342/2012 · 342/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 342 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 342/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και ΔηÎ...
Full Text of the Judgment · 342/2012
Απόφαση 342 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 342/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ι. Β., κατοίκου ..., έως και 215) Ψ. Γ. Α., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βάϊα Λάμπρου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο 62ος των αναιρεσειόντων Θ. Κ. απεβίωσε στις 23-3-2010 και οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι του Μ. χήρα Θ. Κ., Φ. Κ. του Θ., Γ. Κ. του Θ. και Σ. Κ. του Θ., δεν συνεχίζουν τη δίκη, αφού αποποιήθηκαν την κληρονομία του θανόντος και β) ο 140ος των αναιρεσειόντων Σ. Π. απεβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι του Χ. χήρα Σ. Π., Κ. Π. του Σ. και Σ. Π. του Σ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από την ίδια βάσει πληρεξουσίου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1340/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 9789/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 28-2-2000 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1094/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 9789/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκε η 4197/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 17-7-2006 αίτησή τους και τους από 17-7-2006 πρόσθετους λόγους.
Εκδόθηκε στη συνέχεια η 915/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 4197/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε τέλος η 2621/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 20-4-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 62 του ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο παύει να υπάρχει με τον θάνατό του (άρθρο 35 Α.Κ.). Έτσι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως που φέρει ως αναιρεσείοντα πρόσωπο, το οποίο απεβίωσε πριν από τον χρόνο άσκησής της, είναι απαράδεκτο ως τέτοιο. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 20-4-2010 αίτηση αναιρέσεως των 215 αναιρεσειόντων ασκήθηκε στις 23-4-2010, με την κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 410/23-4-2010 έκθεση καταθέσεως του οικείου γραμματέα στο δικόγραφο της αναιρέσεως. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι όλοι οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βάϊα Λάμπρου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 62ος των αναιρεσειόντων Θ. Κ. απεβίωσε στις 23-3-2010 και οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι του Μ. χήρα Θ. Κ., Φ. Κ. του Θ., Γ. Κ. του Θ. και Σ. Κ. του Θ. δεν συνεχίζουν την δίκη, αφού αποποιήθηκαν την κληρονομία του θανόντος. Προσκόμισε δε η παραπάνω πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων: α) Το υπ' αριθμ. πρωτ. 3258/29-3-2010 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών, εκδοθέν από την Προϊσταμένη του Τμήματος Διοικητικών Υπηρεσιών του Δήμου Πάρου του Νομού Κυκλάδων, β) τις υπ' αριθμ. 71, 72, 73 και 74/18-6-2010 εκθέσεις αποποίησης κληρονομίας ενώπιον του Γραμματέα Πρωτοδικών Σύρου και γ) την υπ' αριθμ. 32/2/2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Πάρου. Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει πράγματι, ότι ο 62ος των αναιρεσειόντων Θ. Κ. του Γεωργίου απεβίωσε στις 23-3-2010, δηλαδή πριν από την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την ημέρα του θανάτου του άφησε μόνους πλησιέστερους συγγενείς, την σύζυγό του Μ. Κ. και τα νόμιμα τέκνα του Φ. Κ., Γ. Κ. και Σ. Κ., οι οποίοι αποποιήθηκαν, ενώπιον του Γραμματέα Πρωτοδικών Σύρου, την κληρονομία του θανόντος συζύγου και πατέρα αυτών, από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται (είτε εξ αδιαθέτου, είτε εκ διαθήκης) και δεν συνεχίζουν την δίκη. Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναιρέσεως να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς των αναιρεσείοντα Θ. Κ.. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 16/18-7-1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ. αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του παρόντος Ν. 3198/1955. Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' και γ' του εν λόγω νόμου 3198/1955, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής : Μισθωτοί γενικά, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση σύνταξης, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, σι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντας ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δευτέρου και την θέσπιση από το τελευταίο, με τη συνδρομή των τασσομένων σ' αυτό λοιπών προϋποθέσεων, δυνατότητας λύσης της εργασιακής σύμβασης με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διάταξης, λόγω και της ρητής σ' αυτήν σχετικής αναφοράς, προϋποθέτει μισθωτούς, που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σ' εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο (κανονισμό) προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με την συμπλήρωση ορίου ηλικίας. Στην περίπτωση, όμως, που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία, εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. 2) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για την λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει την συνδρομή του στοιχείου αυτού. 3) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και την συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί στην τελευταία περίπτωση να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σ' αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων την συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 435/1976, τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, που περιέχονται σε άλλες διατάξεις ή συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος, που αφορούν την περίπτωση της αποχωρήσεως ή της απομακρύνσεως του υπαλλήλου με την συμπλήρωση των προϋποθέσεων για την λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος (άρθρο 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955). Η τελευταία διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 435/1976, η οποία απηχεί την γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρο 680 Α.