Legislator Case Law & Legislation
342/2020 AI generated

342/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 342/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

342/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 342 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 342/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. α) Κ. Λ. του Δ., ) Μ. χας Δ. Λ., ) Κ. Δ. Λ., συζ. Φ. Α., δ) Ε. Κ. Λ. (από κοινού για την υπ' αριθ. ... ΚΠ ιδιοκτησία), 2. α) Μ. Κ. του Α., ) Δ. συζ. Μ. Κ., το γένος Π. Κ. (από κοινού για την υπ' ... ΚΠ ιδιοκτησία), 4 Α. Κ. συζ. Γ. (για την υπ' αριθ. … ΚΠ ιδιοκτησία), 5. Ά. Κ. του Χ. (για την υπ' αριθ. … ΚΠ ιδιοκτησία), 6. Κ. χας Π. Π., το γένος Α. Μ. (για την υπ' αριθ. … ΚΠ ιδιοκτησία), 7. Α. συζ. Β. Χ., το γένος Π. Τ. (για την υπ' αριθ. … ΚΠ ιδιοκτησία), 8. Μ. Κ. Λ. (για την υπ' αριθ. … ΚΠ ιδιοκτησία) και 9. Γ. Ι. Π. (για την υπ' αριθ. ... ΚΠ ιδιοκτησία). Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην της 6ης των αναιρεσειόντων, που δεν παραστάθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Σοφό, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Κ. χα Π. Π., 6η των αναιρεσειόντων, απεβίωσε στις 15-7-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος της Ε. Γ. του Ι., ο οποίος, όπως και οι υπό στοιχ. 1β, 1γ, 1δ, 2α, 2β, 4η, 5ος, 7η, 8η και 9ος των αναιρεσειόντων παραιτούνται από τα δικόγραφα της από 8-11-2012 αίτησης αναίρεσης και του από 12-9-2018 προσθέτου λόγου αυτής. [σημ. Στα δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου λόγου εκ παραδρομής παραλείπεται ο αριθμός 3 κατά την αρίθμηση των αναιρεσειόντων].

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ Ο.Σ.Ε. Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης (μετά την έκδοση της 17/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκε με την από 27-4-2011 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 192/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2012 αίτησή τους και τον από 12-9-2018 πρόσθετο λόγο αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 5-10-2018 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Θεοδώρου Μαντούβαλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 8-11-2012 και με αρ. καταθ. 37/2012 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 192/2011 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και του από 12-9-2018 προσθέτου λόγου αυτής με αρ. καταθ. 92/2018. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 8.11.2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 37/2012 αίτηση αναιρέσεως και τον από 12.9.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 92/2018 πρόσθετο λόγο αυτής, που ασκήθηκε παραδεκτά, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 του Κ.Πολ.Δικ., που πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά την διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), προσβάλλεται η, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, υπ' αριθμ. 192/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.

γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει την συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, πρβλ. ΑΠ Ολομ. 8/2009, ΑΠ Ολομ. 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της αναιρέσεως, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά την συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος την συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΑΠ Ολομ. 4/1994, ΑΠ Ολομ. 2/1992, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, μπορεί να γίνει χωρίς την συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα, κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97 και 98 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 78/2018, ΑΠ 990/2018, ΑΠ 262/2017, ΑΠ 545/2016, ΑΠ 374/2016).

Η νομότυπη πιο πάνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει κατάργηση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση σχετικής αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της κρινόμενης από 8-11-2012 αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και του από 12-9-2018 πρόσθετου λόγου αυτής επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων (βλ.

τις σχετικές .../10-11-2017 και ... 18.9.2018, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Χ. Π.). Κατά τη συζήτηση αυτών, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου: 1) ο (φερόμενος ως) πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των αναιρεσειόντων Μιχαήλ Σοφός δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Κ.

