342/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 29 Ιουλίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:6102/1998 μη οριστική και 5064/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5109/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Νοεμβρίου 2007 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated342/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983) Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Full text
Απόφαση 342 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 342/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Καλαμίδα, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Χ1 και Χ2, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Δημητρούκα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ..
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Πεπελάση, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 29 Ιουλίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:6102/1998 μη οριστική και 5064/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5109/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Νοεμβρίου 2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 8 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης.
Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του· η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος.
Το έννομο συμφέρον πρέπει γα κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 68), εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 523 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και η μία από αυτές είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή, ενώ η άλλη, του εφεσιβλήτου στην πρώτη, εκπρόθεσμη, η τελευταία ισχύει ως αντέφεση, χωρίς να απαιτείται ειδικό αίτημα, γιατί η αντέφεση, που οδηγεί στο αυτό αποτέλεσμα με την εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση του διαδίκου, δεν έχει ανάγκη αιτήματος διαφορετικού της έφεσης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 143 παρ. 1, 518 και 532 του ΚΠολΔ, κήρυξε απαράδεκτες ως εκπρόθεσμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων, τις οποίες, όμως, στη συνέχεια εξετίμησε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως αντεφέσεις κατά της έφεσης της αναιρεσίβλητης, και, αφού τις ερεύνησε στο σύνολό τους κατ' ουσία, τις απέρριψε ως αβάσιμες, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005 ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983) Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μεσών και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 16/2005).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει, ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει, όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται ή τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.
Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας αυτής είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 468/2003).
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 889/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5109/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Κατά μήνα Δεκέμβριο 1996 η εκκαλούσα - ενάγουσα, έχοντας διαβάσει σχετική αγγελία σε εφημερίδα, ήλθε σε επαφή με τον πρώτο εφεσίβλητο Χ1, που διατηρεί κτηματομεσιτικό γραφείο στην ......, ενδιαφερόμενη να αγοράσει μια έκταση 41 στρεμμάτων, που αποτελούσε τμήμα ακινήτου συνολικής εκτάσεως 350 στρεμμάτων, στην περιοχή "......" του Δήμου ...... .
Για το ακίνητο αυτό είχε εμφανισθεί στο ίδιο γραφείο ο Α, ως συγκύριος του όλου ακινήτου κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου και ως πληρεξούσιος της συνιδιοκτήτριας Β, κατά ποσοστό επίσης 25% εξ αδιαιρέτου, -ενώ το υπόλοιπο 50% εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο-, και παρέσχε την εντολή στους δύο εφεσίβλητους να ενεργήσουν, ώστε να εξεύρουν αγοραστή για το πιο πάνω ακίνητο.
Η εκκαλούσα πράγματι επισκέφθηκε το γραφείο του πρώτου των εφεσίβλητων, στο οποίο εργαζόταν και ο δεύτερος τούτων Χ2, που είναι γιος του, και ενημερώθηκε από αυτούς για το προς πώληση ακίνητο, το οποίο και επισκέφθηκε μαζί τους. Οι εφεσίβλητοι από την πλευρά τους, εκμεταλλευόμενοι την καλή πίστη της εκκαλούσας, τη διαβεβαίωσαν από κοινού με τον Α ότι το ακίνητο αυτό των 41 στρεμμάτων βρίσκεται στη διάθεσή τους προς πώληση, ότι ο τελευταίος έχει το αποκλειστικό δικαίωμα διαθέσεως του ακινήτου και για τα μερίδια που δεν του ανήκαν, ότι είχε εξασφαλίσει τη συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου για την πώληση αυτή, αντί τιμήματος 144.000.000 δρχ.
για το όλο ακίνητο, καθώς και ότι ορισμένες νομικές εκκρεμότητες που υπήρχαν ήταν θέμα λίγων ημερών να διευθετηθούν, ώστε να προχωρήσουν απρόσκοπτα στην κατάρτιση του συμβολαίου. Η εκκαλούσα, μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ω, προέβη σε έλεγχο των τίτλων του προς μεταβίβαση ακινήτου και διαπίστωσε ότι υπήρχαν σ' αυτό βάρη τόσο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, όσο και υπέρ τρίτων, τα οποία και έθεσε υπόψη των εφεσίβλητων.
