342/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 342 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated342/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 342 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 342 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 342/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Αντωνόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Β. του Ν., 2) Ε. Β. του Ν., αμφοτέρων κατοίκων ... και 3) Π. χήρας Ν. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ανεστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5743/1999 μη οριστική και 6441/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2010 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1391/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 246/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2957/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-7-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 1-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δωδέκατος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι λόγοι αναιρέσεως καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνεται δε μεταξύ αυτών και η εσφαλμένη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των διαδικαστικών εγγράφων. Εξάλλου, με τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 561 του ίδιου Κώδικα, για την εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αγωγή, ως υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, δεν εισάγεται νέος ειδικός λόγος αναιρέσεως πέραν εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 559. Επομένως, το ορισμένο ή αόριστο του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση σ’ αυτό των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική της αιτία, εκτιμά κυριαρχικά και ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν αυτό έλαβε υπόψη περιστατικά που δεν περιέχονται στην αγωγή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του για τη νομική βασιμότητα αυτής ή αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη τέτοια περιστατικά, μολονότι περιέχονταν σ’ αυτήν, οπότε υφίσταται η πλημμέλεια που προβλέπεται από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Ζαβιτσιάνου, συστάθηκε εικονικά μεταξύ της συζύγου του Χ. Σ. και της πρώτης εναγομένης Δ. Β. εταιρεία με την επωνυμία "...", πραγματικοί εταίροι της οποίας ήσαν ο ίδιος και ο Ν. Β., πατέρας των δύο πρώτων και σύζυγος της τρίτης των εναγομένων, με ποσοστό συμμετοχής 50% ο καθένας και διετή διάρκεια. Η εταιρεία αυτή από τον Ιανουάριο του έτους 1992 τελεί σε" εκκαθάριση, τη διενέργεια της οποίας ανέλαβε ο Ν. Β., πλην όμως αυτός το έτος 1993 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, μεταγενέστερα δε, το έτος 1997, απεβίωσε. Οι εναγόμενες από κοινού και χωρίς εντολή προέβησαν κατά το έτος 1994 στη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας της ως άνω εταιρείας. Στα πλαίσια αυτά πώλησαν τα εμπορεύματα (υφάσματα και νήματα) που αναφέρονται στην αγωγή, συνολικής αξίας 11.500.000 δραχμών, και παράλληλα εισέπραξαν επιταγές διαφόρων εκδοτών, συνολικής αξίας 10.700.000 δραχμών, και συναλλαγματικές αποδοχής Π., ύψους 12.000.000 δραχμών, ενώ παρέλειψαν να εισπράξουν απαιτήσεις της εταιρείας κατά τρίτων, ποσού 4.800.000 δραχμών, στους οποίους όμως χορήγησαν εξοφλητική απόδειξη. Τα ως άνω ποσά ιδιοποιήθηκαν παράνομα και υπαίτια οι εναγόμενες από κοινού, μολονότι γνώριζαν ότι ανήκαν στην εταιρεία, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο ίδιος κατά το ποσόν των 21.750.000 δραχμών, στο οποίο ανέρχεται η αναλογούσα σ’ αυτόν εταιρική μερίδα. Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ως άνω ποσόν νομιμοτόκως από 1-1-1995, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής. Ήδη το Εφετείο, δικάζοντας μετ’ αναίρεση, εκτίμησε ότι με την αγωγή αυτή ο αναιρεσείων - ενάγων ζητεί αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών από τη διαπραχθείσα σε βάρος του από τις εναγόμενες υπεξαίρεση των αναφερόμενων ποσών και έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Με τον από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι άφησε αδίκαστη την κυρία βάση της αγωγής του από τη διοίκηση αλλότριων και ερεύνησε μόνο την επικουρική από την αδικοπραξία, παρά το ότι ρητά στο δικόγραφο αυτής ανέφερε ότι οι εναγόμενες προέβησαν άνευ εντολής στη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας της άνω εταιρείας, ως να επρόκειτο για δική τους περιουσία. Ωστόσο, σύμφωνα και με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, εφόσον το ορισμένο ή αόριστο του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση σ’ αυτό των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική της αιτία, εκτιμά κυριαρχικά και ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας και στην προκειμένη περίπτωση δεν περιέχονταν στην αγωγή άλλα περιστατικά που να ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην κρίση του Εφετείου, ώστε να κρίνει νόμιμη την αγωγή και ως προς τη βάση από τη διοίκηση αλλότριων, ορθά το Εφετείο εκτίμησε ότι με την ένδικη αγωγή διώκεται αποζημίωση μόνο κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών από τη διαπραχθείσα σε βάρος του ενάγοντος από τις εναγόμενες υπεξαίρεση των αναφερόμενων ποσών, και συνακόλουθα τούτων ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης ως ολικής. Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της απόφασης, στο οποίο αφορά ο λόγος αναίρεσης, που έγινε δεκτός και, αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού, η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 479/2009, 1577/2000). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο. Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), και ειδικότερα για το λόγο, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά απ’ αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ασάφειας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 109/2006, 194/2004). Η αναίρεση τελεσίδικης απόφασης για τον ανωτέρω λόγο (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) είναι ολική και, επομένως, παύει αυτή να έχει την από το άρθρο 321 επ. ΚΠολΔ ισχύ δεδικασμένου, και όταν αναφέρεται σε μέρος της αξίωσης, με συνέπεια (για το μέρος αυτό) οι διάδικοι να επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτή εξ υπαρχής, δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (580 παρ. 4, 581 παρ. 2 ΚΠολΔ). Και στην περίπτωση αυτή της παραπομπής, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, το Εφετείο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, που είχε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί να εξετάσει οίκοθεν το ορισμένο ή απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο της αγωγής, εάν αυτή στερείται των απαραιτήτων για τη θεμελίωσή της στοιχείων ή ασκήθηκε απαραδέκτως ή δεν στηρίζεται στο νόμο υπό την προϋπόθεση ότι δεν χειροτερεύει η θέση του εκκαλούντος (ΑΠ 629/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση με την 1391/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου της 246/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών για τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ως προς όλα τα κονδύλια, για τα οποία είχε γίνει δεκτό ότι προκλήθηκε ζημία στον ενάγοντα από την παράνομη και υπαίτια από κοινού ιδιοποίηση τους από τις εναγόμενες συνολικού ποσού 14.364.906 δρχ., ισότιμου με 42.156,73 ευρώ, το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνώντας την αγωγή κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες προέβησαν στην εκποίηση εμπορευμάτων της εταιρείας, ιδιοποιηθείσες το τίμημα αυτών ή ότι εισέπραξαν το τίμημα επιταγών, αξίας 5.000.000 δραχμών, καθώς και ότι οι ίδιες εισέπραξαν από συναλλαγματικές, αποδοχής Π., συνολικό ποσό 12.000.000 δρχ. και από συναλλαγματικές αποδοχής άλλων πελατών της εταιρείας ποσό 10.200.000 δρχ., ποσά τα οποία στη συνέχεια ιδιοποιήθηκαν. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε εκποίηση εμπορευμάτων της εταιρείας από τις εναγόμενες, συνολικής αξίας 8.845.000 δρχ. και ιδιοποίηση του τιμήματος από αυτές. Αναφορικά με τα άνω εμπορεύματα, τα οποία στην αγωγή φέρονται ως συνολικής αξίας 11.500.000 δρχ., ο ενάγων υποστηρίζει ότι παραλήφθηκαν από το Ν. Β. και στη συνέχεια εκποιήθηκαν προς τον Π. Τ. και σε ομόρρυθμη εταιρεία του ίδιου αντί τιμήματος 8.845.000 δρχ., το οποίο και ιδιοποιήθηκαν οι εναγόμενες. ... Περαιτέρω, όσον αφορά την εκποίηση εμπορευμάτων και την επικαλούμενη ιδιοποίηση του τιμήματος από τις εναγόμενες, κατέθεσαν οι άνω μάρτυρες του ενάγοντος στην προαναφερθείσα εισηγητική έκθεση. Ωστόσο, οι καταθέσεις αυτές, οι οποίες διαφοροποιούνται, τόσον όσον αφορά τις ποσότητες των εμπορευμάτων, όσο και το τίμημα αυτών, το οποίο ο ενάγων μεταγενέστερα, με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο περιορίζει σε 8.845.000 δραχμών, από κανένα έγγραφο στοιχείο δεν επιβεβαιώνονται, αφού ουδέν παραστατικό έγγραφο, τόσον όσο αφορά την απόκτησή τους από την εταιρία, όσο και τη μεταγενέστερη εκποίησή τους, προσκομίζεται. Από μόνο δε το γεγονός ότι ο Β. παρέλαβε τα αναφερόμενα στο από 8-6-1992 έγγραφο εμπορεύματα, δεν συνάγεται ότι αυτά περιήλθαν στην κατοχή των εναγομένων, ότι εκποιήθηκαν από τις τελευταίες και ότι αυτές ιδιοποιήθηκαν το τίμημα, ενόψει και του χρόνου που μεσολάβησε από την παραλαβή των εμπορευμάτων από το Β., τον Ιούνιο τους έτους 1992, μέχρι τις αρχές του έτους 1994, που ο ενάγων υποστηρίζει ότι ανέλαβαν τη διαχείριση οι τελευταίες. Στη συνέχεια, δεν αποδείχθηκε ότι περιήλθε στην κατοχή των εναγομένων και το ποσό των 12.000.000 δραχμών, από την είσπραξη συν/κών, αποδοχής Π., τα στοιχεία των οποίων (χρόνος έκδοσης, λήξης, ειδικότερα ποσά, εκδότης κλπ), δεν επικαλείται ο ενάγων, ούτε και προέκυψαν από τις αποδείξεις. Ειδικότερα, στο προαναφερόμενο από 8-6-1992 έγγραφο αναφέρεται, ότι ο Ν. Β. παρέλαβε συν/κές Π., συνολικού ποσού 12.000.000 δραχμών, χωρίς αναφορά των στοιχείων των συναλλαγματικών αυτών (χρόνος έκδοσης, λήξης, ειδικότερα ποσά, εκδότης κλπ). Για τις συναλλαγματικές αυτές ο ενάγων υποστηρίζει ότι εισπράχθηκαν από τις εναγόμενες με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, από πλειστηριασμό ακινήτου της συζύγου του Π., οι οποίες και ιδιοποιήθηκαν το ποσό τους. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς αυτούς, οι άνω μάρτυρες του ενάγοντος κατέθεσαν ότι στον Π. πωλήθηκαν εμπορεύματα αντίστοιχης αξίας, για το τίμημα των οποίων εκδόθηκαν συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 12.000.000 δραχμών και ότι τις συναλλαγματικές αυτές εισέπραξαν ο Β. και η οικογένεια του, με πλειστηριασμό ακινήτου της συζύγου του Π.. Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί, αναφορικά με την περιέλευση του τιμήματος των συναλλαγματικών στις εναγόμενες και την ιδιοποίησή του από αυτές, δεν επιβεβαιώνονται από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι επί αίτησης του Ν. Β., εκδόθηκαν οι με αριθμούς .../1994 και .../1994 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες υποχρεώθηκε η Α. Π., σύζυγος του Γ. Π., με την πρώτη (διαταγή πληρωμής) και η ίδια και η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Γ. Π.