χα Π. Π. (6η των αναιρεσειόντων) απεβίωσε στις 15.7.2017 και ότι την δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος της Ε. Γ. του Ι., 2) ο ίδιος πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι υπό στοιχ. 1β, 1γ, 1δ, 2α, 2β, 4η, 5ος, 7η, 8η και 9ος των αναιρεσειόντων παραιτούνται από τα δικόγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως και του προσθέτου λόγου αυτής και 3) ο πρώτος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Σοφό, ο οποίος προσκόμισε και το σχετικό ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο (...4.10.2017 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.

Κ.) από το οποίο προκύπτει ότι αυτός έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου αναιρεσείοντος, όπως επίσης προσκόμισε και τα σχετικά νομιμοποιητικά για τον παραπάνω αναφερόμενο κληρονόμο της 6ης των αναιρεσειόντων έγγραφα, του οποίου (κληρονόμου), άλλωστε, η κληρονομική ιδιότητα δεν αμφισβητείται.

Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στην δικογραφία δεν προκύπτει ότι: α) οι προαναφερόμενοι αναιρεσείοντες που παραιτήθηκαν από τα δικόγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως και τον πρόσθετο λόγο αυτής και β) η 6η αναιρεσείουσα (που απεβίωσε μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως), της οποίας ο κληρονόμος παραιτήθηκε από τα εν λόγω δικόγραφα, είχαν επισπεύσει και οι ίδιοι έγκυρα την συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.

Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι ίδιοι πιο πάνω αναιρεσείοντες, καθώς και ο κληρονόμος της προαναφερόμενης αποβιώσασας αναιρεσείουσας, έχουν κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσείοντα που επισπεύδει έγκυρα την συζήτηση ή από την αναιρεσίβλητη.

Σε κάθε περίπτωση, αναφορικά με τους παραιτουμένους αναιρεσείοντες, ο ίδιος δικηγόρος δεν προσκομίζει ούτε σχετικά πληρεξούσια, με τα οποία να του παρέχεται η, γενική έστω, πληρεξουσιότητα για την παραίτηση που έγινε και, επομένως, οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν παραστάθηκαν νόμιμα για την παραίτηση από τα δικόγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου της (Α.Π. 78/2018) που είναι ανίσχυρη και δεν επιφέρει τα οικεία έννομα αποτελέσματα.

Πρέπει, συνεπώς, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δικ., όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους υπό στοιχ. 1β, 1γ, 1δ, 2α, 2β, 4η, 5ο, 7η, 8η και 9ο των αναιρεσειόντων, καθώς και ως προς τον προαναφερόμενο κληρονόμο της 6ης των αναιρεσειόντων και να διαταχθεί ως προς αυτούς ο χωρισμός της υποθέσεως, με αποτέλεσμα η αίτηση και ο πρόσθετος λόγος να ερευνηθεί πλέον μόνον ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.

Σημειώνεται ότι η αίτηση αναιρέσεως, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, είναι παραδεκτή, διότι: 1) ασκήθηκε εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 2882/2001, μέσα στην ετήσια προθεσμία του ενός έτους από την δημοσίευση, στις 9-11-2011, της 192/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (η οποία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε) για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, αφού η προθεσμία αυτή που άρχισε την επόμενη της δημοσιεύσεως ημέρα (στις 10-11-2011) έληγε στις 12-11-2012, ημέρα Δευτέρα, οπότε και ασκήθηκε η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ.), λόγω της παρεμβολής των εξαιρετέων και μη εργάσιμων ημερών Σαββάτου και Κυριακής (άρθρο 144 παρ. 1 και 3, 145 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και 2) η 422/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε, κατά ένα μέρος, η παραπάνω 192/2011 εφετειακή απόφαση, δεν αφορά στα ακίνητα των αναιρεσειόντων, ούτε και στα ίδια κεφάλαια που προσβάλλονται με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και τον πρόσθετο λόγο αυτής.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008, 42/2002).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ.) (ΑΠ 498/2018).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 12/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, ως προς την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους, τα ακόλουθα έγγραφα:

