Legislator Case Law & Legislation
342/2015 AI generated

342/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 342/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 342 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

342/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 342 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 342 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 342/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σοφιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/9/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 390/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30/7/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 11/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να είναι δυνατή στον εναγόμενο η απάντηση σ` αυτή και στο δικαστήριο η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των περιστατικών. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση, για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μία από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές ελλείψεως της νομιμότητάς της. Στην περίπτωση μη νομίμου αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφ` όσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από την μία περιουσία στην άλλη, β) τη συγκεκριμένη αιτία της μετακινήσεως αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα. Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σ` αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. λόγοι αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι ο ενάγων εξέθετε σ' αυτήν τα εξής : " Ο εναγόμενoς την 1.5.1989 συνήψε με την θυγατέρα μου Ζ. Ζ. νόμιμο γάμο... Ο εναγόμενος είχε τότε στην κατοχή και κυριότητά του άρτια και οικοδομήσιμη οικοπεδική έκταση... Εντός του αναφερομένου και περιγραφομένου οικοπέδου ο εvαγόμενος, ελλείψει άλλης ιδιοκτήτου οικίας, ζήτησε από εμένα, ως πεθερού του, την άμεση οικονομική μου συνδρομή, προκειμένου να κτιστεί εντός αυτού ανώγειος οικία, που θα αποτελούσε τη μόνιμη κατοικία του ζεύγους. Πράγματι εγώ, υπολογίζοντας τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε το νέο ζευγάρι, λόγω έλλειψης σταθερής εργασίας του εναγομένου, ανέλαβα προσωπικά όλα τα απαιτούμενα έξοδα και ενέργειες, ώστε να οικοδομηθεί η συμφωνηθείσα οικία. Συγκεκριμένα δαπάνησα εξ ιδίων μου αποκλειστικά και μόνο χρημάτων το ποσό των είκοσι τριών εκατομμυρίων ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων (23.084.000) δρχ. ή 67.744,68 Ευρώ, όσα δηλαδή απαιτούνταν για την ανέγερση της ανωγείου οικίας, ήτοι αναλυτικώς: α) διά την κατασκευή θεμελίων, δαπέδου και οροφής το ποσό των δρχ. 7.260.000, β) διά κατασκευή εξωτερικών και εσωτερικών τοίχων και διαρρυθμίσεων της οικοδομής δρχ., 1.637.000, γ) διά κουφώματα, πόρτες, παράθυρα κ.λ.π. δρχ. 2.887.000, δ) για τις εργατικές δαπάνες δρχ. 3.890.000, ε ) για ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις δρχ. 1.670.000, στ) αναγκαία εσωτερικής διαρρυθμίσεως εργασίες δρχ. 1.590.000, ζ) για μαρμάρινη σκάλα δρχ. 1.230.000, η) για εσωτερική και εξωτερική διακόσμηση ολοκλήρου τη οικίας δρχ. 1.780.000, θ) για υδραυλικές εγκαταστάσεις δρχ. 1.140.000 και συνολικά το ποσό των 23.084.000 δρχ. Η οικία αυτή άρχισε να οικοδομείται τον Μάιο του 1992, ενώ το ζεύγος ήδη κατοικούσε εντός αυτής από το τέλος