Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
341/2021 AI generated

341/2021 · 341/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 341/2021
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 341 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 341/2021 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 341/2021

Απόφαση 341 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 341/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Χ. του Μ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Γ., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3543/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6634/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/10/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 10-4-2012 ανακοπής της αναιρεσίβλητης Κ. Π. και των προσθέτων λόγων αυτής κατά του αναιρεσείοντος Δ. Χ., με την οποία ζητούσε την ακύρωση της 17481/2012 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών και της από 3-4-2012 επιταγής προς πληρωμή, που της επιδόθηκε κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της διαταγής πληρωμής, εκδόθηκε η 3543/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η αναιρεσίβλητη την από 18-12-2013 έφεση και ο αναιρεσείων την από 21-1-2014 αντέφεση. Με την 6634/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης και απορρίφθηκε η αντέφεση του αναιρεσείοντος, μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης το ανωτέρω δικαστήριο δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής και την επιταγή προς πληρωμή. Με την από 10-10-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλει ο αναιρεσείων την τελευταία αυτή απόφαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με τον ν. 4335/2015, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος κατά του καθ' ου η αίτηση οφειλέτη από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση κατά του καθ’ ου η αίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 51/2020). Η απόδειξη δε της χρηματικής απαιτήσεως ως προς το ακριβές οφειλόμενο ποσό και τα πρόσωπα του δικαιούχου και του υποχρέου πρέπει να αποδεικνύονται πλήρως από το περιεχόμενο του προσκομιζόμενου ή των προσκομιζόμενων προς έκδοση της διαταγής πληρωμής εγγράφου ή εγγράφων, απλή δε πιθανολόγηση (αρχή έγγραφης απόδειξης) βάσει αυτών δεν αρκεί. Εξάλλου με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία, υπόκειται και στη ρύθμιση των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης. Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας, που επέρχεται με την άσκηση της ανακοπής, και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 51/2020, 368/2018, ΑΠ 1943/2017). Κατά των λόγων της ανακοπής αυτής εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται, μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε με την προβολή αντενστάσεων κατ` αυτών (ΟλΑΠ 43/2005, 10/1997, ΑΠ 51/2020, 1761/2017). Έτσι εάν η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής έχει και άλλη νομική θεμελίωση, πέραν εκείνης που υποβλήθηκε με τη σχετική αίτηση και στην οποία στηρίχθηκε η διαταγή πληρωμής, η απόδειξη της διαφορετικής αυτής νομικής θεμελίωσης δεν μπορεί να θεμελιώσει ισχυρισμό εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, προς απόρριψη της ανακοπής, εφόσον για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν είχε γίνει επίκληση της έννομης σχέσης με τη διαφορετική αυτή νομική θεμελίωση. Ούτε όμως και το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, μπορεί αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη και να εξετάσει την ύπαρξη και την απόδειξη της απαίτησης με βάση τη διαφορετική αυτή νομική θεμελίωση και, κρίνοντας περαιτέρω ότι ο δικαστής, που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, όφειλε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως τη νομική αυτή θεμελίωση, να προβεί σε απόρριψη της ανακοπής. Μια τέτοια αλλαγή, κατά τη δίκη της ανακοπής, της νομικής θεμελίωσης της απαίτησης αποτελεί