Legislator Case Law & Legislation
341/2023 AI generated

341/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 341/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 341 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 341/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη -...

Legislator headnote

AI generated
341/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 341 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 341/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη -... «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
coercion conviction quashed insufficient constitutional plea changed financial circumstances withdrawal following settlement insufficient substantiation of appeal denial of waiver

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 341 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 341/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Ε., τέως συζύγου Κ. Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κοτζιά - Σοφαντζή και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αποστολά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2013 μη οριστική και 23/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 182/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/2/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 06.02.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 182/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και απέρριψε την ασκηθείσα από την εκκαλούσα-ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα έφεση, που άσκησε η τελευταία, κατά της 23/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε η από 12.10.2010 (με αριθμό κατάθεσης 1177/12.10.2010) αγωγή της κατά του εναγομένου -εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου περί συμμετοχής της στα αποκτήματα, ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω παραγραφής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της(άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1400 παρ. 1, 2 και 1401 εδ. γ' ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τον Ν. 1329/1983, συνάγεται ότι η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκτηθεί από τον άλλο κατά την διάρκεια του γάμου (αποκτήματα) γεννιέται, όταν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή όταν συμπληρωθεί τριετής διάσταση των συζύγων. Η αξίωση αυτή παραγράφεται δύο χρόνια μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου. Στην περίπτωση της τριετούς διαστάσεως, η παραγραφή αρχίζει από την στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της (251 ΑΚ), δηλαδή από την συμπλήρωση τριετίας στη διάσταση των συζύγων. Εφόσον όμως υφίσταται και διαρκεί ο γάμος, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για την λύση ή την ακύρωση αυτού (256 αρ.1, 1381, 1438 ΑΚ, ΑΠ 1502/ 2009). Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής (257 ΑΚ). Μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου, ο χρόνος αυτής τρέχει εκ νέου και για να συμπληρωθεί πρέπει να περάσουν δύο χρόνια από το αμετάκλητο της σχετικής αποφάσεως (ΑΠ 1314/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς, στους οποίους περιλαμβάνεται και η απόρριψη λόγω αοριστίας(ΑΠ 43/2015). Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσε σε έξι μήνες η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Όπως από τη διάταξη αυτή προκύπτει η νέα αγωγή για να έχει το ανωτέρω αποτέλεσμα απαιτείται να έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία(ΑΠ 1372/2000). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Δηλαδή, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 363/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση, από το παρόν Δικαστήριο, του περιεχομένου του δικογράφου της από 20.01.2004 (με αριθμό κατάθεσης 128/ 17.02.2004) αρχικής ασκηθείσας αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εξέθετε ότι τέλεσε νόμιμο γάμο με τον τελευταίο στη Ρόδο, στις 20.11.1982, από τον οποίο απέκτησαν δύο παιδιά και ότι η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε από την 01.08.2000. Ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος δεν είχε κατά την τέλεση του γάμου κανένα ακίνητο περιουσιακό στοιχείο, εκτός του ποσού των 1.000.000 δραχμών, ένα αυτοκίνητο και μια δίκυκλη μηχανή, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους απέκτησε τα αναφερόμενα στην αγωγή ακίνητα και λοιπά περιουσιακά στοιχεία, τα οποία υπήρχαν κατά το χρόνο της συμπληρώσεως τριετίας από την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους και το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, η δε αξία της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου κατά το χρόνο διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους ανερχόταν στο ποσό του 1.071.170 ευρώ και κατά λήξη της τριετούς τους διάστασης σε 1.142.065 ευρώ, ενώ από το χρόνο τέλεσης του γάμου τους μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής αυτής είχε αυξηθεί η περιουσία του τελευταίου κατά ποσό 1.136.988 ευρώ, όπως ειδικότερα ανέφερε. Ότι, επίσης η δική της περιουσία κατά τον χρόνο διάστασής της με τον αναιρεσίβλητο, και μετά τη διάστασή της και μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής της αυτής ανερχόταν σε 203.000 ευρώ. Ότι στην παραπάνω επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της συνέβαλε η ίδια, κατά ποσοστό 50%, καθόσον καθ' όλο το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσής τους, εργαζόταν ως υπάλληλος στην Ολυμπιακή Αεροπορία, αλλά και με την παροχή των προσωπικών της υπηρεσιών στη συζυγική οικία στην ανατροφή των ανηλίκων τέκνων τους, καθώς και στην επαγγελματική δραστηριότητα του συζύγου της, αφού καθημερινά τον βοηθούσε στο φυσικοθεραπευτήριο που λειτουργούσε καθ' όλο το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσής τους. Με βάση τα ανωτέρω, ζητούσε, κυρίως μεν, να αναγνωριστεί, ότι συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, κατά ποσοστό 50% και να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το 1/2 της αξίας της εν λόγω επαύξησης, ήτοι 568.494 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, επικουρικά δε, να υποχρεωθεί να της καταβάλει το 1/3 αυτής, ήτοι το ποσό των 378.996 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 317/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά την επικουρική της βάση, και υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 186.602,43 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις αμφότεροι οι διάδικοι, και το Εφετείο Δωδεκανήσου με την υπ' αριθμ. 106/13.04.2010 τελεσίδικη απόφασή του απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ενώ δέχτηκε κατ' ουσίαν την αντίθετη έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και επαναδικάζοντας την ως άνω αγωγή, αφού απέρριψε την κύρια βάση αυτής, ως αόριστη, στη συνέχεια, κρίνοντας ότι η υπάρχουσα περιουσία του αναιρεσίβλητου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής της αναιρεσείουσας, καθώς και κατά το χρόνο της εν τω μεταξύ επελθούσας αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (01.11.2013), ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 457.807,58 ευρώ και όχι 559.807,28 ευρώ, που είχε δεχθεί η εκκαλουμένη, και ότι στην επαύξηση της περιουσίας αυτής του τελευταίου συνέβαλε και η ίδια (αναιρεσείουσα) κατά ποσοστό 1/3, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη αυτήν(αγωγή), κατά την επικουρική της βάση, και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να της καταβάλει για την εν λόγω αιτία το ποσό των 152.602,52 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα άσκησε, εντός εξαμήνου, την από 12.10.2010 (με αριθμό κατάθεσης 1177/12.10.2010) αγωγή της, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση, από το παρόν Δικαστήριο, του περιεχομένου του δικογράφου της οποίας προκύπτει ότι αυτή ιστορούσε ότι κατά το χρονικό διάστημα από την τέλεση του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο, την 20.11.1982 και έως την 01.08.2000, που η μεταξύ τους συμβίωση διασπάστηκε, και ο γάμος των οποίων λύθηκε αμετάκλητα την 22.03.2004, συνέβαλε η ίδια στην επαύξηση της περιουσίας του τελευταίου, καθώς ειδικότερα αναφέρει, κατά ποσοστό 50%, καθόσον καθ' όλο το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσής τους, εργαζόταν ως υπάλληλος στην Ολυμπιακή Αεροπορία, αλλά και με την παροχή των προσωπικών της υπηρεσιών στη συζυγική οικία στην ανατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων τους, που είχαν αποκτήσει από το γάμο τους, καθώς και στην επαγγελματική δραστηριότητα του συζύγου της, αφού καθημερινά τον βοηθούσε στο φυσικοθεραπευτήριο που λειτουργούσε καθ' όλο το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσής τους. Ότι σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, κατόπιν άσκησης της προγενέστερης με αριθμό κατάθεσης 128/2004 αγωγής της περί αξίωσης συμμετοχής της στα αποκτήματα του τελευταίου, είχε εκδοθεί η υπ'αριθμ.106/2010 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου η οποία έκανε εν μέρει δεκτή εκείνη την αγωγή, με την οποία αναγνωρίστηκε η συμβολή της κατά τον τεκμαρτό υπολογισμό στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του αντιδίκου της, ενώ απορρίφθηκε τελεσίδικα η κύρια βάση της αγωγής, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η