ς, με τη δεύτερη, να καταβάλουν στο Ν. Β. τα ποσά των 2.250.000 δραχμών και 3.000.000 δραχμών για απαίτηση του, από δέκα τρεις (13) συναλλαγματικές, που εκδόθηκαν στις 20-1-1993, από το Γεώργιο Π. σε διαταγή του, αποδοχής της άνω ανώνυμης εταιρίας, υπέρ των οποίων τριτεγγυήθηκε η Α. Π.. Για την ικανοποίηση της απαίτησης από την πρώτη, με αριθμό .../1994 διαταγή πληρωμής, ο Ν. Β. επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε ακίνητο, ιδιοκτησίας της Α. Π., μετά δε από πλειστηριασμό του ακινήτου, ο ίδιος (Ν. Β.) κατατάχθηκε με τον .../27-11-1995 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Μαραθώνα Αττικής, Κωνσταντίνας Παπαζαφειροπούλου, για το ποσό των 2.408.470 δραχμών, το οποίο και έλαβε αυτός, όπως βεβαιώνεται στη με αριθμό .../24-1-1996 πράξη εξόφλησης απαίτησης που κατατάχθηκε σε πίνακα κατάταξης, ποσού 2.408.470, δραχμών της ίδιας, όπως παραπάνω συμβολαιογράφου. Ωστόσο, το άνω, ποσό, που υπολείπεται σημαντικά του αξιούμενου από τον ενάγοντα ποσού (12.000.000 δραχμών), το οποίο έλαβε ο Β., σε μερική εξόφληση απαίτησης του από συναλλαγματικές, έκδοσης μηνός Ιανουαρίου 1993, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν, που έλαβε ο Ν. Β. τις συναλλαγματικές Π., σύμφωνα με το από 8-6-1992 έγγραφο, δεν αποδείχθηκε ότι περιήλθε στην κατοχή των εναγομένων, όπως δεν αποδείχθηκε και ότι οι εναγόμενες έλαβαν οποιοδήποτε άλλο ποσό από την είσπραξη συναλλαγματικών διαφόρων άλλων εκδοτών, και συγκεκριμένα ότι έλαβαν ποσό 10.200.000 δραχμών, από είσπραξη συναλλαγματικών διαφόρων άλλων εκδοτών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων και έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση. Ειδικότερα, στο προαναφερόμενο από 21-4-1992 έγγραφο, αναφέρεται ότι ο Ν. Β. παρέλαβε 17 συν/κές, με χρόνους πληρωμής, από 30-7-1992 μέχρι 30-6-1993, συνολικού ποσού 10.200.000 δραχμών, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στα στοιχεία των συναλλαγματικών αυτών (χρόνος έκδοσης, λήξης, ειδικότερα ποσά, εκδότης, αποδέκτης, κλπ), ενώ τα στοιχεία των συναλλαγματικών αυτών, δεν επικαλείται ο ενάγων, ούτε και αποδείχθηκαν, από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, όπως και δεν αποδείχθηκε είσπραξη του άνω ποσού από τις εναγόμενες. Μάλιστα το σχετικό κονδύλιο (10.200.000 δραχμών), ο ενάγων στην αγωγή, υποστηρίζει ότι αφορά το τίμημα επιταγών, που παρέλαβε ο Ν. Β., για τις οποίες και τάχθηκε σχετικό θέμα απόδειξης με την προδικαστική απόφαση. Στη συνέχεια, από τα ίδια όπως παραπάνω στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι στην κατοχή των εναγομένων περιήλθε και το ποσό των 5.000.000 δραχμών από επιταγή, που παραδόθηκε στην εταιρία για το τίμημα πωληθέντων εμπορευμάτων. Ήδη, ο ενάγων αναφορικά με το τελευταίο κονδύλιο υποστηρίζει ότι αυτό αφορούσε περισσότερες επιταγές, χωρίς, όμως, επίκληση των στοιχείων των επιταγών αυτών. Περαιτέρω, στο άνω από 8-6-1992 έγγραφο, αναφέρεται ότι ο Ν. Β. παρέλαβε από Σ., επιταγές, έτους 1992, 5.000.000 δραχμών, επίσης, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά των στοιχείων των επιταγών αυτών. Για τις επιταγές μάλιστα αυτές τάχθηκε σχετικό θέμα απόδειξης με την προδικαστική απόφαση, χωρίς ο ενάγων να ανταποκριθεί στο σχετικό βάρος. Εξάλλου, για τα στοιχεία των άνω αξιόγραφων, ουδέν κατέθεσαν και οι μάρτυρες του ενάγοντος στην εισηγητική έκθεση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή στο σύνολό της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 16 και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού κατά τα ως άνω αγωγικά κονδύλια η 246/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είχε αναιρεθεί για έλλειψη νόμιμης βάσης, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί αναιρετικοί λόγοι, πλην εκείνου περί αοριστίας της αγωγής, που απορρίφθηκε, και συνεπώς δεν υπήρξε δεδικασμένο για τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβιάσεώς του από την προσβαλλόμενη, ούτε επιλύθηκε νομικό ζήτημα προς το οποίο δεν συμμορφώθηκε αυτή με την αναιρετική απόφαση. Κατά συνέπεια οι σχετικοί δεύτερος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι συναφείς προς αυτούς ένατος, δέκατος και ενδέκατος λόγοι αναιρέσεως