για να καταστήσουν νόμιμη και ορισμένη τη σχετική ένσταση (από το άρθρο 281 ΑΚ).
IV. Επειδή, τέλος, η αναιρεσείουσα παραπονείται, στον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως και για το ότι το Εφετείο, παραβίασε και τις διατάξεις των άρθρων 6, 13 και 17 της ΕΣΔΑ 2 παρ. 3 και 14 παρ. 1 του ν. 2462/1997 του Διεθνούς Συμφώνου του ΟΗΕ για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου των Παρισίων, αναφερομένη κυρίως στη μεγάλη χρονικώς πορεία της σχετικής δίκης και στην κατάληψή της σε παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων. Όμως, με τις προαναφερόμενες διατάξεις δεν απαγορεύεται στους εθνικούς νομοθέτες να θέτουν, με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον, διατάξεις για παραγραφή, και μάλιστα μετά πολύ χρόνο απραξίας των διαδίκων (εικοσαετία στην προκειμένη περίπτωση) κάποιων αγωγικών αξιώσεων. Βεβαίως, με τις ανωτέρω διατάξεις, επιβάλλεται η κατά το δυνατόν σύντομη περαίωση των δικών και η προκειμένη βράδυνε πάρα πολύ. Ενόψει, όμως, του ισχύσαντος στην Ελλάδα συγκλητικού συστήματος για τις πολιτικές δίκες την κύρια ή πάντως την μεγαλύτερη ευθύνη για την παραπάνω βραδύτητα έχουν οι ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, οι οποίοι και μόνο είχαν συμφέρον για τη σύντομη περάτωση της δίκης, αφού ο αρχικός εναγόμενος και οι δικαιοδόχοι του είχαν συνεχώς τη νομή του επιδίκου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός, ως αβάσιμος, και η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 7 Απριλίου 2005, αίτηση της εδρεύουσας στην Αθήνα και τελούσας υπό εκκαθάριση ετερορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "....." για αναίρεση της 8838/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (παραστάντων), τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