341/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 341 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Εργατικές διαφορές. Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.Για το κύρος της απαιτείται η επίδοση εγγράφου και η καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, η οποία περιλαμβάνει τη νόμιμη αποζημίÏ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 341 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Εργατικές διαφορές. Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.Για το κύρος της απαιτείται η επίδοση εγγράφου και η καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, η οποία περιλαμβάνει τη νόμιμη αποζημίωση καθώς και αυτή που έχεισυμφωνηθεί.Δεν απαιτείται να υπάρχει συμφωνία και για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας,εαν δεν καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και η συμφωνηθείσα.Απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, εφόσον αυτός δεν έχει προταθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκειμένου δε πρί εργατικών διαφορών, ο ως άνω ισχυρισμός πρέπει να προταθεί προφορικά στο ακροατήριο και να καταχωρισθεί στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
ΑΡΙΘΜΟΣ 341/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικά Ναυπηγεία ΑΕ" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα,. 2) R. K., Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, 3) Α. Ζ., Αντιπροέδρου Διοικητικού Συμβουλίου και Γενικού Διευθυντή Διοίκησης και Διαχείρισης αυτής, 4) T. S.-C., Γενικού Διευθυντή Διεύθυνσης Υποβρυχίων, 5) Dr. P. B., μέλος του ΔΣ αυτής, 6) D. L., μέλος του ΔΣ αυτής. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτρη Ζερδελή.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Α.-Σ. Έ. του Χ.-Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια Δικηγόρο του Ελένη Πουλοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-04-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 945/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4246/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/11/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο ,πέμπτο και έκτο των αναιρεσειόντων, και την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, και η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της αναιρέσεως, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό, πρέπει να περιέχει και τους λόγους της αναιρέσεως και της διατάξεως του άρθρου 577 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η αναίρεση, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση η οποία δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 3-10-1996 4-11-2009 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 4246/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 945/ 2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή ως προς τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο από αυτούς και αφού εξαφανίσθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατ' αυτών, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Πλην, ενώ η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ασκείται και από τους προαναφερθέντες αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους απορρίφθηκε τελικά η αγωγή του αναιρεσίβλητου, ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο κάποιος λόγος αναιρέσεως που να αρμόζει στο πρόσωπο τους. Επομένως, ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς(δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο), η αίτηση αυτή αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επειδή, κατά το άρθρο 1 του ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", απόλυση ιδιωτικού υπαλλήλου, ο οποίος προσλήφθηκε για μη ορισμένο χρόνο, εφ’ όσον αυτός διάρκεσε πάνω από δύο μήνες, δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς προηγούμενη έγγραφη καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, η οποία πρέπει να γίνει προ του σ' αυτό αναφερόμενου χρόνου με βάση τα χρόνια υπηρεσίας και κατά το άρθρον 3 § 1 εργοδότης παραμελών την κατά τα ανωτέρω υποχρέωση καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση ίση με το σύνολον των τακτικών αυτού αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε κατά τον χρόνον προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία, εκτός αν από σύμβαση ή από έθιμο οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση. Εξ άλλου κατά το άρθρον 5 § 3 του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων'', η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως θεωρείται έγκυρη, εφ` όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη απoζημίωση. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η καταγγελία της υπαλληλικής εργασιακής σχέσεως είναι άκυρη, εάν ο εργοδότης, εκτός της μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου, δεν καταβάλει στον απολυόμενον μισθωτό την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης και ως τέτοια θεωρείται όχι μόνον η νόμιμη αποζημίωση, η οποία από το άρθρο 3 § 1 του ν. 2112/1920 ορίζεται κατά ποσόν ίση προς το σύνολον των τακτικών αυτού αποδοχών, τις οποίες αυτός θα λάμβανε κατά τον χρόνον προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός κατά το άρθρον 5 § 1 του ν. 3198/1955 γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, αλλά και η πρόσθετη κατά ποσό αποζημίωση, η οποία ορίζεται κατόπιν επιτρεπτής εκ του ρηθέντος άρθρου 3 § 1 του ν. 2112/1920 συμφωνίας μεταξύ των εργοδότου και μισθωτού (Ολ.ΑΠ 1144/1983).Α κόμη από τα άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/ 1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία από τον εργοδότη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου είναι έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί στον μισθωτό η νόμιμη αποζημίωση, η οποία πρέπει να καταβάλλεται ασχέτως του λόγου που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στον νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία). Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού. Στην προ κειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, τα εξής: «Ο ενάγων οικονομολόγος εξειδικευμένος επί χρηματοοικονομικών θεμάτων, προσλήφθηκε από την εναγομένη ΑΕ, με την από 19-7-2004 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως Γενικός Διευθυντής των οικονομικών υποθέσεων αυτής με έδρα τις εγκαταστάσεις της στο Σκαραμαγκά. Συγκεκριμένα με την έγγραφη αυτή σύμβαση ορίστηκαν μεταξύ άλλων και οι ακόλουθοι όροι:1)Δια της παρούσης ο εργοδότης προσλαμβάνει με σύμβαση αορίστου χρόνου, που ξεκινά την ημερομηνία σύνταξης της παρούσας, τον εργαζόμενο, ο οποίος έχει εξειδικευμένες γνώσεις χρηματοοικονομικών και οικονομικών θεμάτων και διοικητικές ικανότητες και εμπειρία, προκειμένου ο εργαζόμενος να παρέχει στον εργοδότη τις υπηρεσίες του ως Γενικός Διευθυντής Οικονομικών Υποθέσεων. 2. 