α) το υπ' αριθμ. .../2009 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Δερβενίου Α. Κ., β) την από 29.9.2010 αίτηση της αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου, κατά του Ελληνικού Δημοσίου και γ) τις αεροφωτογραφίες και την οριζοντιογραφία ολόκληρης της απαλλοτριωμένης εκτάσεως που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, αναφορικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα, ενώ, αν τα λάμβανε υπόψη, θα καθόριζε μεγαλύτερες τιμές μονάδας αποζημιώσεως.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπου ρητά αναφέρει (σελ. 148, 160 και 167) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, με την ρητή μνεία "έστω και αν δεν αναφέρονται ειδικότερα", σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι τα υπό στοιχ.

β' και γ' ως άνω έγγραφα δεν προσκομίζονται και, συνεπώς, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η τυχόν μη λήψη τους υπόψη από το Εφετείο. Η άποψη του πρώτου αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν και συγκεκριμένα σε μεγαλύτερες τιμές μονάδας αποζημιώσεως οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακολούθως, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το επικουρικό σκέλος του, ο πρώτος αναιρεσείων, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ.

β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, καθορίζοντας, τελικά, οριστική αποζημίωση κατώτερη των 80 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους για όσα από τα απαλλοτριωμένα ακίνητα βρίσκονται εκτός οικισμού και δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμα, δεν έλαβε υπόψη τον νόμιμο, κατ' αυτόν, ισχυρισμό του που προέβαλε παραδεκτά στην δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και που αφορούσε την αξία των απαλλοτριωμένων αυτών ακινήτων και, ειδικότερα, το ότι η ίδια η αναιρεσίβλητη με την προαναφερόμενη, από 29-9-2010, αίτησή της, ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, για οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως παρακείμενων, μη άρτιων και μη οικοδομήσιμων, εκτός οικισμού, απαλλοτριωμένων ακινήτων της (άλλης αναγκαστικής απαλλοτριώσεως), ζήτησε να καθοριστεί η τιμή μονάδας αποζημιώσεώς τους σε 80 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, εκτιμώντας ότι η αξία τους ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό αυτό.

Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο ως άνω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής και, συνεπώς, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αλλά συνιστά επιχείρημα του πρώτου αναιρεσείοντος (που συνάγεται από την αξιολόγηση του περιεχομένου του παραπάνω εγγράφου - αιτήσεως της αναιρεσίβλητης) για την υποστήριξη των απόψεών του ως προς την πραγματική αξία των ακινήτων του και, άρα, ο παρών λόγος, κατά το σκέλος του αυτό, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος.

Άλλωστε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, οι ισχυρισμοί του πρώτου αναιρεσείοντος, αναφορικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων του, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και, επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το εξεταζόμενο επικουρικό σκέλος του, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος. Στην πραγματικότητα, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο πρώτος αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην πιο πάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 209/2019, Α.Π. 1221/2018, Α.Π. 2062/2017).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στην διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δικ..

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην υπό κρίση περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 192/2011 απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, αφού συνεκδίκασε τις αναγραφόμενες είκοσι μία (21) αυτοτελείς αιτήσεις, μεταξύ των οποίων και την από 27-4-2011 (με αύξοντα αριθμό καταθέσεως …/2011) αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος, αλλά και άλλων, καθώς και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, για τον καθορισμό, μεταξύ των άλλων, οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για τα αναφερόμενα ακίνητα που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια των Δήμων Ξυλοκάστρου και Ευρωστίνης του νομού Κορινθίας και που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και ειδικότερα με τη νόμιμα δημοσιευμένη 1082947/ 6249/0010/14-9-2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, για την κατασκευή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής κανονικού πλάτους και υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου - Πατρών, στο τμήμα από χ.θ. 40+000 έως χ.θ. 59+250, υπότμημα χ.θ. 40+000 έως χ.θ. 53+620, δέχθηκε, τελικά, κατά ένα μέρος, αυτές και καθόρισε την οριστική αποζημίωση για τις εδαφικές εκτάσεις (και τα επικείμενά τους που συναπαλλοτριώθηκαν) στις αναγραφόμενες τιμές ανά περιοχή και κατηγορία, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), κρίση του.

