341/2024 · 341/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 341 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 341/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, ΑγÎ...
Full Text of the Judgment · 341/2024
Απόφαση 341 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 341/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Π. του Δ. και της Π., 2) Ε. χήρας Θ. Κ., το γένος Δ. και Π. Π., κατοίκων Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπουρμπούλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2017 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Π. χήρας Δ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-1-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 07-01-2022 αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 19/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η από 19-08-2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με αριθμ. 58/2019, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κ., με την οποία έγινε δεκτή η από 13-10-2017 αγωγή της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Από το συνδυασμό των ορισμών του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 "Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων" (Κεφ. Α άρθρο 2 Κεφ. Δ Τμήμα α' άρθρο 1, 2, 4 και 6 και Τμήμα β' άρθρο 6), των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουνίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, του ν. ΡΝ/1866 "περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας" (άρθρο 10.11.13 και 14), του ν. ΣΟΕ/1868 και του ν. ΑΦΙ/1887, συνάγεται ότι επί των κειμένων στην Επτάνησο δασών το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτής με την Ελλάδα, ουδέν έλαβε, ούτε σαν διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο δεν είχε δημόσια κτήματα και, μάλιστα, δάση στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια από την επιχώριο (ή εγχώρια ή κοινή) καθεμιάς Νήσου περιουσία, δεδομένου ότι αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων καθεμίας Νήσου. Πράγματι, για τη διανομή των εγχώριων περιουσιών του ν. ΡΝ/1866 μερίμνησαν, ακολούθως, ο ν. ΥΙΓ/ 1871 για την Ζάκυνθο, ο ν. ΨΙ/1878 για την Κ., ο ν. ΨΞΣΤ/... για την Λευκάδα, ο ν. ΑΦΙ/1887 για την Κέρκυρα (η διαχείριση της εγχώριας περιουσίας της οποίας είχε ρυθμισθεί ειδικότερα με το ν. ΣΟΕ/1868 "περί της διαχειριστικής επιτροπής της κοινής της νήσου Κερκύρας περιουσίας"), και ο ν. 2355/1920 για τα Κύθηρα.
Συνεπώς, επί των κειμένων στην Επτάνησο Δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή το, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ. της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", με το άρθρο 1 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούν δάση, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκουν σε ιδιώτες, με βάση έγγραφη απόδειξη της Τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από την, επί των Οικονομικών, Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός του έτους από τη δημοσίευση του β.δ. αυτού. Τούτο, άλλωστε, καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ. 1 εδαφ. β' του Ν. 998/1979, όπως ισχύει, "Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", στο οποίο ορίζεται ότι το, κατά την § 1 εδ. α' του ίδιου άρθρου, τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσων όπου ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμός, καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης (ΑΠ 11/2019). Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών στις άνω περιοχές, και, ειδικότερα, στα Ιόνια νησιά, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 17-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου για δάση που βρίσκονται στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί, για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 881/2022, ΑΠ 568/2021). [2] Κατά τα άρθρα 2, 13, 14 και 16 του περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων του νόμου της 21.6.1837, που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά μετά την έκδοση του ν. ΡΝ/1866, με το άρθρο 2 του οποίου καταργήθηκαν τα έχοντα το ίδιο αντικείμενο άρθρα 402 - 409 του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα, δημόσια κτήματα είναι όσα ανήκουν στην Επικράτεια, όλα τα, από ιδιώτες ή Κοινότητες, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα και τα κτήματα των αποθανόντων ακλήρων ή εγκαταλελειμμένα από τους κληρονόμους κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένες απαιτήσεις και, συνεπώς, και τα αδέσποτα δάση και εν γένει δασικές εκτάσεις ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015). Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς, συνάγεται ότι τα, κατά την εισαγωγή του νόμου αυτού, υπάρχοντα αδέσποτα περιήλθαν ex lege στο Δημόσιο, στο οποίο περιέρχονται και τα εκάστοτε καθιστάμενα αδέσποτα ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες καθώς και εκείνα των αποβιωσάντων χωρίς διαθήκη και κληρονόμους (ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015). Τα αδέσποτα ακίνητα πρέπει να διακρίνονται από τα εγκαταλελειμμένα, τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν στην κυριότητα κάποιου προσώπου αλλά ο κύριος αυτών εγκατέλειψε τη νομή ή κατοχή τους (δεδομένου ότι η κυριότητα ως απεριόριστο δικαίωμα περιλαμβάνει ακόμα και την ευχέρεια του κυρίου να μην κάνει καμία χρήση του ακινήτου) και είτε ουδείς τα κατέχει είτε κάποιος τρίτος τα κατέλαβε και τα κατέχει, χωρίς όμως ο κύριος να ασκήσει αγωγή κατά του κατόχου αυτού καθώς αυτά είναι δυνατόν να επανέλθουν στην ενεργό κυριότητα των εγκαίρως εμφανιζόμενων ιδιοκτητών, είτε περιέρχονται στην κυριότητα των αληθώς και νομίμως χρησιδεσποσάντων αυτά, είτε τέλος καταλαμβάνονται από το δημόσιο προς δεκαετή διαχείριση, κατά τους όρους του σχετικού άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938. Με το άρθρο 49 του ΕισΝΑΚ ο εν λόγω νόμος "περί διακρίσεως κτημάτων" καταργήθηκε, και αντ' αυτού ισχύει η αποδίδουσα όμοιο δίκαιο διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμους ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015). Τέλος, κατά το σύστημα του προαναφερόμενου νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" καθώς και εκείνο του Αστικού Κώδικα, τα αδέσποτα ακίνητα διακρίνονται: α) σε εκείνα τα οποία δεν υπήρξαν ποτέ στην κυριότητα κανενός, δηλ. τα εξαρχής αδέσποτα και β) σε εκείνα τα οποία έγιναν μεταγενέστερα αδέσποτα με εγκατάλειψη του προηγούμενου κυρίου, οπότε, για το νομότυπο της εγκατάλειψης αυτής απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι παραιτείται από την κυριότητα επί ορισμένου ακινήτου και μεταγραφή αυτής, δοθέντος ότι υπόκειται δικαιοπραξία που περιέχει κατάργηση της κυριότητας (ΑΠ 1163/2022, ΑΠ 11/2019, ΑΠ 957/2015). Τέτοιο ειδικό τίτλο αποτελούν οι προαναφερθείσες διατάξεις του νόμου ΡΝ/1866 "Περί Εισαγωγής εν Επτανήσω της εν των λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης Νομοθεσίας Γ Κωδ. Ε457 - άρθρα 1 και 2", δυνάμει της οποίας (άρθρου 1) εισήχθησαν και στα Ιόνια Νησιά από 1-7-1866 οι περί την διοίκηση και διαχείριση των δασών τότε ισχύουσες διατάξεις, δυνάμει δε του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου ΡΝ/1866 εισήχθη και στα Ιόνια Νησιά από 1-7-1866 ο από 21.6.1837 νόμος περί διακρίσεως κτημάτων, κατ' άρθρο 16 του οποίου όλα τα αδέσποτα (εκτός των άλλων εκεί διακρίσεων) κτήματα επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλες αποδεδειγμένες απαιτήσεις ανήκουν στο Δημόσιο (ΑΠ 1163/2022). [3] Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτές των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 3 του ως άνω ν. 998 της 28/29-12-1979 συνάγεται ότι για τη κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία ακινήτου που χαρακτηρίζεται ως δάσος, ακόμη και αν αυτό βρίσκεται στα Επτάνησα, όπου δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, απαιτείται, μετά την εισαγωγή του Α.Κ., η άσκηση, επί 20 τουλάχιστον έτη, πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του δάσους, όπως είναι η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους για βοσκή ή υλοτομία, η οριοθέτηση κ.α. και όχι άλλες πράξεις που δεν φέρουν αυτό το χαρακτήρα (ΑΠ 1648/2022, ΑΠ 568/2021, ΑΠ 984/2017). [4] Τέλος, με το άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α' του α.