Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
341/2022 AI generated

341/2022 · 341/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 341/2022
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 341 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 341/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κου...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 341/2022

Απόφαση 341 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 341/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος - καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση - αναιρεσείοντος: Κ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Μαργκά-Μανωλάρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του καθού η κλήση - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση - αναιρεσιβλήτου: Ιδρύματος με την επωνυμία "..." που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περίανδρο Καραμανέ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του προς ον η κοινοποίηση και ήδη προσθέτως παρεμβαίνοντος: 1) Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδος (Διεύθυνση Κοινωφελών Περιουσιών), που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα και του προσθέτως παρεμβαίνοντος: 2) Υπουργού Οικονομικών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την από 27-9-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κισσάβου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2018 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 19-4-2018 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 523/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 26-11-2019 κλήση του. Οι προσθέτως παρεμβαίνοντες με την από 16-3-2021 παρέμβαση τους προς το Δικαστήριο τούτο ζήτησαν όσα αναφέρονται σε αυτή.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των προσθέτως παρεμβαινόντων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 26-11-2019 κλήση του αναιρεσείοντος, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 19-4-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 29/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 523/2019 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η λαβούσα χώρα κατά τη δικάσιμο της 6-2-2019 συζήτηση αυτής, για το λόγο ότι η αίτηση αναίρεσης δεν είχε κοινοποιηθεί στον Γενικό Γραμματέα της αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

Με την κρινόμενη από 19-4-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 29/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 17/2000 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κισσάβου, με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ιδρύματος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).

Με το άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν. 4182/2013 ορίζεται ότι "Κοινωφελής περιουσία είναι: Το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, που διατίθενται με κληρονομιά, κληροδοσία, ή δωρεά υπέρ του δημοσίου, ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ή για κοινωφελή σκοπό. Ως κοινωφελής περιουσία νοείται επίσης και το νομικό πρόσωπο, που τα διαχειρίζεται και εκπροσωπεί, εφόσον υπάρχει". Περαιτέρω, με την παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου ορίζεται ότι: "Κοινωφελής σκοπός είναι κάθε εθνικός, θρησκευτικός, φιλανθρωπικός, εκπαιδευτικός, πολιτιστικός και γενικά επωφελής για την κοινωνία εν όλω ή εν μέρει σκοπός". Με την παράγραφο 4 ότι: "Αρμόδια αρχή είναι ο Υπουργός Οικονομικών και ο Γενικός Γραμματέας της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2, οι οποίοι ασκούν τις σχετικές αρμοδιότητες διά των οικείων διευθύνσεων". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 3 του Ν. 4182/2013: "Υποχρεώσεις Δημοσίου - Αρμοδιότητες: 1. Το Δημόσιο έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την πιστή και επακριβή εκτέλεση της βούλησης των διαθετών και δωρητών. Αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης υφίσταται, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 και τυχόν ειδικών διατάξεων, στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Όταν ο σκοπός της περιουσίας εκπληρώνεται κατά κύριο λόγο μέσα στα όρια μιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ανεξαρτήτως του τόπου όπου βρίσκεται η περιουσία..., β)...". Κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου: "Στις υπόλοιπες περιπτώσεις αρμόδιος είναι ο Υπουργός Οικονομικών. Αρμοδιότητα του Υπουργού Οικονομικών υφίσταται επίσης κατ' εξαίρεση: α) Για την εποπτεία εκκαθάρισης και διαχείρισης περιουσιών που καταλείπονται στο Δημόσιο, β) για την εποπτεία της επιτροπής Ολυμπίων και κληροδοτημάτων και του Βαρβακείου Ιδρύματος, γ) για την εκκαθάριση και εποπτεία κοινωφελών περιουσιών που έχουν τα κύρια περιουσιακά στοιχεία στην αλλοδαπή, δ) για περιουσίες του κεφαλαίου Ε' του παρόντος κώδικα που υπάγονται στην άμεση διαχείριση του Υπουργείου Οικονομικών, ε) για την εποπτεία περιουσιών των οποίων η αξία εκτιμάται, ως ανώτερη του ποσού των 10.000.000 ευρώ ή των οποίων οι σκοποί εκτελούνται σε όλη την επικράτεια.." Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 69 του ιδίου Νόμου: "1. Η αρμόδια αρχή νομιμοποιείται, πέραν των εκκαθαριστών, εκτελεστών διαθήκης και διοικητών κοινωφελών ιδρυμάτων: α) Να ασκεί αιτήσεις και αγωγές σε δικαστήρια για την αναγνώριση ή τη διεκδίκηση δικαιώματος σε κάθε περιουσία, που έχει διατεθεί για κοινωφελή σκοπό ή σε κοινωφελές ίδρυμα, β) να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων αυτών, γ) να ζητεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση κάθε περιουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 682 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δ) να ασκεί παρέμβαση σε κάθε στάση δίκης, η οποία αφορά περιουσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή κοινωφελών ιδρυμάτων ή αφορά το κύρος των πράξεών τους, με την υποβολή προτάσεων και χωρίς την κοινοποίηση δικογράφου παρέμβασης, ε) να ζητεί την επανάληψη της δίκης ή να καλείται για την επανάληψη της δίκης, αν επήλθε διακοπή δίκης με διάδικο ένα από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου και για λόγους που αφορούν τα πρόσωπα αυτά. 2. Τα εισαγωγικά δικόγραφα των δικών, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή, από οποιονδήποτε κι αν ασκούνται, εκτός αν ορίζεται ειδικά διαφορετικά στον παρόντα Κώδικα, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου". Επίσης, κατά το άρθρο 82 παράγραφος 9 του αυτού πιο πάνω νόμου ορίζεται ότι "Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, κάθε παραπομπή στον αναγκαστικό νόμο 2039/1939 ή γενικά στη νομοθεσία περί Εθνικών κληροδοτημάτων νοείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα ότι γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις του". Τέλος, το άρθρο 82 παρ. 1 του ν. 4182/2013, ορίζει τα εξής: "Μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις. 1. Όπου δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις του Κώδικα εφαρμόζονται και στις κοινωφελείς περιουσίες που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του, ανεξάρτητα από τον τρόπο σύστασής τους. Κοινωφελή ιδρύματα που έχουν εξαιρεθεί με ειδικές διατάξεις του α.ν. 2039/1939 εξακολουθούν να εξαιρούνται του παρόντος Κώδικα και της εποπτείας της αρμόδιας αρχής, αλλά υπέχουν σε κάθε περίπτωση υποχρέωση υποβολής προς έλεγχο του προϋπολογισμού και του απολογισμού τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 59. Διαδικασίες που έχουν ήδη αρχίσει, δύνανται να ολοκληρώνονται και κατά την προϋφιστάμενη διαδικασία (όπως το τελευταίο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 32 ν. 4223/2013)". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι μετά την ισχύ του ν. 4182/2013 (11-11-2013) σε δίκες κοινωφελών περιουσιών αρμόδια αρχή στην άσκηση εποπτείας επί των κοινωφελών ιδρυμάτων και περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς, όταν ο σκοπός της περιουσίας εκπληρώνεται κατά κύριο λόγο μέσα στα όρια μιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ανεξαρτήτως του τόπου όπου βρίσκεται η περιουσία, αποτελεί ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Σε διαδικασίες, όμως, που έχουν ήδη αρχίσει δύνανται να ολοκληρώνονται κατά την προϋφιστάμενη διαδικασία και ειδικότερα, δύναται και νομιμοποιείται και ο Υπουργός Οικονομικών, ως ασκών την εποπτεία επί των κοινωφελών ιδρυμάτων και περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς να συνεχίσει δίκες που έχουν αρχίσει με την προϋφιστάμενη διαδικασία (ΑΠ 700/2020, ΑΠ 808/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο Συντονιστής (πρώην Γενικός Γραμματέας) της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας και ο Υπουργός Οικονομικών, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 27-9-2021 και επιδόθηκε στους διαδίκους, άσκησαν παραδεκτά, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσίβλητου ιδρύματος. Η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να ενωθεί και να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης, επειδή είναι πρόδηλα συναφείς μεταξύ τους και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο έξι και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως μερικοί δεν ταυτίζονται απολύτως. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 805/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ875/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, κατά το πρώτο, τρίτο και πέμπτο σκέλος και τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγους αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (μεταξύ άλλων) και οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 11 γ', 20 και 10 (και όχι 11 που επικαλείται ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το δικαστήριο, κατά το σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη έγγραφο που νομίμως προσκομίστηκε από τον αναιρεσείοντα, ήτοι την από 15-9-2017 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού ΑΠΘ, Δ. Ζ., καθώς και την περιεχομένη στις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προτάσεις του αναιρεσίβλητου, ομολογία αυτού ότι στη διαθήκη (του Α. Α.) δεν περιλήφθηκε το επίδικο ακίνητο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. .../4-12-1891 διαθήκης του πιο πάνω διαθέτη και των από 30-8- 1976, 4-7-1979 και 6-10-1986 εκθέσεων διοικητικού και διαχειριστικού ελέγχου της Επιθεώρησης Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών καθώς και των προτάσεων του αναιρεσείοντος που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όπως και τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και τέλος ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθή χωρίς απόδειξη, ήτοι ότι οι ως άνω διαχειριστικές εκθέσεις αφορούν ή συμπεριλαμβάνουν το επίδικο ακίνητο και ότι μέχρι το έτος 1985 το αναιρεσίβλητο ασκούσε ανενόχλητο τη νομή επί του επίδικου εδαφικού τμήματος των 39,69 τ.μ. Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, οι εν λόγω αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ', 20 και 10 του ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται σε εκείνες που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ.1 ΕισΝΑΚ "οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται και στο εξής κατά το έως τώρα δίκαιο", δηλαδή κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. Κατά τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ.8 πανδ. (11.7) και ν.69 πανδ. (29.2) του εν λόγω προϊσχύσαντος ΒΡΔ, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται και η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση) στην κληρονομιά. Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγομένη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομιά για ανάμειξη σ' αυτήνκαι απόκτησή της. Το δικαίωμα των εξωτικών κληρονόμων να δηλώσουν αποδοχή της κληρονομιάς με τους ανωτέρω τρόπους, προκειμένου να καταστούν κληρονόμοι του θανόντος, με υπεισέλευση στην κληρονομιά του, δεν υπέκειντο σε προθεσμία - επειδή ήταν προσωπικό - χάνονταν δε με το θάνατο του κληρονόμου. Επίσης κατά το ίδιο δίκαιο, η από την κληρονομιά κτήση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου δεν υποβαλλόταν σε μεταγραφή και η κτήση της κληρονομιάς είχε αναδρομικά αποτελέσματα, ήτοι ανέτρεχε στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου λόγω υπεισέλευσης στην κληρονομία απαιτείται η επίκληση συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες να εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομιά, μη αρκούσης της επικλήσεως του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή (ΑΠ 69/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, που ταυτίζεται με αυτόν του άρθρου 560 αριθ. 5α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1162/2020, ΑΠ 467/2018). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, που ταυτίζεται με αυτήν του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ (ΑΠ5/2019, ΑΠ 266/2018). Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης,σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί (ΑΠ 740/2020, ΑΠ 966/2019). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που ταυτίζεται με αυτόν του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχή, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1099/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ321/2019, ΑΠ 842/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../4-12-1891 δημόσιας διαθήκης του Α. Α., που συντάχθηκε ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Λάρισας, Ανδρέα Ροδόπουλου, συστήθηκε ίδρυμα με την επωνυμία "...", η λειτουργία του οποίου διεπόταν από τις διατάξεις της ως άνω διαθήκης, από το υπ' αριθμ. 3/23-12-1943 Κανονιστικό Διάταγμα (ΦΕΚ 439/30-12-1943) και τις διατάξεις του Α.