Οι τελευταίοι, διαβλέποντας την πρόθεση της εκκαλούσας για αγορά ακινήτων και για να κάμψουν τις όποιες επιφυλάξεις της για τα βάρη που υπήρχαν στο συγκεκριμένο ακίνητο, της πρότειναν προς πώληση ως εναλλακτική λύση τμήμα του ακινήτου των 41 στρεμμάτων, εμβαδού 26.500 μ2, που βρισκόταν στη θέση "......", περιοχής "......" ......
και αποτελούσε τμήμα του υπ' αριθμ. ... κλήρου, αντί τιμήματος 88.000.000 δρχ., για το οποίο και τη διαβεβαίωσαν, ότι ήταν ελεύθερο βαρών. Για το σκοπό αυτό η εκκαλούσα κατέβαλε στον πρώτο των εφεσίβλητων στις 6-2-1997 το ποσόν των 500.000 δρχ. ως προκαταβολή του τιμήματος, ανέλαβε δε αυτός την υποχρέωση να το παραδώσει στο Α, ο οποίος από την πλευρά του μέσω αυτού τη διαβεβαίωσε, ότι μέχρι την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, -την υπογραφή του οποίου τοποθετούσε μέσα σε 20 ημέρες από την καταβολή του πιο πάνω ποσού-, θα παρέδιδε στον πληρεξούσιο δικηγόρο της "καθαρούς" τίτλους για το όλο ακίνητο.
Στη συνέχεια, η εκκαλούσα, έχοντας πεισθεί στις διαβεβαιώσεις των εφεσίβλητων και του Α, ότι υπάρχει η δυνατότητα να της μεταβιβάσουν το ακίνητο των 41 στρεμμάτων, που αποτελούσε τον ... κλήρο, κατέβαλε στις 23-4-1997 στο Χ1 το ποσόν των 5.000.000 δρχ. ως προκαταβολή του τιμήματος, αυτός δε ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει το ποσόν τούτο στους Α και Β, προς το σκοπό όπως αυτοί με τη σειρά τους το διαθέσουν για να αρθούν τα βάρη του ακινήτου προς το Δημόσιο και τους τρίτους.
Στην έγγραφη απόδειξη, η οποία, όπως και η προηγούμενη, έχει γραφεί σε έγγραφο με την επωνυμία της επιχειρήσεως του πρώτου εφεσίβλητου, ορίσθηκε περαιτέρω, ότι, εφόσον οι τίτλοι δεν τύχουν της εγκρίσεως της αγοράστριας, τότε το οριστικό συμβόλαιο θα γίνει σε προθεσμία 30 ημερών από την καταβολή του ποσού για το "ξεκαθαρισμένο" τμήμα του ακινήτου, εκτάσεως 26.000 μ2, ενώ για το υπόλοιπο των 16.000 μ2 περίπου, για το οποίο ορίσθηκε τίμημα 56.000.000 δρχ., το οριστικό συμβόλαιο θα γινόταν, αφού ήθελε "ξεκαθαρισθεί".
Οι εφεσίβλητοι και ο Α, έχοντας αντιληφθεί τη διάθεση της εκκαλούσας να αγοράσει το εν λόγω ακίνητο στην περιοχή του "......", της παρέστησαν ψευδώς, ότι είναι θέμα ημερών η άρση των εκκρεμοτήτων, που εμπόδιζαν την κατάρτιση και υπογραφή του οριστικού συμβολαίου και έτσι στις 17-6-1997 την έπεισαν και δια του Γ, που ενεργούσε για λογαριασμό της, κατέβαλε στον τρίτο εξ αυτών Α ως προκαταβολή για την αγορά του ακινήτου το ποσόν των 1.500.000 δρχ.
Και το ποσόν αυτό το εισέπραξε για λογαριασμό του ο πρώτος των εφεσίβλητων Χ1 και το παρέδωσε στη συνέχεια στο Α. Στη σχετική απόδειξη που δόθηκε στην εκκαλούσα, και αυτή σε έντυπο με την επωνυμία της επιχειρήσεώς του, ορίσθηκε νέα προθεσμία 10 ημερών από την καταβολή του εν λόγω ποσού για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, έγινε υπόμνηση των δύο προηγούμενων αποδείξεων των 1.500.000 δρχ.