ανεπίτρεπτη, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσης της ανακοπής, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αντικείμενο, που καθίσταται εκκρεμές στη δίκη της ανακοπής προσδιορίζεται αποκλειστικά από τους προβαλλόμενους με αυτή λόγους σε σχέση με τη βάση στην οποία η απαίτηση στηρίζεται κατά την αίτηση για έκδοση της διαταγής πληρωμής (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 51/2020, 334/2006). Περαιτέρω, εάν οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής είναι μόνο τυπικοί, όπως η μη απόδειξη της απαίτησης και του ποσού αυτής εγγράφως, αντικείμενο της δίκης και κατά συνέπεια της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου, που δικάζει την ανακοπή, δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής. Στην περίπτωση αυτή για την παραδοχή της ανακοπής δεν αποτελεί προκριματικό ζήτημα η ύπαρξη της απαίτησης και ως εκ τούτου δεν ερευνάται αυτό, έστω και παρεμπιπτόντως, από το δικαστήριο της ανακοπής (ΟλΑΠ 10/1997). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους. Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή αναγνώριση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β` του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας). Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται κατ' αρχήν σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία. Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ` αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (όπως κατ' ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 156). Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνωρίσεως υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση, και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 51/2020, 1086/2017). Ομοίως δε και σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης ή υπόσχεσης χρέους υπάρχει όταν δι' αυτής δημιουργείται έννομη σχέση και ειδικότερα όταν αναλαμβάνεται με αυτήν (δι' αναγνωρίσεως ή δι' υποσχέσεως) υποχρέωση ως προς κάποιο χρέος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 415 ΑΚ, αυτός που υποσχέθηκε σε άλλον ότι τρίτος θα καταβάλει κάποια παροχή, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση, οφείλει αποζημίωση αν ο τρίτος αρνηθεί την καταβολή. Η σύμβαση περί παροχής τρίτου, η οποία ρυθμίζεται από την ως άνω διάταξη, προστίθεται κατά κανόνα σε μια άλλη σύμβαση, που είναι η κύρια, συνάπτεται δε ατύπως, ακόμη και αν η υπόσχεση συνδέεται με κύρια σύμβαση, που υποβάλλεται σε τύπο, και δεν παράγει αποτελέσματα έναντι του μη συμβληθέντος τρίτου παρά μόνο μεταξύ του δέκτη της υποσχέσεως και του υποσχεθέντος, ο οποίος υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη ο δέκτης, αν ο τρίτος αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή. Ως ζημία, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται το διαφέρον εκπληρώσεως δηλαδή ό,τι θα είχε ο δέκτης της υποσχέσεως, αν ο τρίτος προέβαινε στην καταβολή (ΑΠ 194/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείου, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την από 15-3-2012 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ο εφεσίβλητος- αντεκκαλών ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της εκκαλούσας- αντεφεσίβλητης, επικαλούμενος τη σύναψη σύμβασης αναγνώρισης χρέους μεταξύ των διαδίκων, με την οποία η εκκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλει το ποσό των 25.000 € σε δύο δόσεις, ποσού 12.000 € η πρώτη και ποσού 13.000 € η δεύτερη με την παράδοση ισόποσων τραπεζικών επιταγών, τη μη καταβολή από αυτή το ποσού των 13.000 € και την πλήρωση της αίρεσης, υπό την οποία αυτό έπρεπε να καταβληθεί, προς έγγραφη δε απόδειξη της απαίτησής του κατά της εκκαλούσας προσκόμισε, μεταξύ άλλων, το από Ιανουάριου 2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 17481/2012 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η εκκαλούσα να καταβάλει στον εφεσίβλητο το ποσό των 13.000 € με το νόμιμο τόκο από τις 30-10- 2007. Ακολούθως, ο εφεσίβλητος