του έτους 1997 στην μερικώς αποπερατωμένη πλευρά του σπιτιού αυτού. Η ανέγερση της οικίας αυτής δεν ήταν συνεχής, αλλά κατά διάφορα μεγάλα χρονικά διαστήματα... Το αναφερόμενο χρηματικό ποσό κατέβαλλα εγώ προσωπικά, όπως αναφέρεται ανωτέρω, ως οικονομική ενίσχυση (προίκα) για την ανέγερση της οικίας ταύτης, κατά τη διάρκεια των οικοδομικών εργασιών, ήτοι η τελευταία οικοδομική εργασία έγινε τον Φεβρουάριο του 2000 και η καταβολή παρ' εμού του οφειλομένου υπολοίπου χρηματικού ποσού προς τον εργολάβο της οικοδομής, έλαβε χώρα την 18η Ιουλίου 2000, ενώ είχε ήδη επέλθει οριστική διάσταση μεταξύ του εναγομένου και της συζύγου του και θυγατρός μου. Το αναφερόμενο ποσό των 23.084.000 δρχ. ή 67.744,68 ευρώ ζήτησα παρά του εναγομένου την επιστροφή του σε εμένα τον δικαιούχο, κατ' επανάληψη μετά πάροδο χρονικού διαστήματος από της διασπάσεως της εγγάμου συμβιώσεως και ούτος αναγνωρίζοντας το ύψος της δαπάνης των 23.084.000 δρχ. ή 67.744,68 ευρώ υποσχόταν συνεχώς την καταβολή του σε εμένα, δίχως όμως να μου καταβάλλει και μέχρι σήμερα κανένα απολύτως χρηματικό ποσό. Πλην όμως ο εναγόμενος και ενώ σε εμένα όφειλε να αποδώσει το ανωτέρω ποσό, εν πλήρη αγνοία μου, συμφώνησε με την Ζ. Ε. Ζ., σύζυγο Α. Κ. και θυγατέρα μου, κατόπιν ιδιωτικού συμφωνητικού, με ημερομηνία 21.6.1999, να καταβάλλει, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, μέρος του ανωτέρω αναφερομένου συνολικού ποσού των 23.084.000 δρχ. ή 67.744,68 ευρώ, ήτοι 13 εκατομμύρια δρχ. ή 38.151,14 ευρώ σε αυτή προσωπικά, αναγνωρίζοντας ανεπιφυλάκτως και υποσχόμενος ρητώς την καταβολή του εναπομείναντος χρηματικού ποσού των 10.084.000 δρχ. μετά πάροδο δέκα (10) μηνών από την καταβολή των 13 εκατομμυρίων δρχ. ή 38.151,14 ευρώ. Σημειωτέον δε ότι το χρηματικό τούτο ποσό των 13 εκατομμυρίων δρχ. ή 38.151,14 ευρώ, μέρος της συνολικής οφειλής, ο εναγόμενος κατέβαλλε μετά δικαστικό αγώνα στις αρχές του έτους 2004 και το χρηματικό δε τούτο ποσό των 13 εκατομμυρίων δρχ. ή 151,14 ευρώ η ίδια η κόρη μου παρέδωσε σε εμένα, αναγνωρίζοντας ότι τα χρήματα αυτά ανήκουν σε εμένα και όχι σε αυτήν. Μετά την καταβολή των 13 εκατομμυρίων δρχ. ή 38.151,14 ευρώ επισυμβάντος τον Ιανουάριο του 2004 , ζήτησα και πάλι τόσον εγώ, όσον και η τέως σύζυγος του την καταβολή του αναγνωρισθέντος παρά του εναγομένου υπολοίπου των 10.084.000 δρχ. ή 29.593,54 ευρώ δίχως αποτέλεσμα, το οποίο χρηματικό ποσό έκτοτε κατακρατεί ο εναγόμενος παρανόμως επί αντιστοίχου ζημίας εμού μέχρι και σήμερα, παρά τις κατ' επανάληψη υποσχέσεις του περί εξοφλήσεως ολοκλήρου του υπολοίπου του δαπανηθέντος παρ' εμού ποσού . Επειδή κατά ταύτα ο εναγόμενος κατέστη άνευ νομίμου αιτίας αδικαιολογήτως πλουσιότερος επί αντιστοίχου ζημίας εμoύ εκ της περιουσίας μου κατά το ποσό των 10.084.000 δρχ. ή 29.593,54 ευρώ και η οποία ωφέλεια αυτή εξακολουθεί να υπάρχει σε αυτόν μέχρι και σήμερα, αρνούμενος δε ούτος αδικαιολογήτως να μου καταβάλλει και το υπόλοιπο ως άνω χρηματικό ποσόν όθεν δέον, να υποχρεωθεί δικαστικώς προς τούτο". Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να του καταβάλει το ποσό των 29.593,54 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με τις πρωτόδικες προτάσεις ο ενάγων περιόρισε το αίτημα της αγωγής του σε καταψηφιστικό για το ποσό των 10.000 ευρώ και σε αναγνωριστικό ως προς το υπόλοιπο ποσό.