και των 5.000.000 δρχ., ενώ στο υστερόγραφο της αποδείξεως αναγράφηκε, ότι τα ποσά αυτά δόθηκαν ως αρραβώνας. Για τις διαβεβαιώσεις αυτές των εφεσίβλητων προς την εκκαλούσα, ότι δηλαδή οι νομικές εκκρεμότητες είναι εντελώς τυπικές και ότι δεν θα σταθούν εμπόδιο στην κατάρτιση και υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, κατέθεσαν απερίφραστα οι μάρτυρες αποδείξεως.
Ειδικότερα, μάλιστα, η συμβολαιογράφος Δ, στην οποία είχε παραδοθεί από πλευράς πωλητών ο φάκελλος τού προς πώληση ακινήτου και ενώπιον της οποίας ήθελε καταρτισθεί το οριστικό συμβόλαιο, επισημαίνει στην κατάθεσή της, ότι οι εφεσίβλητοι την πίεζαν με φορτικότητα να άρει τις επιφυλάξεις της και να προχωρήσει στη σύνταξη του σχετικού συμβολαίου, αφήνοντας, μάλιστα, στην εκκαλούσα υπόνοιες για την ίδια ότι από άγνοια και απειρία δική της δεν ολοκληρώνεται η αγοραπωλησία του ακινήτου.
Και είναι μεν αληθές ότι οι δηλώσεις των εφεσίβλητων προς την εκκαλούσα για σύντομη διευθέτηση των νομικών εκκρεμοτήτων στηρίχθηκαν αρχικά στις διαβεβαιώσεις του Α, που εμφανιζόταν ως συνιδιοκτήτης και πληρεξούσιος της συνιδιοκτήτριας Β, ότι βρισκόταν σε επαφή με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, προκειμένου να υπάρξει συναίνεση για τη μεταβίβαση του ανήκοντος σ' αυτό 50% εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου, και ότι ήταν ζήτημα ημερών η προς τούτο συμφωνία μεταξύ αυτού και του Ελληνικού Δημοσίου, πλην, όμως, πολύ σύντομα αντιλήφθηκαν και οι ίδιοι, λόγω και της ιδιότητας αυτών ως μεσιτών, αλλά και της ενημερώσεως που είχαν εκ μέρους της μάρτυρα Δ, ότι οι νομικές εκκρεμότητες ήσαν τόσες και τέτοιου είδους, ώστε η μεταβίβαση του ακινήτου αυτού στην εκκαλούσα δεν θα ήταν ευχερής υπόθεση, και παρόλα αυτά εξακολούθησαν να την πιέζουν, προκειμένου να καταβάλει διάφορα ποσά ως προκαταβολή του τιμήματος.
Στην κρίση αυτή καταλήγει το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη κατά κύριο λόγο τα όσα η ίδια η πιο πάνω μάρτυρας κατέθεσε σχετικά με την εκ μέρους της ενημέρωση των εφεσίβλητων για τις πολλαπλές ελλείψεις του φακέλλου και την απάντηση που έδωσε στους ίδιους, όταν, αντιδρώντας στις πιέσεις τους για την άμεση υπογραφή του συμβολαίου, τους είπε χαρακτηριστικά: "Με την κατάσταση όπως σήμερα, αν μπορώ να πουλήσω την Ακρόπολη, μπορώ να πουλήσω και το συγκεκριμένο ακίνητο".
Πράγματι, όπως διαπιστώθηκε από την ίδια τη συμβολαιογράφο κατά την εξέταση του φακέλλου του ακινήτου που της προσκόμισαν οι εφεσίβλητοι, ο Α δεν είχε την εξουσία και δυνατότητα διαθέσεως του παραπάνω ακινήτου, το γεγονός δε αυτό το πληροφορήθηκαν οι εφεσίβλητοι και παρόλα αυτά με τις διαβεβαιώσεις τους προς την εκκαλούσα επιδοκίμαζαν τις ψευδείς παραστάσεις εκείνου.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι το προς πώληση ακίνητο ανήκε κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, όμως, ουδέποτε συναίνεσε στη μεταβίβαση τούτου στην εκκαλούσα, με αποτέλεσμα να καταστεί εξαρχής αδύνατη η υπογραφή του συμβολαίου. Πέραν αυτού, δεν είχαν προσκομισθεί από τον πληρεξούσιο της συνιδιοκτήτριας του ακινήτου Α στη συμβολαιογράφο Δ βεβαιώσεις από το Δασαρχείο για το ότι οι πωλούμενες εκτάσεις δεν είναι δασικές.