Ν. 2039/1939, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατά το χρόνο έκδοσης της εκκαλουμένης (άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με βάση την πιο πάνω διαθήκη περιήλθε στην κυριότητα, τη νομή και την κατοχή του εφεσίβλητου ιδρύματος, εκτός άλλων περιουσιακών στοιχείων, και ένα οικόπεδο που βρίσκεται στο χωριό ..., στη θέση "...", έκτασης 284,82 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Σ. και συνεχόμενο ακίνητο του εφεσιβλήτου, εντός του οποίου βρίσκεται παλαιό εργοστάσιο υφαντουργίας, νότια με κοινόχρηστο χώρο και πέρα από αυτόν με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. και με ιδιοκτησία Δ. Λ. ή κληρονόμων Κ. Σ., δυτικά με κοινοτικό ρέμα και με ιδιοκτησία Θ. Ζ. και ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Σ., του εκκαλούντος και με το άνω συνεχόμενο του εφεσιβλήτου (παλαιό εργοστάσιο υφαντουργίας). Σημειώνεται ότι το εφεσίβλητο, το οποίο συστήθηκε νόμιμα από τη δημοσίευση του ως άνω Κανονιστικού Διατάγματος κατά το έτος 1943, πριν δηλαδή τη θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα (1946), απέκτησε την κυριότητα του προπεριγραφόμενου οικοπέδου με την υπεισέλευση των νόμιμων εκπροσώπων του στην κληρονομιά του δικαιοπαρόχου του, Α. Α., δηλαδή κατά το προϊσχύον βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 ΕισΝΑΚ και των νόμων 12 πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 πανδ. (11.7), 69 πανδ. (29.2). Το ότι το επίδικο οικόπεδο περιλαμβάνεται στην περιουσία του εφεσιβλήτου και είναι συνεχόμενο με το έτερο οικόπεδο, έκτασης 150 τ.μ., στο οποίο βρίσκεται το παλαιό εργοστάσιο υφαντουργίας, αποδεικνύεται πλήρως από τις συνταχθείσες σε προγενέστερο χρόνο της άσκησης της αγωγής του εφεσιβλήτου από 30-8-1976, 4-7-1979 και 6-10-1986 εκθέσεις διοικητικού και διαχειριστικού ελέγχου της Επιθεώρησης Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, έχοντος την εποπτεία του εφεσιβλήτου ως κληροδοτήματος, για τις οικονομικές χρήσεις 1962 έως 1975 (η πρώτη εξ αυτών), 1976 και 1977 (η δεύτερη εξ αυτών) και 1978 έως και 1985 (η τρίτη εξ αυτών). Συγκεκριμένα και στις τρεις ως άνω εκθέσεις στα οικεία κεφάλαια, όπου περιγράφεται η περιουσία του εφεσίβλητου, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι αυτή (η περιουσία) αποτελείται: α) από ένα τριώροφο παλαιό σπίτι επί οικοπέδου 150 τ.μ., ευρισκόμενο στα ... και β) από ένα συνεχόμενο οικόπεδο έκτασης 300 τ.μ. Το δεύτερο ως άνω οικόπεδο, με αναφερόμενη έκταση κατά προσέγγιση 300 τ.μ., είναι το επίδικο που εμβαδομετρήθηκε ακριβέστερα και βρέθηκε να έχει έκταση 284,82 τ.μ., σύμφωνα με το από Νοεμβρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφσυ μηχανικού, Σ. -Σ. Μ., που συντάχθηκε κατ', εντολή του εφεσίβλητου. Από το χαρακτηρισμό, δε, του επίδικου οικοπέδου ως συνεχόμενου του έτερου οικοπέδου του εφεσιβλήτου, επί του οποίου υφίσταται η παλαιά τριώροφη οικία, που λειτουργούσε ως εργοστάσιο υφαντουργίας, αδιαμφισβήτητα αποδεικνύεται ότι τα δύο εν λόγω οικόπεδα επικοινωνούν μέσω ενός εδαφικού τμήματος του επιδίκου, και συγκεκριμένα έκτασης 39,69 τ.μ., όπως αποτυπώνεται, υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ... στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Το τμήμα αυτό, δε, αποτελούσε πάντοτε τη μοναδική δίοδο επικοινωνίας μεταξύ των δύο οικοπέδων του εφεσιβλήτου και χρησίμευε όσο λειτουργούσε το εργοστάσιο υφαντουργίας για τη διέλευση των εργατών από το εργοστάσιο, δια της ευρισκόμενης στο πίσω μέρος του αύλειου χώρου του ξύλινης πόρτας, στο έτερο κενό οικόπεδο για διάφορες υφαντουργικές εργασίες (μεταφορά υφαντών και πλύσιμο νημάτων στο δυτικά του οικοπέδου υφιστάμενο ρέμα). Μέχρι και το έτος 1985 το εφεσίβλητο ασκούσε ανενόχλητα τη νομή επί του ως άνω επίδικου εδαφικού τμήματος των 39,69 τ.μ., καθώς σε διαφορετική περίπτωση η οποιαδήποτε αυθαίρετη κατάληψη αυτού θα διαπιστωνόταν και αναμφίβολα θα καταγραφόταν στις ως άνω εκθέσεις διοικητικού και διαχειριστικού ελέγχου. Έκτοτε, όμως, ο εκκαλών, που είναι κύριος του όμορου ακινήτου και της επ' αυτού οικίας από την ανατολική πλευρά του επίδικου οικοπέδου σε μήκος 12,28 μ., εκμεταλλευόμενος την πολυετή μη λειτουργία του ως άνω εργοστασίου, κατέλαβε ολόκληρο το ως άνω εδαφικό τμήμα έκτασης 39,69 τ.μ., το οποίο περικλείεται νότια σε πλευρά Α-Β μήκους 3,27 μ., προς υπόλοιπο του κενού οικοπέδου του εφεσιβλήτου, ανατολικά σε πλευρά Β-Φ μήκους 5,39 μ. και σε πλευρά Φ -Υ μήκους 6,89 μ., συνολικού μήκους 12,28 μ., προς το ακίνητο (οικία) του ίδιου του εκκαλούντος, δυτικά σε πλευρά Α-Ρ μήκους 4,91 μ. και σε πλευρά Ρ-Σ μήκους 6,47 μ., συνολικού μήκους 11,38 μ., προς ακίνητο κληρονόμων Κ. Σ. και βόρεια σε πλευρά Σ-Τ μήκους 3,14 μ. και σε πλευρά Τ-Υ μήκους 1,93 μ., συνολικού μήκους 5,07 μ., προς έτερο οικόπεδο (εργοστάσιο) του εφεσιβλήτου, όπως αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και το περιέφραξε και τοποθέτησε πρόχειρες κατασκευές, εγκαθιστώντας διάφορα κατοικίδια ζώα. Με τον τρόπο αυτό ο εκκαλών ενσωμάτωσε το τμήμα αυτό στο δικό του ακίνητο και απέβαλε αντίστοιχα από τη νομή του επίδικου τμήματος το εφεσίβλητο, αποστερώντας την επικοινωνία μεταξύ των δύο οικοπέδων του τελευταίου. Το ζήτημα της αυθαίρετης αυτής κατάληψης του επίδικου τμήματος από τον εκκαλούντα αποτέλεσε επανειλημμένως θέμα συζήτησης σε προ ημερήσιας διάταξης συνεδριάσεις της διαχειριστικής επιτροπής του εφεσιβλήτου ήδη από το έτος 1988 έως το έτος 1993, κατά τις οποίες λήφθηκαν αποφάσεις περί παύσης της παράνομης χρήσης του εν λόγω εδαφικού τμήματος από τον εκκαλούντα και περί διενέργειας των νόμιμων ενεργειών για την αποκατάσταση της ιδιοκτησίας του (βλ. ενδεικτικά αποσπάσματα από τις υπ' αριθμ. 