προεχόντως είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, εφόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια κεφάλαια της ένδικης αγωγής επιδικάσθηκαν με την 246/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και δεν αναιρέθηκαν με την 1391/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, ώστε να έχει δημιουργηθεί ως προς αυτά δεδικασμένο, που παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση, ή ποια είναι τα κεφάλαια της 246/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που δεν αναιρέθηκαν με την 1391/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, και παρόλα αυτά κρίθηκαν με την προσβαλλομένη ότι συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα.
Τέλος, συναφώς προς τα ανωτέρω, ως προς το ζήτημα της διαχειρίσεως των εταιρικών υποθέσεων εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Ο τελευταίος όμως (ενν. ο Ν. Β.) το Σεπτέμβριο του έτους 1993 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, αιτία για την οποία νοσηλεύτηκε σε διάφορα θεραπευτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και ίδρυμα αποκατάστασης, στην περιοχή των ... Η εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του τελευταίου, μετά το ως άνω εγκεφαλικό επεισόδιο, δεν αποδείχθηκε από ιατρική βεβαίωση, αυτός όμως μεταγενέστερα, και συγκεκριμένα στις 21-3-1997, απεβίωσε σε ηλικία 56 ετών. Μετά την άνω ασθένεια του Ν. Β., η πρώτη εναγομένη, θυγατέρα του, Δ. Β., επεχείρησε να αναλάβει τη διαχείριση της εταιρείας ... χωρίς όμως να ικανοποιηθεί το σχετικό αίτημα. Περαιτέρω,... δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες, τέκνα και σύζυγος του Ν. Β., αντίστοιχα, αναμείχθηκαν στη διαχείριση της εταιρείας με συγκεκριμένες πράξεις από τις αρχές του έτους 1994 ... Η μόνη, η οποία επιχείρησε να αναλάβει τη διαχείριση ήταν η πρώτη εναγομένη ... η οποία και ζήτησε να λάβει γνώση των βιβλίων της ... χωρίς όμως να αποδεικνύεται συμμετοχή της στη διαχείριση. Σημειώνεται ότι η τελευταία εμφάνιζε ελαφρά νοητική καθυστέρηση, ειδική ελαφρού βαθμού εξελικτική διαταραχή γλωσσικής λειτουργίας - ομιλίας και μαθησιακές δυσκολίες,... ό,τι δε επεχείρησε ήταν με τη συνδρομή δικηγόρων, ενώ η τρίτη εναγομένη, μητέρα της, ήταν υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, η δε δεύτερη εναγομένη, αδελφή της, στις αρχές του έτους 1994 ... ήταν ηλικίας 17,5 ετών ... Από τις ... αντιφατικές και αόριστες καταθέσεις (ενν. των μαρτύρων του ενάγοντος) ... δεν μπορεί το δικαστήριο να οδηγηθεί σε αντίθετη προς την ως άνω κρίση περί ανάληψης της διαχείρισης της εταιρείας από τις εναγόμενες. Εξάλλου, ... τα βιβλία της εταιρείας τουλάχιστον μέχρι το έτος 1996, οπότε φέρεται ότι καταστράφηκαν, ήταν στην κατοχή του ενάγοντος και της συζύγου του. Επίσης, ... δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες προέβησαν στην εκποίηση εμπορευμάτων της εταιρείας, ιδιοποιηθείσες το τίμημα αυτών ή ότι εισέπραξαν το τίμημα επιταγών αξίας 5.000.000 δρχ., καθώς και ότι οι ίδιες εισέπραξαν από συναλλαγματικές, αποδοχής Π., συνολικό ποσό 12.000.000 δρχ. και από συναλλαγματικές αποδοχής άλλων πελατών της εταιρείας ποσό 10.200.000 δρχ., ποσά τα οποία στη συνέχεια ιδιοποιήθηκαν". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα των δευτέρου και έκτου λόγων αναιρέσεως, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τόσο ως προς το ότι οι αναιρεσίβλητες δεν διαχειρίσθηκαν τις εταιρικές υποθέσεις μετά την πρόκληση κατά μήνα Σεπτέμβριο 1993 εγκεφαλικού επεισοδίου στο Ν. Β., σύζυγο και πατέρα τους, όσο και ως προς το ότι δεν ιδιοποιήθηκαν αυτές την εταιρική περιουσία, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν εφαρμόσθηκαν ορθά οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 926 και 298 ΑΚ, για τις οποίες έκρινε το Εφετείο,ότι δεν είχαν έδαφος εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συνακόλουθα