Εξάλλου, το προς πώληση μερίδιο της Β ήταν βεβαρημένο με υποθήκη υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για το ποσόν των 27.400.000 δρχ. από φόρους κληρονομιάς και με τρεις προσημειώσεις υποθήκης υπέρ των Ε και ΣΤ για ποσά 12.000.000 δρχ. και 5.115.000 δρχ., αντίστοιχα, ενώ και η έκταση των 16 στρεμμάτων δεν ήταν πολεοδομικά αξιοποιήσιμη, αφού περιλάμβανε 10 στρέμματα δασικής εκτάσεως και η υπόλοιπη δεν πληρούσε τους πολεοδομικούς κανόνες για την αξιοποίησή της.
Από όλα τα παραπάνω περιστατικά το δικαστήριο κρίνει, ότι η συμπεριφορά των εφεσίβλητων υπήρξε παράνομη και υπαίτια, δεδομένου ότι όχι μόνο δεν μερίμνησαν, προκειμένου να διαφυλάξουν τα συμφέροντα της εκκαλούσας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, λαμβάνοντας γνώση και ενημέρωση για την πραγματική και τη νομική κατάσταση του προς πώληση ακινήτου και τη δυνατότητα συναινέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, ως συνιδιοκτήτη στη μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου, αλλά, αντιθέτως, δια των διαβεβαιώσεών τους έπεισαν την εκκαλούσα να διαπραγματεύεται την αγορά ακινήτου, η μεταβίβαση του οποίου εξαρχής ήταν αδύνατη, καθώς και να προβεί τμηματικά στην προκαταβολή ποσών συνολικού ύψους 7.000.000 δρχ.
για την αγορά του, και επιπλέον να καταβάλει στον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ω το ποσόν των 1.200.000 δρχ. για τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας του ακινήτου, με αποτέλεσμα να υποστεί αυτή ισόποση ζημία. Εξάλλου, το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι ασκούσαν μεσιτική δραστηριότητα, ο μεν πρώτος ως κτηματομεσίτης, ο δε δεύτερος ως υπάλληλος αυτού, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν την ακριβή νομική κατάσταση του προς πώληση ακινήτου, δεν αναιρεί την αδικοπρακτική τους ευθύνη στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, αν και γνώριζαν τα υφιστάμενα νομικά προβλήματα ως προς τη μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου, όπως τα είχαν πληροφορηθεί από την ίδια τη συμβολαιογράφο, έπρεπε να επιφυλαχθούν έναντι της εκκαλούσας ως προς τη δυνατότητα μεταβιβάσεως αυτού και να φροντίσουν να διαπιστώσουν, ως βασική προϋπόθεση για την έναρξη των διαπραγματεύσεων, εάν υπήρχε δυνατότητα μεταβιβάσεως και εξουσία διαθέσεως από το Α, που εμφανίσθηκε ως συνιδιοκτήτης κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, ως πληρεξούσιος της συνιδιοκτήτριας Β κατά το αυτό ποσοστό και ως έχων τη συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου για το υπόλοιπο 50% εξ αδιαιρέτου, και παρόλο ότι διαπίστωσαν το πρόβλημα τούτο, επέμεναν με τρόπο φορτικό για την κατάρτιση του συμβολαίου.
Η επιμονή τους, μάλιστα, αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι, όπως οι ίδιοι ομολογούν στις προτάσεις τους, η εκ μέρους των πωλητών μεσιτική αμοιβή τους, σε περίπτωση καταρτίσεως του οριστικού συμβολαίου, είχε καθορισθεί σε ποσοστό 15% επί του πραγματικού τιμήματος της πωλήσεως, και κατά συνέπεια είχαν κάθε λόγο να ενδιαφέρονται, ώστε να ολοκληρωθεί η πώληση του ακινήτου των 41 στρεμμάτων προς την εκκαλούσα.
Κατά συνέπεια το σύνολο της θετικής ζημίας την οποία υπέστη η εκκαλούσα - ενάγουσα από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εφεσίβλητων-εναγομένων, ανεξαρτήτως αν τα σχετικά ποσά τα ωφελήθηκαν οι ίδιοι ή ο Α, ανήλθε στο ποσόν των (500.000 + 5.000.000 + 1.500.000 + 1.200.900) 8.200.000 δρχ., ισότιμο με 24.064,56 ευρώ, το οποίο και υποχρεούνται αυτοί να της καταβάλουν με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, και να απειληθεί κατ' αυτών προσωπική κράτηση διάρκειας μέχρι τριών (3) μηνών ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως.