2/Ί988, 15/1988 και 9/1993 αποφάσεις της διαχειριστικής επιτροπής του εφεσιβλήτου). Επίσης, με τις υπ' αριθμ. πρωτ. 20/9-6-1995 και 44/5-9-1995 επιστολές του Προέδρου της διαχειριστικής επιτροπής του εφεσίβλητου, που κοινοποιήθηκαν στον εκκαλούντα με θυροκόλληση στην πόρτα της οικίας του λόγω άρνησής του να τις παραλάβει, κλήθηκε ο τελευταίος σε ρητές ημερομηνίες να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το ζήτημα της αυθαίρετης κατάληψης του επίδικου εδαφικού τμήματος και να εξευρεθεί λύση επ' αυτού χωρίς την προσφυγή σε ένδικα βοηθήματα. Πλην όμως ο εκκαλών δεν ανταποκρίθηκε στις προσκλήσεις αυτές, με συνέπεια το εφεσίβλητο να εγείρει την προκείμενη διεκδικητική αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη. Προηγούμενη κατάληψη του επίδικου τμήματος από τον εκκαλούντα και συγκεκριμένα ήδη από το έτος 1977 δεν αποδεικνύεται, διότι στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αυθαίρετη ενέργειά του θα αναφερόταν στις ως άνω αναφερόμενες εκθέσεις διοικητικού και διαχειριστικού ελέγχου και κατά λογική ακολουθία θα είχε προκαλέσει σε προγενέστερο χρόνο την αντίδραση του εφεσίβλητου. Περαιτέρω, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το επίδικο τμήμα αποτελούσε ανέκαθεν, από το έτος 1888 και οπωσδήποτε πριν τη σύσταση του εφεσιβλήτου, ιδιοκτησία του παππού του, Κ. Θ. Λ., δυνάμει της υπ' αριθμ. 25/30-5-1888 εκθέσεως κληρώσεως που είχε διενεργήσει ο τότε Ειρηνοδίκης Κισσάβου και η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου Κισσάβου, στον τόμο … και με αριθμό ..., όπως η ιδιοκτησία αυτή περιγράφεται στην ως άνω έκθεση κληρώσεως και ότι στη συνέχεια αυτή περιήλθε με διαδοχικές κληρονομικές διαδοχές από τον αναφερόμενο παππού του στον πατέρα του και από τον πατέρα του στον ίδιο. Πλην, όμως, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός με τον οποίο ο εκκαλών επιχειρεί να θεμελιώσει το δικαίωμά του περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου με βάση την κληρονομική διαδοχή είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται ο τίτλος της αποδοχής της επαχθείσας σ' αυτόν κληρονομιάς και η μεταγραφή αυτού, ούτε εκτίθενται με πληρότητα οι αναφερόμενες στις πρωτοδίκως καταταθείσες από 21-6-2000 προτάσεις του διαδοχικές κληρονομικές διαδοχές και συγκεκριμένα πότε αυτές συντελέστηκαν και εάν επρόκειτο για εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης διαδοχές. Επικουρικά, δε, ο εκκαλών επιχειρεί να θεμελιώσει το δικαίωμά του περί ίδιας κυριότητας με βάση την έκτακτη χρησικτησία, επικαλούμενος την άσκηση νομής επί του επιδίκου από τον ως άνω αναφερόμενο παππού του, με διάνοια κυρίου, ήδη από το έτος 1888 και τις κληρονομικές διαδοχές που ακολούθησαν, οπότε η νομή του επιδίκου, με διάνοια κυρίου, περιήλθε στον ίδιο. Όμως και ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός του εκκαλούντος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι ο εκκαλών εκτός του ότι δεν εξειδικεύει επαρκώς τον τρόπο (είδος κληρονομικής διαδοχής) και τον χρόνο (επαγωγή), κατά τον οποίο ο πατέρας του και ο ίδιος απέκτησαν διαδοχικά τη νομή του ακινήτου, δεν εκτίθεται και το στοιχείο της άσκησης της νομής επ' αυτού με καλή πίστη, στοιχείο απαραίτητο για την απόκτηση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το προϊσχύον της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα δίκαιο (πριν από το 1946), ενώ, επίσης, δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία σε συγκεκριμένη πράξη νομής από τους δικαιοπαρόχους του και τον ίδιο. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η περιγραφή του ακινήτου του εκκαλούντος, όπως αυτή αναφέρεται στην επικαλούμενη από τον ίδιο υπ' αριθμ. …/1888 έκθεση κληρώσεως, δεν ενισχύει τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο τμήμα αποτελεί τμήμα του δικού του ακινήτου. Ειδικότερα, στην εν λόγω έκθεση κληρώσεως το ακίνητο του απώτερου δικαιοπαρόχου του εκκαλούντος, παππού του, Κ. Θ. Λ., φέρεται να συνορεύει μόνο με οικία Α. Α., με ιδιοκτησία Α. Μ. και με δρόμο. Αντίθετα, στις όμορες ιδιοκτησίες δεν αναφέρεται το ακίνητο των κληρονόμων Κ. Σ., το οποίο αποτελεί το δυτικό όριο του επίδικου τμήματος σε συνολικό μήκος 11,38 μ. όπως προαναφέρθηκε. Επίσης, οι εξετασθέντες με επιμέλεια του εκκαλούντος μάρτυρες ανταπόδειξης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου χαρακτήρισαν το επίδικο εδαφικό τμήμα ως κοινόχρηστο χώρο. Με βάση τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι το επίδικο τμήμα, έκτασης 39,69 τ.