ν. 1539/1938, που επαναλήφθηκαν στις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 3 του ν.δ/τος 86/1969 ορίζεται "νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκουμένη επί των δασών, των μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και των χορτολιβαδικών εδαφών μόνο δια της, κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις βάσει αδειών της δασικής αρχής υλοτομίας ή εκμεταλλεύσεως αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων". Έτσι, στα δάση και τις δασικές εκτάσεις θεωρείται, ότι ασκεί νομή τρίτος, μόνο αν τις εκμεταλλεύεται, σύμφωνα με τον προορισμό τους, μετά από άδεια της δασικής αρχής (άρθρο 2, παρ. 2 του Α.Ν. 1539/1938 και 58 παρ. 3 του Ν.Δ. 86/1969) (ΑΠ 493/2018). Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2εδγ του α.ν. 1539/1938 που επαναλήφθηκαν στις διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 3 του ν.δ/τος 86/1969 ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "Προκειμένου ειδικώς περί δημοσίων δασών μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών ουδέποτε η βοσκή θεωρείται ως πράξις νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής" και "Μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδίων και χορτολιβαδικών εδαφών ουδέποτε θεωρείται ως πράξις νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής", ήτοι πρόκειται για βοσκή σε δημόσια δάση (ΑΠ 10/2020). [5] Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045, 1054 και 966 - 968 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι δημόσιο κτήμα ή ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντίδικου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένστασή του. Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ένστασης ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω απόκτησης κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο. Έτσι, αν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια περιουσία και τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δημόσιας περιουσίας, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό και στην περίπτωση υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δημόσιου κτήματος (ΑΠ 826/2018, ΑΠ 712/2015), και όταν δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας καθένας αποδεικνύει το δικό του ισχυρισμό (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1776/2022, ΑΠ 1187/2022), και, συνεπώς, στην τελευταία περίπτωση, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο φέρει τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι τα επίδικα ανήκαν στη κυριότητά του (ΑΠ 764/2023, ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 284/2021). [6] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΑΠ 374/2022, ΑΠ 2106/2022). [7] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 1728/2022, ΑΠ 1836/2022). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 248/2023, ΑΠ 53/2023).
ΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα είναι αποκλειστική και πλήρης κυρία δύο (2) ακινήτων και δη ενός ακινήτου εκτάσεως 2.032,76 τ.μ. και ενός ακινήτου εκτάσεως 4.536,58 τ.μ., που βρίσκονται στη θέση Κ., εκτός ορίων του οικισμού Λ. Δήμου Κ., όπως τα όρια του καθενός από αυτά περιγράφονται στην υπό κρίση αγωγή και εμφανίζονται στα από Ιούλιο 2016 τοπογραφικά διαγράμματα του μηχανικού Α. Κ. με ρητά αναγραφόμενα στα ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα τα στοιχεία ορίων του καθενός, καθώς και τα σύνορα αυτών και τα στοιχεία περιγραφής αυτών ρητά αναγράφονται και στην απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Τα ως άνω επίδικα ακίνητα περιήλθαν στην κυριότητα της ενάγουσας με έκτακτη χρησικτησία, καθώς από το έτος 1995 έως και το χρόνο άσκησης της αγωγής, δηλαδή για χρονικό διάστημα περίπου είκοσι (22) ετών, η ενάγουσα με καλή πίστη και διάνοια κυρίας, αδιάλειπτα και ακώλυτα ασκεί επί των ως άνω ακινήτων όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό τους, ήτοι τα εκμισθώνει κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε κτηνοτρόφους για τη βόσκηση των ζώων τους, τα επιβλέπει, τα έχει περιφράξει, τα καθαρίζει και τα προστατεύει