341/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 341 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 341/2013
Legislator headnote
AI generated341/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 341 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 341/2013
Full text
Απόφαση 341 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 341/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ι. συζ. Γ. Χ. το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ευανθία Ελευθεριάδη-Κούσουλα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο, αφού προηγουμένως ανακάλεσε την από 9.10.2012 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Β. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Κούσουλα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο, αφού προηγουμένως ανακάλεσε την από 9.10.2012 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε: 1. με την από 18 Νοεμβρίου 2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, 2. με την από 19 Απριλίου 2005 κύρια παρέμβαση και επικουρικά πρόσθετη παρέμβαση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα κατά των ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης, 3. με την από 19 Απριλίου 2005 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας κατά του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Ασφαλίσεως Συμβολαιογράφων" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4. με την από 19 Απριλίου 2005 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας κατά του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7156/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2226/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν Α' η αναιρεσείουσα με την από 6 Μαΐου 2011 αίτησή της και Β' το αναιρεσείον με την από 6 Ιουνίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε τις από 2 Ιουλίου 2012 εκθέσεις του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποίες εισηγήθηκε να απορριφθεί ο λόγος αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας και ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος αντίστοιχα των υποθέσεων με στοιχεία Α' και Β' ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 6.5.2011 αίτηση της Ι. Μ.-Χ. κατά της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και η από 6.6.2011 αίτηση του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης ομοίως κατά της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της απόφασης 2226/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το όρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (573 ΚΠολΔ), διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 του Ν. 670/1977 "περί κωδικός Συμβολαιογράφων" (πριν από τη θέση σε ισχύ του ν. 2830/2000), "ο συμβολαιογράφος δια την υπ' αυτού κατάρτισιν οιασδήποτε συμβολαιογραφικής πράξεως ως και πάσαν παροχήν υπηρεσίας σχετιζόμενης με την πράξιν ή επιβαλλομένης εκ του νόμου ως και την έκδοσιν αντιγράφων, περιλήψεων και πιστοποιητικών, δικαιούται παγίας αμοιβής. Επί πλέον της αμοιβής ταύτης και προκειμένου περί πράξεων, των οποίων το αντικείμενον αποτιμάται εις χρήμα, δικαιούται προσθέτως αμοιβής υπολογιζόμενης βάσει του συνόλου της εν τη πράξει δηλούμενης αξίας ή της υπό της αρμοδίας αρχής καθοριζομένης μείζονος τοιαύτης. Αι ανωτέρω αμοιβαί καθορίζονται εκάστοτε δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Συντονισμού, Δικαιοσύνης και Οικονομικών". Σε εκτέλεση της πιο πάνω ρύθμισης εκδόθηκε η εφαρμοζόμενη στην προκειμένη περίπτωση 74084/1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 995/1996) στο άρθρο 1 της οποίας ορίζεται ότι "για τη σύνταξη παντός συμβολαιογραφικού εγγράφου ο συμβολαιογράφος παίρνει ως αμοιβή: α) πάγιο δικαίωμα δραχμές χίλιες (1000), β) επί πλέον της αμοιβής αυτής, και προκειμένου για πράξεις το αντικείμενο των οποίων αποτιμάται σε χρήμα, αναλογικό δικαίωμα, σε ποσοστό κανονιζόμενο με βάση τη δηλούμενη