μ., όπως λεπτομερώς περιγράφεται ανωτέρω, αποτελεί τμήμα του οικοπέδου του εφεσιβλήτου, εμβαδού 284,82 τ.μ., το οποίο κατέλαβε αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα ο εκκαλών για πρώτη φορά το έτος 1985, αποβάλλοντας το εφεσίβλητο από τη νομή του επ' αυτού και αμφισβητώντας την κυριότητά του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, έκανε δεκτή τη διεκδικητική αγωγή του εφεσιβλήτου ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε αυτό ως κύριο του επίδικου τμήματος και υποχρέωσε τον εκκαλούντα να το αποδώσει σ' αυτό, ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, των σχετικών λόγων έφεσης του εκκαλούντος περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων απορριπτόμενων ως αβάσιμων. Περαιτέρω, τα αιτήματα του εκκαλούντος περί διενέργειας αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης επί του επίδικου εδαφικού τμήματος πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελή, καθώς από όλα τα νομίμως προσαγόμενα και επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα δεν καταλείπεται αμφιβολία περί της κυριότητας του εφεσιβλήτου επί του επίδικου εδαφικού τμήματος. Κατόπιν τούτων και δεδομένου ότι δεν .υποβάλλεται άλλος λόγος έφεσης, πρέπει, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης, να απορριφθεί η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη (άρθρο 534 ΚΠολΔ)".

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ (και όχι 559 αριθμ. 19), κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι αυτή περιέχει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, διότι: 1) θεωρεί ότι περιλαμβάνεται το επίδικο στις από 30-8-1976, 4-7-1979 και 6-10-1986 εκθέσεις διοικητικού και διαχειριστικού ελέγχου της Επιθεώρησης Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, επειδή περιγράφεται σ' αυτές ότι η περιουσία του αναιρεσίβλητου αποτελείται από α) ένα τριώροφο παλιό σπίτι επί οικοπέδου 150 τ.μ, ευρισκόμενο στα ... και β) από ένα συνεχόμενο οικόπεδο, έκτασης 300 τ.μ, το οποίο, κατά την αναιρεσιβαλλομένη, είναι το επίδικο, χωρίς να αιτιολογεί την κρίση της από συγκεκριμένα στοιχεία και 2) με την παραδοχή της ότι μέχρι και το έτος 1985 το αναιρεσίβλητο ασκούσε ανενόχλητα τη νομή του ως άνω επιδίκου εδαφικού τμήματος των 39,69 τ.μ, καθώς σε διαφορετική περίπτωση η οποιαδήποτε αυθαίρετη κατάληψη αυτού θα διαπιστωνόταν και αναμφίβολα θα καταγραφόταν στις ως άνω εκθέσεις διοικητικού και διαχειριστικού ελέγχου, προβαίνει σε ένα υποθετικό συμπέρασμα, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν καταγράφονται στις εκθέσεις ελέγχου όλες οι παραβάσεις των ακινήτων, όπως και του επιδίκου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι περιεχόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, προκειμένου να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο είναι σαφές. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από το αναιρεσίβλητο, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι 559 αρ.8α) πλημμέλεια, ήτοι ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δεχόμενο ότι το εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο ίδρυμα, το οποίο συστήθηκε νόμιμα από τη δημοσίευση του Κανονιστικού Διατάγματος κατά το έτος 1943, πριν δηλαδή τη θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα (1946), απέκτησε την κυριότητα του επίδικου οικοπέδου με την υπεισέλευση των νομίμων εκπροσώπων του στην κληρονομιά του δικαιοπαρόχου του, Α. Α., δηλαδή κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από το αναιρεσίβλητο, αφού με την αγωγή του δεν επικαλέστηκε υπεισέλευση των εκπροσώπων του στην κληρονομιά του δικαιοπαρόχου του. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, εφόσον στην ένδικη αγωγή γίνεται επίκληση, ότι από τον χρόνο συστάσεως του ιδρύματος, οι νόμιμοι εκπρόσωποι του αναιρεσίβλητου ασκούσαν στο επίδικο ακίνητο συγκεκριμένες πράξεις νομής (καθαρισμό, συντήρηση, περίφραξη κ.λ.