από διεκδικήσεις τρίτων. Μέχρι το έτος 1995, η ενάγουσα νεμόταν τα επίδικα από κοινού με τους εναγόμενους - αδέλφια της, καθώς άπαντες τα είχαν αποκτήσει ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους, Η. Π., που απεβίωσε το έτος 1984 και είχε καταστεί κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία, καθώς τα νεμόταν ήδη περίπου πενήντα (50) έτη και έως το θάνατό του. Το έτος 1995, η ενάγουσα και τα ως άνω αδέλφια της, προέβησαν σε προφορική διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας τους και η ενάγουσα έκτοτε άρχισε να ασκεί αποκλειστικά η ίδια πράξεις νομής διανοία κυρίας στα επίδικα ακίνητα, ήτοι περίφραξη, καθαριότητα και κατά περιόδους τα παραχωρεί σε βοσκούς για να βόσκουν τα ζώα τους και κατέστη πλήρης κυρία αυτών με έκτακτη χρησικτησία και δεν αποδείχθηκε ότι οιοσδήποτε αμφισβήτησε την κυριότητα αυτής ή των δικαιοπαρόχων της στα επίδικα ακίνητα. Το έβδομο εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, ισχυρίζεται με λόγο έφεσης, ότι τα ένδικα ακίνητα από το έτος 1864 έως και το έτος 1946 υπήρξαν αδέσποτα, ωστόσο από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι τα επίδικα υπήρξαν αδέσποτα ή ανεξουσίαστα, δεδομένου ότι το έβδομο εναγόμενο - εκκαλούν δεν επιμελήθηκε την εξέταση τυχόν μάρτυρα ούτε προσκόμισε κάποιο έγγραφο προς επίρρωση του ισχυρισμού του. Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε, τα επίδικα ακίνητα εξουσιάζονταν ανέκαθεν, και δη αρχικά από τον πατέρα της αρχικώς ενάγουσας, ο οποίος τα επιτηρούσε και τα καθάριζε, ενώ έβοσκε και τα ζώα του σε αυτά και μετά τον θάνατό του από την ενάγουσα και τα αδέλφια της και εν συνεχεία μετά το έτος 1995 από την ενάγουσα, ως και ανωτέρω εκτέθηκε. Εξάλλου, το έβδομο εναγόμενο δεν επικαλέστηκε άλλο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας των επίδικων ακινήτων, είτε υπό το καθεστώς του Ιονίου Αστικού Κώδικα, είτε υπό το καθεστώς του Αστικού Κώδικα. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του εκκαλούντος - έβδομου εναγόμενου περί κτήσης κυριότητας των επιδίκων ακινήτων, ως δασικές εκτάσεις, καθώς για τις δασικές εκτάσεις στην Κ. δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, που θεσπίστηκε με το Β.Δ. της 16-11-1936 "περί ιδιωτικών δασών", αλλά απαιτείται πέραν της δασικής μορφής κτήσης κυριότητας του ακινήτου με έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τον Αστικό Κώδικα ή από άλλο ειδικό νόμο τρόπο και απέρριψε εν συνεχεία ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του έβδομου εναγόμενου, περί κτήσεως κυριότητας κατ' άρθρο 972 ΑΚ, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του, και επομένως ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές το Εφετείο, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί κτήσης κυριότητας των επίδικων ακινήτων, ως δασικής έκτασης, διότι δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας αυτών στα Επτάνησα, στα οποία ανήκει η Κ., αφού δεν επικαλέστηκε άλλο τρόπο κτήσης περί αρχήθεν αδέσποτου, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό περί κτήσης κυριότητας ως αδέσποτων, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία, αφού είχαν κριθεί ομοίως τα ίδια παραπάνω, έγινε δεκτή η αγωγή, αναγνωρίστηκε η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων κυρία των παραπάνω ακινήτων και διατάχθηκε η διόρθωση των αναφερόμενων ανακριβών πρώτων εγγραφών. Ειδικότερα, με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε: 1) Ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, Π. χήρα Δ. Π., κατέστη κυρία των επίδικων ακινήτων, έκτασης 2.032,76 τ.μ. και έκτασης 4.536,58 τ.