επέδωσε στην εκκαλούσα στις 9-4-2012 αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της 17481/2012 διαταγής πληρωμής με την από 3-4-2012 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία την επέτασσε να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 19.002,77 €, ειδικότερα δε 13.000 € για επιδικασθέν κεφάλαιο, 5.577,17 € για τόκους από τις 30-10- 2007, 75,60 € για έξοδα τέλους απογράφου, 220 € για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, 30 € για επίδοση της επιταγής και 100 € για σύνταξη της επιταγής, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της (πλην του κονδυλίου των τόκων). Κατά της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή η εκκαλούσα άσκησε εμπρόθεσμα την από 10-4-2012 ανακοπή της και τους από 30-4-2012 πρόσθετους λόγους αυτής, ζητώντας την ακύρωσή τους για τους αναφερόμενους στα παραπάνω δικόγραφα λόγους. Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά για την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της, δεδομένου ότι δυνάμει του από Ιανουάριου 2007 ιδιωτικού συμφωνητικού δεν αναλήφθηκε η υποχρέωση καταβολής κάποιου χρηματικού ποσού από την ίδια προς τον εφεσίβλητο, αλλά από τη μη συμβαλλόμενη στην παραπάνω συμφωνία μητέρα της, Ε. Π., όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενό του, και ως εκ τούτου η κατ' αυτής απαίτηση δεν αποδεικνύεται εγγράφως. Σχετικά με τον παραπάνω ισχυρισμό της εκκαλούσας αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Οι διάδικοι, αμφότεροι δικηγόροι, είχαν τελέσει νόμιμο γάμο στις 27-8-1999, χωρίς να αποκτήσουν τέκνα, ωστόσο η συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά με αποτέλεσμα να συμφωνήσουν τη λύση του με συναινετικό διαζύγιο. Προς τούτο συντάχθηκε το από Ιανουάριου 2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων, υπογεγραμμένο από αμφότερους, με το οποίο ρυθμίστηκαν και οι οικονομικές τους εκκρεμότητες, που είχαν προκύψει, και συμφωνήθηκαν τα εξής: α) εντός δύο ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού οι διάδικοι θα υπογράψουν ειδικό πληρεξούσιο προς τους δικηγόρους τους για την πρώτη συζήτηση συναινετικού διαζυγίου, β) εμπροθέσμως θα δώσουν εντολή με ειδικό πληρεξούσιο για τη δεύτερη συζήτηση συναινετικού διαζυγίου, γ) εντός τριών ημερών ο εφεσίβλητος θα αποχωρήσει - μετοικήσει από την οικογενειακή τους στέγη (ιδιοκτησίας της εκκαλούσας), παραλαμβάνοντας τα αναφερόμενα σ' αυτό κινητά πράγματα, ενώ τα δώρα του γάμου θα μοιραστούν εξ ημισείας, δ) "προκειμένου να αποφευχθούν δικαστικές διενέξεις και έριδες μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων, γνωστών και επωνύμων τόσο επαγγελματικά όσο και κοινωνικά, η μητέρα της δεύτερης των συμβαλλομένων Ε. Π. δέχεται να καταβάλει στον πρώτο των συμβαλλομένων για λογαριασμό της κόρης της το συνολικό ποσό των 25.000 ευρώ, αναφορικά με την κατ' αυτόν συμμετοχή του στις δαπάνες επισκευής του διαμερίσματος της οδού .... Το εν λόγω ποσό θα καταβληθεί με δύο τραπεζικές επιταγές της Eurobank ως ακολούθως: Η πρώτη τραπεζική επιταγή ποσού 12.000 €, θα παραδοθεί στον πρώτο των συμβαλλομένων ταυτόχρονα με την αποχώρησή του από το ως άνω διαμέρισμα (μέχρι σήμερα οικογενειακή στέγη). Η δεύτερη τραπεζική επιταγή ποσού 13.000 €, θα παραδοθεί στον δεύτερο των συμβαλλομένων (σημ. από παραδρομή καθώς εννοείται στο δεύτερο, ορθώς δε στον πρώτο, των συμβαλλομένων) αμέσως μετά την υπογραφή του ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, με το οποίο ο πρώτος των συμβαλλομένων θα δίδει την ειδική εντολή στον πληρεξούσιο Δικηγόρο του για τη δεύτερη συζήτηση του συναινετικού διαζυγίου του με τη δεύτερη των συμβαλλομένων" (στην παρούσα απόφαση αντιγράφεται κατά λέξη η διατύπωση του κρίσιμου για τη διάγνωση των παραπάνω λόγων της ανακοπής όρου), δ) οι διάδικοι, με την επιφύλαξη των ανωτέρω, δηλώνουν ότι δεν έχουν καμία άλλη αξίωση ή απαίτηση κατ' αλλήλων από οποιαδήποτε αιτία ή από οικονομική συνεισφορά στην επαύξηση της περιουσίας του άλλου, παραιτούνται αμοιβαία από τυχόν αξιώσεις τους κατ' αλλήλων, καθώς και από κάθε δικαίωμα διάρρηξης, ακύρωσης και προσβολής του συμφωνητικού για οποιαδήποτε αιτία. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του προαναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού, που προσκομίστηκε από τον εφεσίβλητο προς απόδειξη της επικαλούμενης απαίτησής του κατά της εκκαλούσας, ποσού 13.000 € (που αντιστοιχεί στο ποσό της δεύτερης επιταγής, που δεν παραδόθηκε σ' αυτόν, ώστε να εισπραχθεί), οι διάδικοι αποτύπωσαν τη βούληση της μητέρας της εκκαλούσας, Ε. Π., χρησιμοποιώντας τον όρο "δέχεται", να καταβάλει αυτή στον εφεσίβλητο το ποσό των 25.000 € τμηματικά, για λογαριασμό της εκκαλούσας κόρης της. Βέβαια, η Ε. Π. δεν προσυπέγραψε το ως άνω συμφωνητικό, με συνέπεια να μη δεσμεύεται από την παραπάνω συμφωνία των διαδίκων. Η ως άνω συμφωνία των διαδίκων, ωστόσο, δεν αποτελεί αφηρημένη υπόσχεση χρέους της εκκαλούσας προς τον εφεσίβλητο, όπως εξέθεσε ο τελευταίος στην προαναφερόμενη αίτησή του για έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής σε βάρος της και αβάσιμα ισχυρίζεται με το μοναδικό λόγο της αντέφεσής του, ώστε το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό να αποδεικνύει την απαίτησή του κατ' αυτής και να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της. Αντίθετα, η ως άνω συμφωνία τους, που έχει σαφές περιεχόμενο και διατύπωση, φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης περί παροχής τρίτου, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεδομένου ότι την αναφερόμενη στο ιδιωτικό συμφωνητικό παροχή θα εκπλήρωνε, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, η μη συμβαλλόμενη μητέρα της εκκαλούσας, Ε. Π., και όχι η συμβαλλόμενη εκκαλούσα, η οποία ουδόλως υποσχέθηκε να την καταβάλει η ίδια ή αναγνώρισε με αυτό κάποια οφειλή της προς τον εφεσίβλητο. Εξάλλου, ακόμη και η χρήση της φράσης "η Ε. Π. δέχεται να καταβάλλει...για λογαριασμό της κόρης της...αναφορικά με την κατ' αυτόν (δηλαδή του εφεσιβλήτου,) συμμετοχή του στις δαπάνες.." δεν μπορεί να οδηγήσει στην παραδοχή ότι πρόκειται για αναγνώριση χρέους της εκκαλούσας προς τον εφεσίβλητο, που γεννά αποδεικνυόμενη εγγράφως υποχρέωση καταβολής του από την ίδια, αλλά αποτυπώνει την ανάμιξή της μητέρας της ως τρίτης για τη διευθέτηση των διαφορών των διαδίκων, που προέκυψαν από το γάμο τους για απαίτηση που η εκκαλούσα δεν αποδέχεται είτε ρητά είτε σιωπηρά ("αναφορικά με την κατ' αυτόν συμμετοχή του"). Μάλιστα, ουδόλως περιλαμβάνεται σε κάποιο σημείο του ιδιωτικού συμφωνητικού τέτοια δήλωση της εκκαλούσας περί αναγνώρισης της οφειλής της προς αυτόν ή περί πρωτογενούς υποχρέωσης καταβολής κάποιου ποσού από την ίδια, ούτε μπορεί να συναχθεί τέτοια αναγνώριση ερμηνευτικά, κατά τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως υποστηρίζει ο εφεσίβλητος - αντεκκαλών, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, το περιεχόμενο του ιδιωτικού συμφωνητικού ως προς τον υπόχρεο καταβολής του ποσού είναι σαφές. Άλλωστε, οι διάδικοι, που το συνέταξαν και το προσυπέγραψαν, έχοντας αμφότεροι την ιδιότητα του δικηγόρου και διαθέτοντας σημαντική εμπειρία λόγω της επιτυχημένης επαγγελματικής τους δραστηριότητας, είχαν την ικανότητα ορθής αποτύπωση των δηλώσεων βούλησής τους, ώστε να μη δημιουργούνται ερείσματα για αμφισβητούμενες από κάθε πλευρά ερμηνείες αυτών, και επέλεξαν την ως άνω σαφή διατύπωση για τον υπόχρεο ανάληψης της παραπάνω υποχρέωσης, δεδομένου ότι σε αντίθετη περίπτωση θα επέλεγαν διατύπωση τέτοια, από την οποία να προκύπτει ρητά αναγνώριση οφειλής της εκκαλούσας ή ανάληψης της υποχρέωσης καταβολής του ποσού από αυτή. Πέραν των ανωτέρω, αμφότεροι οι διάδικοι απέβλεψαν στην ύπαρξη τρίτου προσώπου, ως υπόχρεου καταβολής χρηματικού ποσού στον εφεσίβλητο, με τη σαφή αναφορά περί ανάληψης της υποχρέωσης αυτής από την Ε. Π., μητέρα της εκκαλούσας, που είχε αποδεχθεί να καταβάλει το ποσό αυτό στον εφεσίβλητο, προκειμένου να προχωρήσουν οι διαδικασίες λύσης του γάμου της κόρης της.