π), συνάγεται αυτονόητα ότι γίνεται επίκληση και της βούλησης αυτού να αποκτήσει την κληρονομιά του προαναφερθέντος διαθέτη με υπεισέλευση σ' αυτήν και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που επικαλείται ο αναιρεσείων), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των άρθρων 92 ΕισΝΑΚ ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7), και 69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, διότι δεν απέρριψε την αγωγή, λόγω νομικής αοριστίας της, αναφορικά με την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από το αναιρεσίβλητο, η οποία συνίσταται στο ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν η υπεισέλευση των νομίμων εκπροσώπων του αναιρεσίβλητου στην κληρονομιά του δικαιοπαρόχου του Α. Α. είναι προεχόντως απαράδεκτος, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Τούτο δε διότι, δεν επικαλείται ο αναιρεσείων με το αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα της από 8-3-2001 έφεσης αυτού, ότι ο αναιρεσείων είχε προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας την εν λόγω αοριστία της αγωγής, ενώ δεν εμπίπτει στις ως άνω εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 158, 361, 369, 974, 976, 983, 1051, 1872 παρ.1, 1846 ΑΚ, για το συνυπολογισμό του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων στο χρόνο χρησικτησίας του νομέα για την απόκτηση κυριότητας αυτού σε ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο, απαιτείται ο τελευταίος να έχει αποκτήσει τη νομή από το δικαιοπάροχο του με καθολική ή ειδική διαδοχή. Και επί μεν καθολικής διαδοχής η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του μέχρι τότε νομέα, χωρίς να απαιτείται φυσική εξουσίαση στο κληρονομιαίο αντικείμενο (ακίνητο) ούτε αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης, ενώ επί ειδικής διαδοχής απαιτείται είτε υλική παράδοση του ακινήτου στον αποκτώντα με τη βούληση του μέχρι τότε νομέα, ανεξάρτητα από την αιτία παράδοσης (π. χ. δωρεά, πώληση) ή και με μόνη την απλή συμφωνία μεταξύ του παλαιού νομέα και του αποκτώντα, εφόσον ο τελευταίος είναι σε θέση να ασκήσει την φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις συνάγεται επίσης ότι η συμφωνία για τη μεταβίβαση της νομής είναι άτυπη και αναιτιώδης, αφού δεν υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου ούτε σε μεταγραφή και επιφέρει το μεταβιβαστικό της αποτέλεσμα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της υποκείμενης αιτίας. Περαιτέρω, για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τους ν.8 παρ.1 (7.39), ν.9 παρ.1 Πανδ. (50.14), ν.2 παρ.20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ.1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ.3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ.12 Πανδ. 5.8, ν.27 Πανδ. (18.1), ν.10, 17 και 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ. (41.10) και ν.109 Πανδ. (950.16) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου που εφαρμόζονται κατά τα άρθρα 51 και 64 του ΕισΝΑΚ, όταν η επικαλούμενη κτήση της κυριότητας του ακινήτου έλαβε χώρα πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ (23/2/1946), απαιτείται άσκηση νομής επί 30ετία με καλή πίστη, δηλαδή, με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του ακινήτου δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα της κυριότητας τρίτου (ΑΠ 547/2018, ΑΠ 898/2015).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι 559 αρ. 1 και 8), ήτοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας ως αόριστο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (εναγομένου) περί αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφ' ενός μεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, διότι για το χρονικό διάστημα μετά το έτος 1946 δεν απαιτείται καλή πίστη για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αφ' ετέρου δε, δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν με τις προτάσεις του (αναιρεσείοντος) στο Εφετείο και το πρωτόδικο δικαστήριο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη της τις συγκεκριμένες πράξεις νομής που άσκησαν επί του επιδίκου ακινήτου οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσείοντος και ο ίδιος με αποτέλεσμα την κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία (περίφραξη από τη μία πλευρά με πέτρινο τοίχο τουλάχιστον εκατό ετών και από την άλλη με σταθερή κατασκευή από τους δικαιοπαρόχους του που διατηρήθηκε και από τον αναιρεσείοντα και μετά το γάμο του, ενώ από την άλλη πλευρά που είναι το όριο της ιδιοκτησίας Σ. και μέσα σ' αυτό οι δικαιοπάροχοι του και στη συνέχεια ο ίδιος, διατηρούσαν οικόσιτα ζώα και καζάνι για πλύσιμο ρούχων, ενώ χρησίμευε και ως αποθηκευτικός χώρος για καυσόξυλα κλ.