τούτων, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δωδέκατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, και ειδικότερα ότι υφίστανται ελλιπείς και σε κάθε περίπτωση αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κατά πόσον ο Ν. Β., μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη κατά μήνα Σεπτέμβριο 1993, ήταν σε θέση να διενεργεί νομικές πράξεις στο όνομα του, και ειδικότερα την έκδοση διαταγών πληρωμής, την επίσπευση πλειστηριασμού σε βάρος ακινήτου της συζύγου του οφειλέτη του Γ. Π., την κατάταξή του στο πλειστηρίασμα και την εκ μέρους του είσπραξη του ποσού για το οποίο κατατάχθηκε. Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υφίσταται παραδοχή, έστω και έμμεση, ότι το εγκεφαλικό επεισόδιο επηρέασε τη διανοητική κατάσταση του Ν. Β., ώστε να μην είναι σε θέση να διενεργεί νομικές πράξεις στο όνομά του. Αντιθέτως, το Εφετείο δέχθηκε ότι όλες αυτές οι δικαστικές ενέργειες έγιναν στο όνομα του εκ μέρους του πληρεξουσίου του δικηγόρου.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το δέκατο τρίτο λόγο αναιρέσεως μέμφεται το Εφετείο ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το αυτό ζήτημα, επικαλούμενος ότι, ενώ δέχεται ότι η πρώτη εναγομένη επεχείρησε μετά την ως άνω ασθένεια του πατέρα της να αναλάβει τη διαχείριση της εταιρείας, δεν δικαιολογεί γιατί δεν έλαβε υπόψη τις εξώδικες ομολογίες που περιέχονται σε έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι ίδιες οι αναιρεσίβλητες, και ειδικότερα: α) την από 9-9-1998 έφεση της πρώτης τούτων, στην οποία ρητά αναφέρεται ότι μετά την ασθένεια του πατέρα της τον Σεπτέμβριο του 1993 από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο τον κατέστησε ανάπηρο και τελείως ανίκανο προς κάθε εργασία και ενασχόληση, ανέλαβε τη διαχείριση της εταιρείας και ανέλαβε να ζητήσει από τη συνδιαχειρίστρια τα βιβλία, και β) την αναφορά των ίδιων στις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα 246/2010 απόφασή του, ότι μετά το θάνατο του Ν. Β. τους παραδόθηκαν από δικηγόρο Αθηνών διάφορα εταιρικά έγγραφα, στα οποία όμως περιλαμβάνονταν και ορισμένα, με βάση τα οποία η εταιρεία "..." είχε ασκήσει αγωγή κατά οφειλέτη της ήδη από το 1996, σε χρόνο δηλαδή που φέρονται ότι δεν είχαν αναμειχθεί σε εταιρικές υποθέσεις. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον ο κατ’ άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος θεμελιώνεται μόνο όταν υφίστανται αντιφατικές αιτιολογίες στην ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι μεταξύ αυτής και αναφορών που γίνονται σε διαδικαστικά έγγραφα, και ήδη τις αυτές ως άνω αναφορές ο αναιρεσείων τις επικαλείται προς θεμελίωση του από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ τρίτου λόγου αναιρέσεως, για τον οποίο γίνεται λόγος στη συνέχεια.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη μόνο τα επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά. Ωστόσο, δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα και επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά, μέσα οπότε σε καταφατική περίπτωση, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ή δεν αξιολόγησε: α) τις καταθέσεις των μαρτύρων του Ι. Ζ. και Ε. Β., που περιέχονται στην 483/2003 εισηγητική έκθεση, και οι οποίοι εκτενώς καταθέτουν για την ύπαρξη εμπορευμάτων στην εταιρεία, τα οποία παρέλαβε ο σύζυγος και πατέρας των αναιρεσίβλητων Ν. Β. και μετέφερε σε δικό του χώρο, ότι υπήρξε έλεγχος των βιβλίων της εταιρείας το 1992 και το 1993, αλλά αυτά εκ των υστέρων καταστράφηκαν, όταν κατεδαφίσθηκε το κτήριο όπου στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας, β) την από 21-5-1999 υπεύθυνη δήλωση του Γ. Π. για τον τρόπο εξοφλήσεως των συναλλαγματικών ποσού 12.000.000 δρχ. και επιπλέον δεν αξιολόγησε: α) την από 9-9-1998 έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, στην οποία ομολογεί ότι μετά την ανικανότητα του πατέρα της Ν. Β. για κάθε εργασία από το Σεπτέμβριο 1993 ανέλαβε η ίδια τη διαχείριση της εταιρείας β) τις αντιφάσεις στην κατάθεση του δικηγόρου των αναιρεσίβλητων Ι. Κ., που περιέχεται στην εισηγητική έκθεση, αναφορικά με την πνευματική ικανότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης να ενεργήσει ή μη εμπορικές πράξεις, και την ιδιότητα του ως δικηγόρου της εταιρείας των διαδίκων και γ) το από 6-2-1990 εταιρικό της ετερόρρυθμης εταιρείας που συνεστήθη μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και του αποβιώσαντος πατρός της Ν. Β., ενώ ρητά στο συμβόλαιο συστάσεως της εταιρείας των διαδίκων με την επωνυμία "..." υπήρχε όρος, που ρητά απαγόρευε την άσκηση επαγγέλματος ή δραστηριότητας ίδιας ή παρεμφερούς με αυτήν που αναγράφεται στο καταστατικό, και δ) τις υπ’ αριθμ. .../1998 και .../1998 ένορκες καταθέσεις ενώπιον συμβολαιογράφου των Ν. Γ. (λογιστή της εταιρείας) και Ι. Φ. (εκμισθωτή των γραφείων της εταιρείας), οι οποίοι αναφέρονται εκτενώς στον έλεγχο των βιβλίων της εταιρείας εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης με την παρουσία του δικηγόρου της και την καταστροφή τούτων μετά την κατεδάφιση του κτηρίου λόγω απαλλοτριώσεως. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλειες του Εφετείου ως προς την αξιολόγηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον ανάγεται στην από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, παρά το ότι νομίμως τα επικαλέσθηκε και τα προσκόμισε, είναι αβάσιμος, εφόσον ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, την 483/2003 εισηγητική έκθεση, στην οποία περιέχονται οι καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος - ενάγοντος και εκείνης των αναιρεσίβλητων - εναγομένων, καθώς και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου, τις οποίες μάλιστα ιδιαίτερα μνημονεύει, αν και δεν ήταν απαραίτητο, εφόσον δόθηκαν στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων, και τις οποίες εκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό δε προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα λοιπά ως άνω έγγραφα, που προσκόμισε ο αναιρεσείων, στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά που φέρονται ότι αγνοήθηκαν.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι όταν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά κατά νόμο ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα. Για να είναι ορισμένος ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, όχι μόνο για την απόδειξη ποίου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο και ποια επίδραση ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, αλλά και ποια αποδεικτική δύναμη αποδόθηκε σ’ αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και σε τι συνίσταται το σχετικό σφάλμα της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους τέταρτο, έβδομο και δέκατο τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα επικαλείται: α) με τον τέταρτο λόγο ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεικτικό μέσο την 33482/1996 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που υποχρέωσε τη σύζυγο του Χ. Σ. να επιδείξει τα βιβλία της εταιρείας "..." στην πρώτη αναιρεσίβλητη, παρά το ότι η εταιρεία αυτή ήταν εικονική ως προς τα πρόσωπα των εταίρων και το δικαστήριο εκείνο εξαπατήθηκε και εξέδωσε την ως άνω απόφαση του με βάση την ψευδή κατάθεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, β) με τον έβδομο λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, δεχόμενο ότι το αγωγικό αίτημα για τις συναλλαγματικές και επιταγές που είχε παραλάβει ο Ν. Β. με ιδιόχειρες αποδείξεις του, συνδέεται αρρήκτως με τα υπόλοιπα κεφάλαια της αγωγής, μολονότι το αίτημα αυτό δεν είχε αναιρεθεί με την 