Ήδη, με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ο πρώτος αναιρεσείων, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για εκείνα από τα απαλλοτριωμένα ακίνητα, τα οποία έχουν πρόσωπο στη νέα εθνική οδό ή σε άλλες οδούς (εθνική ή επαρχιακή), χωρίς να υπολογίσει στην τιμή αυτή τον αυξητικό συντελεστή 1,30 που προβλέπεται στην 1107354/ 5683/ΔΟΟΤΥ/ΠΟΛ 1218/16-11-1999 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία τροποποίησε την 1144814/26361/ΠΟΛ 1310/30-12-1998 απόφαση του ίδιου Υπουργού, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, παραβιάζοντας, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις αυτές, που είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/1995, ΑΠ 582/1995, ΑΠ 566/1995), καθώς και εκείνες των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι, ανεξάρτητα από το ότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, έστω και ευσύνοπτα, ως προς το επίμαχο ζήτημα (Α.Π. 209/2019, Α.Π. 702/2017, Α.Π. 1069/2015, Α.Π. 1474/2011), το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεώς του, εκθέτει σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων στην δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, εκτιμήσεις της αρμόδιας κατά νόμο προεκτιμητικής επιτροπής, συγκριτικά - πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία, δικαστικές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων και την 17/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως κ.λπ.), τα οποία, ύστερα από τη συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, χωρίς μάλιστα να υπάρχει σχετική παραδοχή για το ότι δεν εφάρμοσε τον επικαλούμενο αυξητικό συντελεστή και, συνακόλουθα, με το λόγο αυτόν της αναιρέσεως, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του στις πιο πάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Και στις εξαιρετικές περιπτώσεις, όμως, του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων, με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενος τα ακόλουθα:

α) το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη, ως κρίσιμο χρόνο για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωμένων ακινήτων του, εκείνον της ενώπιον αυτού συζητήσεως, που έγινε στις 18.5.2011, με την παραδοχή ότι "είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που έγινε στις 26.9.2007", καθορίζοντας τελικά μικρότερες οριστικές τιμές μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωμένων ακινήτων του, σε σχέση με εκείνες που είχαν καθοριστεί προσωρινά με την υπ' αριθμ. 17/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες τότε (κατά τον χρόνο της ενώπιόν του συζητήσεως - 18.5.2001) οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, ενώ ήταν γνωστές οι μειωτικές επιπτώσεις στις αξίες όλων των ακινήτων, εξαιτίας της σοβαρής οικονομικής κρίσεως που ενέσκηψε στην Ελλάδα από το τέλος του έτους 2009 και εφεξής, β) το Εφετείο πρέπει να λαμβάνει υπόψη ως κρίσιμο χρόνο για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωμένων ακινήτων εκείνον της ενώπιόν του συζητήσεως, μόνον, εάν και εφόσον κατά τον χρόνο αυτό (της ενώπιόν του συζητήσεως) έχει επέλθει ανατίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων σε σχέση με την αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό και γ) εφόσον, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι επήλθε ανατίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων του, έπρεπε, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η αποζημίωση είναι πλήρης, να λάβει υπόψη, ως κρίσιμο χρόνο για τον καθορισμό και της οριστικής αποζημιώσεως, τον χρόνο συζητήσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό.