συμβολή της σε ποσοστό 50%, λόγω αοριστίας. Ότι με την παρούσα(με αριθμό κατάθεσης 1177/2010) αγωγή επανέφερε την προγενέστερη αγωγή της ως προς την απορριφθείσα βάση του πραγματικού υπολογισμού της συμμετοχής της στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου και, αφού εξέθετε τα ποσά της αρχικής περιουσίας του τελευταίου και της περιουσίας του κατά το χρόνο της μεταξύ τους διαστάσεως(01.08.2000) και ασκήσεως της πρώτης ως άνω από 20.01.2004 αγωγής, χωρίς να υπάρχει μεταβολή αυτών και κατά τον αναφερόμενο χρόνο λύσης του γάμου τους (22.03.2004), ανερχομένης στο ποσό των 1.071.170 ευρώ, καθώς επίσης και το ύψος της συνολικής της περιουσίας, ανερχομένης κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης ως άνω αγωγής, στο ποσό των 203.000 ευρώ, ισχυριζόταν ότι η συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της με συγκεκριμένως καθοριζόμενες στο δικόγραφο της αγωγής παροχές, υπερβαίνει τη νόμιμη υποχρέωση συνεισφοράς της στις οικογενειακές ανάγκες, υπολογίζοντας τη συνολική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου στο ποσό των 214.156, 78 ευρώ. Ότι το ποσό αυτό υπερβαίνει το εναπομένον ποσοστό του 16,7% στην επαύξηση της περιουσίας του τελευταίου(ήτοι το ποσοστό που πρέπει να προστεθεί στο ποσοστό του 33,3% που έχει γίνει τελεσιδίκως δεκτό, μέχρι το 50% που ζητεί η ίδια με τον πραγματικό υπολογισμό), το οποίο (ποσό) στη συνέχεια περιορίζει στο αιτούμενο ποσό της αγωγής των 178.934,28 ευρώ. Σημειώνεται, επίσης, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, κατά της ως άνω 106/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, άσκησε, ακολούθως, την από 16.07.2010 αίτηση αναίρεσης, πλήττοντας μόνο τις σε βάρος της παραδοχές της εφετειακής αυτής απόφασης, εκτός από την απόρριψη της πρώτης από 20.01.2004 αγωγής της ως αόριστης. Επί της ως άνω δε δεύτερης (από 12.10.2010) αγωγής το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου εξέδωσε αρχικά την υπ' αριθμ. 117/2013 μη οριστική του απόφαση, με την οποία ανέστειλε τη συζήτηση της αγωγής, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της προγενέστερης (από 20.01.2004) αγωγής, καθώς εν τω μεταξύ η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 106/2010 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου είχε ήδη αναιρεθεί με την υπ' αριθμ. 1455/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κατά το μέρος που αφορούσε την έφεση του αναιρεσίβλητου, και παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση. Ακολούθως, εκδόθηκε η ήδη αμετάκλητη υπ' αριθμ.222/2014 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, οπότε η δεύτερη (από12.10.2010) αγωγή επανήλθε προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο με την υπ' αριθμ. 23/2018 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω παραγραφής. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης άσκησε έφεση η ήδη αναιρεσείουσα και το Εφετείο Δωδεκανήσου, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 182/2019 απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτή, με τις παρακάτω, κατά τις ενδιαφέρουσες για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, παραδοχές. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας και ειδικότερα από τα δικόγραφα των από 20-1-2004... και από 12-10-2010... αγωγών, προκύπτει ότι η πρώτη από αυτές, είχε ως βάση την τριετή διάσταση της μεταξύ των διαδίκων έγγαμης συμβίωσης, κατά τη συμπλήρωση της οποίας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα σε αυτή, η περιουσία του εναγομένου ανερχόταν σε 1.142.065 ευρώ, μετά δε την εν μέρει απόρριψή της για τυπικό λόγο... ασκήθηκε η δεύτερη εκ των παραπάνω αγωγών, η οποία όμως είχε ως βάση υπολογισμού της τελικής περιουσίας του εναγομένου την 22-3-2004, ήτοι την αμετάκλητη λύση του μεταξύ τους γάμου. Κατά συνέπεια, η άσκηση της δεύτερης αγωγής δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 263 ΑΚ ώστε να επέλθει το διακοπτικό της παραγραφής αποτέλεσμα, αφού η δεύτερη αγωγή έχει διαφορετική ιστορική βάση από την πρώτη και διαφορετικό ποσοτικά αίτημα (με την επισήμανση, ότι εν προκειμένω δεν πρόκειται για ποσοτικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, με τον οποίο πράγματι δεν θα επερχόταν μεταβολή της ιστορικής βάσης...). Έτσι, η παραγραφή της αξίωσης της ενάγουσας, η οποία άρχισε από την αμετάκλητη λύση του γάμου της, ήτοι στις 22-3-2004(οπότε και επιδόθηκε στον εναγόμενο, δια της υπ' αριθμ. 