1) Ο εργαζόμενος θα είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία του Χρηματοοικονομικού Τμήματος του Εργοδότη. Θα επιβλέπει, ελέγχει και συντονίζει όλες τις χρηματοοικονομικές λειτουργίες του εργοδότη σύμφωνα με το οργανωτικό διάγραμμα του εργοδότη. Ο τρόπος με τον οποίο ο εργαζόμενος θα εκτελεί τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του με την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών, θα πρέπει πάντα να έχει ως σκοπό την διασφάλιση και προώθηση των συμφερόντων και επιχειρηματικών εργασιών του εργοδότη, καταβάλλοντος κάθε εύλογη προσπάθεια. Ο εργαζόμενος πρέπει να δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρουσίαση, ανάλυση και αφομοίωση της στρατηγικής και πολιτικής του εργοδότη στους/και από τους υφισταμένους και συναδέρφούς του προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί και στόχοι του εργοδότη. 2.2) Επιπροσθέτως, ο εργαζόμενος πρέπει να συμμορφώνεται προς τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς καθώς και στον εσωτερικό κανονισμό και όρους του εργοδότη που θα ισχύουν, πρέπει να επιδείξει προσοχή στην εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας και υγείας, αναφορικά με τον εαυτό του και τους υφισταμένους του, καθώς και τους εξωτερικούς συνεργάτες στον τομέα της αρμοδιότητας του. 2.3) Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη και για το διάστημα που θα είναι μέλος, θ' αναφέρεται στο Διοικητικό Συμβούλιο, ενώ για την περίπτωση που δεν είναι μέλος, θ' αναφέρεται απευθείας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο του εργοδότη. 3.1) Ο εργαζόμενος θα λάβει ως αμοιβή σε συμφωνία με την παρούσα το μικτό ποσό των 140.000 ευρώ ετησίως, το οποίο αντιστοιχεί σε μισθούς δεκατεσσάρων (14) μηνών και θα είναι πληρωτέο σε δώδεκα (12) μηνιαίες δόσεις ως εξόφληση, δηλαδή θα είναι πληρωτέες στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα. Η προαναφερόμενη αμοιβή είναι πολύ ανώτερη από αυτή που προβλέπεται από το νόμο ή από άλλη σχετική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και από Αποφάσεις Διαιτησίας και συμπεριλαμβάνει τα νόμιμα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας διακοπών όπως αυτά καθορίζονται από την εργατική νομοθεσία. 3.2) Ο εργαζόμενος θα δικαιούται ετησίου δώρου παροχής υπηρεσιών (μπόνους) έως το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000). Σχετικά με το αναφερόμενο μπόνους, δια της παρούσης συμφωνείται ότι: α) κατά το πρώτο έτος εργασίας σύμφωνα με την παρούσα, το προαναφερόμενο μπόνους θα πληρωθεί στο σύνολό του από τον εργοδότη σε δύο ίσες δόσεις ανά εξάμηνο. Η πρώτη πληρωμή θα πραγματοποιηθεί στις 15 Ιανουαρίου 2005 και η δεύτερη στις 15 Ιουλίου 2005. Ενώ β) κατά τα επόμενα έτη μετά την ολοκλήρωση του πρώτου έτους εργασίας, η πληρωμή των μπόνους θα γίνεται σύμφωνα με τους όρους που θα έχουν συμφωνηθεί ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο. 3 .3) Συμφωνείται ότι η προαναφερόμενη αμοιβή, ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνηθεί και πληρωθεί στο μέλλον, συμπεριλαμβάνει και καλύπτει τη νόμιμη αμοιβή του εργαζομένου οποιασδήποτε φύσης και είδους, που θα ισχύει την εκάστοτε περίοδο, δηλαδή τον βασικό μισθό όπως αυτός ορίζεται από τη νομοθεσία ή από κάθε πιθανή σχετική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και Αποφάσεις Διαιτησίας, που μπορεί να είναι εφαρμοστέες στην παρούσα σχέση εργασίας, καθώς επίσης και όλα τα επιδόματα, αυξήσεις και γενικότερες παροχές κάθε φύσης και ονομασίας, χωρίς καμία εξαίρεση τις οποίες δικαιούται ο εργαζόμενος για οποιονδήποτε λόγο που προβλέπεται από Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή από Απόφαση Διαιτησίας ή από νόμιμο μέσο.