Τέλος, η εκκαλούσα από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εφεσίβλητων, -εξαιτίας της οποίας ενεπλάκη αυτή αρχικά σε μια ατέρμονη προσπάθεια για τη μεταβίβαση του προς πώληση ακινήτου και στη συνέχεια σε ένα μακρύ δικαστικό αγώνα-, υπέστη ηθική βλάβη, το ποσόν της οποίας, λαμβάνοντας υπόψη για τον προσδιορισμό της τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε η ζημία της, το βαθμό ευθύνης των εφεσίβλητων, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, πρέπει να ορισθεί στο ποσόν των 5.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί κατόπιν αυτού ότι υποχρεούνται αυτοί να της καταβάλουν το πιο πάνω ποσόν με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση".
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους των αντεφέσεων των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη, την οποία (απόφαση) στη συνέχεια εξαφάνισε κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, γιατί επιδίκασε υπέρ της αναιρεσίβλητης μεγαλύτερα ποσά αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 703, 914, 297, 298, 330, 932 του ΑΚ.
Ειδικότερα, τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: "ότι οι αναιρεσείοντες, που ενεπλάκησαν ως μεσίτες στις διαπραγματεύσεις για την αγορά ακινήτου από την αναιρεσίβλητη, ενώ γνώριζαν, γιατί είχαν πληροφορηθεί έγκαιρα από τη συμβολαιογράφο τα νομικά προβλήματα που υπήρχαν στη μεταβίβαση του προς πώληση ακινήτου, και καθιστούσαν αδύνατη την κατάρτιση συμβολαίου έγκυρου, έπεισαν την αναιρεσίβλητη, με τρόπο φορτικό και με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις, ότι οι νομικές εκκρεμότητες είναι εντελώς τυπικές και δεν θα σταθούν εμπόδιο στην κατάρτιση και υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις και να καταβάλει:
α) τις πιο πάνω προκαταβολές έναντι του τιμήματος που ωφελήθηκε ο συνιδιοκτήτης αλλά και β) την αμοιβή στο δικηγόρο της για τον έλεγχο των τίτλων του ακινήτου, αποβλέποντας σε περίπτωση κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου σε σύμπραξη της μεσιτικής αμοιβής 15% επί του πραγματικού τιμήματος", πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της υπαίτιας αδικοπρακτικής - απατηλής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων εναγομένων (που τελέσθηκε τόσο με απατηλές διαβεβαιώσεις, όσο και με απόκρυψη των νομικών δυσχερειών και προβλημάτων που γνώριζαν ότι υπήρχαν), και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 703, 914, 297, 298, 330 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων επί της παρανομίας, της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου με τη ζημία. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την απόρριψη των αντίστοιχων λόγων των αντεφέσεων, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Εξάλλου, ο ίδιος δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων, της ζημίας της αναιρεσίβλητης και του αιτιώδους συνδέσμου με τη ζημία και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση:
α) με το γεγονός ότι οι ίδιοι δεν καρπώθηκαν τα χρήματα της αναιρεσίβλητης, β) ως μεσίτες δεν είχαν υποχρέωση ενημέρωσης της αναιρεσίβλητης για τα νομικά προβλήματα που αφορούσαν το προς πώληση ακίνητο και γ) η συμπεριφορά τους δεν ήταν η αιτία της ζημίας της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση και χωρίς αντιφάσεις, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων και των αντίστοιχων αρνητικών ισχυρισμών τους, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ.- Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (ΑΠ 1055/2005). Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί, και εκείνοι που δεν είναι νόμιμοι.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 522 και 525 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Εφετείο μέσα στα όρια που προσδιορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ο εναγόμενος δε ως εκκαλών δεν μπορεί να προτείνει νέες ενστάσεις που δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως παραδεκτά και νόμιμα, μπορεί όμως να επαναφέρει τις ενστάσεις που είχε προτείνει πρωτόδικα για την απόκρουση της αγωγής, οι οποίες απορρίφθηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση, επίσης μόνο με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν : 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ... εναγόμενο ..., ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του ενάγοντος. Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής ο εναγόμενος ως εφεσίβλητος μπορεί για την απόκρουση της έφεσης του ενάγοντος, να προτείνει για τις προτάσεις του στην κατ' έφεση δίκη το πρώτο νέους αποτελεί, ισχυρισμούς, επί πλέον δε και τους πρωτοδίκως προταθέντες και απορριφθέντες τους οποίους, εάν προτάθηκαν αορίστως, ή απορρίφθηκαν ως αορίστως προβληθέντες, μπορεί να προτείνει το πρώτο ορισμένους, υπό την προϋπόθεση ότι και αυτοί συντελούν "σε απολογία" κατά της έφεσης.
