Legislator Case Law & Legislation
342/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bond investment fraud, ruling evidence assessment is reviewable only on new grounds.

Case Number 342/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment awarding damages for alleged investment fraud. The appellant argued that the lower court ignored evidence regarding the true nature of the bond products, but the court found this claim unsupported by the record. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only on new grounds and cannot re-evaluate the lower court's assessment of evidence unless the appellant proves a violation of the law affecting the outcome.

Keywords

AI generated
appeal bond forfeiture review of evidence assessment investment fraud claim bond product disclosure legal costs allocation civil procedure review new grounds requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(2) of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 342 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 342/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Τ. Γ. του Ε., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Κονταξή και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Τσενέ και Γεώργιο Σουμέλα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" με διακριτικό τίτλο "ALPHA ASSET MANAGEMENT Α.Ε.Δ.Α.Κ." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σουμέλα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/5/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3528/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 885/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/5/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 885/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δεχόμενο την από 18-11-2015 έφεση των αναιρεσιβλήτων με τους από 20-7-2016 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 3528/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχτεί εν μέρει την από 6-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα κατά των αναιρεσιβλήτων, υποχρεώνοντας τις τελευταίες να του καταβάλουν εις ολόκληρον η κάθε μία, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 1.432.866,00 ευρώ, ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, που προκλήθηκε σε αυτόν, αφ' ενός μεν από την πλημμελή εκτέλεση της υφιστάμενης μεταξύ τους συμβατικής σχέσης, αφ' ετέρου δε λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου τους σε βάρος του, καθώς και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από αυτή αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε επί της ένδικης αγωγής, απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονες πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Ωσαύτως με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπο την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, που δεν ελέγχετα. από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Παράλληλα κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται οτην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως> αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).Επιπλέον από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 713 του ΑΚ, "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει, χωρίς αμοιβή, την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", ενώ στο άρθρο 714 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι "ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297, 298 και 914 του ΑΚ, προκύπτουν, πλην άλλων, τα εξής:

O εντολοδόχος οφείλει να διεξάγει την ανατεθείσα σ' αυτόν υπόθεση, να πράξει δηλαδή για λογαριασμό του εντολέα του, ότι υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υποθέσεως, ευθυνόμενος έναντι του εντολέα για κάθε πταίσμα. Έτσι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νόμιμων υποχρεώσεων αξιώνεται, όχι ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 335 ΑΚ (ΑΠ 2212/2014). Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα προσδοκώμενο κέρδος που ματαιώθηκε (ΑΠ 536/2004).

Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το άρθρο 714 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1115/2003).

Για την υποχρέωση αποζημιώσεως απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας που επήλθε στον εντολέα. Αν, επομένως, ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του εντολέα.

Η αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ' αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται στα άρθρα 714 και 330 του ΑΚ και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα (όπως απάτη, υπεξαίρεση κ.λ.π.) οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων.

Τέτοια παράλειψη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 714 και 330 του ΑΚ, που δημιουργεί αντίστοιχη αξίωση αποζημίωσης του εντολοδόχου από τον εντολέα, συνιστά και η αποσιώπηση από τον πρώτο προς τον δεύτερο ουσιωδών πληροφοριών ή η παράλειψη ενημέρωσης για επικείμενο κίνδυνο, αφού η υποχρέωση αυτή του εντολοδόχου ευθέως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 718 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να παρέχει πληροφορίες στον εντολέα σχετικά με την υπόθεση που του ανατέθηκε, εφόσον αυτές είναι αναγκαίες κατά την καλή πίστη.

Το πότε συμβαίνει τούτο εξαρτάται από τις ιδιαίτερες συνθήκες της εντολής, αν, δε, παραβεί την υποχρέωσή του αυτή, ο εντολοδόχος, καθίσταται υπόχρεος σε αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υφίσταται ο απληροφόρητος εντολέας του, εφόσον η ζημία του τελευταίου συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψη της πληροφόρησής του(ΑΠ 1082/2013).

Τέλος, η σύμβαση της εντολής μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς (ΑΚ 158, 713), λόγω δε του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, ο εντολοδόχος μπορεί να αναλάβει τη διεξαγωγή της υπόθεσης του εντολέα, είτε ύστερα από παράκλησή του, είτε ακόμη και από δική του πρωτοβουλία, εφόσον ο εντολέας γνωρίζει τούτο και δεν αντιλέγει (ΑΠ 1614/1999, ΑΠ 2212/2014).

Παράλληλα, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και έκτης θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, Α.Π. 831/2005, Α.Π. 174/2005).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κάποιος υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Επίσης, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ίδιου Κώδικα και 386 του Π.Κ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει, όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, αποσκοπώντας στη δήλωση βουλήσεως του απατηθέντος, ο οποίος ένεκα της απάτης προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 325/2009), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο (ΑΠ 631/2015, ΑΠ 1501/2014).

Η πρόκληση βλάβης στην περιούσια ορισμένου προσώπου, η οποία συνδέεται προς τις παρεχόμενες από την τράπεζα επενδυτικές υπηρεσίες, συνιστά όρο θεμελιώσεως της αστικής ευθύνης της τελευταίας σε καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, εφόσον επιπλέον υφίστανται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις υπαγωγής της συγκεκριμένης βιοτικής σχέσης στους κανόνες των ως άνω διατάξεων.

προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ανωτέρω μορφής ευθύνης απαιτούν την ύπαρξη σχέση5 αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρεχομένων υπηρεσιών με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, καθώς και υπαίτια εκδήλωση παράνομης συμπεριφοράς, μέσω της οποίας εκ μέρους της τράπεζας, που παρέχει τις υπηρεσίες, παραβιάζονται οι συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το ειδικότερο περιεχόμενο αυτών στην συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281, 288 ΑΚ.

Ειδικότερη μορφή παραβιάσεως των κανόνων αυτών αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων εκτιμήσεως των συμφερόντων του πελάτη, διαφωτίσεως, παροχής συμβουλευτικής καθοδηγήσεως και προειδοποιήσεως αυτού. Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στο.

συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθετήσεως των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, ακολούθως να αξιολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος επίσης να αποφασίσει, εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού τράπεζα (ΑΠ 2212/2014).

Με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ, 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996), (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007), ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους) έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος ήδη Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.

Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.

ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες, τόσο στο πρόσωπο του πελάτη, όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής, συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες, που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Η παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.

Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό, νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 1738/2013, ΑΠ 1028/2015). Ωστόσο η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής και μόνη δεν συνιστά άνευ άλλου και αδικοπραξία, είναι όμως δυνατόν μία υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά, (πράξη ή παράλειψη), με τη οποία παραβιάζεται η σύμβαση, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να θεμελιώνει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως ενέχουσα προσβολή δικαιώματος, το οποίο αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος και όφειλε αυτός να το σεβαστεί.

Οι αξιώσεις από τη σύμβαση και την αδικοπραξία είναι δυνατόν να συρρέουν και να ασκηθούν παράλληλα, δεν μπορούν όμως εφόσον αλληλοκαλύπτονται και να ικανοποιηθούν μαζί, αφού η ικανοποίηση της μιας καθιστά χωρίς αντικείμενο την άλλη, εκτός εάν από την τελευταία παρέχεται πρόσθετη έννομη προστασία, μη παρεχόμενη από τη συρρέουσα αντικειμενικά (ΑΠ 737/2011, ΑΠ 1501/2014).

Τέλος από το άρθρο 922 ΑΚ, που ορίζει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα, κατά την υπηρεσία του, συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς υπαιτίως σε τρίτον όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η συμπεριφορά αυτή δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση.

Επίσης, κατά την έννοια της αυτής ως άνω διάταξης της ΑΚ 922, "προστηθείς", για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται, κατά τους όρους της διάταξης αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με τη βούληση του εν λόγω προσώπου ως "προστήσαντος", απασχολείται, διαρκώς ή παροδικώς, στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του προσώπου αυτού, υπό τον έλεγχο ή την επίβλεψη ή κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου, ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του.

Δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης, αλλά η πρόστηση μπορεί να στηρίζεται και σε πραγματικό γεγονός ή να γίνεται ευκαιριακά για μία μόνο συγκεκριμένη πράξη. Έτσι, δεν έχει σημασία ο τρόπος πρόσληψης του προστηθέντος, ούτε αν η πρόσληψή του έγινε από άλλον και όχι από τον προστήσαντα, αρκεί ότι ο προστηθείς ενεργούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του τελευταίου ως, προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, όντος αδιάφορου του τρόπου παροχής των οδηγιών και, εντολών του προστήσαντος (ΑΠ 1325/2007).

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η από 18-11-2015 έφεση με τους από 20-7-2016 πρόσθετους αυτής λόγους των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε, πλην άλλων, τα ακόλουθα: "Κατά το έτος 2002, ο ενάγων, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός με πολυετή δραστηριότητα, διέθετε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, προερχόμενο από αποταμιεύσεις ετών από την επαγγελματική του δραστηριότητα και από την πώληση του μεριδίου του, στην ανώνυμη τεχνική εταιρία "ΤΟΜΗ ΑΤΕ", στην οποία ήταν συνιδρυτής και μέτοχος, το οποίο αποφάσισε να επενδύσει. 'Έτσι, απευθύνθηκε στο Διευθυντή του υποκαταστήματος Ηλιούπολης της πρώτης εναγομένης, τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τους προϊστάμενους καταθέσεων του ίδιου καταστήματος, με τους οποίους είχε προσωπική επαφή, εξαιτίας της μέχρι τότε συνεργασίας τους, στα πλαίσια της οποίας είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης, προκειμένου να ενημερωθεί για τις επενδυτικές επιλογές που του πρόσφερε η άνω Τράπεζα.

Λόγω του σημαντικού ύψους του κεφαλαίου του, προτάθηκε σ' αυτόν από τους άνω υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης, να απευθυνθεί στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, <<ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", ως πάροχο εξειδικευμένων υπηρεσιών διαχείρισης μεγάλων χρηματικών κεφαλαίων, η οποία στη συνέχεια, συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από τη δεύτερη εναγομένη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, "ALPHA ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" |κατόπιν αυτού, ήλθε σε επαφή με τον Π.

Χ., στέλεχος του καταστήματος των εναγομένων, "ALPHA PRIVATE BANK", στο Παλαιό Φάληρο, ο οποίος είχε την ιδιότητα του πιστοποιημένου Συμβούλου από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με τίτλο επαγγελματικής επάρκειας στην ειδικότητα του Συμβούλου Παροχής επενδυτικών συμβουλών και επιπλέον κατείχε πιστοποιητικό Συμβούλου πελατών, από το Χρηματιστήριο Αθηνών ΑΕ.

Στον τελευταίο, ο ενάγων εξέθεσε την επιθυμία του, για την επένδυση των χρημάτων του. Ακολούθως καταρτίστηκε η από 31-12-2002 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών αόριστης διάρκειας, μεταξύ των εναγομένων εταιριών, εκπροσωπούμενων από τον άνω υπάλληλο τους, Π. Χ., και του ενάγοντος, της συζύγου του, Α. Γ. και του γιού του, Ε.

Γ., δυνάμει της οποίας οι εναγόμενες, μέσω του καταστήματος τους, "ALPHA PRIVATE BANK", ανέλαβαν την κατάρτιση συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου του επενδυτή - ενάγοντος, σύμφωνα με τις εντολές του, επί όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων, που αναφέρονται στην παρ. Ια του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, δηλαδή, σε κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων β)τίτλους της χρηματαγοράς γ)τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων, που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δ)προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA) ε) συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων, με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα, ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps) δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων, που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, κατηγορία στην οποία περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων και εκτέλεση των παραγγελιών και εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, ενώ όσον αφορά συναλλαγές επί παραγώγων, συμφωνήθηκε, ότι αυτές θα διενεργούνταν, μόνο εφόσον είχε υπογραφεί ειδική προς τούτο σύμβαση (όρος 2.2 της άνω σύμβασης).

Με τον όρο 3.1 της ίδιας όπως παραπάνω, σύμβασης ορίστηκε ότι, εντολή είναι, η κάθε είδους εντολή ή παραγγελία του επενδυτή προς τις αντισυμβαλλόμενες εταιρίες για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και διεκπεραίωση παρεπόμενων πράξεων, που δίδεται όποτε κριθεί σκόπιμο από αυτόν. Για την εξυπηρέτηση της σύμβασης, τηρήθηκε στην πρώτη εναγομένη, ο με αριθμό … κοινός λογαριασμός, στο όνομα του ενάγοντος και των άνω, συζύγου και τέκνου του, τον οποίο οι εναγόμενες εταιρίες είχαν δικαίωμα, βάσει ανέκκλητης εντολής, χορηγηθείσας με τον όρο 4 της σύμβασης, να τον κινούν, ήτοι να αναλαμβάνουν ή να καταθέτουν τα αντιστοιχούντα σε κάθε ειδικότερη συναλλαγή ποσά και να πραγματοποιούν τις κατάλληλες χρεοπιστώσεις.