Συνεπώς, ο εργοδότης δεν έχει καμία άλλη περαιτέρω υποχρέωση κανενός είδους για την πληρωμή κάποιου ποσού ανωτέρου και πέραν των όσων έχουν συμφωνηθεί διά της παρούσης. 3. 4. Κάθε ποσό που θα δοθεί ή δεσμεύεται να δοθεί στον εργαζόμενο ανώτερο και πέραν των όρων της παρούσας και της συμφωνηθείσας αμοιβής όπως προβλέπεται από το άρθρο 3.1 της παρούσας (γενικά μπόνους παραγωγικότητας, μπόνους συμμετοχής, εταιρική πιστωτική κάρτα κ.ο.κ), ανεξαρτήτως της φύσης και της συχνότητας ή του χαρακτήρα αυτού (ανεξαρτήτως εάν θα πληρωθεί ή θα δοθεί εφάπαξ ή όχι) καθώς και όλοι οι όροι εργασίας γενικότερα, οι οποίοι είναι ευνοϊκότεροι από αυτός που προβλέπονται από την σχετική εφαρμοστέα νομοθεσία, θα πρέπει πάντα να θεωρούνται ως εκούσιες παροχές στον εργαζόμενο από τη μεριά του εργοδότη, σύμφωνα με την ελεύθερη βούλησή του τελευταίου. Για το λόγο αυτό όλα αυτά τα ποσά δεν πρέπει να θεωρούνται τακτική αμοιβή και δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημίωσης σε περίπτωση λήξης ή λύσης ή με οποιονδήποτε τρόπο-τερματισμού της σχέσης εργασίας. Επιπροσθέτως των ως άνω αναφερομένων, το ίδιο εφαρμόζεται και για κάθε επιπλέον επίδομα που απονέμεται στον εργαζόμενο δυνάμει της παρούσας, τα οποία περιγράφονται αναλυτικότερα στο κάτωθι άρθρο 4,και τα οποία παρέχονται όταν στον τελευταίο με σκοπό να διευκολύνουν την επίδοση των καθηκόντων του. 4. 1) Ο εργοδότης διά της παρούσης συμφωνεί να αποζημιώσει τον εργαζόμενο μέσω της χρήσης πιστωτικής κάρτας για κάθε έξοδο που θα γίνει από τον εργαζόμενο για την παρουσίαση των εργασιών και για επαγγελματικές σχέσεις έως το ποσό των 3.000 Ευρώ (τρεις χιλιάδες) κατ' έτος, με την προσκόμιση δικαιολογητικών (εγγράφων) σχετικών με τα έξοδα αυτά. 4.2)... Σε περίπτωση που ο εργοδότης τερματίσει την παρούσα για οποιονδήποτε λόγο εκτός από την περίπτωση που ο εργαζόμενος δολίως ζημίωσε τον εργοδότη, πριν το πέρας των δύο ετών και κατά τροποποίηση του όρου αυτού της συμβάσεως την 4-10-2004, πριν το πέρας τεσσάρων ετών) από την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας τότε ο εργαζόμενος δικαιούται αποζημίωσης η οποία θα είναι ίση με το άθροισμα α) της αποζημίωσης που προβλέπεται από το νόμο και β) των μισθών που αντιστοιχούν στο διάστημα που ξεκινά από την ημερομηνία τερματισμού της παρούσας έως τη συμπλήρωση των δύο (τεσσάρων) ετών. Σε αυτή την περίπτωση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να διατηρήσει το ασφαλιστικό πρόγραμμα που περιγράφεται στο προαναφερόμενο άρθρο 4.3 παράγραφος 1 της παρούσας μέχρι τη συμπλήρωση των τεσσάρων ετών και να πληρώσει στον εργαζόμενο το ποσό που αντιστοιχεί στα έξοδα που περιγράφονται στο προαναφερόμενο άρθρο 4.3 παράγραφος 2 της παρούσας μέχρι τη συμπλήρωση των τεσσάρων ετών. 14.4) Σε περίπτωση που κάποιος από τους όρους της παρούσας ακυρωθεί ή κηρυχθεί α βάσιμος, οι άλλοι όροι παραμένουν εν ισχύει και ο συγκεκριμένος όρος θα θεωρηθεί ότι δεν συμπεριλήφθηκε ποτέ στην παρούσα. Με το ως άνω περιεχόμενό της η σύμβαση αναμφισβήτητα υπάγεται στους περιορισμούς του άνω άρθρου 23α παρ.2 ν. 2190/ 1920,καθότι πρόκειται για πρόσληψη από την εναγομένη ΑΕ του ενάγοντος ως Γενικού Διευθυντή της, η οποία λόγω του εύρους των παρεχομένων στον ενάγοντα αρμοδιοτήτων, ο οποίος ουσιαστικά θα ασκούσε τη διοίκηση της εταιρείας και των παρεχομένων σ' αυτόν αμοιβών και λοιπών σε χρήμα και είδος παροχών που υπερέβαιναν κατά πολύ τη νόμιμη αμοιβή του, σαφώς εξέρχεται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εναγομένης. Όμως η απαιτουμένη από τη διάταξη αυτή κατ' απόλυτη ακυρότητα, ειδική έγκριση της σύμβασης από τη