Στο πλαίσιο δε εφαρμογής της ίδιας διάταξης του άρθ. 527 παρ. 1 του ΚΠολΔ ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων εκ μέρους του εφεσίβλητου εναγομένου το πρώτο ενώπιον του Εφετείου είναι παραδεκτή εφόσον συντρέχουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται επί πλέον στη διάταξη αυτή θεωρούνται οι αυτοτελείς καταλυτικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ένστασης και όχι και εκείνοι που στηρίζουν αιτιολογημένη άρνηση της κατ' ουσία βασιμότητας της αγωγής (ΑΠ 1533/2001).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής και εκείνων των άρθρων 237, 262 παρ. 1, 259 και 527 του ΚΠολΔ όπως οι διατάξεις των άρθρων 237 και 269 ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους για τα άρθρα 7 και 11 του Ν. 2915/2001, που ισχύουν από 1-1-2002, συνάγεται ότι για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό της προβολής της από άποψη τρόπου, πρέπει, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 269 του ΚΠολΔ, να προβάλλονται κατά σαφή τρόπο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα, για την αιτία αυτή και όχι για ανυπαρξία του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 472/1983). 'Ετσι, η χωρίς δικαιολογημένη αιτία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 του ΚΠολΔ, παράλειψη προβολής, κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό των περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η κατάχρηση δικαιώματος, καθώς και της διατύπωσης αιτήματος απόρριψης της αγωγής ως καταχρηστικής, συνεπάγεται στην απόρριψη της ένστασης του άρθρου 281 του ΑΚ ως απαράδεκτης σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 2102/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι ήδη αναιρεσείοντες, ως εναγόμενοι, με τις από 7-4-1998 προτάσεις τους της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της ένδικης από αδικοπραξία αγωγής, συνισταμένης σε κοινή αδικοπρακτική απατηλή συμπεριφορά των δύο αναιρεσειόντων και του τρίτου αρχικά εναγομένου, όπως τα κατ' ιδίαν περιστατικά που αποτελούσαν την ιστορική βάση της αγωγής, έγιναν δεκτά και από την προσβαλλόμενη με τις προαναφερθείσες ουσιαστικές επί της ουσίας παραδοχές της, πρόβαλαν τα πιο κάτω ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "'Ενστασις της καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής εναντίον μας.
Ως και ανωτέρω εξετέθη, η εναντίον μας αγωγή, εγείρεται εναντίον της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ως αποδεικνύεται εκ των επικαλουμένων αποδείξεων προκαταβολών, από 7.2.1997, 23.4.1997 και 11.6.1997, των δύο πρώτων φερουσών και την υπογραφή της αντιδίκου μας, ως και της από 3.1.1997 ότε έλαβε τους τίτλους προς έλεγχον δια δικηγόρων και μηχανικών της του α' τμήματος του ακινήτου, δηλονότι εκτάσεως 26 στρεμμάτων (10 και 16 στρεμμάτων αντιστοίχως) του ...