Επίσης, με σχετικούς όρους της ένδικης σύμβασης, συμφωνήθηκαν και τα εξής: Οι εταιρίες (εναγόμενες) επιφυλάσσονται κατά την απόλυτη κρίση τους, να ζητήσουν επιβεβαίωση οποιασδήποτε εντολής, εφόσον ανέλεγκτα κριθεί αναγκαίο, πριν την υλοποίησή της με δαπάνη του επενδυτή και ότι για οποιαδήποτε πλημμέλεια κατά την εκτέλεση της εντολής που θα οφειλόταν στη διαβίβαση αυτής και σχετίζεται με το περιεχόμενο της, το πρόσωπο του επενδυτή ή την εξουσία του να διαχειρίζεται το λογαριασμό ή να διαθέτει τις υποκείμενες αξίες ή τυχόν πλημμέλεια που οφείλεται σε τεχνικούς λόγους, οι μεν εταιρίες θα ευθύνονται αποκλειστικά και μόνο για δόλο ή βαρεία αμέλεια, ο δε επενδυτής παραιτείται ρητά τυχόν δικαιώματος να ζητήσει ακύρωση της αντίστοιχης ή αντίστοιχων πράξεων και της χρηματιστηριακής ή χρηματιστηριακών συναλλαγών και να στραφεί κατά των εταιριών για οποιοδήποτε λόγο και αιτία (όρος 6.2), β) Ο επενδυτής δύναται να προβαίνει σε τροποποίηση ή ανάκληση της δοθείσας εντολής .... (όρος 6.3)...(γ)//Ρητά συμφωνείται ότι, λόγω των μη προβλέψιμων στην επενδυτική αγορά διακυμάνσεων, οι εταιρίες (εναγόμενες) δεν εγγυώνται οποιοδήποτε αποτέλεσμα της επενδυτικής εντολής του επενδυτή και δεν ευθύνονται για οποιαδήποτε συναφή ζημία του επενδυτή (όρος 8.1).

Οι εταιρίες δεν αναλαμβάνουν οποιαδήποτε ευθύνη για θετική ζημία, που τυχόν υποστεί ο επενδυτής από συναλλαγή που καταρτίστηκε ως αποτέλεσμα εκτέλεσης εντολής του, ο δε επενδυτής ρητά δηλώνει, ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται προς τις εταιρίες, είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής του, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές των εταιριών (8.2)...δ)Ρητά συμφωνείται ότι, ως προς την υπηρεσία λήψης και διαβίβασης της εντολής, οι εταιρίες ευθύνονται μόνο για την πιστή διαβίβασή της σε πρόσωπο που διαθέτει τη νομική ικανότητα υλοποίησής της (όρος 8.4)...ευθύνη των εταιριών, των προστηθέντων υπαλλήλων ή των βοηθών εκπληρώσεως και των τρίτων με τους οποίους αυτές συνεργάζονται ως προς την παροχή των υπηρεσιών τους προς τον επενδυτή, περιορίζεται στις περιπτώσεις δόλου και βαρείας αμέλειας, οπότε και μόνο μπορεί να απαιτηθεί η αποκατάσταση τυχόν ζημίας από διαφυγόν κέρδος, εφόσον συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις του νόμου (8.6).[0 επενδυτής παραιτείται από κάθε δικαίωμα ακυρώσεως δικαιοπραξίας, που έχουν συνάψει οι εταιρίες σε περίπτωση εντολής του, κατά τις διατάξεις περί εικονικότητας, πλάνης και απειλής, καθώς και κατά τη διάταξη του άρθρου 146 (8.9) και, Οι εταιρίες δεν φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη για τυχόν ζημία του επενδυτή σε περιπτώσεις μερικής ή ολικής αναστολής ή περιορισμού των εργασιών τους ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που διαμεσολαβεί ή συμμετέχει στην εκτέλεση εντολών εξαιτίας αποφάσεων ή πράξεων των αρχών, τυχαίων γεγονότων ή γεγονότων ανωτέρας βίας (πχ απεργία, διακοπή ή αναστολή της λειτουργίας χρηματιστηριακής αγοράς, όρος 8.10).

Περαιτέρω, στην άνω σύμβαση προσαρτήθηκε ιδιαίτερη συμφωνία - Παράρτημα Α, σύμφωνα με το οποίο γνωστοποιούνται στους επενδυτές οι διάφορες μορφές επενδυτικών κινδύνων, που αναλαμβάνουν. Ειδικότερα, στο παράρτημα αυτό επισημαίνεται ρητά, ότι, ο επενδυτής πρέπει να γνωρίζει, ότι βασική αρχή είναι, ότι η αναμενόμενη απόδοση είναι αντίστοιχη του επενδυτικού κινδύνου που αναλαμβάνει και ότι οι επενδυτικές υπηρεσίες ενέχουν ως εκ της φύσεώς τους, κινδύνους μειώσεως της αξίας της επένδυσης, για τους οποίους οι εταιρίες, είτε εκτελώντας τις παραγγελίες του επενδυτή, είτε ως διαχειρίστριες του χαρτοφυλακίου του επενδυτή, δεν είναι δυνατόν να φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη.

Στο ίδιο δε παράρτημα, παρατίθενται γενικά οι πιθανοί κίνδυνοι που υπάρχουν στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, χαρακτηριζόμενοι ως, συστημικός κίνδυνος (από παράγοντες που επηρεάζουν το σύνολο της αγοράς, στην οποία μετέχει ο επενδυτής), μη συστημικός κίνδυνος (από παράγοντες που επηρεάζουν συγκεκριμένες αξίες ή κατηγορίες αξιών ανάλογα με τα οικονομικά αποτελέσματα των εκδοτριών, τον κλάδο στον οποίο δραστηριοποιούνται κλπ), πολιτικός κίνδυνος, πιστωτικός κίνδυνος (εφόσον η εκδότρια των αξιών εταιρία ή ο αντισυμβαλλόμενος κατά περίπτωση, ενδέχεται να μην πληρώσουν αναληφθείσες υποχρεώσεις τους, ενδεικτικά πληρωμή μερίσματος, τοκομεριδίων κλπ), κίνδυνος πληθωρισμού, κίνδυνος επιτοκίων, επανεπένδυσης, συναλλαγματικός, κίνδυνος ρευστότητας (όταν κατά τη στιγμή του κλεισίματος μιας ανοικτής θέσεως σε μια επένδυση δεν υπάρχει στην αγορά επαρκής ζήτηση ή προσφορά), ατελούς αντισταθμίσεως κινδύνου και κίνδυνος αποκλίσεως της αγοράς παραγώγων από την αγορά υποκειμένων αξιών.

Αναφορικά δε με το άνω παράρτημα, ορίστηκε με τον όρο 16.1 της ένδικης σύμβασης, ότι ο επενδυτής δηλώνει, ότι μελέτησε το παράρτημα Α, έχει πλήρη γνώση των κινδύνων που συνεπάγεται η επένδυση σε κινητές αξίες, καθώς και σε παράγωγα αυτών και έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταπεξέλθει σε τυχόν ολοκληρωτική απώλεια των επενδύσεων αυτών.

Επίσης, με τον όρο 16.2 της σύμβασης ορίστηκε ότι, οι εταιρίες δύνανται να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ως προς χρηματοπιστωτικά μέσα, που διαπραγματεύονται σε ξένες αγορές, εφόσον το ζητήσει ο επενδυτής και ότι ο επενδυτής δηλώνει, ότι ενημερώθηκε για τους κανόνες λειτουργίας των ξένων αγορών και ότι προ της σχετικής εντολής μελέτησε και τους πρόσθετους παράγοντες αξιολογήσεως επενδύσεων σε αγορές του εξωτερικού που του γνωστοποίησαν οι εταιρίες ...., ενώ με τον όρο 16.5 ορίστηκε, ότι οι εταιρίες δεν αναλαμβάνουν οποιαδήποτε υποχρέωση πλέον των προβλεπόμενων στη σύμβαση, με την επιφύλαξη διαφορετικής έγγραφης ειδικής συμφωνίας με τον επενδυτή και ότι ρητά αναγνωρίζεται, ότι δεν οφείλουν να ενημερώνουν τον επενδυτή για ενδεχόμενη ζημία από τυχόν διακυμάνσεις τιμών των στοιχείων του χαρτοφυλακίου ...

καθώς και για πάσης φύσεως μεταβολές συνθηκών, οι οποίες δύναται να επιδράσουν στις τιμές των εν λόγω στοιχείων και ότι απαλλάσσονται της υποχρέωσης γνωστοποίησης στον επενδυτή της μορφής και των ειδικών χαρακτηριστικών, συμπεριλαμβανομένης της φορολογικής μεταχειρίσεως των επιλεγομένων τοποθετήσεων.

Περαιτέρω, στα πλαίσια της παραπάνω σύμβασης, διενεργήθηκε πληθώρα συναλλαγών, σε διάφορα σύνθετα, δομημένα και υβριδικά επενδυτικά προϊόντα, όπως ομόλογα στο διηνεκές (perpetual bonds) ή προνομιούχες μετοχές (preffered securities) σε αγορές μάλιστα του εξωτερικού (Τουρκία, Γαλλία, Γερμανία, Ιαπωνία κλπ) ή πράξεις spot ή forward επί συναλλάγματος και πράξεις επί χρηματοοικονομικών δικαιωμάτων (options) επί συναλλάγματος, μεγάλης οικονομικής αξίας, της τάξης των εκατομμυρίων ευρώ.

Τις σχετικές εντολές παρείχε στις εναγόμενες ο ενάγων, χωρίς οποιαδήποτε εμπλοκή των λοιπών συμβαλλομένων, Α. Γ. και Ε. Γ.. Οι επενδυτικές κινήσεις του ενάγοντος διενεργούνταν, είτε "με δική του πρωτοβουλία, είτε μετά από συνεννόηση με τον προαναφερθέντα υπάλληλο των εναγομένων, Π. Χ., ο οποίος ήταν ενταγμένος στο πεδίο δράσης των τελευταίων.

Ο τελευταίος, διαβίβαζε τις εντολές του ενάγοντος προς αυτές, παράλληλα δε παρείχε πληροφορίες στον ενάγοντα, μετά από δική του επιθυμία, τόσο για τη γενική πορεία των αγορών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όσο και για τις νέες εκδόσεις χρηματοπιστωτικών μέσων, καθώς και τους κινδύνους και την αξιοπιστία αυτών, στα οποία ο ενάγων αποφάσιζε να τοποθετήσει τα κεφάλαιά του.

Υποχρέωση, όμως, από την άνω καταρτισθείσα σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, παροχής προς τον ενάγοντα, οποιασδήποτε φύσης επενδυτικών συμβουλών, δεν είχαν αναλάβει οι εναγόμενες. Τέτοια ειδική σύμβαση προς παροχή συμβουλών, για την οποία προβλεπόταν ιδιαίτερη προμήθεια, δεν είχε καταρτιστεί μεταξύ τους, ούτε και καταβλήθηκε από τον ενάγοντα οποιαδήποτε προμήθεια για παροχή συμβουλών.

Αντίθετα, με τον προαναφερθέντα, με αριθμό 8.2 όρο της ένδικης σύμβασης, ο ενάγων δήλωσε ρητά, ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται προς τις εταιρίες (εναγόμενες), είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής του, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές των εταιριών. Μεταξύ των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη λειτουργία της άνω σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ήταν και οι επίδικες επενδύσεις, στις οποίες ο ενάγων, μετά από συνεννόηση με τον Π.

Χ., όσον αφορά τις επενδύσεις αυτές, τοποθέτησε το ποσό των 4.000.300 ευρώ, σε τίτλους έκδοσης της τράπεζας, Royal Bank of Scotland. Ειδικότερα, της επένδυσης αυτής, προηγήθηκε τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του ενάγοντος και του Π. Χ., στις 17-11-2004, κατά την οποία ο τελευταίος πρότεινε στον ενάγοντα την επένδυση, στους άνω τίτλους.

Στη συνομιλία αυτή συμμετείχε και ο Ξ. Ζ., συνεταίρος και φίλος του ενάγοντος και πελάτης των εναγομένων, έχοντας καταρτίσει με αυτές σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών. Σε περικοπές της εν λόγω συνομιλίας, ο Π. Χ. αναφέρθηκε σε ένα προϊόν, που κυκλοφορούσε εκείνη τη στιγμή από την άνω τράπεζα, Royal Bank, η οποία από πλευράς διαβάθμισης ειπώθηκε ότι είναι καλύτερη από την Alpha Bank.

Ο ίδιος ανέφερε, ότι η Τράπεζα αυτή βγάζει ομόλογο σαν της Alpha (πρώτης εναγομένης), μάλλον σαν της Εθνικής, Εμπορικής και Eurobank, "perpetual" απεριόριστης διάρκειας ... το οποίο έχει σταθερό επιτόκιο, μεταξύ 5,50-5,75, δηλαδή κάθε χρόνο ο πελάτης θα παίρνει απόδοση 5,50%", ότι "το ομόλογο αυτό σαν ποσό έκδοσης είναι 350 εκ.

ευρώ" και ότι, "μέχρι τότε είχαν γίνει προεγγραφές για 800 εκ ευρώ το επιτόκιο δεν θα πάει πιο κάτω, δηλαδή το 5,50% θα ισχύει, μπορεί, όμως, να οδηγήσει την τιμή λίγο ψηλότερα". Σε ερώτηση του συμμετέχοντα στη συζήτηση, Ξ. Ζ., αν το επιτόκιο αυτό θα είναι για όλα τα χρόνια, ο Π. Χ. απάντησε, "λέω ξανά για όλα τα χρόνια ...

κάθε χρόνο ... θα έχει 5,50% κουπόνι τώρα είναι callabre, δηλαδή μετά από 5 χρόνια έχει δικαίωμα η Royal Bank of Scotlahd να το ανακαλέσει, να πει πάρε τα λεφτά σου, τελειώσαμε και από κει και πέρα μετά την πενταετία κάθε τρίμηνο, δηλαδή για τα πρώτα πέντε χρόνια δεν μπορεί να κάνει τίποτα, στον πέμπτο χρόνο και κάθε τρίμηνο μετά έχει δικαίωμα να το πάρει πίσω ...