Συνεπώς, το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, που προσκομίστηκε για την απόδειξη της απαίτησης του εφεσιβλήτου κατά της εκκαλούσας, δεν αποτελεί έγγραφο με αποδεικτική δύναμη κατ' αυτής για την επικαλούμενη αξίωση του εφεσιβλήτου, ώστε με βάση αυτό να μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής σε βάρος της. Διαφορετικό δε είναι το ζήτημα ενδεχόμενης ευθύνης της εκκαλούσας προς αποζημίωση του εφεσιβλήτου λόγω μη καταβολής της παροχής από την Ε. Π., εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 415 ΑΚ, το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, όπως οριοθετείται από την αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής και την ανακοπή της εκκαλούσας (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 334/2006), δεδομένου ότι η αίτηση του εφεσιβλήτου για έκδοση διαταγής πληρωμής, κατά παραδοχή της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, έχει ως ιστορική και νομική αιτία την επικαλούμενη και φερόμενη ως αποδεικνυόμενη εγγράφως αναγνώριση χρέους της εκκαλούσας προς αυτόν. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι ναι μεν το από Ιανουάριου 2007 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν αποτυπώνει σύμβαση αναγνώρισης χρέους της εκκαλούσας προς τον εφεσίβλητο, ωστόσο η πρώτη οφείλει το ποσό των 13.000 € σ' αυτόν ως αποζημίωση από την (μη αποδεικνυόμενη εγγράφως) άρνηση της Ε. Π. να εκπληρώσει την παροχή, που υποσχέθηκε η εκκαλούσα, κατά το άρθρο 415 ΑΚ, και με την αιτιολογία αυτή απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής της εκκαλούσας, καθώς και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής με παρόμοιο περιεχόμενο, αντί να τους κάνει δεκτούς ως ουσιαστικά βάσιμους και να ακυρώσει την προσβαλλόμενη με την ανακοπή διαταγή πληρωμής και τη συμπροσβαλλόμενη (λόγω ελαττώματος του τίτλου) επιταγή προς πληρωμή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα, δεδομένου ότι προέβη ανεπίτρεπτα, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 224 ΚΠολΔ.... σε διαφορετική από την αίτηση νομική θεμελίωση της απαίτησης, μεταβάλλοντας το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής. Με βάση τα προαναφερόμενα, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η αντέφεση του εφεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζητά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την επικύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής με διαφορετική αιτιολογία, δηλαδή με βάση την επικαλούμενη στην αίτησή του σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους της εκκαλούσας- αντεφεσίβλητης προς αυτόν και να γίνει δεκτή η έφεση της εκκαλούσας ως βάσιμη κατ'ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ... να γίνει δεκτή η ανακοπή της ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής και του πρώτου πρόσθετου λόγου της". Κατόπιν αυτών το Μονομελές Πρωτοδικείο ακύρωσε την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης προσβληθείσα με την ανακοπή διαταγή πληρωμής, η οποία είχε στηριχθεί από τον Ειρηνοδίκη, που την εξέδωσε, σε σύμβαση αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους της αναιρεσίβλητης έναντι του αναιρεσείοντος, και την επιταγή προς πληρωμή της. Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ... Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) ... 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι διατάξεις αυτές επαναλαμβάνουν την προγενέστερη ρύθμιση με την προσθήκη δύο επιπλέον λόγων, ενώ οι λόγοι από τους αριθμούς 1 και 6 του νέου άρθρου 560 ΚΠολΔ ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με τους από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 1537/2017). Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχου του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, ΑΠ 1527/2017). Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 721/2015). Στους κανόνες δε του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προαναφέρεται, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, οι κανόνες δε αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Κατ' αρχήν η εκτίμηση του περιεχομένου και της έννοιας δικαιοπραξίας είναι ζήτημα πραγματικό και συνεπώς δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αν από τις πραγματικές παραδοχές όμως της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών, ιδρύεται ο λόγος του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι πρόκειται πλέον για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υφίσταται: α) είτε όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές αυτών των άρθρων προς διακρίβωση του νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, β) είτε όταν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010), γ) είτε όταν προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεών του στους ως άνω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 603/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι, παρά τη διαπίστωσή του αυτή, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ στην πρώτη παραπάνω περίπτωση ή ότι προσέφυγε σ' αυτές, παρότι έκρινε τη δικαιοπραξία σαφή και πλήρη, στη δεύτερη περίπτωση ή ότι εσφαλμένα υπήγαγε σ` αυτές τις αρχές τις πραγματικές διαπιστώσεις του στην τρίτη περίπτωση (βλ. ΑΠ 1041/2018, 628/2012, ΑΠ 1285/2011). Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του κατά το πρώτο του σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ (λόγο αντίστοιχο με αυτόν του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, στον οποίο εσφαλμένως αναφέρεται, εφόσον η ανακοπή υπαγόταν στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου), προβάλλοντας την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 873 ΑΚ, δεχόμενο ότι από το υπογραφέν από τον ίδιο και την αναιρεσίβλητη ιδιωτικό συμφωνητικό, που προσκόμισε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνυόταν ευθέως και άμεσα αφηρημένη αναγνώριση χρέους εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, πολύ δε περισσότερο ότι δεν αποδεικνυόταν τέτοια αναγνώριση με βάση τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Παρότι η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την παραδοχή της ανακοπής σε διαδικαστικό, κατ'άρθρο 623 ΚΠολΔ, απαράδεκτο κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της απόφασης, ήτοι στη μη απόδειξη δι'εγγράφου της κατά της αναιρεσίβλητης απαιτήσεως, και λόγος αναίρεσης αντίστοιχος με τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, που αφορά την κήρυξη απαραδέκτου βάσει δικονομικών κανόνων, δεν περιλαμβάνεται στην αποκλειστική απαρίθμηση των λόγων, για τους οποίους είναι επιτρεπτή, κατ'άρθρο 560 ΚΠολΔ, η άσκηση αναίρεσης κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, ο ανωτέρω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως (όπως και ο δεύτερος λόγος της, ο στηριζόμενος στον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) είναι ερευνητέος ως αναφερόμενος σε προκριματικό ουσιαστικού δικαίου ζήτημα, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την κατάφαση του ως άνω διαδικαστικού απαραδέκτου, δεδομένου και ότι από την απόφαση του Εφετείου επί της ανακοπής παράγεται, κατ' άρθρο 331 ΚΠολΔ, δεδικασμένο ως προς την κατάρτιση ή μη σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους δια της υπογραφείσας από τους διαδίκους έγγραφης συμφωνίας. Το δικάζον κατ'έφεση Μονομελές Πρωτοδικείο, με τις παραπάνω παραδοχές του, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου αυτού κατά την υπαγωγή σ' αυτές των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών, κρίνοντας ότι το παρατιθέμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση συνολικό περιεχόμενο του συγκεκριμένου όρου του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού δεν αποδεικνύει δικαιοπρακτική βούληση της αναιρεσίβλητης προς κατάρτιση σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους της, δηλαδή δήλωση βουλήσεώς της, με την οποία η ίδια αναγνωρίζει δική της υποχρέωση κατά τρόπο αφηρημένο, ώστε να γεννιέται ενοχή της ανεξάρτητα από την αιτία του, και να αναλαμβάνεται, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της απόφασης, υποχρέωση εκ μέρους της, εφόσον σ' αυτό αναφέρεται ρητώς αποδοχή (βούληση) της μητέρας της και όχι της ιδίας προς καταβολή του ποσού των 13.000 ευρώ, με συνέπεια να μη μπορεί να στηριχθεί επ'αυτού του όρου του συγκεκριμένου εγγράφου απόδειξη απευθείας απαίτησης του αναιρεσείοντος κατά της αντιδίκου του και έκδοση διαταγής πληρωμής θεμελιούμενη σε σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους. Ο σκοπός του όρου αποτυπώνεται σαφώς στο κείμενό του και συνίσταται ακριβώς στην αποφυγή δικαστικών διενέξεων μεταξύ των συμβαλλομένων, αυτός αποτελεί δε τον λόγο για τον οποίο η μητέρα της αναιρεσίβλητης δέχθηκε (κατά τη δήλωση της κόρης της) να καταβάλει το ως άνω ποσό, η δε περικοπή "για λογαριασμό της κόρης της" αναφέρεται ακριβώς στη μη εμπλοκή της τελευταίας σε δικαστικές διαμάχες ενόψει των διαφορών της με τον