Εκθέτοντας δε περαιτέρω ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του αφορά την δημόσια τάξη και, συνακολούθως, παραδεκτά προτείνεται ενώπιον του Αρείου Πάγου, ακόμη και αν δεν είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, λόγω ευθείας παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 17 του Συντάγματος και ειδικότερα της διατάξεως του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, που προστέθηκε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, κατά το οποίο "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό...", με την οποία (νέα νομοθετική ρύθμιση) θεσπίστηκε, κατά την άποψή του, "εγγύηση" μόνο υπέρ των ιδιοκτητών των απαλλοτριωμένων ακινήτων, όχι όμως και υπέρ του φορέα της απαλλοτριώσεως - υπόχρεου προς αποζημίωση, προβλέφθηκε δηλαδή και εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που έχει επέλθει αύξηση - ανατίμηση και όχι υποτίμηση (όπως συμβαίνει στην επίδικη περίπτωση) της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων από τον χρόνο της συζητήσεως του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως μέχρις εκείνον του οριστικού προσδιορισμού, καθώς επίσης και, κατ' εκτίμηση όσων αναγράφονται στο δικόγραφο, των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 εδάφ.

β' του ν. 2882/2001 και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974, άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος). Ο λόγος, όμως, αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον θεμελιωτικό του λόγου τούτου ισχυρισμό δεν είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ότι δηλαδή η αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων του πρώτου αναιρεσείοντος, εξαιτίας της σοβαρής οικονομικής κρίσεως που ενέσκηψε στην Ελλάδα από τα τέλη του έτους 2009, είχε υποτιμηθεί και, συνακόλουθα, έπρεπε να ληφθεί υπόψη, ως κρίσιμος χρόνος, εκείνος της συζητήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (της 26ης-9-2007), όταν δεν είχαν εκδηλωθεί ακόμη οι μειωτικές επιπτώσεις στις αξίες των ακινήτων, εξαιτίας της πιο πάνω οικονομικής κρίσεως.

Αντίθετα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των, ενώπιον του Εφετείου, από 17.5.2011 εγγράφων προτάσεών τους (σελίδα 3) ο πρώτος αναιρεσείων αναφέρει ότι ως κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, πρέπει να ληφθεί η 18η-5-2011, που συζητήθηκε η υπόθεση στο Εφετείο, με την επίκληση ότι από τότε που έγινε η συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό (στις 26-9-2007) μέχρι την συζήτηση για τον οριστικό καθορισμό (18-5-2011) παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον του έτους.

Κατά συνέπειαν, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., ο μοναδικός πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως, ανεξάρτητα από τη νομιμότητά του ή όχι, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, δοθέντος ότι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως αφορούν στους υπό στοιχ.: 1] 2α και 2β αναιρεσείοντες (Μ. Κ. του Α. και Δ. Κ. συζ. Μ. Κ.) και 2] 5ο αναιρεσείοντα Ά. Κ. του Χ., η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος σ' αυτήν λόγος πρέπει να απορριφθούν ως προς τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί αυτός που νικήθηκε στην δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχουν καταθέσει όλοι οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους υπόλοιπους αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη (Α.Π. 1863/2017, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 60/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 8 Νοεμβρίου 2012 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 37/12-11-2012 αιτήσεως και του από 12 Σεπτεμβρίου 2018 (αριθμός καταθέσεως 92/17-9-2018) πρόσθετου λόγου αυτής για αναίρεση της 192/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς τους υπό στοιχ. 1β, 1γ, 1δ, 2α, 2β, 4η, 5ο, 7η, 8η και 9ο των αναιρεσειόντων, καθώς και ως προς τον κληρονόμο της 6ης των αναιρεσειόντων (Κ. χας Π. Π.), που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Διατάζει το χωρισμό της υποθέσεως ως προς αυτούς.

Συνεκδικάζει, κατά τα λοιπά, την αίτηση αναιρέσεως και τον πρόσθετο λόγο αυτής ως προς τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσείοντα.

Απορρίπτει την αναίρεση και τον πρόσθετο λόγο της ως προς τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσείοντα. Και

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