Αυτό δίνει τόκους κάθε μήνα, τουλάχιστον για την ώρα έτσι το βλέπω .... Δεν έχω πλήρες ακόμα, έτσι, αυτό μας το έστειλε η ΑΒΝ, η οποία είναι αυτή που το κυκλοφορεί στον κόσμο .... Τέτοια ομόλογα σαν και αυτό που σας είπα τώρα, της Royal Bank of Scotland θα βγαίνουνε, είναι η εποχή τώρα που όλοι βγάζουν τέτοιας μορφής ομόλογα, απλά πρέπει να είναι καλός εκδότης, δηλαδή δεν θα έρθω να σας προτείνω μια ρωσική εταιρία, η TENKISH SEVROIL, που είναι στη Ρωσία, αλλά η Royal Bank of Scotlahd, έχει μια διαβάθμιση ΑΑ ....

Όταν η Alpha, η Alpha Credit έχει διαβάθμιση ΒΒ - ΒΒΒ, δηλαδή είναι καλός ο εκδότης εδώ πέρα. Και να θυμίσω ότι τσ κουπόνι το δίνει με την προϋπόθεση, ότι δίνει μέρισμα, η Royal Bank of Scotland δίνει κάθε χρόνο μέρισμα, δεν είναι μπακατέλα". Ακολούθως, σε ερώτηση του ενάγοντος, "γιατί το συγκεκριμένο προϊόν δίνει τόσο μεγάλο επιτόκιο", ο Π.

Χ. απάντησε, "Γιατί όλες οι τράπεζες, αυτής της μορφής τα ομόλογα, τα perpetual που λένε, έτσι, προσπαθούν να βελτιώσουν το δείκτη της κεφαλαιακής τους επάρκειας. Δηλαδή αυτό που βγάζει η Alpha, που είχατε αγοράσει κύριε Τ. εσείς μαζί με τον κύριο Φ.(ενάγων και συνεταίρος αυτού, αντίστοιχα) της Alpha το παλιό, αυτό της Εθνικής, αυτό της Eurobank, αυτό που βγάζει τώρα η Royal Bank of Scotlahd, ουσιαστικά η βασική φιλοσοφία είναι να βελτιώσουν αυτό το δείκτη.....Γιατί όταν έρχεται κάποιος να επενδύσει σε μια τράπεζα, κοιτάζει αν ο δείκτης είναι πάνω από ένα συγκεκριμένο ποσοστό, δηλαδή θα πρέπει να είναι αν θυμάμαι καλά 8,50 ο δείκτης της κεφαλαιακής επάρκειας...

Εάν μια τράπεζα λόγω επισφαλών ή οτιδήποτε, ε ξέρω εγώ ... ο ισολογισμός της δεν βγάζει δείκτη 8, εκδίδει ένα τέτοιο ομόλογο για να το βελτιώσει...". Επίσης, σε ερώτηση του ενάγοντος, μέχρι πότε πρέπει να δώσει σχετική εντολή για την αγορά του προϊόντος αυτού, ο Π. Χ. απάντησε ότι, "το roadshow λήγει ουσιαστικά αύριο, αλλά λόγω της σημερινής ημέρας, της 17ης, εγώ πρέπει να τους απαντήσω μέχρι τις 2.

Να πω την πρότασή μου. 500.000 στο κάθε χαρτοφυλάκιο .... ε και η βασική σκέψη φεύγει Λονδίνο και το πουλάμε στο Λονδίνο, μόλις δούμε μια τιμή η οποία θα μας δώσει κάτι καλύτερο". Ακολούθως, σε ερωτήσεις του Ξ. Ζ., "γιατί 500.000 και όχι ένα ... ή γιατί όχι δύο (εκατομ.)", ο Π. Χ. απάντησε ότι, "θα μπορούσε να είναι και ένα", όχι, όμως, δύο, γιατί η βασική φιλοσοφία σε ένα χαρτοφυλάκιο, εγώ λειτουργώ σα χαρτοφυλάκιο, δεν είναι να πάω να αγοράσω ένα προϊόν όλο το κομμάτι, μπορεί μετά από μία εβδομάδα, και σας το λέω από τώρα για να το ξέρετε, να βγει ένα άλλο προϊόν και θα βγει ένα προϊόν, το οποίο είναι εκπληκτικό από την Alpha Private, θα είναι δηλαδή ένα προϊόν, που θα στηρίζεται πάνω σε Hedge Funds.

Και εκεί θα σας βάλω διακόσιες-τριακόσιες χιλιάδες, εκείνο που θέλω είναι να δημιουργήσουμε ένα χαρτοφυλάκιο, ένα καλάθι". Επίσης, σε ερώτηση του Ξ. Ζ., αν "τα Hedge Funds είναι εκείνα τα επικίνδυνα", ο ίδιος απάντησε, "Όχι προσέξτε, θα είναι, δεν θα είναι επικίνδυνα, μην ανησυχείτε, θα σας εγγυάται και ελάχιστη απόδοση, όταν θα έρθει η ώρα θα σας το πω, τώρα δεν μπορώ να σας πω γιατί ακόμα, ούτε και εγώ ο ίδιος, δεν ξέρω πως θα είναι δομημένο.

Εντάξει μέχρι τις 2 έχουνε πει, για μισό λεπτάκι να σας πω, μισό λεπτάκι, μου φαίνεται μέχρι τις 2 έχουν πει, ναι μέχρι τις 2 το αργότερο".| Στη συνέχεια, μετά την πιο πάνω συνομιλία, ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα από 29-II-2004 μέχρι 28-8-2008, χορήγησε στις εναγόμενες, διαδοχικά τέσσερις εντολές επένδυσης, για την αγορά ομολόγων της Royal Bank of Scotland, και συγκεκριμένα:

α) στις 29-11-2004, επένδυσε ποσό, ύψους l.710.000 ευρώ και αγόρασε ομόλογο, έκδοσης της Royal Bank of Scotland, με κωδικό ISIN …, με ετήσια απόδοση 5,5%, ονομαστικής αξίας 1.710.000 ευρώ β) στις 22-6-2005 επένδυσε ποσό 407.800 ευρώ και αγόρασε ομόλογο, έκδοσης της Royal Bank of Scotland, με κωδικό ISIN …., με ετήσια απόδοση 5,5%, ονομαστικής αξίας 400.000 ευρώ, γ)στις 28-6-2005, επένδυσε ποσό 1.396.500 ευρώ και αγόρασε ομόλογο, έκδοσης της Royal Bank of Scotland, με κωδικό ISIN … , με προσφερόμενη ετήσια απόδοση 5,25%, ονομαστικής αξίας 1.400.000 ευρώ και δ)στις 28-8-2008, επένδυσε ποσό 486.000 ευρώ και αγόρασε ομόλογο, έκδοσης της Royal Bank of Scotland, με κωδικό ISIN …. , ονομαστικής αξίας 712.000 ευρώ.

Κατά τη διενέργεια των τριών πρώτων επενδύσεων και κατά το χρονικό διάστημα μέχρι την τελευταία επένδυση, δεν χορηγήθηκε από τις εναγόμενες στον ενάγοντα, οποιοδήποτε επίσημο ή μη ενημερωτικό έγγραφο, συνταγμένο, είτε από την εκδότρια των άνω επενδυτικών προϊόντων, είτε από τις ίδιες τις εναγόμενες, με πληροφορίες για τις ιδιότητες των προϊόντων αυτών, ενώ κατά τη διενέργεια της τελευταίας συναλλαγής χορηγήθηκε σ' αυτόν ένα πεντασέλιδο έντυπο της "ALPHA PRIVATE BANK", με ημερομηνία εκτύπωσης 28-8-2008, δηλαδή ίδια με αυτή της παραπάνω τελευταίας επένδυσης, που φέρει την υπογραφή του (ενάγοντος) σε κάθε φύλλο, στο οποίο αναφέρονται οι βασικές ιδιότητες των επίδικων τίτλων.[Ειδικότερα, στην πρώτη σελίδα του εγγράφου αυτού, αναφέρεται ο τίτλος "BOND SERRIES", το λογότυπο της "ROYAL ΒΚ SCOTLND GRP PLC", και τα ακόλουθα στοιχεία:

εκδότης: ROYAL ΒΚ SCOTLAND GRP PLC, Κατηγορία: Τράπεζες, Είδος Ομολόγου: JR SUBORDINATED, Ποσό εκδόσεως: 1.250.000, Πιστοληπτική Διαβάθμιση, Moody's Aa3, S&P A, Fitch AA, Ημερομηνία Λήξεως: Εις το διηνεκές, Ελάχιστη τιμή αποπληρωμής: 100, Δικαίωμα ανακλήσεως (callabre): ΝΑΙ, Ημερομηνία ανακλήσεως: 31-12-2009, Ελάχιστη τιμή αποπληρωμής: 100, Τρέχον τοκομερίδιο: 5,5000%, Τύπος τοκομεριδίου:

ΣΤΑΘΕΡΟ, Συχνότητα πληρωμής τοκομεριδίου: ΕΤΗΣΙΟ, (κωδικός) ISIN … και στη θέση ονομαστική αξία κάθε ομολογίας, ο αριθμός 1.000. Στη δεύτερη σελίδα του ίδιου εντύπου αναφέρεται, ότι: "Η συμμετοχή στην εν λόγω επένδυση, η οποία αποτελεί ομολογία ή άλλη μορφή τιτλοποιημένου χρέους και δεν ενσωματώνει παράγωγο, γίνεται μετά από πρωτοβουλία και επιθυμία του επενδυτή και δεν συνιστά προσφορά ή πρόσκληση προς συμμετοχή, ούτε παροχή συμβουλής προς συμμετοχή σε επένδυση εκ μέρους των Alpha Bank, η οποία δεν υποχρεούται, ούτε προβαίνει σε γνωστοποίηση των όρων του προϊόντος αυτού.]Τυχόν παρασχεθείσες πληροφορίες αφορούν προϊόντα της ευρύτερης κατηγορίας, στην οποία ανήκει η αιτούμενη επένδυση και παρέχονται κατόπιν σχετικού αιτήματος του επενδυτή, είναι δε βασισμένες σε δεδομένα δημοσίως κοινοποιημένα από πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες.

Ουδεμία ευθύνη φέρεται για την πληρότητα ή εγκυρότητα τους. Η Alpha Bank ενημέρωσε τον επενδυτή, ότι δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του συγκεκριμένου προϊόντος σε σχέση με αυτόν και ότι δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς. Επίσης, γνωστοποίησε στον επενδυτή, ότι αφού δεν επιθυμεί την παροχή επενδυτικών συμβουλών ή και τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, δεν αξιολογεί την καταλληλότητά του ως προς το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο.

Ο επενδυτής ρητά δηλώνει, ότι η Alpha Bank του παρέχει την επενδυτική υπηρεσία της λήψης εντολής προς διαβίβαση για εκτέλεση ή της εκτέλεσης της εντολής. Προσφορά, πώληση ή μεταβίβαση των ομολογιών δεν επιτρέπεται, εφόσον παραβαίνει την ισχύ- επενδυτική νομοθεσία. Τα τοκομερίδια υπόκεινται σύμφωνα με το νόμο σε παρακράτηση φόρου.| Ουδεμία εγγύηση παρέχεται από την Alpha Bank για το κεφάλαιο που επενδύεται στο προϊόν αυτό και τις αποδόσεις του κατά το χρονικό διάστημα μετά την έκδοση, πριν και κατά τη λήξη της ομολογίας. |Επισημαίνεται ότι ο επενδυτής οφείλει να αποτανθεί στο νομικό και φορολογικό του σύμβουλο.

Ο επενδυτής ρητά δηλώνει ότι, γνωρίζοντας και κατανοώντας τους όρους λειτουργίας, τους πιθανούς κινδύνους και τα κέρδη που είναι δυνατόν να προκύψουν από την επένδυση στο συγκεκριμένο προϊόν και λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες και ικανότητές του αποδέχεται επενδύοντας στο προϊόν αυτό, να αναλάβει τους συνεπαγόμενους κινδύνους".

Ακολούθως, στις σελίδες 3-4 του ίδιου εντύπου, περιέχονται γενικές πληροφορίες για ομόλογα και λοιπούς χρεωστικούς τίτλους, μεταξύ των οποίων για τα ομόλογα στο διηνεκές "perpetual notes", τα οποία αναφέρονται, ως ομόλογα που δεν έχουν ημερομηνία λήξεως, ρευστοποιούνται οποτεδήποτε επιθυμεί ο επενδυτής στην τρέχουσα στην αγορά τιμή και μέχρι την τυχόν ρευστοποίησή τους έχουν διαρκώς αποδόσεις σε προκαθορισμένες χρονικές περιόδους, ενώ σε περίπτωση που ο εκδότης έχει διατηρήσει το δικαίωμα πρόωρης εξαγοράς/ανακλήσεως του ομολόγου, τότε εξασκώντας το δικαίωμα αυτό αποπληρώνει κεφάλαιο κατά τα ειδικά χαρακτηριστικά της εκάστοτε έκδοσης, ανάλογα με τη διαβάθμιση εξασφάλισης σε, senior debt instruments (τίτλοι υψηλής εξασφαλίσεως) και subordinated debt instruments (τίτλοι μειωμένης εξασφαλίσεως). |Επίσης, αναφέρεται, ότι οι επενδύσεις σε ομόλογα μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια μέρους κάποιου ποσού του επενδεδυμένου κεφαλαίου του κατόχου, στην περίπτωση που δεν κρατηθούν μέχρι τη λήξη τους και ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα αδυναμίας ενός εκδότη να αποπληρώσει την αρχική επένδυση και ή την πληρωμή των τόκων (πιστωτικός κίνδυνος) στον επενδυτή, κάτι που, όμως, συμβαίνει σε περίπτωση χρεοκοπίας του εκδότη.