μ., που βρίσκονται στη θέση Κ., εκτός ορίων του οικισμού Λ. Δήμου Κ., με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, με άσκηση επ' αυτών πράξεων νομής διανοία κυρίου, από το έτος 1995 έως και το χρόνο άσκησης της αγωγής, δηλαδή για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, αδιάλειπτα και ακώλυτα, με εμφανείς πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό τους, με εκμίσθωσή τους κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε κτηνοτρόφους για τη βόσκηση των ζώων τους, επίβλεψη, περίφραξη, καθαρισμό και προστασία από διεκδικήσεις τρίτων, προσμετρώντας και τις διανοία κυρίου πράξεις (συν)νομής των αναφερόμενων αδελφών της και της ιδίας, μετά την, από το έτος 1984, άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του κληρονομούμενου - πατέρα τους, και τις διανοία κυρίου πράξεις του τελευταίου, Η. Π., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1984, ο οποίος είχε καταστεί κύριος με έκτακτη χρησικτησία, ως ασκών πράξεις νομής διανοία κυρίου (με βόσκηση των ζώων του σε αυτά, επιτήρηση και καθαρισμό τους), για περισσότερο από πενήντα (50) έτη, ήτοι από το 1934 και έως το θάνατό του, και δεν αποδείχθηκε ότι οποιοσδήποτε αμφισβήτησε την κυριότητα αυτής ή των δικαιοπαρόχων της. 2) Ότι τα επίδικα ακίνητα δεν υπήρξαν εξυπαρχής αδέσποτα ή ανεξουσίαστα δάση διότι: α) από το έτος 1864 ούτε μεταγενέστερα μέχρι το έτος 1934, δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο, δεδομένου ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν επιμελήθηκε την εξέταση τυχόν μάρτυρα ούτε προσκόμισε κάποιο έγγραφο προς επίρρωση του ισχυρισμού του β) από το έτος 1934 έως την 23-02-1946 εξουσιάζονταν από τον δικαιοπάροχο της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, Η. Π., και στη συνέχεια από τον τελευταίο μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 1968 θάνατό, και στη συνέχεια από την δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων και τους απώτερους δικαιοπάροχους αυτής και στη συνέχεια από την δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, μέχρι την άσκηση της αγωγής, με πράξεις διανοία κυρίου. 3) Ότι τα επίδικα από τις, κατά τις παραδοχές πράξεις νομής διανοία κυρίου (βόσκηση ζώων, επιτήρηση και καθορισμό), φέρουν το χαρακτήρα εκτάσεων βοσκότοπου. 4) Ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέστη κύριο των επιδίκων ακινήτων διότι κατά την Ένωση των Επτανήσων ουδέν έλαβε, δεν ήταν εξ υπαρχής αδέσποτα ακίνητα, και δεν επικαλέστηκε άλλο τρόπο από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Κώδικα ή από τον Αστικό Κώδικα (μετά την 23-02-1946) ή με κάποιον άλλο ειδικό νόμο. [2] Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι τα επίδικα ακίνητα, δεν ήταν εξ υπαρχής αδέσποτα και ανεξουσίαστα κατά το κρίσιμο χρόνο της ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα (1864) ούτε κατά το μεταγενέστερο χρόνο δημοσίευσης του ν. ΡΝ/1866 του ν. της 21-06-1837 περί ισχύος στα Ιόνια Νησιά των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου 2, 13, 14 και 16 του νόμου της 21-06-1837, που ίσχυσε στα Ιόνια Νησιά μετά τη δημοσίευση του ν. ΡΝ/1866 "περί Εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης Νομοθεσίας", ούτε μεταγενέστερα ούτε μετά την 23-02-1946, 972 ΑΚ, και 49 του ΕισΝΑΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε διότι κατά τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης του ν. ΠΝ/1866 (αλλά και μέχρι το έτος 1946), τα επίδικα ακίνητα δεν υπήρξαν αδέσποτα και ανεξουσίαστα, όπως απαιτείται προκειμένου να περιέλθουν ex lege στο Ελληνικό Δημόσιο, και, σ' αυτά, ως δεκτικά χρησικτησίας, ασκούσαν, από το έτος 1934, πράξεις νομής διανοία κυρίου ο απώτατος και απώτεροι δικαιοπάροχοι της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, και η δικαιοπάροχος αυτών που προσιδιάζουν σε μικρής έκτασης ακίνητα με βοσκότοπο (βόσκηση ζώων [Η. Π.], παραχώρηση για βόσκηση ζώων, περίφραξη και επίβλεψη). [3] Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έκρινε δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, ως προς το ουσιώδες στοιχείο του χαρακτήρα των επίδικων ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο εισαγωγής "εν Επτανήσω της εν των λοιπώ Βασιλείω ισχύουσης Νομοθεσίας" ως εξουσιαζόμενων ακινήτων από ιδιώτες, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και, ειδικότερα, ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν αδέσποτα και ανεξουσίαστα από το έτος 1864 έως το 1934, διότι το αναιρεσείον δεν απέδειξε ότι δεν εξουσιαζόταν κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, ούτε επικαλέστηκε άλλο ειδικό τρόπο κτήσης της κυριότητας, είτε υπό το καθεστώς του Ιόνιου Αστικού Κώδικα είτε του Αστικού Κώδικα, και από το έτος 1934 εξουσιαζόταν από τους απώτερο και άμεσους δικαιοπαρόχους της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, οι, από τους αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Λοιπές αιτιάσεις, με τους αυτούς παραπάνω λόγους αναίρεσης, αναφέρονται σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς υποστήριξη των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτού, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1553/2023, ΑΠ 1117/2023). [4] Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 2 εδ. α περ. α του α.