κλήρου εις περιοχήν ......, της δε ετέρας από 11.6.1997 ούσης αποκλειστικώς του Α προς αυτήν, εις την οποία αναφέρει και συνομολογεί ότι έλαβε τα ποσά των 5.500ξ.000 και 1.500.000 δραχμών αντιστοίχως, τα οποία κατέβαλεν αυτή ως προκαταβολήν εις τους πωλητάς, παρ' όλον ότι εγνώριζε και γνωρίζει ότι ουδεμίαν ανάμειξιν είχον εις κατακράτησιν χρημάτων, αλλά τα έλαβον οι πωληταί δια λογαριασμόν των οποίων τα κατέβαλεν, εναντίον της καλής πίστεως και των χρηστών και συναλλακτικών ηθών εγείρει εναντίον μας την αγωγήν της, ζητούσα επί πλέον και αποζημίωσιν, αντιστρατευομένης της εναντίον μας αξιώσεως προς τον κοινωνικό και οικονομικόν σκοπόν του δικαιώματος, απαγορευομένης υπό της διατάξεως του 281 ΑΚ και δέον να απορριφθεί η ένδικος εναντίον μας αγωγή απορριπτομένων των εναντίων ως εναντίον των χρηστών ηθών μεθοδεύσεων αυτής".
Τα πραγματικά όμως αυτά περιστατικά, με τα οποία οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι η αναιρεσίβλητη "άσκησε καταχρηστικά την ένδικη αγωγής της, δεδομένου ότι γνώριζε εξαρχής τις ενέργειές τους στα πλαίσια της μεσιτικής τους δραστηριότητας ως προς την αγοραπωλησία του επίμαχου ακινήτου, και τις ενέργειές τους αυτές τις ενέκρινε" συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής της αναιρεσείουσας, και δε θεμελίωναν λυσιτελώς καταλυτικό ισχυρισμό από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.
Τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά επαναφέρθηκαν με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι μετ' απόδειξη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η εκκληθείσα υπ' αριθ. 5064/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όσο και στο Εφετείο κατά τη συζήτηση των ως αντεφέσεων εκτιμηθεισών εφέσεων των αναιρεσειόντων, και της έφεσης της αναιρεσίβλητης, και για την απόκρουση αυτής, όσο προσέβαλε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση για την απόρριψη κατά ένα μέρος της αγωγής της.
Αντίθετα, τα ίδια πραγματικά περιστατικά και το συναφές αίτημα για την απόρριψη της αγωγής ως καταχρηστικής δεν απετέλεσαν περιεχόμενο των λόγων των αντεφέσεων των αναιρεσειόντων.
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον "ισχυρισμό" των αναιρεσειόντων για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής, που είχαν προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν και στο Εφετείο με τις ως αντεφέσεις εκτιμηθείσες εφέσεις τους αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις τους στο Εφετείο για την απόκρουση της αντίθετης έφεσης της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όσο επιχειρείται η μέσω αυτού θεμελίωση πλημμέλεια της προσβαλλομένης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που έχει σχέση με την επαναφορά του ίδιου "ισχυρισμού" στο Εφετείο πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε "ισχυρισμό", που δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του Εφετείου όπως προκύπτει από τα δικόγραφα των εφέσεων των αναιρεσειόντων, που εκτιμήθηκαν ως αντεφέσεις.
Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, που έχει σχέση με την προβολή των ίδιων πιο πάνω πραγματικών περιστατικών στο Εφετείο, με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων για την απόκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα ίδια πραγματικά περιστατικά θεμελίωναν τον αυτοτελή ισχυρισμό από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καίτοι αποτελούσαν αιτιολογημένη άρνηση της κατ' ουσίαν βασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Τέλος με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, επικουρικά αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο κατά παραβίαση των δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 237 και 269 του ΚΠολΔ απέρριψε τον ίδιο "ισχυρισμό" των αναιρεσειόντων, από τη διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ, ως απαραδέκτως προβληθέντα στη μετ' απόδειξη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και στο Εφετείο, όπου είχε επαναφερθεί με τις αντεφέσεις των αναιρεσειόντων και τις έγραφες προτάσεις τους για την απόκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητης και ο λόγος αυτός αναιρέσεως κρίνεται με τις ίδιες πιο πάνω αιτιολογίες ως απορριπτέος κατά μεν το πρώτο μέρος του ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται στην απόρριψη "ισχυρισμού" ως απαράδεκτου, που δεν προτάθηκε όμως ενώπιον του Εφετείου με τα δικόγραφα των αντεφέσεων των αναιρεσειόντων, κατά δε το δεύτερο μέρος του ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι μέσω της προσβαλλόμενης κήρυξης απαραδέκτου απορρίφθηκε "αυτοτελής καταλυτικός ισχυρισμός", καίτοι αποτελούσε αιτιολογημένη άρνηση της κατ' ουσίαν βασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-11-2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5109/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