8114Δ/2004 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Μ. Κ. η από 12-3-2004 δήλωση της ενάγουσας περί παραίτησής της από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης που είχε ασκήσει κατά της 237/2003 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του γάμου), δεν διακόπηκε με τη δεύτερη εκ των ως άνω αγωγών για τους λόγους που προεκτέθηκαν, κατά το χρόνο δε άσκησης της κρινόμενης αγωγής, ήτοι στις 12-10-2010, με την επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο, δυνάμει της 354ΣΤ/2010 έκθεσης επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, είχε ήδη συμπληρωθεί, καθώς είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) ετών. Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση παραγραφής και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που τέθηκαν ενώπιόν του, γι' αυτό ο μοναδικός λόγος έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος... όπως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της...". Η αναιρεσείουσα, με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσής κατά της προσβαλλομένης ως άνω απόφασης, προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την επίκληση ότι με το να κρίνει έτσι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και να απορρίψει την έφεσή της κατά της υπ' αριθμ.23/2018 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εσφαλμένως ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1401 εδ.γ' και 263 του ΑΚ και δεν εφάρμοσε την δεύτερη εξ αυτών διάταξη του άρθρου 263 εδ. β' του εν λόγω Κώδικα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Ο λόγος αυτός κρίνεται βάσιμος, αφού από την παραδεκτή, κατά τα προεκτεθέντα, επισκόπηση των παραπάνω από 20-1-2004 και από 12-10-2010 αγωγικών δικογράφων, προκύπτει η ταυτότητα μεταξύ αυτών νομικής και ιστορικής αιτίας, συνισταμένης στην, υπό την επίκληση από την αναιρεσείουσα-ενάγουσα συμμετοχής στην, διαρκούντος του γάμου, επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου τέως συζύγου της, αξίωσης αυτής προς καταβολή εκ των αποκτημάτων αυτού, λόγω πραγματικής συμβολής της στην απόκτησή τους των αναφερομένων σ' αυτές ποσών, και δη στην μεν πρώτη (από 20-1-2004) αγωγή κατά το 50% εξ αδιαιρέτου, στη δε ένδικη από 12-10-2010 αγωγή κατά το αυτό ως άνω 50% μείον όμως του ποσοστού του 1/3, που είχε ήδη αναγνωριστεί δικαστικώς υπέρ αυτής, αμετακλήτως, κατά την επικουρική βάση της πρώτης από 20-1-2004 αγωγής, και συγκεκριμένα κατά την προκύπτουσα διαφορά του ποσοστού του 16,70 %, με σύγκριση σε αμφότερες τις περιπτώσεις, της αρχικής αξίας της περιουσίας του αντιδίκου της αναιρεσιβλήτου πρώην συζύγου της προ του γάμου τους με εκείνη του μεν χρόνου συμπληρώσεως της τριετούς διαστάσεώς τους και εκείνου της ασκήσεως της αρχικώς και τελεσιδίκως απορριφθείσας, ως αόριστης, από 20-1-2004 αγωγής, η οποία αξία κατά τα ιστορούμενα και στη δεύτερη από 12-10-2010 αγωγή συνέπιπτε με τους χρόνους αυτούς, αλλά και με τον διηγηματικώς αναφερόμενο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, στις 22-3-2004.

Συνεπώς, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω δεδομένων, η από τη διάταξη του άρθρου 1401 εδ.γ' του ΑΚ διετής παραγραφή, θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την επίδοση της πρώτης αγωγής, χωρίς έκτοτε να έχει συμπληρωθεί, αφού η παραπάνω δεύτερη από 12-10-2010 αγωγή, που έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία, με την αρχική, πρώτη, αγωγή, ασκήθηκε βελτιωμένη(συμπληρωμένη)κατά την τελεσιδίκως διαγνωσθείσα με την 106/13.04.2010 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου δικονομική έλλειψη(αοριστία) εντός έξι (6) μηνών από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης. Η κρίση δε αυτή, άλλωστε, δεν αναιρείται ούτε από το γεγονός ότι η θεμελίωση αμφοτέρων των ως άνω αγωγών ήταν εν μέρει διαφορετική και ειδικότερα της μεν πρώτης κυρίως στον πραγματικό και επικουρικώς στον πλασματικό υπολογισμό, της δε δεύτερης μόνο στον πραγματικό υπολογισμό, καθόσον η ταυτότητα της θεμελίωσης και των δύο αγωγών στον πραγματικό υπολογισμό εξαρκεί για την επέλευση της οριζόμενης στο άρθρο 263 ΑΚ συνέπειας, δηλαδή της μη συμπλήρωσης της παραγραφής ως προς τη βάση αυτή, ούτε από το ότι στη δεύτερη (ένδικη)αγωγή περιορίζεται ποσοτικά το αίτημα αυτής αγωγής, με μικρή μείωση του αξιούμενου προς επιδίκαση ποσού, αφού η διαφοροποίηση αυτή δεν συνιστά διαφοροποίηση και της ιστορικής αιτίας των αγωγών, αποκλείουσα την επέλευση της κατά τα άνω από το άρθρο 263 εδ. β' ΑΚ συνέπειας (ΑΠ 43/2015).

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 182/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Στη συνέχεια, πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας κατά το σχετικό αίτημα της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 182/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