Τέλος, στην πέμπτη σελίδα του άνω εντύπου, που φέρει το λογότυπο των οίκων αξιολόγησης, Moody,s Corporation, STANDARD & POORS και Fitch Ratings, αναφέρονται οι ενδείξεις πιστοληπτικής διαβάθμισης των ομολόγων, μεταξύ των οποίων η ένδειξη, "Aa3", που χαρακτηρίζει ομόλογα υψηλής ποιότητας και υψηλού βαθμού φερεγγυότητας, η ένδειξη "Α", που χαρακτηρίζει ομόλογα, που αποδίδουν κέρδη αν και διακρίνονται από πιθανή μείωση της πιστοληπτικής ικανότητας και η ένδειξη "ΑΑ", που χαρακτηρίζει ομόλογα με υψηλή ικανότητα πληρωμής τόκων και ανταπόδοσης αρχικού κεφαλαίου, αν και είναι κατά ένα μέρος πιο ευαίσθητο στις αρνητικές μεταβολές από τα ομόλογα ΑΑΑ.:

Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι, μετά την τελευταία από τις επίδικες επενδύσεις, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 28-8-2008, εκδηλώθηκε η παγκόσμια οικονομική κρίση, λόγω της οποίας ο ενάγων θορυβήθηκε και απευθύνθηκε στις εναγόμενες, ζητώντας ενημέρωση γενικά για την τοποθέτηση του κεφαλαίου του και την οικονομική κατάσταση της εκδότριας των άνω προϊόντων, τράπεζας.

Οι εναγόμενες, ανταποκρινόμενες στο σχετικό αίτημα, του χορήγησαν, μεταξύ άλλων, σε ηλεκτρονική μορφή την ενημερωτική εγκύκλιο (offering circular), που είχε εκδοθεί για τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα, στις 22-11-2004, από τον Όμιλο της εκδότριας των επίδικων τίτλων "The Royal Bank of Scot-land Group RLC". Στην παραπάνω εγκύκλιο περιλαμβάνονται οι αναγκαίες πληροφορίες για τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα, τα οποία αναφέρονταν σ' αυτή, με την ονομασία "Νοη-cumulative Euro Preffered Securities" και όχι ως ομόλογα (bonds)!jΑποτελούσαν δηλαδή ένα είδος προνομιούχων τίτλων μετοχών, με περιορισμένο δικαίωμα ψήφου, χωρίς δικαίωμα είσπραξης μερίσματος, σε περίπτωση μη πληρωμής μερίσματος κατά το εκάστοτε τρέχον έτος.

Επομένως, τα ποσά που απέφερε η επίδικη επένδυση στον ενάγοντα και τους λοιπούς επενδυτές δεν ήταν πράγματι τόκοι, αλλά μερίσματα (dividendς), για τα οποία γίνεται λόγος στην προαναφερθείσα εγκύκλιο, πλην, όμως, σταθερού ετήσιου ύψους. Επίσης στην ίδια εγκύκλιο, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα εξής: α) Η υποχρέωση της εταιρίας να πληρώσει μερίσματα υπόκειται στη μόνη και απόλυτη διακριτική ευχέρεια του διοικητικού συμβουλίου της και ή στις απαιτήσεις του εφαρμοστέου δικαίου, στην επάρκεια των διανεμητέων κερδών και στο να μην προκαλέσει η διανομή μερισμάτων την παραβίαση των διατάξεων της κεφαλαιακής επάρκειας της Βρετανικής Αρχής Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών, β) το Series 1 Euro Preffered Securities αναμένεται, κατά την έκδοσή του, να βαθμολογηθεί "ΑΙ" από τη Moody's Investors Service, Ink, "Α" από την Standard & Poor's Rating Services, τμήμα της Mc CrawHill Companies Fitch Raitings Inc και AA από την Fitch Rating Inc.

Η αξιολόγηση τίτλων δεν αποτελεί σύσταση για την αγορά, πώληση ή τη διακράτηση των τίτλων και υπόκειται στην ανά πάσα στιγμή εποπτεία, μείωση ή κατάργηση της από τον οργανισμό αξιολόγησης και γ) Η επένδυση στους τίτλους που προσφέρονται σε αυτό το ενημερωτικό δελτίο συνεπάγεται κινδύνους. Οι επενδυτές πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τους ακόλουθους παράγοντες και τις άλλες πληροφορίες που περιλαμβάνονται σ' αυτό το ενημερωτικό δελτίο, τις οικονομικές καταστάσεις του Ομίλου για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2003 και τις μη ελεγμένες ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις του Ομίλου για την εξαμηνία που έληξε στις 31 Ιουνίου 2004 (που παρατίθενται στο τέλος του ενημερωτικού δελτίου στις σελίδες F-2 μέχρι F - 78) πριν επενδύσουν στο Series 1 Euro Preffered Securities.

Εάν κάποιος από αυτούς τους κινδύνους επέλθει, η δουλειά, η χρηματοοικονομική κατάσταση και τα αποτελέσματα εργασιών του Ομίλου ενδέχεται να επιδεινωθούν και η τιμή διαπραγμάτευσης και η ρευστότητα του Series 1 Euro Preffered Securities ενδέχεται να μειωθεί, περίπτωση στην οποία οι επενδυτές ενδέχεται να χάσουν μέρος ή το σύνολο της επένδυσής τους.

Το άνω ενημερωτικό δελτίο (offering circular), ήταν αναρτημένο στο διαδίκτυο από το χρόνο έκδοσής του, στις 22-11-2004 και παραμένει αναρτημένο. Περαιτέρω, μετά την εκδήλωση της κατά τα άνω οικονομικής κρίσης, το ένδικο επενδυτικό προϊόν υποβαθμίστηκε από τον οίκο αξιολόγησης Moody's από Aa3 σε Ba2, παράλληλα δε εμφάνισε καθοδική πορεία, φθάνοντας το Μάρτιο του έτους 2009 στο 12% της αξίας του, στη συνέχεια, όμως, άρχισε να ανακάμπτει, φθάνοντας περί τα τέλη του ίδιου έτους, στο 30-40% της αξίας του.

Παράλληλα, η εκδότρια τράπεζα με την από 26-11-2009 ανακοίνωση, γνωστοποίησε τους μετόχους, ότι πρόκειται να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια μη πληρωμής μερίσματος για τα αναφερόμενα προϊόντα της, μεταξύ των οποίων και τα ένδικα. Ειδικότερα, σε περικοπή της ανακοίνωσης αυτής ανέφερε ότι, η πληρωμή μερίσματος σε προνομιούχες μετοχές, χωρίς δικαίωμα απόληψης σωρευτικού μερίσματος, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επίδικες μπορεί να μην πραγματοποιηθεί κατά τη διακριτική ευχέρεια του Διοικητικού της Συμβουλίου και δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί εφόσον, κατά την άποψη του Διοικητικού Συμβουλίου τα διανεμόμενα κέρδη της δεν είναι επαρκή για να χρηματοδοτήσουν τέτοιες πληρωμές, ή εφόσον, κατά την άποψη του Διοικητικού της Συμβουλίου, η πληρωμή του μερίσματος προκαλεί ή θα μπορούσε να προκαλέσει παραβίαση των αρχών που θέτει η Αρχή Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών για την απαιτούμενη κεφαλαιακή επάρκεια.

Ακολούθως, η εκδότρια των ομολόγων τέθηκε σε καθεστώς κρατικής βοήθειας από το Βρετανικό Δημόσιο, για την ενίσχυση της κεφαλαιακής της επάρκειας, στα πλαίσια δε αυτά δεσμεύτηκε να μην προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή μερίσματος οποιουδήποτε υβριδικού τίτλου, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων για διάστημα δύο ετών, αρχής γενομένης από 30-4-2010.

Ήδη, μετά την υποβάθμιση των ένδικων προϊόντων, ο ενάγων χορήγησε εντολή στις εναγόμενες για ρευστοποίηση της επίδικης επένδυσης, στα πλαίσια της οποίας α) στις 9-10-2009, πώλησε μέρος του άνω επενδυτικού προϊόντος, ονομαστικής αξίας 500.000 ευρώ, εισπράττοντας το ποσό των 223.750 ευρώ, β)στις 9-10-2009, πώλησε μέρος του άνω επενδυτικού προϊόντος, ονομαστικής αξίας 500.000 ευρώ, εισπράττοντας το ποσό των 239.368,06 ευρώ,(γ)/ στις 15-12-2009, πώλησε μέρος του άνω επενδυτικού προϊόντος, ονομαστικές αξίας 2.322.000 ευρώ, εισπράττοντας το ποσό των 953.181 ευρώ στις 15-12-2009, πώλησε το υπόλοιπο επενδυτικό προϊόν, ονομαστικής αξίας 900.000 ευρώ, εισπράττοντας το ποσό των 338.081 ευρώ. 'Ετσι, από τη ρευστοποίηση αυτή εισέπραξε το συνολικό ποσό των 1.732.762 ευρώ έναντι του συνολικού ποσού των 4.000.300 ευρώ, που είχε καταβάλει για την απόκτηση του επενδυτικού προϊόντος, ήτοι ζημιώθηκε κατά το ποσό των 267.538 ευρώ και μετ' αφαίρεση του ποσού των_844.672 ευρώ, το οποίο έλαβε από μερίσματα, κατά το ποσό των 1.422.866 ευρώ, όπως κρίθηκε με την εκκαλουμένη, η οποία ως προς τον άνω συνυπολογισμό, δεν πλήττεται με έφεση.

Την άνω ζημία, ο ενάγων, με την από 10-12-2010 έκθεση παραπόνων για παρασχεθείσες επενδυτικές υπηρεσίες, προς την ALPHA PRIVATE BANK, απέδωσε σε συμπεριφορά των εναγομένων, συνιστάμενη σε ανακριβή και εσφαλμένη πληροφόρηση αναφορικά με τα χαρακτηριστικά των επίδικων επενδυτικών προϊόντων, επικαλούμενος, ότι η πρόταση που έγινε σ' αυτόν αφορούσε την αγορά ομολόγων με μόνο κίνδυνο μη πληρωμής της ετήσιας απόδοσης τη χρεοκοπία της εκδότριας, δημιουργώντας του την πεποίθηση, ότι ο μόνος κίνδυνος που διέτρεχε η επένδυσή του να μην πληρωθεί το ετήσιο κουπόνι απόδοσης 5,25% - 5,50%, ήταν τυχόν χρεοκοπία της εκδότριας τράπεζας, ενώ η αλήθεια ήταν και η ALPHA PRIVATE BANK γνώριζε και σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει, ότι το κουπόνι (που πληρώνεται σε ετήσια βάση) μπορεί να μην πληρωθεί, ακόμη και με απλή απόφαση του ΔΣ της εκδότριας, καθώς επίσης και ότι η εκδότρια αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες, γεγονός που ήταν γνωστό στους τραπεζικούς κύκλους και άγνωστο στον ίδιο, κίνδυνο τον οποίο αν γνώριζε, ουδέποτε θα αποδεχόταν και συνακόλουθα ουδέποτε θα επένδυε τα κεφάλαιο του στα επίδικα χρηματοπιστωτικά μέσα.

Με την ίδια δε επιστολή ζήτησε να εξεταστεί η περίπτωση του και η απαίτηση του κατά της ALPHA PRIVATE BANK και η τελευταία να του γνωρίσει εγγράφως τις απόψεις της, καθώς και αν αναγνωρίζει και σε ποια έκταση την απαίτηση του και αν προτίθεται να την ικανοποιήσει. Τους διαλαμβανόμενους στην επιστολή αυτή ισχυρισμούς, απέκρουσε η άνω Τράπεζα, με την από 28-12-2010 επιστολή της, ισχυριζόμενη ειδικότερα με αυτή, ότι οι υποχρεώσεις της από την ένδικη σύμβαση περιορίζονταν στη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση εντολών του για την κατάρτιση συναλλαγών στο όνομα και για λογαριασμό του επί χρηματοπιστωτικών μέσων, ότι οι γνώσεις και η εμπειρία του, ήταν ευρεία και άρτια και ότι πριν από κάθε επενδυτική κίνηση μελετούσε τα ειδικότερα χαρακτηριστικά κάθε προϊόντος και του εκδότη αυτού, λαμβάνοντας πληροφορίες από διαφορετικές πηγές, ότι ο ίδιος αποφάσισε αυτοβούλως να επενδύσει, μεταξύ άλλων σύνθετων χρηματοπιστωτικών μέσων, σε υβριδικά προϊόντα, έκδοσης διαφόρων εκδοτών, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα, τα οποία γνώριζε εξ ιδίας πείρας και ότι ζητούσε επισταμένως διαρκή ενημέρωση περί της έκδοσης νέων παρόμοιων χρηματοπιστωτικών μέσων, καθώς και ότι η ίδια παρείχε σ' αυτόν πλήρη και επαρκή πληροφόρηση αναφορικά με τις υπηρεσίες που είχαν συμφωνήσει να του παρέχει και τα χρηματοπιστωτικά μέσα στα οποία ζητούσε να επενδύσει, ενεργώντας στα πλαίσια των υποχρεώσεων της, ως παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών.