π, ύπαρξη δύο σειρών παραθύρων που βλέπουν στο πίσω μέρος, όπου είναι το επίδικο και τέλος ύπαρξη πόρτας που υπάρχει από την Τουρκοκρατία και αποτελούσε έξοδο κινδύνου του σπιτιού). Όπως προαναφέρθηκε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας που δίκασε ως Εφετείο, όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η έκτακτη χρησικτησία που επικαλέστηκε επικουρικά για την απόκτηση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, συμπληρώθηκε όχι μόνο στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων του αλλά και του ίδιου, από την τέλεση του γάμου του (11-4-1977), αφού μέχρι την άσκηση της αγωγής (1999) είχε παρέλθει ήδη εικοσαετία, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι δεν αποδείχθηκε προηγούμενη (από το έτος 1985) κατάληψη του επιδίκου τμήματος από τον αναιρεσείοντα και συγκεκριμένα από το έτος 1977, ενώ απέρριψε ως αόριστο τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος) περί αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία με βάση την άσκηση νομής με διάνοια κυρίου επ' αυτού των δικαιοπαρόχων του, μέχρις ότου η νομή του επιδίκου περιήλθε στον ίδιο, δεχόμενο ότι "επικουρικά δε, ο εκκαλών επιχειρεί να θεμελιώσει το δικαίωμά του περί ιδίας κυριότητας με βάση την έκτακτη χρησικτησία, επικαλούμενος την άσκηση νομής επί του επιδίκου από τον ως άνω αναφερόμενο παππού του (Κ. Λ.), με διάνοια κυρίου, ήδη από το έτος 1888 και τις κληρονομικές διαδοχές που ακολούθησαν, οπότε η νομή του επιδίκου, με διάνοια κυρίου περιήλθε στον ίδιο. Όμως και ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός του εκκαλούντος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι ο εκκαλών εκτός του ότι δεν εξειδικεύει επαρκώς τον τρόπο (είδος κληρονομικής διαδοχής) και το χρόνο (επαγωγή), κατά τον οποίο ο πατέρας του και ο ίδιος απέκτησαν διαδοχικά τη νομή του ακινήτου, δεν εκτίθεται και το στοιχείο της άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη, στοιχείο απαραίτητο για την απόκτηση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το προϊσχύον της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα δίκαιο (πριν από το 1946), ενώ επίσης δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία σε συγκεκριμένη πράξη νομής από τους δικαιοπαρόχους του και τον ίδιο". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, διότι, όπως σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η απαιτούμενη άσκηση της νομής επί του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντος με καλή πίστη, αναφέρεται σε χρόνο προγενέστερο της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα και όχι σε μεταγενέστερο αυτού και επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος από τον αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Όσον δε αφορά την επικαλούμενη παράβαση του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, είναι προεχόντως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από την επισκόπηση της από 8-3-2001 έφεσης αυτού, ότι τον ανωτέρω ισχυρισμό του (ένσταση) περί αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, στον οποίο αυτός στηρίζεται, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τον επανέφερε νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο εφέσεως, ενώ δεν εμπίπτει στις ως άνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός για τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο των πράξεων νομής που ο αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχοι του επικαλούνται ότι άσκησαν επί του επιδίκου ακινήτου, ως επιπλέον στοιχείων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του για κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, είναι απαράδεκτος, αφού ήταν αόριστος, όπως ορθά, κατ' αποτέλεσμα δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει τον τρόπο (είδος της κληρονομικής διαδοχής) και τον χρόνο της επαγωγής, κατά τον οποίο ο πατέρας του και ο ίδιος απέκτησαν διαδοχικά τη νομή του ακινήτου, αλλά ούτε αναφέρεται ότι οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσείοντος για τον πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο, ασκούσαν τη νομή επί του επιδίκου ακινήτου με καλή πίστη. Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, δεκτής γενομένης της πρόσθετης υπέρ του αναιρεσίβλητου παρέμβασης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθώς και στα δικαστικά έξοδα των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαινόντων, τα οποία γι' αυτούς ορίζονται μειωμένα, σύμφωνα με άρθρο το 22 ν. 3693/1957 και 69 παρ. 2 του ν.4182/2013, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 19-4-2018 αίτηση αναίρεσης και την ασκηθείσα υπέρ του αναιρεσιβλήτου πρόσθετη παρέμβαση.

Απορρίπτει την από 19-4-2018 αίτηση του Κ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 29/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Δέχεται την πρόσθετη υπέρ του αναιρεσιβλήτου παρέμβαση.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των προσθέτως παρεμβαινόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