Υπό το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής, κατ' εκτίμηση αυτής, προκύπτει ότι ο ενάγων ασκεί αξίωση από το άρθρο 904 Α.Κ., για τη θεμελίωση της οποίας εκθέτει κατά τρόπο ορισμένο όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία, ήτοι : α ) περιουσιακή μετακίνηση της περιουσίας του στην περιουσία του εναγομένου, β) την αιτία της μετακινήσεως αυτής, ήτοι την εξασφάλιση στον εναγόμενο και τη σύζυγό του, θυγατέρα του ενάγοντος, οικογενειακής στέγης και τη διατήρηση του μεταξύ τους γάμου και γ ) τη λήξη της αιτίας της περιουσιακής μετακίνησης, ήτοι την αμετάκλητη λύση του γάμου του εναγομένου μετά της συζύγου του, η οποία καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη. Στην αγωγή δεν γίνεται επίκληση σύμβασης ως αιτίας πλουτισμού και ειδικότερα σύμβασης γονικής παροχής, ούτε σύμβασης δανείου ή αναγνώρισης χρέους μεταξύ των διαδίκων, ώστε για τη νομιμότητα της αγωγής από το άρθρο 904 επ. Α.Κ., που έχει επικουρικό χαρακτήρα, να απαιτείται η επίκληση ακυρότητας της σύμβασης. Περαιτέρω, επαρκής είναι ο προσδιορισμός στην αγωγή και των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων για την κατασκευή της οικίας. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ως στηριζόμενη στα άρθρα 904 επ. Α.Κ., δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή της προαναφερομένης διάταξης, μη περιεχόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, ούτε παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο. Οι περί του αντιθέτου πρώτος και έκτος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμοι. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής : " Ο εναγόμενος και η κόρη του ενάγοντος Ζ. παντρεύτηκαν την 1-5-89. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα ο εναγόμενος είχε στην αποκλειστική κατοχή και κυριότητά του άρτια και οικοδομήσιμη οικοπεδική έκταση, κείμενη εντός του οικισμού Στεφανοβικείου της πρώην κοινότητας Στεφονοβικείου, στη θέση "Αυλαγάδες", Νομού Μαγνησίας, εκτάσεως 700 τ.μ.... Λόγω οικονομικής στενότητος του εναγομένου, αφού αυτός δεν είχε μόνιμη εργασία και τα χρήματα που εξοικονομούσε ως οδηγός σιλοφόρου σχήματος σκυροδέματος και η σύζυγός του ως υπάλληλος στο ασφαλιστικό γραφείο του ενάγοντος δεν ήταν επαρκή, ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα οικονομική βοήθεια προκειμένου να ανεγερθεί στο ανωτέρω οικόπεδο οικοδομή, στην οποία το νέο ζεύγος επρόκειτο να διαμένει. Ο ενάγων εκείνο το χρονικό διάστημα ασκούσε το επάγγελμα του ασφαλιστή στην περιοχή του Στεφανοβικείου και γενικά στο Νομό Μαγνησίας διατηρώντας μάλιστα σχετικό ασφαλιστικό γραφείο με ευρύ κύκλο εργασιών. Έχοντας την οικονομική άνεση, ως πατέρας και πεθερός της συζύγου του εναγομένου και του τελευταίου, αντίστοιχα, ανέλαβε προσωπικά πολλά από τα απαιτούμενα έξοδα, ώστε να οικοδομηθεί η συμφωνηθείσα οικία. Έτσι μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 366/91 οικοδομικής άδειας της Νομαρχίας Μαγνησίας τον Μάιο του έτους 1992 άρχισε να οικοδομείται στο ως άνω ακίνητο η μέλλουσα να δεχθεί το ζεύγoς του εναγομένου οικία. Το κόστος της για την κατασκευή ανήλθε στο ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.367,57 ευρώ και στο ποσό αυτό συνέδραμε και ο πατέρας του εναγομένου Ι. Κ. με το ποσό των 3.916.000 δρχ. ή 11.492,30 ευρώ και ο ίδιος ο εναγόμενος με το ποσό των 3.192.033,5 δρχ. ή 9.367,67 ευρώ. Η οικοδομή ανεγειρόταν τμηματικά ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ενάγοντος. Έτσι περί το τέλος του έτους 1997 ένα τμήμα της ως άνω οικοδομής είχε αποπερατωθεί και το ζεύγος από τότε διέμενε σε αυτό. Μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2000 ο ενάγων κατέβαλε για την ανέγερση της