ν. 1539/1938 και 58 παρ. 3 και 4 του ν.δ. 86/1969, επικαλούμενο ότι οι δεκτές με την προσβαλλόμενη γενόμενες πράξεις νομής διανοία κυρίου, τόσο από τον απώτατο και απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, όσο και από την ίδια, δεν έγιναν με άδεια της δασικής αρχής, είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής. Και, τούτο, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι κατά τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, δεν επρόκειτο για εξ υπαρχής αδέσποτα ακίνητα και η ένδικη νομή δεν στηρίχθηκε σε πράξεις νομής σε βόσκηση σε δημόσια κτήματα αλλά, κατά τα δεκτά γενόμενα, σε εξουσιαζόμενα ακίνητα, ήτοι ιδιωτικά ακίνητα, ανεξαρτήτως του ότι διαλαμβάνονται και έτερες προσιδιάζουσες πράξεις νομής (περίφραξης, επίβλεψης αυτών και προστασία τους από τις διεκδικήσεις τρίτων σε μικρής έκτασης ακίνητα). Η αιτίαση, με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, ότι με εσφαλμένη ερμηνεία δεν εφάρμοσε τεκμήριο κυριότητας του αναιρεσείοντος, που προβλέπεται από τις διατάξεις το από τις διατάξεις του άρθρου 16-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", είναι αβάσιμος, διότι κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ισχύει στα Επτάνησα στα οποία ανήκει και η νήσος Κ.. Έτσι, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης δεν αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, ενώ ο προαναφερθείς ειδικός τρόπος της ex lege κτήσης κυριότητας απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
[5] Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 και ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό, προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί απόδειξης απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ. και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 1935/2022, ΑΠ 1118/2023, ΑΠ 148/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, με την επίκληση ότι το Εφετείο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης της ιδιότητας των επίδικων ακινήτων ως υπαρχής αδεσπότων δημοσίων κτημάτων, διότι, κατά τις αιτιάσεις του: 1) ο ισχυρισμός του ότι τα επίδικα αποτελούσαν αρχήθεν αδέσποτα ακίνητα αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση, διότι τα παραγωγικά περιστατικά της κυριότητάς του είναι προγενέστερα απ' αυτά που επικαλείται η ενάγουσα στην αγωγή για τη θεμελίωση της κυριότητας αυτής, και 2) για τα ένδικα ακίνητα υπάρχει το προβλεπόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 2, 13, 14 και 16 του ν. 21-06-1837 τεκμήριο, που από την έκδοση του ν. ΡΝ/1866 εισήχθησαν στα Ιόνια Νησιά, όπως είναι η Κ., είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι: 1) τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά από το αναιρεσείον ως διακωλυτικά της γένεσης της κυριότητας του ενάγοντος ιδιώτη αποτελούν ένσταση και όχι αιτιολογημένη άρνηση και 2) τα ένδικα ακίνητα, κατά τις παραδοχές, κατά τις οποίες στη φύση τους προσιδιάζουσες πράξεις νομής διανοία κυρίου βόσκησης ζώων, φέρουν το χαρακτήρα εκτάσεων βοσκότοπου, που δεν ήταν αρχήθεν αδέσποτο, και, συνεπώς, κατά τα άρθρο 62 εδ β του ν. 998/1979, δεν έχει εφαρμογή το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, και το αναιρεσείον φέρει το βάρος της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη ή μη της επικαλούμενης διακωλυτικής ένστασης αυτού. IV. Κατόπιν τούτων, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07-01-2022 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 19/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