Στη συνέχεια, ο ενάγων επέδωσε στις εναγόμενες την από 1-3-2011 εξώδικη δήλωση - απάντηση - πρόσκληση, με την οποία ζήτησε από τις εναγόμενες και πάλι την επανεξέταση των παραπόνων του. Με την εξώδικη δε αυτή, στην οποία ενσωμάτωσε αντίγραφα των δύο παραπάνω επιστολών και περικοπές της προαναφερθείσας από 17-11-2004 τηλεφωνικής συνομιλίας, επικαλέστηκε επιπλέον, ότι οι εναγόμενες, δια της ALPHA PRIVATE BANK, δεν περιορίστηκαν στην παροχή της επενδυτικής υπηρεσίας της λήψης των εντολών του για την κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων, αλλά προέβησαν στην πράξη κατ' επανάληψη στην παροχή επενδυτικών συμβουλών δια του Π.

Χ., στις πολυάριθμες (σχεδόν σε ημερήσια βάση) τηλεφωνικές συνομιλίες τους. Απαντώντας στην άνω εξώδικη οι εναγόμενες, δια της ALPHA PRIVATE BANK, αρνήθηκαν και πάλι την ευθύνη τους, ισχυριζόμενες ότι, αντικείμενο της μεταξύ τους σύμβασης ήταν η λήψη και διαβίβαση εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων και η εκτέλεση των παραγγελιών και εντολών του, ότι λόγω της μακροχρόνιας εμπειρίας και γνώσης του στα χρηματοπιστωτικά μέσα και στις αγορές χρήματος δεν επιθυμούσε και δεν ζήτησε την παροχή επενδυτικών συμβουλών, υπηρεσία η οποία επιβαρύνεται με την εκάστοτε ισχύουσα προμήθεια, ότι ο ίδιος με καθημερινή συχνότητα ζητούσε να ενημερώνεται διεξοδικά τόσο περί της γενικής πορείας των αγορών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όσο και περί όλων των νέων εκδόσεων χρηματοπιστωτικών μέσων, επιφυλασσόμενος να μελετήσει μόνος τους όρους έκδοσης και επένδυσης και να επανέλθει, ότι οι επενδυτικές του αποφάσεις και επιλογές ήταν αποτέλεσμα της γνώσης, εμπειρίας και προτίμησής του σε προϊόντα σύνθετα, δομημένα και υβριδικά, μεταξύ των οποίων τα αναφερόμενα στην εξώδικη, στα οποία επένδυε ανέκαθεν μεγάλο μέρος του χαρτοφυλακίου του, λαμβάνοντας πληροφόρηση ποικιλοτρόπως, τόσο από τις ίδιες, όσο και από άλλους φορείς και ότι η παροχή εκ μέρους τους επενδυτικών υπηρεσιών προς αυτόν, ήταν άρτια, πλήρης και σύμφωνη με την ισχύουσα νομοθεσία.

Ήδη, ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, αποδίδει την παραπάνω ζημία του, στην παραπλανητική συμπεριφορά των εναγομένων, την οποία ισχυρίζεται επέδειξαν κατά την εκτέλεση της μεταξύ τους σιωπηρά καταρτισθείσας σύμβασης επενδυτικών συμβουλών, που λειτούργησε στα πλαίσια της εγγράφως καταρτισθείσας σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όσον αφορά την ενημέρωσή του ως προς τα χαρακτηριστικά των επίδικων προϊόντων, υποστηρίζοντας, ότι αυτά ήταν προνομιούχες μετοχές (preffered securities) και όχι ομόλογα άληκτα (bonds perpetual), όπως του ανέφερε ο προστηθείς των εναγομένων, ο οποίος επιπλέον δεν του γνωστοποίησε το ότι η καταβολή της απόδοσης 5,5% ετησίως, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του ΔΣ του εκδότη, καθώς και ότι σε περίπτωση κατάστασης αφερεγγυότητας της εκδότριας είναι δυνατόν να χαθεί εν όλω ή εν μέρει το κεφάλαιο της επένδυσης, συμπεριφορά, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του συνιστά τόσο πλημμελή εκτέλεση της σύμβασης, όσο και αδικοπραξία, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στο ιστορικό της ένδικης αγωγής του.

Ωστόσο, οι ισχυρισμοί του αυτοί περί παραπλανητικής ενημέρωσής του από τις εναγόμενες, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι. Αντίθετα, από τα ίδια όπως παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, η πιο πάνω ζημία του είναι αποτέλεσμα της επιλογής του, για ρευστοποίηση των επενδυτικών προϊόντων που απέκτησε, κατά τον πιο πάνω χρόνο και δεν συνδέεται αιτιωδώς με αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων από την πλημμελή εκτέλεση της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης εντολής, συνιστάμενη σε παράλειψη ενημέρωσης του, ως προς το είδος και τα χαρακτηριστικά των επίδικων προϊόντων ή αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων με τη δόλια απόκρυψη των χαρακτηριστικών αυτών και την παραβίαση των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, εκ μέρους του προστηθέντος των εναγομένων, Π.

Χ.. Ειδικότερα, ο όρος "securities" αποδίδεται ως τίτλοι, αξίες ή κινητές αξίες. Έτσι, στην έννοια των "securities" περιλαμβάνονται όχι μόνο μετοχές, αλλά και ομόλογα, άλλοι υβριδικοί τίτλοι και κάθε άλλη αξία που παρέχει δικαίωμα αγοράς ή πώλησης παρόμοιων κινητών αξιών. Στην έννοια δε των κινητών αξιών, εντάσσονται όλες οι αξίες που είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά (άρθρο 2 παρ. 6 του προϊσχύσαντος ν. 2396/1996 και άρθρο 2 του ν. 3606/2007), που δίνουν τον ορισμό των κινητών αξιών και στον οποίο περιλαμβάνονται όχι μόνο οι μετοχές, αλλά και άλλοι ισοδύναμοι τίτλοι μετοχών οιασδήποτε οντότητας και όχι μόνο ανωνύμων εταιριών, ομόλογα κλπ).

Τα επίδικα προϊόντα είναι υβριδικά, εντασσόμενα μεταξύ των ομολόγων και των προνομιούχων μετοχών, έχοντας το βασικό χαρακτηριστικό των μετοχών, που είναι η διανομή μερίσματος, το ύψος του οποίου ποικίλλει, ανάλογα με τα οικονομικά αποτελέσματα του εκδότη, αλλά και του ομολόγου, δηλαδή την απόδοση τοκομεριδίου σταθερού επιτοκίου κάθε χρόνο, χωρίς να αλλοιώνει το χαρακτηριστικό αυτό το γεγονός, ότι το κουπόνι δίδεται με τον όρο της διανομής μερίσματος από την εκδότρια και ότι μπορεί να μην καταβληθεί μέρισμα, αν τίθεται σε κίνδυνο η κεφαλαιακή επάρκεια του εκδότη.

Τα προϊόντα αυτά εντάσσονται στην επενδυτική αγορά στα perpetual bonds, δηλαδή στα ομόλογα χωρίς ημερομηνία λήξης και ειδικότερα στα λεγόμενα "non cumulative perpetual Preffered Securities", δηλαδή κινητές αξίες με δικαίωμα προτίμησης, χωρίς ημερομηνία λήξης, τα οποία μπορεί να συνδυάζουν χαρακτηριστικά τόσο των μετοχών, όσο και των ομολόγων.

Με το μόρφωμα των τίτλων αυτών ο εκδότης ενισχύει την κεφαλαιακή υπόσταση της εταιρίας του, προσελκύοντας επενδυτές που επιθυμούν να έχουν τα οφέλη του ομολόγου, με υψηλό επιτόκιο (5,50% ή 5,25% στην προκειμένη περίπτωση). Δεν είναι δε μετοχές, αν και έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά τους (διανομή μερίσματος), καθόσον δεν περιέχουν όλα τα συστατικά στοιχεία της μετοχής, δεν παρέχουν δικαίωμα ψήφου, παρά μόνο κατ' εξαίρεση και παρέχουν σταθερή ετήσια απόδοση, πράγμα ξένο προς τη φύση της μετοχής και πιο κοντά στη φύση του ομολόγου.

Έτσι, οι επίδικοι τίτλοι είναι υβριδικοί και έχουν εν μέρει τη νομική φύση των μετοχών και εν μέρει των ομολόγων, με υπερισχύουσα αυτή των ομολόγων, καθόσον βασικό χαρακτηριστικό τους είναι το σταθερό εισόδημα σε μορφή τοκομεριδίου. Τα εν λόγω προϊόντα, στην άνω ενημερωτική εγκύκλιο των εναγομένων, αναφέρονται ως ομόλογα άληκτα, εις το διηνεκές (bonds perpetual), ενώ στην ενημερωτική εγκύκλιο της εκδότριας τράπεζας αναφέρονται ως, "non cumulative - Preffered Securities", δηλαδή κινητές αξίες με δικαίωμα προτίμησης, στις οποίες εντάσσονται οι προνομιούχες μετοχές "preffered securities", χωρίς ημερομηνία λήξης, που αποδίδουν ετησίως σταθερό κουπόνι, εφόσον η εκδότρια διανείμει μέρισμα στους μετόχους την αντίστοιχη χρονιά, χωρίς δικαίωμα απόληψης σωρευτικού μερίσματος (non cumulative), δηλαδή αν δεν διανεμηθεί μέρισμα τη μια χρονιά δεν προστίθεται αυτό στο μέρισμα της επόμενης.

Οι συγκεκριμένοι δε τίτλοι αποδόθηκαν στην επενδυτική γλώσσα, στη διεθνή αγορά, ως "bonds", ήτοι ως ομόλογα, έχοντας το βασικό χαρακτηριστικό του ομολόγου, την απόδοση δηλαδή σταθερού ετήσιου επιτοκίου. Ειδικότερα, τα προϊόντα αυτά αναφέρονται ως ομόλογα, από το διεθνές ειδησεογραφικό πρακτορείο οικονομικών ειδήσεων "REUTERS", σε προγενέστερο μάλιστα χρόνο της έκδοσης του ενημερωτικού δελτίου της εκδότριας του πρώτου επίδικου ομολόγου τράπεζας, όπως τούτο προκύπτει από την από 19-11-2004 εκτύπωση από την ηλεκτρονική πλατφόρμα ενημέρωσης του διεθνούς αυτού πρακτορείου, αλλά και από το διεθνές πρακτορείο οικονομικών πληροφοριών "Bloomberg", σε σειρά από πληροφοριακά δελτία, όπου αναφέρονται τα χαρακτηριστικά και η διαβάθμιση τους από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης.

Τα ίδια δε προϊόντα, σε περικοπές της προαναφερθείσας τηλεφωνικής συνομιλίας, περιέγραψε ο άνω υπάλληλος των εναγομένων, ως ομόλογα, που αποδίδουν ετησίως σταθερό κουπόνι 5,5%, "με την προϋπόθεση, όμως, να έχει διανείμει μέρισμα στους μετόχους η εκδότρια εταιρία, την αντίστοιχη χρονιά". Η προϋπόθεση αυτή αναφέρθηκε ρητά στην άνω τηλεφωνική συνομιλία της 17-11-2004, αλλά και σε μεταγενέστερη τηλεφωνική συνομιλία, πριν την αγορά του δεύτερου επενδυτικού προϊόντος, στις 13-6-2005, κατά την οποία ο Π.

Χ. γνωστοποίησε στον ενάγοντα την έκδοση ομολόγου από τη Royal Bank of Scotland, αναφέροντας, ότι είναι αόριστης διάρκειας, perpetual, της μορφής Tier 1, το οποίο, "εάν δεν δώσει μέρισμα η Royal Bank of Scotland, που δεν το έχει κάνει ποτέ, οι μετοχές αυτές δεν παίρνουν κουπόνι", μετά δε τη συνομιλία αυτή ο ενάγων χορήγησε εντολή στον Π.

Χ. να πουλήσει άλλο προϊόν στο 99,7 της αξίας του και να αγοράσει το προϊόν της παραπάνω Τράπεζας. Επιπλέον, τα προϊόντα αυτά, κατά το χρόνο απόκτησης τους ήταν αξιόπιστα, έχοντας αξιολόγηση από τους διεθνείς οίκους, ΑΑ από τον οίκο Fitch, ΑΙ από τον οίκο Moody's και Α από τον οίκο S&P. Κατά τον ίδιο χρόνο η αξιολόγηση της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας, από τους οίκους Fitch και S&P ήταν ΑΑ, ενώ η διαβάθμιση της πρώτης εναγομένης ALPHA BANK και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ήταν ΒΒ- ΒΒΒ.

Τα ίδια δε προϊόντα παρείχαν πράγματι κουπόνια απόδοσης 5,5%, μέχρις ότου την 30-4-2010, απαγόρευσε η Κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας τη χορήγηση τους για δύο έτη. (Περαιτέρω, ο ενάγων, ήταν στην πραγματικότητα ριψοκίνδυνος και έμπειρος επενδυτής, λαμβανομένων υπόψη της πληθώρας των συναλλαγών που είχε-διενεργήσει και του σημαντικού ύψους της ένδικης επένδυσης, ανερχόμενης στο άνω ποσό αλλά και της επένδυσης του σε ριψοκίνδυνα προϊόντα, χαμηλότερης μάλιστα διαβάθμισης ή και πιο επισφαλούς απόδοσης σε σχέση με τα επίδικα, με σκοπό τον πορισμό κέρδους από τις αποδόσεις αυτών και όχι για την ασφαλή και συντηρητική τοποθέτηση των κεφαλαίων του.