ένδικης οικοδομής το ποσό των 21.808.000 δρχ. ή 64.000 ευρώ. Όμως η έγγαμη σχέση της κόρης του ενάγοντος Ζ. και του εναγομένου τον Ιούνιο του έτους 1999 διασπάσθηκε και συνεχίσθηκε η διάσταση πέραν της τετραετίας, είχε δε τελικά ως αποτέλεσμα την αμετάκλητη λύση του γάμου με την υπ' αριθ. 206/04 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Ο ενάγων μετά την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης της κόρης του με τον εναγόμενο, άρχισε να αναζητεί τα χρηματικά ποσά που ήδη είχε καταβάλει για την ανέγερση της οικοδομής. Ο εναγόμενος με υποσχέσεις ότι πρόκειται να καταβάλει, απέφευγε την οριστική πληρωμή. Μάλιστα στις 21/6/99 συμφώνησε με την κόρη του ενάγοντος εν αγνοία του τελευταίου με το από ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό στα πλαίσια του ήδη διασπασθέντος γάμου να καταβάλει, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, μέρος του ανωτέρω αναφερομένου συνολικού ποσού των 21.808.000 δρχ. ή 64.000 ευρώ εκ 13 εκατομμυρίων δρχ. ή 38.151,14 € σε αυτή προσωπικά. Παράλληλα συμφώνησε μαζί της ότι πέραν του ανωτέρω ποσού ουδέν οφειλόταν (όρος 7 του ανωτέρω συμφωνητικού "Καμιά απαίτηση πλην της αμέσως ανωτέρω διατηρούν οι συμβαλλόμενοι αμοιβαίως"). Η ανωτέρω συμφωνία του εναγομένου, όμως, δεν δεσμεύει τον ενάγοντα, καθώς η κόρη του δεν ενεργούσε ως αντιπρόσωπός του ούτε είχε σχετική πληρεξουσιότητα γι' αυτό, ούτε αποδεικνύει ότι η οικονομική συμβολή του ενάγοντος ανήλθε μόνο στο ποσό αυτό. Η πράξη δε αυτή της κόρης του ενάγοντος, άνευ γνώσεως και βουλήσεως του τελευταίου, είχε ως συνέπεια την διάρρηξη των σχέσεών του με αυτήν. Όμως ο εναγόμενος δεν υπήρξε συνεπής, ούτε και ως προς το ποσό αυτό, το οποίο ήδη είχε αναγνωρίσει. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η αποστολή του από 3/7/02 εξωδίκου της κόρης του ενάγοντος στις 5/7/02 για την καταβολή του ως άνω ποσού και η εμπλοκή της σε δικαστικούς αγώνες... Τελικώς ο εναγόμενος κατέβαλε στην κόρη του ενάγοντος το ανωτέρω ποσό (38.151,14 ευρώ) και αυτή το απέδωσε στον πατέρα της. Την ως άνω οικονομική συμμετοχή και σε αυτό το ύψος (διότι και ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί την οικονομική συμμετοχή του πενθερού του, αλλά ισχυρίζεται ότι αυτή περιορίσθηκε στο ύψος των 13.000.000 δρχ.), ενισχύουν τα αvτίγραφα των τραπεζικών καταθέσεων του ενάγοvτος και των μπλοκ επιταγών, Από αυτά προκύπτει η ανάληψη μεγάλων χρηματικών ποσών κατά τακτά χρονικά διαστήματα κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες για την ανέγερση της οικίας των τέως συζύγων. Ειδικότερα από τον υπ' αριθ. 24/01007-00010/69 λογαριασμό της Τράπεζας Εργασίας και νυν Eurobank αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έκανε αναλήψεις στις 5.8.1993 ποσού..... Με την ως άνω αμετάκλητη λύση του γάμου μεταξύ του εναγομένου και της κόρης του ενάγοντος έληξε και η αιτία για την οποία καταβλήθηκαν από το ενάγοντα τα ως άνω χρηματικά ποσά ( κατοικία του ζεύγους ) και επομένως υφίσταται αξίωση του ενάγοντος κατά του εναγομένου, που κατέστη έτσι πλουσιότερος με χρήματα του ενάγοντος, προς απόδοση των καταβληθέντων, σώζεται δε ο πλουτισμός αυτός ήτοι προς απόδοση του χρηματικού ποσού των (73.367,57 ευρώ το κόστος κατασκευής της οικοδομής - 9.367,67 ευρώ η συμμετοχή του εναγομένου - 64.000 ευρώ τα καταβληθέντα από τον ενάγοντα - 11.492,30 ευρώ η συμμετοχή του πατέρα του εναγομένου Ι. Κ. - 38.151,14 ευρώ τα καταβληθέντα από τον εναγόμενο σε εκτέλεση της ως άνω υπ' αριθμ. 167/02 διαταγής πληρωμής) 14.356,56 ευρώ...". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή της έφεσης του εναγομένου, και στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή για το ποσό των 14.356,56 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 904 Α.