Κ., 3 παρ. 1 του Ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, που, όπως προκύπτει από το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων. Ενόψει των ανωτέρω και του άρθρου 361 Α.Κ., αν με την ατομική σύμβαση εργασίας ή με μεταγενέστερη αυτής συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής συμβάσεως με ευνοϊκότερους όρους ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν. 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς πέραν της συμφωνηθείσας και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερα από εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων μερών και μετά από αναίρεση προηγούμενων αποφάσεών του, επί αγωγής των αναιρεσειόντων, καθώς και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη, κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με αίτημα την αναγνώριση της υποχρέωσής της για την καταβολή αποζημίωσης λόγω της οικειοθελούς αποχώρησής τους από την υπηρεσία της, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 2621/2009 απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που ο καθένας είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, προσέφεραν σ' αυτή τις υπηρεσίες τους έως τις 31-12-1994, οπότε είχαν συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας πλέον των 19 ετών. Το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ενδιαφερόμενο για την ανανέωση του προσωπικού της, κατά την συνεδρίασή του, στις 15-12-1994, αποφάσισε να απευθύνει πρόσκληση προς τους υπαλλήλους της Τράπεζας για την υποβολή ανέκκλητων δηλώσεων οικειοθελούς αποχώρησης από την υπηρεσία τους στις 31-12-1994 και λήψης των αναφερομένων στην πρόσκληση παροχών, ήτοι α) εφάπαξ αποζημίωσης, β) αποζημίωσης από το Ταμείο Αυτασφάλειας, γ) μισθούς τριών μηνών που προέβλεπε το άρθρο 32 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της Τράπεζας και δ) αποδοχές έως την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας για την συνταξιοδότησή τους, για όσους δεν είχαν συμπληρώσει το όριο αυτό, ενώ επιφύλαξε για την Τράπεζα το δικαίωμα να εξετάσει χωριστά κάθε μία από τις δηλώσεις αυτές και να προβεί, κατ' εκτίμηση των συμφερόντων της, στην έγκριση ή όχι των παραιτήσεων των ενδιαφερομένων υπαλλήλων της. Μεταξύ εκείνων, που υπέβαλαν σχετικές δηλώσεις για οικειοθελή αποχώρηση από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, συμπεριλαμβάνονται και οι αναιρεσείοντες, στο πρόσωπο των οποίων συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, όπως αυτές προσδιορίζονταν στην ως άνω απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας, που γνωστοποιήθηκε στο προσωπικό της με την υπ' αριθμ. 17/15-12-1994 εγκύκλιο της Διοικήσεώς της. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 19 του έχοντος συμβατική ισχύ Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, οι όροι του οποίου έχουν καταστεί όροι των ατομικών συμβάσεων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι τους έχουν αποδεχθεί, οι μόνιμοι υπάλληλοι της Τράπεζας απολύονται μόνο λόγω συμπλήρωσης του 63ου έτους της ηλικίας τους για τους διευθυντές, του 62ου έτους για τους τμηματάρχες και το προσωπικό των λοιπών βαθμίδων κ.λπ., ενώ οι κατά την διάρκεια του έτους συμπληρώσαντες το ως άνω όριο ηλικίας αποχωρούν της υπηρεσίας, τιθέμενοι υπό σύνταξη, εφόσον δικαιούνται, από 1ης Ιανουαρίου του επόμενου έτους. Από τις διατάξεις αυτές - είπε το Εφετείο - προκύπτει, ότι οι συμβάσεις εργασίας, που υπήρχαν πριν από την 31-12-1994, μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης Τράπεζας, ήταν ορισμένου χρόνου, αφού ο Κανονισμός προβλέπει την αυτοδίκαιη αποχώρηση των μισθωτών από την υπηρεσία τους με την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ίδιου Κανονισμού 1) ο υπάλληλος δικαιούται να παραιτηθεί εγγράφως, χωρίς να υποχρεούται να εκθέσει τους λόγους της παραίτησης, 2) μόνο με την αποδοχή της παραίτησης, που είναι υποχρεωτική εντός μηνός από της υποβολής της, λύεται η υπαλληλική σχέση, 3) η παραίτηση λογίζεται ως αυτοδικαίως γενομένη δεκτή αν παρέλθει η ως άνω προθεσμία και δεν γίνει δήλωση περί αναβολής της αποδοχής της, 4) επιτρέπεται έγγραφη ανάκληση της παραίτησης πριν από την αποδοχή της. Με τις διατάξεις αυτές - όπως δέχεται επίσης το Εφετείο - με τις οποίες ορίζεται η δυνατότητα λύσεως της εργασιακής συμβάσεως πριν από την λήξη του ορισμένου χρόνου της διάρκειάς της, τίθεται διαλυτική αίρεση, σε περίπτωση πληρώσεως της οποίας, η εργασιακή αυτή σύμβαση μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα αποδέχθηκε ρητά τις δηλώσεις παραίτησης των αναιρεσειόντων από την υπηρεσία της και έτσι στις 31-12-1994 έληξαν οι συμβάσεις εργασίας τους, ενώ παράλληλα μετατράπηκαν αυτές σε αορίστου χρόνου και ότι οι αναιρεσείοντες, κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία, εισέπραξαν α) την εφάπαξ αποζημίωση, που ορίσθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης (ΑΓΣ 14/15-12-1994) ως κίνητρο για την οικειοθελή αποχώρησή τους από την υπηρεσία, ανερχόμενη στο ποσό που, σε αντιστοιχία με κάθε έναν ενάγοντα - αναιρεσείοντα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, β) την χορηγούμενη από το Ταμείο Αυτασφάλειας αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό που, σε αντιστοιχία με κάθε έναν ενάγοντα - αναιρεσείοντα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, γ) τους μισθούς τριών μηνών, η καταβολή των οποίων προβλέπεται από το άρθρο 32 του άνω Γενικού Κανονισμού, ανερχόμενους στο ποσό που, σε αντιστοιχία με κάθε έναν ενάγοντα - αναιρεσείοντα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και δ) τις αποδοχές τους έως την συμπλήρωση του ορίου ηλικίας για την συνταξιοδότησή τους, για όσους δεν είχαν συμπληρώσει το όριο αυτό. Έτσι, δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο, κάθε ενάγων - αναιρεσείων εισέπραξε τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση για τον καθένα συνολικές αποδοχές - αποζημίωση, που δεν αμφισβητούνται, οι οποίες συνιστούν προφανώς καθεστώς αποζημίωσης κατά πολύ ευνοϊκότερο από την αξιούμενη με την ένδικη αγωγή αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των κατ