στο συμβόλαιο αξία του αντικειμένου της σύμβασης ή την καθοριζόμενη από την αρμόδια αρχή μεγαλύτερη αξία, τρία τοις εκατό (3%) για το μέχρι εκατόν είκοσι χιλιάδων δραχμών (120.000) ποσό της αξίας του αντικειμένου της σύμβασης και ένα και είκοσι τοις εκατό (1,20%) για το πέραν των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ποσό". Στο άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α "της ίδιας κοινής απόφασης ορίζεται ότι, κατ' εξαίρεση του ορισμού του άρθρου 1, καθορίζονται για κάθε ενέργεια πλειστηριασμού πάγιο δικαίωμα 1.000 δραχμές και αναλογικό σε ποσοστό 5% επί του πλειστηριάσματος, τα οποία καταβάλλονται από τον τελευταίο υπερθεματιστή. Εξάλλου στο στοιχείο η' εδ. τελευταίο της ίδιας παραγράφου του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι ως πράξεις που συντάσσονται επί παγίου τέλους χαρτοσήμου, για τις οποίες οφείλεται επίσης πάγια αμοιβή του συμβολαιογράφου σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, νοούνται, μεταξύ άλλων, οι πράξεις που ανάγονται σε εξόφληση ή επανάληψη συμβολαίων, για τα οποία προπληρώθηκε το τέλος της σύμβασης και τα δικαιώματα του συμβολαιογράφου κατά την αρχική κατάρτιση αυτών. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1005 ΚΠολΔ, 1033 και 1192 ΑΚ προκύπτει ότι επί εκποίησης ακινήτου με αναγκαστικό πλειστηριασμό η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αποτελεί το νόμιμο τίτλο δυνάμει του οποίου, εφόσον συντρέξει και μεταγραφή, μετατίθεται η κυριότητα του πλειστηριασθέντος ακινήτου στον υπερθεματιστή, επέχει δε αυτή θέση συμβολαιογραφικού εγγράφου, αφού αφορά πώληση ενεργούμενη με τη συμμετοχή της αρχής και επιφέρει μετάθεση της κυριότητας. Για το λόγο αυτό τα δικαιώματα του συμβολαιογράφου, ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, για τη σύνταξή της πιο πάνω έκθεσης υπολογίζονται αναλογικώς επί του πλειστηριάσματος. Μάλιστα εφόσον καταβλήθηκαν αναλογικά δικαιώματα για τη διενέργεια του πλειστηριασμού (έκθεση του πλειστηριασμού) και την έκδοση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, κάθε συμβολαιογραφική πράξη που ανάγεται σε εξόφληση του πλειστηριάσματος υπόκειται σε πάγια και όχι αναλογικά δικαιώματα του συμβολαιογράφου. Αλλά και στην περίπτωση που συνταχθεί πράξη εξόφλησης του πίνακα κατάταξης των αναγγελθέντων δανειστών από το συμβολαιογράφο, ως υπάλληλο του πλειστηριασμού, αυτή παρέχει στο συμβολαιογράφο ως αυτοτελές συμβολαιογραφικό έγγραφο δικαίωμα αμοιβής, η οποία υπολογίζεται παγίως, με βάση το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. η' εδ. τελευταίο της πιο πάνω κοινής υπουργικής απόφασης και όχι αναλογικώς όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 της ίδιας υπουργικής απόφασης (βλ. σχετ. Ολ.ΑΠ 1/1998, ΑΠ 822/2004). Εξάλλου η παραπάνω ερμηνευτική άποψη στηρίζεται στην ευρεία διατύπωση του εν λόγω στοιχείου η' εδαφ. τελευταίο της προαναφερόμενης παραγράφου του άρθρου 2 (οι πράξεις που ανάγονται σε εξόφληση) με την οποία εκφράσθηκε η σαφής βούληση του νομοθέτη να υπαγάγει σε πάγια και όχι αναλογικά τέλη την πράξη εξόφλησης των αναγγελθέντων και μνημονευόμενων στον πίνακα κατάταξης δανειστών, εφόσον προηγουμένως έχουν καταβληθεί αναλογικά δικαιώματα κατά την πράξη εξόφλησης του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή. Τυπικά οι παραπάνω πράξεις εξόφλησης μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους, αφού η μία αφορά εξόφληση του πλειστηριάσματος και η άλλη αφορά εξόφληση των αναγγελθέντων δανειστών, όμως και οι δύο εντάσσονται και εξυπηρετούν το σκοπό του αναγκαστικού πλειστηριασμού. Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε ουσιαστικά στην είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων από το συμβολαιογράφο δύο φορές για το ίδιο ποσό (ΑΠ 36/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι ενώπιον της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου, ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού, πλειστηριάστηκε αναγκαστικά στις 24.6.1998 με επίσπευση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας η ακίνητη περιουσία της οφειλέτριας Α. Β., η οποία κατακυρώθηκε σε τρίτους υπερθεματιστές αντί του συνολικού ποσού των 1.322.273.000 δρχ., ότι η εναγομένη συμβολαιογράφος συνέταξε τις περιλήψεις κατακυρωτικής έκθεσης, από τις οποίες προκύπτει ότι εισέπραξε από όλους τους υπερθεματιστές, για το σύνολο της εκπλειστηριασθείσας ακίνητης περιουσίας, το ποσό των 16.033.781 δρχ. για αναλογικά δικαιώματα της, ότι, λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών, συνέταξε η ίδια τον πίνακα κατάταξης 72.138/1998, στον οποίο κατέταξε, μεταξύ άλλων, και την ενάγουσα για το ποσό των 869.072.121 δρχ., προνομιακά και τυχαία, ως προσημειούχο δανείστρια, με τον όρο της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης της, την οποία είχε αναγγείλει νόμιμα στις 9.7.1998, ότι μετά την έκδοση τελεσιδίκως επί των ασκηθεισών ανακοπών κατά εν λόγω πίνακα κατάταξης της απόφασης 2560/2001 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία η ενάγουσα κατατάχθηκε για το ποσό των 861.934.880 δρχ. (2.529.522,75 ευρώ), η εναγομένη συμβολαιογράφος συνέταξε την 89.020/29.5.2002 πράξη εξόφλησης απαίτησης, καταταγείσας σε πίνακα κατάταξης, για την οποία απαίτησε και έλαβε το ποσό των 63.279,71 ευρώ για έξοδα, τέλη και αναλογικά δικαιώματα, υπολογιζόμενα σύμφωνα με το άρθρο 1 της προαναφερόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, που κατά τους ισχυρισμούς της τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, παρά τις αντιρρήσεις της ενάγουσας, ότι για τη σύνταξη της πιο πάνω πράξης, που ήταν πάγιου τέλους, καθόσον αφορούσε εξόφληση πλειστηριάσματος σε αναγγελθείσα δανείστρια, η εναγομένη συμβολαιογράφος εδικαιούτο, ως αμοιβή της, μόνο το πάγιο τέλος, με βάση το άρθρο 2 παρ. 1 εδ. η' της προαναφερόμενης απόφασης 74084/1996 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης και όχι αναλογικά δικαιώματα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 της ίδιας απόφασης, διότι προηγουμένως είχαν καταβληθεί αυτά (αναλογικά δικαιώματα) από τους υπερθεματιστές για τη σύνταξη των κατακυρωτικών εκθέσεων και ότι συνακόλουθα η εναγομένη έπρεπε να εισπράξει, ως αμοιβή της, για τη σύνταξη της επίμαχης πράξης εξόφλησης συνολικά το ποσό των 28,76 ευρώ και έτσι είναι υποχρεωμένη να επιστρέψει στην ενάγουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το ποσό των 63.250,95 ευρώ (63.279,71-28,76=63.250,95). Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 95 παρ. 1 του ν. 670/1977 και 1 και 2 παρ. 1 στοιχ. η' της 74084/1996 κοινής απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 995/1996), όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν η αναιρεσείουσα-εναγομένη συμβολαιογράφος Ι. Μ.-Χ. και ο αναιρεσείων-προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνων Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης με το μοναδικό λόγο των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, κρίνονται αβάσιμα. Επομένως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμες, οι αιτήσεις αυτές αναίρεσης, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει α) την από 6.5.2011 αίτηση της Ι. Μ.-Χ. κατά της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και β) την από 6.6.2011 αίτηση του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης ομοίως κατά της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της απόφασης 2226/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές αναίρεσης.
Καταδικάζει α) την αναιρεσείουσα Ι. Μ.-Χ. στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και β) τον αναιρεσείοντα Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει ομοίως στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 3.12.2012
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