Ο ίδιος ήταν επενδυτής με γνώση και εμπειρία της αγοράς και των προϊόντων που διαπραγματεύονται σε αγορές του εξωτερικού, όπως δήλωσε άλλωστε κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης και σημαντική οικονομική επιφάνεια, ασχολούμενος συστηματικά με προϊόντα και συναλλαγές μεγάλης οικονομικής αξίας, σε διάφορα, χρηματοπιστωτικά μέσα, επενδύοντας σημαντικά χρηματικά ποσά, με σκοπό το κέρδος.

Τούτο άλλωστε, κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία ο ενάγων χαρακτηρίστηκε ως έμπειρος επενδυτής και κατ' αντικειμενική κρίση ως επαγγελματίας στα πλαίσια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, για την προστασία των καταναλωτών, αιτία για την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά τη συρρέουσα βάση της αδικοπραξίας από την παραβίαση του άρθρου 8 του άνω νόμου.

Εξάλλου, ο ίδιος σε προηγούμενο ... των ένδικων συναλλαγών χρόνο, με το προσκομιζόμενο με επίκληση από τις εναγόμενες, από 17-1-2003 αποδεικτικό εντολής συναλλαγής, είχε χορηγήσει εντολή στις εναγόμενες για επένδυση στο ίδιο όπως παραπάνω επενδυτικό προϊόν (non cumulative preffered securities), έκδοσης της θυγατρικής εταιρίας της πρώτης εναγομένης ALPHA GROUP HER- SEY LIMITED, καταβάλλοντας το ποσό των 200.000 ευρώ, έχοντας ενημερωθεί για το είδος και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος αυτού, όπως δεν αμφισβητείται από αυτόν.

Στην επένδυση μάλιστα αυτή αναφέρεται ο Π. Χ., στην άνω τηλεφωνική συνομιλία της 17- 11-2004, επισημαίνοντας ότι το ένδικο προϊόν, είναι "σαν της Alpha, της Εθνικής και Euronank, δηλαδή Tier 1 perpetual, απεριόριστης διάρκειας, αυτά που λέμε άληκτο" και ότι, είναι σαν και αυτό που είχε αγοράσει ο ενάγων, καθώς και ότι η Royal Bank of Scotland από πλευράς διαβάθμισης, είναι σε καλύτερα επίπεδα από ότι η Alpha, έχοντας διαβάθμιση ΑΑ έναντι ΒΒ - ΒΒΒ της Alpha.

Επίσης, ο ενάγων, το Φεβρουάριο του έτους 2005, πριν από την αγορά του δεύτερου επενδυτικού προϊόντος, προέβη σε αγορά πανομοιότυπων με τα επίδικα, ομολόγων (non cumulative non voting preffered securities) της ALPHA GROUP HERSEY LIMITED, χαμηλότερης διαβάθμισης από τα ένδικα (BAA2e από τον οίκο Moody's, ΒΒΒ από τον S&P και ΒΒΒ+ από τον οίκο Fitch) μεταβαλλόμενου μάλιστα τοκομεριδίου, έχοντας ενημερωθεί για το είδος και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος αυτού, με το από 10-2-2005 πληροφοριακό σημείωμα της ALPHA PRIVATE BANK.

Στο σημείωμα μάλιστα αυτό, το οποίο φέρει την υπογραφή του ενάγοντος αναφέρεται ρητά, ότι η πληρωμή του ετήσιου κουπονιού εξαρτάται και από τη δυνατότητα της ALPHA BANK, να διανέμει μέρισμα στους μετόχους της και ότι η πώληση της ομολογίας δευτερογενώς ενέχει τον κίνδυνο σημαντικής κεφαλαιακής απώλειας. Είναι βέβαια αληθές, ότι τα επίδικα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα και είναι ικανά να παραπλανήσουν τους επενδυτές, ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων, έμπειρος όπως προαναφέρθηκε επενδυτής, είχε εξειδικευμένες γνώσεις των προϊόντων αυτών, στα οποία και επένδυε, όπως στις προαναφερθείσες περιπτώσεις της επένδυσης σε ίδιο προϊόν, στις 17-1-2003 και στις 10-2-2005.

Εξάλλου, για το είδος των προϊόντων αυτών ενημερώθηκε από τον προστηθέντα των εναγομένων, όπως ήδη αναφέρθηκε, χωρίς να συνάγεται το αντίθετο από το ότι ο τελευταίος τα χαρακτήρισε ως άληκτα ομόλογα και όχι ως προνομιούχες μετοχές, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αυτά είναι υβριδικά προϊόντα, εντασσόμενα μεταξύ των ομολόγων και των μετοχών, αναφερόμενα ήδη στην επενδυτική αγορά ως ομόλογα, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ο άνω υπάλληλος των εναγομένων, σε περικοπές των συνομιλιών τους αναφέρθηκε σε μετοχές και σε μέρισμα.

Άλλωστε και ο ίδιος με την ένδικη αγωγή του, δεν επικαλείται ελλιπή ή παραπλανητική ενημέρωση ως προς τα άληκτα ομόλογα (perpetual bonds), αλλά ως προς τα ένδικα προϊόντα, τα οποία χαρακτηρίζει, ως οιονεί προνομιούχες μετοχές. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι παρά το γεγονός ότι στην άνω τηλεφωνική συνομιλία (στις 17-11-2004), η πρόταση του Π.

Χ. ήταν για την τοποθέτηση 500.000 ευρώ ή έστω ένα εκατομμύριο στο πρώτο από τα επίδικα προϊόντα, ο ενάγων τοποθέτησε το ποσό των 1.700.000 ευρώ. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι, παρά το γεγονός ότι ο Χ., στις 17-6-2005, πριν από την αγορά του πιο πάνω δεύτερου επενδυτικού προϊόντος, πρότεινε στον ενάγοντα να σταματήσει τις επενδύσεις σε ομόλογα perpetual και να στραφεί στα λήξεως, επισημαίνοντας ότι τα πρώτα, ως αόριστης διάρκειας, έχουν πολύ μεγάλες διακυμάνσεις, ο ενάγων αγνόησε την πρόταση αυτή, εξακολουθώντας να επενδύει σε τέτοια προϊόντα σημαντικά ποσά, της τάξης των 407.800 ευρώ και 1.396.500 ευρώ, στις 22-6-2005 και 28-6-2005, όταν προέβη στις άνω δεύτερη και τρίτη από τις επίδικες επενδύσεις.

Περαιτέρω, η ζημία του ενάγοντος από την πώληση του συνόλου της επένδυσης τον Οκτώβριο και το Δεκέμβριο του έτους 2009, όταν η χρηματιστηριακή αξία του ομολόγου αντιπροσώπευε το 40% περίπου της ονομαστικής του τιμής, δεν οφείλεται σε περιέλευση της εκδότριας σε κατάσταση πτώχευσης ή αφερεγγυότητας, αφού έγινε σε χρόνο που το Βρετανικό Δημόσιο είχε αποκτήσει τον έλεγχο ποσοστού άνω του 80% των μετοχών της Royal Bank of Scotland και η αξία των τίτλων από το χαμηλότερο σημείο του 12% που είχε φτάσει το Μάρτιο του 2009, είχε αρχίσει την ανοδική της πορεία, αντιπροσωπεύοντας κατά το χρόνο της εκποίηση το 38-40% της ονομαστικής.

Η δημόσια ανακοίνωση που είχε κάνει η Βρετανική Κυβέρνηση το Νοέμβριο του 2009, ότι από 30-4-2010 θα απαγορεύσει για δύο έτη στην Royal Bank of Scotland να καταβάλει τα τοκομερίδια, δεν ισοδυναμεί με εξαναγκασμό προς πώληση των τίτλων και απώλειας του 60% και πλέον της αξίας που έχει επενδυθεί, καθόσον ένας έμπειρος επενδυτής γνωρίζει και έχει συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι οι αγορές έχουν διακυμάνσεις, ακόμα και πολύ έντονες.

Επίσης, διότι το οικονομικό πλήγμα που υπέστη η άνω τράπεζα οφειλόταν σε εξωτερική αιτία, την παγκόσμια οικονομική κρίση ιδιαίτερα του τραπεζικού τομέα, που δεν ήταν προβλέψιμη κατά το χρόνο αγοράς από τον ενάγοντα των τίτλων, ήτοι τέσσερα περίπου χρόνια πριν. Εξάλλου, ο ενάγων, στις 28- 8-2008, παρά το γεγονός ότι το άνω προϊόν της Royal Bank of Scotland, έκδοσης 29-11-2004, βρισκόταν ήδη σε πτώση, θεωρώντας αυτό ως επενδυτική ευκαιρία, έδωσε εντολή για την αγορά του προϊόντος αυτού, ονομαστικής αξίας 712.000 ευρώ, καταβάλλοντας το ποσό των 486.296 ευρώ, δηλαδή το απέκτησε με τιμή αγοράς στο 68,30% της ονομαστικής του αξίας.

Στη συνέχεια δε μετά τη ρευστοποίηση των ομολόγων και την ανάληψη των μετοχών της εκδότριας από το Βρετανικό Κράτος, αυτά ανέκτησαν την αξία τους, διαπραγματευόμενα στη δευτερογενή αγορά σε τιμή σχεδόν αντίστοιχη της ονομαστικής τους• αξίας. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, λύθηκε η ένδικη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, στις 5-12-2014, μετά από αίτημα του ενάγοντος με την υπό την ίδια ημεροχρονολογία επιστολή του.

Με την επιστολή αυτή, αναγνώρισε ότι η ένδικη σύμβαση και όλες οι πρόσθετες πράξεις και τα παραρτήματα της καταρτίστηκαν και λειτούργησαν νομίμως και σύμφωνα με τους όρους που συνομολογήθηκαν σ' αυτά, ότι έλεγξε όλες τις χρεοπιστώσεις και τις αιτίες του τηρηθέντος στα πλαίσια της σύμβασης λογαριασμού και αναγνωρίζει και αποδέχεται στο σύνολο τους ρητά και ανεπιφύλακτα όλες τις κινήσεις του λογαριασμού και τις πράξεις των εναγομένων ως νόμιμες, βάσιμες και σύμφωνες με τις εντολές του, παραιτούμενος "από κάθε δικαίωμα προβολής οποιασδήποτε αντίρρησης κατ5 αυτών.

Επίσης, με την ίδια επιστολή ζήτησε τη μεταφορά του χαρτοφυλακίου του στον αναφερόμενο λογαριασμό, δηλώνοντας επιπλέον, ότι αναγνωρίζει και αποδέχεται "όλες τις συναλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί μέσω των συστημάτων ALPHA WEB BANKING, ALPHA BANK Μ. BANKING κλπ, ως νόμιμες, βάσιμες και σύμφωνες με τις εντολές του ...".Έτσι, με βάση τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές, οι εναγόμενες εκτέλεσαν επακριβώς και προσηκόντως τις δοθείσες σ' αυτές εντολές για την επένδυση στα επίδικα προϊόντα και εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους πλήρως έναντι του ενάγοντος, συνιστάμενες στη λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό του εντολών για κατάρτιση συναλλαγών, τα δε όργανα αυτών δεν τέλεσαν παράνομη και υπαίτια πράξη, ούτε παραβίασαν υπαίτια κάποια αρχή του Κώδικα Δεοντολογίας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) κατά την πραγματοποίηση των άνω επενδυτικών εντολών, κατά τη διάρκεια της ένδικης επένδυσης. |Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες παραβίασαν τις, πρώτη, έκτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, όπως αυτές εξειδικεύονται με το κεφάλαιο Β του ανωτέρω Κώδικα και αυτές του άρθρου 6 του Κώδικα αυτού, όπως έγινε δεκτό πρωτοδίκως και συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε ότι δεν έλαβαν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των πελατών τους και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς, παραβιάζοντας τις πρώτη και έβδομη αρχές του άνω Κώδικα ή ότι αυτές παραβίασαν τη τρίτη αρχή και τις διατάξεις του άρθρου 6 του άνω Κώδικα με τη μη παροχή κατάλληλων, σαφών και ορθών επενδυτικών συμβουλών, καθόσον οι εναγόμενες, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν είχαν αναλάβει συμβατικά την παροχή των επενδυτικών συμβουλών και συνεπώς δεν όφειλαν να παράσχουν στον ενάγοντα πέραν των άνω απαιτουμένων και χρήσιμων πληροφοριών περί των κινδύνων, οι οποίες ως άνω και του παρασχέθηκαν από τον άνω προστηθέντα υπάλληλο τους, επιπλέον και επενδυτικές συμβουλές.

Πέραν αυτών, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε αντίστοιχη πληροφόρηση τόσο και την τοποθέτηση των κεφαλαίων του στα επίδικα προϊόντα, όσο και κατά τη διάρκεια της επένδυσης και ότι η απόφαση για τη ρευστοποίηση της επένδυσης, ανήκε αποκλειστικά στον ίδιο, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες απέκρυψαν από αυτόν και μάλιστα σκόπιμα σημαντικές πληροφορίες σχετικές με τα χαρακτηριστικά των επίδικων επενδυτικών προϊόντων.