αναιρεσείοντα και της επιτευχθείσας συμφωνίας τους προς έκδοση συναινετικού διαζυγίου. Παρότι δε το συμφωνητικό υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσίβλητη δεν ανέλαβε η ίδια ευθέως και αμέσως την υποχρέωση καταβολής του ανωτέρω ποσού αποδεχόμενη την ύπαρξη τέτοιας απαίτησης εις βάρος της, ενώ και ο αναιρεσείων αρκέσθηκε στη δηλωθείσα από αυτήν αποδοχή της μητέρας της να καταβάλει το ποσό αυτό για τις αξιώσεις που, κατά την άποψή του, διατηρούσε για τη συγκεκριμένη αναφερόμενη στον προδιαλαμβανόμενο όρο αιτία (την κατ'αυτόν συμμετοχή του στις δαπάνες επισκευής του διαμερίσματος της οδού ...). Επομένως ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος κατά το πρώτο μέρος του παραπάνω σκέλους του, το αναφερόμενο σε παραβίαση του άρθρου 873 ΑΚ. Όσον αφορά το δεύτερο μέρος του, το στηριζόμενο σε παραβίαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, κατά την ανέλεγκτη ως προς τούτο κρίση του, ρητώς ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της δικαιοπρακτικής δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων (πράγμα που άλλωστε δεν συνέβη), ώστε να έχει υποχρέωση προσφυγής στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, ενώ, σε κάθε περίπτωση, αυτός ο επιμέρους λόγος, που δεν προβάλλεται κατά δικονομική επικουρικότητα, είναι απαράδεκτος και ως αντιφατικός με τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι από το περιεχόμενο του προαναφερόμενου όρου αποδεικνύεται απευθείας και σαφώς (και επομένως χωρίς να απαιτείται ερμηνεία του) αφηρημένη αναγνώριση χρέους της αναιρεσίβλητης έναντι αυτού.

Κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016,15/2006). Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", το οποίο αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η παράλειψη αιτιολόγησης ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνο ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 394/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και τον δεύτερο λόγο αυτής αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ (αντίστοιχη με την προβλεπόμενη στο άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, στην οποία αναφέρεται), ισχυριζόμενος ότι αυτή περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μη κατάρτισης σύμβασης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δια του ως άνω επίμαχου όρου του υπογραφέντος από αυτήν και τον ίδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, δεδομένου ότι και οι δύο συμβαλλόμενοι ήταν δικηγόροι και γνώριζαν πολύ καλά τις υποχρεώσεις που αναλάμβαναν με αυτό, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει το ποσό των 13.000 ευρώ, χωρίς να χρειάζεται αυτό να αναφερθεί πανηγυρικώς και ότι η απαίτησή του ήταν πλήρως εξασφαλισμένη, αφού είχαν ήδη εκδοθεί οι δύο τραπεζικές επιταγές για την πληρωμή των ποσών των 12.000 ευρώ, η οποία και πληρώθηκε, και 13.000 ευρώ, που δεν του παραδόθηκε τελικώς (χωρίς ο αναιρεσείων να διευκρινίζει την εκδότρια αυτών, δηλ. εάν αυτές εκδόθηκαν από την αναιρεσίβλητη ή τη μητέρα της, που αναφερόταν ότι δέχθηκε να καταβάλει τα ανωτέρω ποσά κατά το συμφωνητικό). Οι προαναφερόμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι. Το Πρωτοδικείο, με τις ανωτέρω παρατιθέμενες παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, ότι αυτός ο όρος δεν περιελάμβανε αναγνώριση χρέους εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και δη αναιτιώδη αναγνώριση χρέους, βάση στην οποία στηριζόταν η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και η προσβληθείσα δια της ανακοπής διαταγή, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται εγγράφως η στηριζόμενη σε τέτοια αναγνώριση απαίτηση του αναιρεσείοντος έναντι της αναιρεσίβλητης και να καθίσταται η διαταγή πληρωμής ακυρωτέα. Οι περαιτέρω περιλαμβανόμενοι σε αυτούς τους λόγους ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος αποτελούν απλώς επιχειρήματά του προς υποστήριξη της θέσης του και, υπό την επίφαση της παραβίασης του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, επιχειρείται απαραδέκτως, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να πληγεί η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα αποδειχθέντα κατά την ανέλεγκτη κρίση του πραγματικά περιστατικά. Κατ` ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 10-10-2017 αίτηση για αναίρεση της 6634/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-10-2017 αίτηση για αναίρεση της 6634/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