Legislator Case Law & Legislation
342/2022 AI generated

342/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 342/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

342/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Keywords

AI generated
safety concerns exposure to danger suspension of insurance cover offenses against legal certainty insurance policy obligation to post security
AI generated
1251/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Ιουλίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 178/2005 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της.
494/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 511/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 472/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-6-2010 αίτησή της.
2193/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
938/2008
Supreme Court dismisses insurance company's appeal on liability and procedural grounds.
1734/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 342 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 342/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Γ. Α. Η. Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Ρ., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 257/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προ εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 479/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4529/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/5/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 11814Δ/1-10-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δημητρίου Πράσινου, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 26-5-2020 αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή, πρέπει, παρά την απουσία του η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών.

Υπόκειται προς κρίση η από 26-5-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4529/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 2-5-2017 έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 479/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την από 16-7-2015 αγωγή του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, για την αναγνώριση της ακυρότητας ασφαλιστικής σύμβασης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των αρ. 1 επ., 7, 27, 31 και 32 ν. 2496/1997, ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τις διατάξεις των αρ. 189 επ.

του ΕμπΝ και ο οποίος, κατά το αρ. 33 παρ. 4 αυτού, εφαρμόζεται και επί των ασφαλιστικών συμβάσεων, που υφίσταντο κατά την έναρξη ισχύος του, προκύπτει, ότι με τη σύμβαση της ασφάλισης, ο ασφαλιστής υποχρεούται αντί ασφαλίστρου να αποζημιώσει τις απώλειες ή ζημίες, οι οποίες ενδέχεται να συμβούν στον ασφαλιζόμενο από ορισμένα τυχαία ή ανωτέρας βίας περιστατικά ή ασθένειες, οι οποίες δεν υπήρχαν ή υπήρχαν, αλλά ο ασφαλισμένος δικαιολογημένα αγνοούσε την ύπαρξή τους, κατά τη σύναψη της σύμβασης.

Όπως, δε, προκύπτει -από τη διάταξη του αρ. 7 παρ. 7 του ως άνω νόμου, η ασφαλιστική αποζημίωση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, όταν πραγματοποιηθεί ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ήτοι επέλθει η ζημία, προς κάλυψη της οποίας έχει συνομολογηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

Ειδικότερα, στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται, είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού), είτε στην αποκατάσταση συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας, που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου (ΑΠ 1957/2013, ΑΠ 1303/2009). Περαιτέρω, κατά το αρ. 6 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές, ενώ κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του αυτού άρθρου, η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει την σύμβαση.

Η καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στο λήπτη της ασφάλισης, στον οποίο γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής του ασφαλίστρου, θα επιφέρει, μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης. Από τη δεύτερη παράγραφο της διάταξης αυτής προκύπτει, ότι εισάγεται διπλή υποχρέωση στον ασφαλιστή, ήτοι η καταγγελία της σύμβασης πρέπει να γίνει εγγράφως προς το λήπτη της ασφάλισης, αλλά, για να επέλθουν τα εκ του νόμου αποτελέσματα αυτής, πρέπει στο κείμενο να αναφέρονται οι συνέπειες της καθυστέρησης καταβολής ασφαλίστρου.

Για τη λύση, δηλαδή, της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν αρκεί, μόνον, η δήλωση του ασφαλιστή περί ακύρωσης ή "ελευθεροποίησης" της σύμβασης, λόγω μη πληρωμής των ασφαλίστρων, η οποία κοινοποιείται στον ασφαλισμένο, αλλά απαιτείται δήλωση περί καταγγελίας με την επισήμανση, ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά παρέλευση ενός μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης.

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ, προκύπτει, ότι η καταγγελία, για τη λύση της σύμβασης ασφάλισης είναι μονομερής και ληψιδεής δήλωση της βούλησης του συμβαλλόμενου μέρους, η, δε, δήλωση θεωρείται συντελεσθείσα όχι, απλώς, από την αποτύπωσή της στον εξωτερικό κόσμο, ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της εκ μέρους του παραλήπτη προς τον οποίον απευθύνεται, αλλά από την παραλαβή της.

Για να παραγάγει τα αποτελέσματά της, είναι αναγκαία η περιέλευσή της στον νόμιμο παραλήπτη, απαιτείται, δε, να περιέχεται σε έγγραφο και μάλιστα, συστημένο ή επί αποδείξει, καθώς ο τρόπος αυτός κοινοποίησης εξασφαλίζει τη δυνατότητα γνώσης εκ μέρους του παραλήπτη προς τον οποίο και μόνον, παραδίδεται (βλ.

ΑΠ 510/2009, ΑΠ 1951/2006). Η επιλογή από το νόμο του τρόπου αυτού επίδοσης οφείλεται στη σημαντική έννομη συνέπεια, που αναφέρεται στη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης και την έκτοτε διακοπή της ασφαλιστικής κάλυψης. Κατά συνέπεια, επί συστημένης επιστολής, μέσω ΕΛΤΑ, δεν αρκεί η εγχείριση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης στον παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής, αυτοπροσώπως από τον παραλήπτη, ειδικώς για τις συστημένες επιστολές απαιτείται όχι μόνο παράδοση γραπτής ειδοποίησης, αλλά και η πάροδος εύλογου χρόνου για την παραλαβή της, οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του (πρβλ.