Γνώση των εναγομένων αναφορικά με το ενδεχόμενο της αφερεγγυότητας ή πτώχευσης της εκδότριας των ομολόγων τράπεζας και μάλιστα τέσσερα χρόνια πριν την πραγματοποίηση της επένδυσης, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε. Ενόψει αυτών, η συμπεριφορά των εναγομένων δεν κρίνεται αντισυμβατική και παράνομη, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι αυτές παρέβησαν τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχαν έναντι του ενάγοντος σε σχέση με την πληροφόρησή του, αφού τον είχαν ενημερώσει για το είδος της επένδυσης και τους αναλαμβανόμενους κινδύνους, ούτε η συμπεριφορά αυτή συνιστά παραβίαση της γενικής δικαιϊκής αρχής της καλόπιστης και σύμφωνα με τα συναλλακτική ήθη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων τους και της λήψης μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας, ώστε να αποτρέψουν την επέλευση ζημίας στον αντισυμβαλλόμενο τους, ή παραβίαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.

Κατ' ακολουθία η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που έγινε δεκτή, κατά το οποίο και ερευνάται, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε αντίθετα, δεχόμενο την κατάρτιση άτυπης σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών μεταξύ των διαδίκων, πλημμελή εκτέλεση αυτής και αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων από την παραβίαση εκ μέρους τους των συναλλακτικών τους υποχρεώσεων, ως το περιεχόμενο τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, τις διατάξεις των παραπάνω πρώτης, τρίτης και έβδομης αρχών του ΚΔΕΠΕΥ και αυτές του άρθρου 6 του ίδιου Κώδικα, ακολούθως δε δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως προς τις όλες συρρέουσες βάσεις της, από ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων (πλην αυτής της παραβίασης του άρθρου 8 του ν. 2251/1994), επιδικάζοντας στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 1.432.866 ευρώ, από το οποίο, ποσό 1.422.866 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας του και ποσό 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τους βάσιμους περί τούτου ισχυρισμούς των εναγομένων που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της έφεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο.

Ενόψει αυτών η ένδικη έφεση, μετά των προσθέτων αυτής λόγων, πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, κατά παραδοχή των άνω λόγων της (αιτία για την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων) και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το εκκαλούμενο μέρος της και ως προς τα δικαστικά έξοδα που θα καθοριστούν εξαρχής.

Ακολούθως, αφού κρατηθεί και ερευνηθεί εκ νέου •η ένδικη από 6-5-2012 (αριθμ. καταθ. 3780/2012) αγωγή κατά το παραπάνω μέρος της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά με τη συνδέουσα τους διαδίκους συμβατική σχέση, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713 και 714 ΑΚ, αφού με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ως αποδειχθέντα, οι διάδικοι κατάρτισαν μεταξύ τους μόνο την περιγραφόμενη κατά περιεχόμενο από 31-12-2002 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών αόριστης διάρκειας, όχι δε και την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα άτυπη (προφορική) σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, ο οποίος μάλιστα (αναιρεσείων), κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δήλωσε ρητά, ότι οποιαδήποτε εντολή που δίνεται προς τις εταιρείες (ήδη αναιρεσίβλητες), είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής του, χωρίς να εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές των εταιρειών.

Επομένως, ορθά το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον περί καταρτίσεως προφορικής σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντα και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος που ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, κατά δε το μέρος, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που περιέχονται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να γίνει δεκτός ο ως άνω αγωγικός ισχυρισμός του, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο ο Άρειος πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου για τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτες κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.

Παράλληλα από τις ανωτέρω παραδοχές, στο σύνολό τους, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, (την οποία άλλωστε ούτε ο αναιρεσείων εξειδικεύει με την επίκληση της παραβιασθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου ενάριθμα), εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτή, αναφορικά με τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ζητήματα α)της σύναψης ή μη προφορικής σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών μεταξύ των διαδίκων, β)της συνδρομής ή μη περίπτωσης παράνομης συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων από την παραβίαση της επιμέλειας ή των προβλεπόμενων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, γ)της αληθούς φύσης των επίμαχων επενδυτικών προϊόντων και της σχετικής ενημέρωσης του αναιρεσείοντα, με την τήρηση των αντίστοιχων υποχρεώσεων των αναιρεσιβλήτων εκ του ΚΕΠΕΥ, δ)του επενδυτικού προφίλ του αναιρεσείοντα ως έμπειρου και ριψοκίνδυνου επενδυτή με αντίληψη της αληθούς φύσης των επενδυτικών προϊόντων, αποκλειομένης της παραπλάνησής του, ε)της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αναφερόμενης στην ένδικη αγωγή συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων και της αιτούμενης με αυτή ζημίας του αναιρεσείοντα και στ)της παραίτησης του αναιρεσείοντα δυνάμει της από 5-12-2014 επιστολής του, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, το από τις αποδείξεις σχετικό περί τούτων πόρισμά του, στο οποίο κατέληξε με τα πραγματικά γεγονότα, που δέχτηκε ως αποδειχθέντα και τα οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στηρίζουν επαρκώς, μαζί με τις υπόλοιπες παραδοχές του Εφετείου, που προαναφέρθηκαν, το απορριπτικό της ένδικης αγωγής διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες ή να περιέχονται σε αυτή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτική ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Τούτο δε διότι το Εφετείο, με επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, δέχτηκε, όπως προαναφέρθηκε, μετ' εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ άλλων και τα εξής: Ότι στο πλαίσιο της κατάρτισης της ως άνω από 31-12-2002 σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ των διαδίκων, διενεργήθηκε πληθώρα συναλλαγών σε διάφορα σύνθετα, δομημένα και υβριδικά επενδυτικά προϊόντα, όπως ομόλογα στο διηνεκές (perpetual bonds)ή προνομιούχες μετοχές (preffered securities) σε αγορές του εξωτερικού (Τουρκία, Γαλλία, Γερμανία, Ιαπωνία κλπ) ή πράξεις spot ή forward επί συναλλάγματος και πράξεις επί χρηματοοικονομικών δικαιωμάτων (options) επί συναλλάγματος, μεγάλης οικονομικής αξίας, της τάξης των εκατομμυρίων ευρώ.

Ότι οι επενδυτικές κινήσεις του ενάγοντα διενεργούνταν, είτε με δική του πρωτοβουλία, είτε μετά από συνεννόηση με τον προαναφερθέντα υπάλληλο των εναγομένων Π. Χ., ο οποίος διαβίβαζε τις εντολές του ενάγοντα προς αυτές, παράλληλα δε παρείχε πληροφορίες στον ενάγοντα, μετά από δική του επιθυμία, τόσο για τη γενική πορεία των αγορών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όσο και για τις νέες εκδόσεις χρηματοπιστωτικών μέσων, καθώς και τους κινδύνους και την αξιοπιστία τούτων στα οποία ο ενάγων αποφάσιζε να τοποθετήσει τα κεφάλαιά του, χωρίς όμως να δεσμεύεται ή να εξαρτάται από τις τυχόν προτάσεις ή υποδείξεις του τελευταίου (προστιθέντα των εναγομένων).

Ότι ο ενάγων είχε εξειδικευμένες γνώσεις των επίδικων προϊόντων, στα οποία και επένδυε, ήταν ριψοκίνδυνος και έμπειρος επενδυτής, λαμβανομένων υπόψη της πληθώρας των συναλλαγών που είχε διενεργήσει και του σημαντικού ύψους της ένδικης επένδυσης, αλλά και της επένδυσής του σε ριψοκίνδυνα προϊόντα, χαμηλότερης διαβάθμισης ή και πιο επισφαλούς απόδοσης σε σχέση με τα επίδικα, με σκοπό τον πορισμό κέρδους από τις αποδόσεις αυτών και όχι για την ασφαλή και συντηρητική τοποθέτηση των κεφαλαίων του, ήταν δε επενδυτής με γνώση και εμπειρία της αγοράς και των προϊόντων που διαπραγματεύονται σε αγορές του εξωτερικού, όπως δήλωσε κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης, με σημαντική οικονομική επιφάνεια, ασχολούμενος συστηματικά με προϊόντα και συναλλαγές μεγάλης οικονομικής αξίας, σε διάφορα χρηματοπιστωτικά μέσα, επενδύοντας σημαντικά χρηματικά ποσά, με σκοπό το κέρδος.

Ότι οι εναγόμενες εκτέλεσαν επακριβώς και προσηκόντως τις δοθείσες σ' αυτές εντολές για την επένδυση στα επίδικα προϊόντα και εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους πλήρως έναντι του ενάγοντα, συνιστάμενες στη λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό του, εντολών προς κατάρτιση συναλλαγών, τα δε όργανα αυτών δεν τέλεσαν παράνομη και υπαίτια πράξη, ούτε παραβίασαν υπαίτια κάποια αρχή του Κώδικα Δεοντολογίας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) κατά την πραγματοποίηση των άνω επενδυτικών εντολών στη διάρκεια της ένδικης επένδυσης, αφού δεν αποδείχθηκε ότι παρέλειψαν να λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των πελατών τους και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς, παραβιάζοντας τις πρώτη και έβδομη αρχές του άνω Κώδικα-ή ότι αυτές παραβίασαν τη τρίτη αρχή και τις διατάξεις του άρθρου 6 του άνω Κώδικα με τη μη παροχή κατάλληλων, σαφών και ορθών επενδυτικών συμβουλών, καθόσον οι εναγόμενες, δεν είχαν αναλάβει συμβατικά την παροχή των επενδυτικών συμβουλών και συνεπώς δεν όφειλαν να παράσχουν στον ενάγοντα πέραν των άνω απαιτούμενων και χρήσιμων πληροφοριών περί των κινδύνων, οι οποίες πράγματι του παρασχέθηκαν από τον προστηθέντα υπάλληλο τους, επιπλέον και επενδυτικές συμβουλές, η συμπεριφορά τους δε αυτή δεν κρίνεται αντισυμβατική και παράνομη, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι παρέβησαν τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχαν έναντι του ενάγοντος σε σχέση με την πληροφόρησή του, αφού τον είχαν ενημερώσει για το είδος της επένδυσης και τους αναλαμβανόμενους κινδύνους, ούτε η συμπεριφορά αυτή συνιστά παραβίαση της γενικής δικαιϊκής αρχής της καλόπιστης και σύμφωνα με τα συναλλακτική ήθη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων τους και της λήψης μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας, ώστε να αποτρέψουν την επέλευση ζημίας στον αντισυμβαλλόμενο τους, ή παραβίαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ.

Ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα, περί παραπλανητικής ενημέρωσής του από τις αναιρεσίβλητες, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι η επικαλούμενη ζημάι του είναι αποτέλεσμα της επιλογής του για ρευστοποίηση των επενδυτικών προϊόντων που απέκτησε κατά τον επίδικο χρόνο και δεν συνδέεται αιτιωδώς με αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων από την πλημμελή εκτέλεση της μεταξύ τους καταρτιθείσα σύμβαση εντολής, συνιστάμενη σε παράλειψη ενημέρωσής του ως προς το είδος και τα χαρακτηριστικά των επίδικων προϊόντων ή αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων με δόλια απόκρυψη των χαρακτηριστικών αυτών, τα οποία ο ίδιος γνώριζε, καθώς και την παραβίαση των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ εκ μέρους του προστηθέντα των εναγομένων, Π.

Χ., κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου. Επίσης, ότι η ζημία του αυτή από την πώληση του συνόλου της ένδικης επένδυσης τον Οκτώβριο και το Δεκέμβριο του έτους 2009, όταν η χρηματιστηριακή αξία του ομολόγου αντιπροσώπευε το 40% περίπου της ονομαστικής του τιμής, δεν οφείλεται σε περιέλευση της εκδότριας σε κατάσταση πτώχευσης ή αφερεγγυότητας, αφού έγινε σε χρόνο που το Βρετανικό Δημόσιο είχε αποκτήσει τον έλεγχο ποσοστού άνω του 80% των μετοχών της Royal Bank of Scotland και η αξία των τίτλων από το χαμηλότερο σημείο του 12%, που είχε φτάσει το Μάρτιο του 2009, είχε αρχίσει την ανοδική της πορεία, αντιπροσωπεύοντας κατά το χρόνο της εκποίησης το 38-40% της ονομαστικής ενώ η δημόσια ανακοίνωση που είχε κάνει η Βρετανική Κυβέρνηση το Νοέμβριο του 2009, ότι από 30-4-2010 θα απαγορεύσει για δύο έτη στην Royal Bank of Scotland να καταβάλει τα τοκομερίδια, δεν ισοδυναμεί με εξαναγκασμό προς πώληση των τίτλων και απώλειας του 60% και πλέον της αξίας που έχει επενδυθεί, καθόσον ένας έμπειρος επενδυτής γνωρίζει και έχει συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι οι αγορές έχουν διακυμάνσεις, ακόμα και πολύ έντονες, αλλά και διότι το οικονομικό πλήγμα που υπέστη η άνω τράπεζα οφειλόταν σε εξωτερική αιτία, την παγκόσμια οικονομική κρίση ιδιαίτερα του τραπεζικού τομέα, που δεν ήταν προβλέψιμη κατά το χρόνο αγοράς από τον ενάγοντα των τίτλων, ήτοι τέσσερα περίπου χρόνια πριν ο τελευταίος δε στις 28- 8-2008, παρά το γεγονός ότι το άνω προϊόν της Royal Bank of Scotland, έκδοσης 29-11-2004, βρισκόταν ήδη σε πτώση, θεωρώντας τούτο ως επενδυτική ευκαιρία, έδωσε εντολή για την αγορά του προϊόντος αυτού, ονομαστικής αξίας 712.000 ευρώ, καταβάλλοντας το ποσό των 486.296 ευρώ, δηλαδή το απέκτησε με τιμή αγοράς στο 68,30% της ονομαστικής του αξίας και στη συνέχεια, μετά τη ρευστοποίηση των ομολόγων και την ανάληψη των μετοχών της εκδότριας από το Βρετανικό Κράτος, αυτά ανέκτησαν την αξία τους, διαπραγματευόμενα στη δευτερογενή αγορά σε τιμή σχεδόν αντίστοιχη της ονομαστικής τους αξίας.