Κ., στην οποία και ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, ήτοι ότι ο ενάγων δαπάνησε για την κατασκευή της οικίας του εναγομένου και προς τον σκοπό εξασφάλισης σ' αυτόν και τη σύζυγό του, θυγατέρα του ενάγοντος, οικογενειακής στέγης, πλέον του ποσού που του αποδόθηκε, και το ποσό των 14.356,56 ευρώ, ως προς το οποίο ορθώς έκρινε ότι ο εναγόμενος κατέστη σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, αφού η αιτία για την οποία ο ενάγων υποβλήθηκε στις δαπάνες ( εξασφάλιση οικογενειακής στέγης και διατήρηση του γάμου ) έληξε, με την αμετάκλητη λύση του γάμου της θυγατέρας του με τον εναγόμενο. Οι περί του αντιθέτου πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ και ένατος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

Με τον έβδομο από το άρθρο 559 αριθ.11 β' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε και ειδικότερα έλαβε υπόψη ομολογία του εναγομένου ότι το κόστος της κατασκευής της οικίας ανήλθε στο ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.367,57 ευρώ και ότι ο ενάγων δαπάνησε προς τούτο το ποσό των 64.000 ευρώ, ενώ τέτοια ομολογία δεν περιέχεται στην έφεση και τις προτάσεις του εναγομένου, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η σύζυγός του δαπάνησε για τον ανωτέρω σκοπό το ποσό των 13.000.000 δρχ. ή 38.151,14 ευρώ, το οποίο και της απέδωσε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο συνήγαγε ομολογία του εναγομένου περί οικονομικής συμβολής του ενάγοντος στην κατασκευή της κατοικίας μόνο για το ποσό των 13.000.000 δρχ., καθώς και για το συνολικό από 25.000.000 δρχ. κόστος της κατασκευής, η οποία ομολογία και πράγματι προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης του εναγομένου, στην οποία αναφέρονται τα εξής : " ...Η εκκαλουμένη εσφαλμένα δέχθηκε ότι το κόστος της κατασκευής ανήλθε στο ποσό των 27.000.000 δρχ., ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ανήλθε στο ποσό των 25.000.000 δρχ..... Η εκκαλουμένη δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό μου που ασκεί ουσιώδη επιρροή στη δίκη και αποδείχθηκε, ότι όλες οι δαπάνες που αφορούσαν την ανέγερση, την εκτέλεση όλων των εργασιών, την αγορά των υλικών κ.λ.π. έγιναν από εμένα και τον πατέρα μου Ι. Κ., η δε οικονομική συμβολή του αντιδίκου ανήλθε στο ποσό των 13.000.000 δρχ., το οποίο και απέδωσα". Με τον όγδοο από το άρθρο 559 αριθ. 11 α' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων δαπάνησε για την κατασκευή της οικίας το ποσό των 64.000 ευρώ, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπονται, ήτοι καταθέσεις μαρτύρων κατά του περιεχομένου του από 21-6-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ του εναγομένου και της συζύγου του, στο οποίο αναφέρεται ότι η σύζυγος του εναγομένου δαπάνησε για τον ανωτέρω σκοπό 13.000.000 δρχ. και ότι δεν έχει άλλη εναντίον του αξίωση. Ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι δεν γίνεται επίκληση ότι το ως άνω συμφωνητικό αναφέρεται σε δαπάνες του ενάγοντος, όπως προκύπτει δε από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι το συμφωνητικό έχει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που του αποδίδει ο αναιρεσείων, αλλά ότι ο ενάγων, ως μη συμβληθείς σ' αυτό, δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενό του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσeως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται ( άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012 ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Ιουλίου 2012 αίτηση του Α. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 390/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