ΑΠ 1176/2015, ΑΠ 122/2004, ΑΠ 431/2004). Αν δεν γίνει η προσήκουσα γνωστοποίηση, δεν υφίσταται η καταγγελία, τυχόν, δε, αντίθετη συμφωνία, ότι με, μόνον, την υπερημερία του ασφαλισμένου, ως προς την καταβολή των ασφαλίστρων επέρχεται αυτοδικαίως λύση της σύμβασης, είναι άκυρη κατά τη διάταξη του αρ. 33 παρ. 1 του άνω ν. 2496/1997, η οποία ορίζει ότι, κάθε δικαιοπραξία, που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται, κάτι άλλο, ειδικά, στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών (βλ.

ΟλΑΠ 14/2013, ΑΠ 1276/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικά τμήμα της, και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστικής σύμβασης λόγω μη καταβολή των ασφαλίστρων δέχθηκε τα εξής : "...

Στη συνέχεια, κατόπιν πιέσεως του ενάγοντος και επισκέψεών του στα γραφεία της εναγομένης, προκειμένου να πληροφορηθεί το ύψος των οφειλομένων από αυτόν ασφαλίστρων, η εναγομένη προέβη στη σύνταξη της από 13-2-2012 συστημένης επιστολής της, με την οποία γνωστοποιούσε στον ενάγοντα, το πρώτον, το ακριβές ποσό της οφειλής του ύψους 1.698,06 ευρώ, καθώς και ότι σε περίπτωση μη αποπληρωμής του συνόλου της οφειλής εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της επιστολής, τούτο θα ισοδυναμούσε με καταγγελία και συνακόλουθη λύση της σύμβασης.

Η επιστολή αυτή εστάλη στην δηλωθείσα από τον ενάγοντα ταχυδρομική θυρίδα που τηρούσε στα ΕΛΤΑ …. Ειδικότερα, εντός της ταχυδρομικής θυρίδας του ενάγοντος τοποθετήθηκε στις 16-3-2012 ειδοποιητήριο για την αποστολή της άνω επιστολής, η οποία (επιστολή) παρέμεινε εις χείρας των υπαλλήλων του ταχυδρομείου.

Ο ενάγων έλαβε γνώση της επιστολής αυτής στις 3-4-2012, όταν επισκέφθηκε τα ΕΛΤΑ, βρήκε το ειδοποιητήριο και παρέλαβε την συστημένη επιστολή, όπως προκύπτει από την με την ως άνω ημερομηνία βεβαίωση του αρμοδίου υπαλλήλου του καταστήματος ΕΛΤΑ … και ακολούθως στις 25-4-2012, ήτοι εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της επιστολής, κατέβαλε το παραπάνω ποσό στον τηρούμενο λογαριασμό της εναγόμενης στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Παρά ταύτα, στις 9-8-2012, ο ενάγων έλαβε από την εναγομένη την πληροφόρηση ότι η μεταξύ τους σύμβαση είχε λυθεί, επειδή αυτός δεν είχε εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ειδικότερα, δεν είχε εξοφλήσει εμπρόθεσμα τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του. Εντούτοις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η σχετική καταβολή των ασφαλίστρων από τον ενάγοντα ήταν εμπρόθεσμη, καθώς αυτός κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό εντός της ταχθείσας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της συστημένης επιστολής της εναγόμενης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, για να παράγει τα αποτελέσματά της η καταγγελία απαιτείται η περιέλευσή της στο νόμιμο παραλήπτη (εν προκειμένω στον ενάγοντα), επί, δε, συστημένης επιστολής αποσταλείσας, μέσω των ΕΛΤΑ, δεν αρκεί η εγχείριση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης στον παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου περί ύπαρξης συστημένης επιστολής στην ταχυδρομική θυρίδα του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής αυτοπροσώπως από τον παραλήπτη (χέρι με χέρι), οπότε και περιέρχεται η δήλωση βούλησης (εν προκειμένω καταγγελία) στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται και εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης εκ μέρους του του περιεχομένου της, αρχομένης έκτοτε της τριακονθήμερης προθεσμίας για την καταβολή των ασφαλίστρων.

Κατά συνέπεια, ενόψει της αποδειχθείσας εμπρόθεσμης καταβολής από τον ενάγοντα των οφειλόμενων ασφαλίστρων, η καταγγελία από την εναγομένη του υπ' αριθμ. … /20-3-1993 ασφαλιστηρίου συμβολαίου κλάδου ζωής, μετά των προσθέτων πράξεων - παραρτημάτων του, είναι άκυρη, ο, δε, ενάγων ως συμβληθείς στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο και έλκων δικαιώματα από αυτό, είχε έννομο συμφέρον προς δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας αυτής".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο τη συνέχεια απέρριψε την έφεση της νυν αναιρεσείουσας κατ' ουσίαν. Το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε και ειδικότερα ότι για την ειδοποίηση του αναιρεσίβλητου από την αναιρεσείουσα περί καταβολής των ασφαλίστρων από τη μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση με συστατική επιστολή δεν αρκεί η εγχείριση από τον ταχυδρόμο της σχετικής γραπτής ειδοποίησης σ' αυτόν ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιό του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η πάροδος εύλογου χρόνου για την παραλαβή της, για να εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του, από την οποίαν (γνώση) αρχίζει η ορισθείσα προθεσμία για την καταβολή των ασφαλίστρων που η αναιρεσείουσα είχε ορίσει και ότι η καταγγελία της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης στην οποία προέβη η τελευταία, λόγω δήθεν μη εμπρόθεσμης καταβολής των ασφαλίστρων είναι άκυρη, διότι ο αναιρεσίβλητος κατέθεσε τα ασφάλιστρα εμπρόθεσμα, και έτσι που έκρινε, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, τα οποία ορθώς υπήγαγε σ' αυτές, ούτε περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Κατ' ακολουθία ο μόνος λόγος της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίον η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος της αναιρεσείουσας, ελλείψει αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4529/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