Ότι, μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, λύθηκε η ένδικη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, στις 5-12-2014, μετά από αίτημα του ενάγοντα με την υπό την ίδια ημεροχρονολογία επιστολή του, με την οποία αναγνώρισε ότι η ένδικη σύμβαση και όλες οι πρόσθετες πράξεις και τα παραρτήματά της καταρτίστηκαν και λειτούργησαν νομίμως και σύμφωνα με τους όρους που συνομολογήθηκαν σ' αυτά, ότι έλεγξε όλες τις χρεοπιστώσει και τις αιτίες του τηρηθέντος στα πλαίσια της σύμβασης λογαριασμού και αναγνωρίζει και αποδέχεται στο σύνολο τους ρητά και ανεπιφύλακτα όλες τις κινήσεις του λογαριασμού και τις πράξεις των εναγομένων ως νόμιμες, βάσιμες και σύμφωνες με τις εντολές του, παραιτούμενος από κάθε δικαίωμα προβολής οποιασδήποτε αντίρρησης κατ' αυτών, δηλώνοντας επιπλέον, ότι αναγνωρίζει και αποδέχεται όλες τις συναλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί μέσω των συστημάτων ALPHA WEB BANKING, ALPHA BANK Μ.

BANKING κλπ, ως νόμιμες, βάσιμες και σύμφωνες με τις εντολές του. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που, υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης, (559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις και αντιφάσεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση ή αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική με αυτή (εκτίμηση των αποδείξεων) επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα"; κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νομό διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, ΑΠ 1072/2005),θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 354/2011), γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ ΑΠ 2/2001).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά, (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1/1994, 1446/2003, 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 885/1994, 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του αρθρ 562§2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το αρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντα και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα από αυτόν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ 354/2011). Αντίθετα, δεν είναι πράγματα, με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης η αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009, ΑΠ 6/2009). Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησής του, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 παρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη νομίμως προταθέντα ισχυρισμό του, ότι δηλαδή: α)μεταξύ του ίδιου και των αντιδίκων του έχει συναφθεί, προφορικώς, (αλλά πανηγυρικώς), σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, (αμφοτεροβαρής σύμβαση, μεικτής φύσης), β)όπως αναλυτικά αναφέρεται στο αγωγικό του δικόγραφο, συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις: 1)υφήστατο μεταξύ αυτού και των αντιδίκων του έγκυρη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών και 2)οι αντίδικες προέβησαν σε πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, παρέχοντάς του απολύτως εσφαλμένη και παραπλανητική συμβουλή (αρ. 288 ΑΚ, ΚΔΕΠΕΥ), ο ισχυρισμός του δε αυτός είναι νόμιμος και όπως είναι πρόδηλο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθ' όσον είναι θεμελιωτικός της ενδοσυμβατικής ευθύνης των αντιδίκων του και κατ' επέκταση, εάν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον ίδιο το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι θα γινόταν δεκτή η αγωγή του.

Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο έλαβε ασφαλώς υπόψη του τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, αλλά τους απέρριψε ρητώς και "εκ των πραγμάτων" ως αβάσιμους, αφού δέχτηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων για τη θεμελίωσή τους.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ'του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μονό από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005, ΑΠ 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 1376/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζονται ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του το νομίμως προσκομιζόμενο ενώπιόν του με επίκληση από τον ίδιο επικυρωμένο των υπ' αριθμ. 3528/2015 πρακτικών συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στα οποία διαλαμβάνεται το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της ένορκης κατάθεσης του εξετασθέντος από την πλευρά του μάρτυρα Ξ.

Ζ., καθ' όσον τούτο, εάν είχε αξιολογήσει αποδεικτικά την ως άνω ένορκη κατάθεση, θα είχε αποφανθεί α)υπέρ της σύναψης της άτυπης προφορικής σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, χωρίς να αποστεί από την πρωτόδικη απόφαση και β)θα είχε καταλήξει σε αντίθετο συμπέρασμα όσν αφορά τον χαρακτηρισμό του ως ριψοκίνδυνου επενδυτή και κατ' επέκταση την παραπλάνησή του ή μη από τις αντιδίκους.

Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή σαφέστατη διαβεβαίωση του Δικαστηρίου, με ρητή αναφορά όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, Ξ.

Ζ., στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη, πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της απόφασης, στην οποία μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά της συγκεκριμένης ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του προαναφερόμενου αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την περιεχόμενη στα 3528/2015 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του εξετασθέντα από την πλευρά του αναιρεσείοντα μάρτυρα Ξ.

Ζ., χωρίς να είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις του αναιρεσείοντα κρίση του ή να κάνει ειδική αξιολόγησή τους, το γεγονός δε ότι οι παραδοχές του είναι αντίθετες προς τις απόψεις του αναιρεσείοντα, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου.

Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008).

Η παραμόρφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς, με τη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου, είτε αρνητικός, με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων τμημάτων του κειμένου του και συνεπεία των παραδρομών αυτών προσδίδεται σε τούτο περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει (ΑΠ 333/2009). Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (αρθρ. 566 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση, να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ(ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 909/2008, ΑΠ 333/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο για πλημμέλειες από τον αριθμό 20 του άρθρου 559ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων: 1)Το ηλεκτρονικό αρχείο υπό την ονομασία "…-2004 ……..

……. …." σε dvd, μετά της από 16.10.2014 πιστοποίησης της υπογράφουσας Δικηγόρου περί της ακρίβειας της απομαγνητοφώνησης των διαλαμβανόμενων στην αγωγή χωρίων της από 17-11-2004 τηλεφωνικής συνομιλίας, που νομίμως είχε προσκομίσει ενώπιόν του κατά τη δικάσιμο της 27-10-2017 με το να αναγνώσει μέρος μόνον αυτής και να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι:

"..Πέραν αυτών, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε αντίστοιχη πληροφόρηση τόσο και στην τοποθέτηση των κεφαλ.αίων τον στα επίδικα προϊόντα, όσο και κατά τη διάρκεια της επένδυσης και ότι η απόφαση για τη ρευστοποίηση της επένδυσης, ανήκε αποκλειστικά στον ίδιο, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε) ότι οι εναγόμενες απέκρυψαν από αυτόν και μσΐιστα σκόπιμα σημαντικές πληροφορίες σχετικές με τα χαρακτηριστικά των επίδικων επενδυτικών προϊόντων...Ενόψει αυτών, η συμπεριφορά των εναγομένων δεν κρίνεται αντισυμβατική και παράνομη, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι αυτές παρέβησαν τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχαν έναντι του ενάγοντος σε σχέση με την πληροφόρηση του, αφού τον είχαν ενημερώσει για το είδος της επένδυσης και τους αναλαμβανομένους κινδύνους, ούτε η συμπεριφορά αυτή συνιστά παραβίαση της γενικής δικανικής αρχής της καλόπιστης και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων τους και της λήψης μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας, ώστε να αποτρέψουν την επέλευση ζημίας στον αντισυμβαλλόμενο τους, ή παραβίαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" ενώ υπήρχαν και άλλες κρίσιμες περικοπές στο κείμενο του παραπάνω εγγράφου που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το δικαστήριο σε διαφορετικό από το γενόμενο δεκτό αποδεικτικό συμπέρασμα, ως προς την αληθή φύση των επίδικων προϊόντων, όπως περιέχονται στο αναιρετήριο, δεδομένου ότι από αυτές καταδεικνύεται, ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αντιδίκων, (δια του προστηθέντος τους Π.

Χ.), δεν συνέτρεχε καμία περίπτωση μη καταβολής μερίσματος στους δικαιούχους των επίδικων τίτλων μέχρι την παρέλευση της πενταετίας, δηλ. μέχρι τις 31.12.2009, οπότε και θα αποκτούσε η εκδότρια για πρώτη φορά το δικαίωμα να ανακαλέσει τους εν λόγω τίτλους, (όπερ ψευδές), το δε επενδεδυμένο κεφάλαιο φερόταν απολύτως διασφαλισμένο, καθώς είτε με δική του πρωτοβουλία η εκποίηση του ομολόγου είτε με πρωτοβουλία της εκδότριας Τράπεζας Royal Bank of Scotland η ανάκληση του ομολόγου, (με την πάροδο πέντε -5- ετών), θα είχε ως αποτέλεσμα την εν όλω επιστροφή του επενδυμένου κεφαλαίου, πλην όμως στην πραγματικότητα απεκρύβη από τις αντιδίκους ότι εκ της φύσης του προϊόντος και του ειδικότερου καθεστώτος λειτουργίας του τόσο η απόδοσή του όσο και το ίδιο το κεφάλαιο καθαυτό ήταν απολύτως επισφαλή, (κυριολεκτικά αίολα), δεδομένου ότι α.

εναπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια του Διοικητικού Συμβουλίου της εκδότριας, να απαγορεύσει την πληρωμή του ετήσιου κουπονιού απόδοσης, εάν αυτό είναι σε βάρος της οικονομικής κατάστασης της τράπεζας και β. προβλεπόταν ρητά ότι υφίστατο κίνδυνος απώλειας και αυτού του κεφαλαίου όχι μόνον σε περίπτωση χρεοκοπίας της εκδότριας αλλά ακόμη και σε περίπτωση δυσμενών οικονομικών συνθηκών, όπως ενημερώθηκε (εκ των υστέρων), από τις εναγόμενες. 2)Το νομίμως προσκομιζόμενο από τον ίδιο, κατά την ως άνω δικάσιμο, αντίγραφο του με ημερομηνία εκτύπωσης 28-8-2008 ενημερωτικού εντύπου των αναιρεσιβλήτων με το να αναγνώσει μέρος μόνον αυτού και να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφαση_ότι, "...Πέραν αυτών, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε αντίστοιχη πληροφόρηση τόσο και στην τοποθέτηση των κεφαλαίων του στα επίδικα προϊόντα, όσο και κατά τη διάρκεια της επένδυσης και ότι η απόφαση για τη ρευστοποίηση της επένδυσης, ανήκε αποκλειστικά στον ίδιο, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες απέκρυψαν από αυτόν και μόΐιστα σκόπιμα σημαντικές πληροφορίες σχετικές με τα χαρακτηριστικά των επίδικων επενδυτικών προϊόντων...Ενόψει αυτών, η συμπεριφορά των εναγομένων δεν κρίνεται αντισυμβατική και παράνομη, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι αυτές παρέβησαν τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχαν έναντι του ενάγοντος σε σχέση με την πληροφόρηση του, αφού τον είχαν ενημερώσει για το είδος της επένδυσης και τους αναλαμβανομένους κινδύνους, ούτε η συμπεριφορά αυτή συνιστά παραβίαση της γενικής δικαιϊκής αρχής της καλόπιστης και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων τους και της λήψης μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας, ώστε να αποτρέψουν την επέλευση ζημίας στον αντισυμβαλλόμενο τους, ή παραβίαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών...", ενώ υπήρχαν και άλλες κρίσιμες περικοπές στο κείμενο του παραπάνω εγγράφου που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το δικαστήριο σε διαφορετικό από το γενόμενο δεκτό αποδεικτικό συμπέρασμα, ως προς την αληθή φύση των επίδικων προϊόντων :

"...Επίσης, αναφέρεται, ότι οι επενδύσεις σε ομόλογα μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια μέρους κάποιου ποσού του επενδεδυμένου κεφαλαίου του κατόχου, στην περίπτωση που δεν κρατηθούν μέχρι τη λήξη τους και ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα αδυναμίας ενός εκδότη να αποπληρώσει την αρχική επένδυση και ή την πληρωμή των τόκων (πιστωτικός κίνδυνος) στον επενδυτή, κάτι που, όμως, συμβαίνει σε περίπτωση χρεοκοπίας του εκδότη...", από το χωρίο δεκτό, προκύπτει ότι απεκρύβη από τις αντιδίκους η αληθή φύση του επενδυτικού προϊόντος, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι συνέτρεχε πιθανότητα απώλειας όχι μόνο του μερίσματος αλλά και της ίδιας της επένδυσης, ακόμη και σε περίπτωση απλής επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης της εκδότριας, και όχι μόνον χρεοκοπίας, (όπως παραπλανητικά αναγράφεται στο επίμαχο έντυπο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει, ότι για να καταλήξει το Εφετείο στην προαναφερόμενη διαφορετική προς τις απόψεις του αναιρεσείοντα αποδεικτική κρίση του, συνεκτίμησε τα παραπάνω έγγραφα με τις λοιπές αποδείξεις και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή προεχόντως στα έγγραφα αυτά, όπως εσφαλμένος υπολαμβάνει ο αναιρεσείων και υπό την επίκληση της ανωτέρω παραβιάσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 278/2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του, (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ το περιεχόμενο στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης αίτημα του τελευταίου περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης με αυτή απόφασης και αφορά την καταβολή από αυτόν στις αναιρεσίβλητες του ποσού των 20.000 ευρώ για την επιβληθείσα σε βάρος του δικαστική δαπάνη, είναι απαράδεκτο, καθόσον τουτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-5-2017 αίτηση του Τ. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 885/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαϊου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