1391/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αφορούσε άλλα αγωγικά κεφάλαια, και γ) με τον δέκατο τέταρτο λόγο ότι το Εφετείο προσέδωσε στις καταθέσεις των μαρτύρων του μικρότερη δύναμη από εκείνη που απονέμει ο νόμος, κρίνοντας ότι αυτοί ουδέν κατέθεσαν σχετικά με τα αγωγικά κονδύλια, που ιδιοποιήθηκε ο Ν. Β. είτε από την πώληση εμπορευμάτων της εταιρείας είτε από την είσπραξη απαιτήσεών της από τρίτους, παρά το ότι οι καταθέσεις τους ήσαν σαφείς ως προς τα ζητήματα αυτά. Από τους λόγους αυτούς ο τέταρτος είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται με αυτόν, ποια αποδεικτική δύναμη προσέδωσε ή παρέλειψε να προσδώσει στην εν λόγω απόφαση το Εφετείο και σε τι συνίσταται το σφάλμα του, δεδομένου ότι το ζήτημα που ερεύνησε το Εφετείο ήταν, αν οι αναιρεσίβλητες αναμείχθηκαν στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και περαιτέρω κατά πόσον προέβησαν στην εκποίηση εμπορευμάτων της εταιρείας και είσπραξη των απαιτήσεων από πελάτες ή οφειλέτες της εταιρείας και ιδιοποιήθηκαν στη συνέχεια τα αντίστοιχα ποσά. Ο έβδομος είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το αίτημα για τις συναλλαγματικές και επιταγές που είχε παραλάβει ο Ν. Β. με ιδιόχειρες αποδείξεις του δεν είχε καταστεί αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου με την 1391/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, η 246/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσεως, πλην των άλλων, και για τα κονδύλια των 10.200.000 δρχ. από 17 συναλλαγματικές πελατείας και των 5.000.000 δρχ. από την είσπραξη επιταγής, που είχε παραλάβει ο Ν. Β., χορηγώντας στον αναιρεσείοντα τις από 21-4-1992 και 8-6-1992 αποδείξεις, αντίστοιχα, και κατά συνέπεια τα κονδύλια αυτά συνδέονταν αρρήκτως με το ζήτημα, κατά πόσον οι αναιρεσίβλητες ιδιοποιήθηκαν, πλην των άλλων, και αυτά τα ποσά. Τέλος, ο δέκατος τέταρτος λόγος, είναι απαράδεκτος, εφόσον η αποδεικτική βαρύτητα, την οποία προσέδωσε στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος το δικαστήριο της ουσίας, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αφού αυτή εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώμενη με τις υπόλοιπες αποδείξεις.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ. ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πέμπτο και όγδοο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν προσκομίσθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο η υπεύθυνη δήλωση του Π. Τ. με ημερομηνία 7-7-1993, δηλαδή πριν τη σύνταξη της ένδικης αγωγής, την οποία είχε επικαλεσθεί αυτός με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ κατά τους ισχυρισμούς του το ορθό είναι ότι η ημερομηνία της υπεύθυνης δηλώσεως του Π. Τ. είναι η 7-7-2003, και ότι δεν πρόκειται περί άλλης αλλά περί της αυτής δηλώσεως, την οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του, πλην όμως δεν την έλαβε υπόψη το Εφετείο, ούτε ως δικαστικό τεκμήριο, κρίνοντας περί αυτής ότι συνιστά ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, καθόσον ελήφθη μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, και ότι με τον τρόπο αυτό παραμόρφωσε το περιεχόμενο της, αφού δέχθηκε ότι υπάρχει και άλλη υπεύθυνη δήλωση με προγενέστερη ημερομηνία. Αμφότεροι οι λόγοι είναι απαράδεκτοι, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων προσκόμισε στο δικαστήριο μόνο την επικαλούμενη από 7-7-2003 υπεύθυνη δήλωση του Π. Τ., την οποία και δεν έλαβε υπόψη ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, καθόσον κατά την κρίση του δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη εκείνη, όχι όμως και την από 7-7-1993 υπεύθυνη δήλωση του ιδίου, την οποία και είχε επικαλεσθεί μόνο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιουλίου 2014 αίτηση του Β. Σ. για αναίρεση της 2957/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