γενική συνέλευση των μετόχων, η οποία δεν είχε δοθεί, δεν απαιτείτο, διότι η εναγομένη κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης ήταν μονοπρόσωπη ΑΕ, ανήκουσα εξ ολοκλήρου (ποσοστό 100%) στη γερμανική εταιρεία HDW AG ... Επομένως, η σύμβαση είναι έγκυρη ... Μετά ταύτα η έρευνα της εγκυρότητας της από 4-10-2004 τροποποίησης του όρου 13.1 της άνω σύμβασης, με τον οποίο η υποχρέωση της εναγομένης προς καταβολή συμβατικής αποζημίωσης καταγγελίας επεκτάθηκε από τα 2 στα 4 έτη, παρέλκει, αφού δεν ασκεί έννομη επιρροή επί των ερευνωμένων κυρίων αιτημάτων (άκυρη καταγγελία-μισθοί υπερημερίας) και μέχρι της απορρίψεως αυτών. Κατά τη διάρκεια της άνω σύμβασης εργασίας του και συγκεκριμένα στις 6-12-2004, ο ενάγων εξελέγη μέλος του ΔΣ της εναγομένης με δικαίωμα πρώτης υπογραφής, ιδιότητα την οποία διατήρησε μέχρι τις 3-2-2006,οπότε η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντάς του τη νόμιμη αποζημίωση, όχι όμως και την πρόσθετη συμβατική αποζημίωση. Ειδικότερα του κατέβαλε, βάσει των αποδοχών του κατά τον τελευταίο πριν την καταγγελία μήνα, εκ 10.000 Ευρώ, πλέον αναλογίας επιδομάτων εορτών και άδειας και του χρόνου απασχόλησής του, αποζημίωση ίση με τους μισθούς 2 μηνών ανερχομένη σε 23.333, ήτοι την προβλεπομένη από τα άρθρα 3 παρ.1 ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 ν.3198/ 1955. Όμως δεν του κατέβαλε και την πρόσθετη αποζημίωση που προέβλεπε με τον όρο 13.1 η άνω σύμβαση του ισουμένη με τους μισθούς που αντιστοιχούν στο διάστημα που ξεκι νά από την καταγγελία μέχρι τη συμπλήρωση των δύο ε των (19-7-2006), η οποία ούτω ανερχόταν στο ποσό των 10.000Χ5 μήνες=50.000 €.
Συνεπώς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη την 3-2 -2006 είναι άκυρη, αφού δεν του καταβλήθηκε πλήρης η οφειλομένη αποζημίωση, η οποία, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, περιλαμβάνει τη νόμιμη και τη συμβατική αποζημίωση καταγγελίας. Έτσι η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να συνεχίζεται όπως πρότερα και η εναγομένη που με την άκυρη καταγγελία της περιέχει και δήλωση της βούλησης αυτής για τη μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του ενάγοντος, καθίσταται υπερήμερη και υποχρεούται να του καταβάλει τους αντιστοίχους μισθούς από το χρόνο της άκυρης καταγγελίας μέχρι την άρση της υπερημερίας της αυτής». Έτσι που έκρινε το Εφετείο ότι, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά η παρά της πρώτης αναιρεσείουσας καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως ήταν άκυρη λόγω της μη καταβολής υπ' αυτής εις τον αναιρεσίβλητον πέραν της νόμιμης εκ του άρθρου 3 § 1 του ν.2112 /1920 αποζημίωσης απολύσεως από 23.333 € και της οφειλόμενης κατόπιν συμφωνίας μεταξύ αυτών πρόσθετης αποζημίωσης απόλυσης από 50.000 €, δεν παρεβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αν είναι αορίστου χρόνου, μπορεί να λυθεί με καταγγελία από μέρους του εργοδότη, η οποία για να είναι έγκυρη πρέπει κατ` άρθρο 5 παρ.3 του ν. 3198/1955, όπως τούτο ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 2550/1997 να γίνει εγγράφως, να καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και να καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια. Αντιθέτως, αν αυτή είναι ορισμένου χρόνου, αν δηλαδή έχει συμφωνηθεί, ρητά ή σιωπηρά ότι θα λήξει σε ορισμένο χρονικό σημείο ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της εργασιακής συμβάσεως, μπορεί κατά το άρθρο 672 ΑΚ να λυθεί με καταγγελία οποτεδήποτε αλλά μόνον αν συν τρέχει σπουδαίος λόγος, ρύθμιση όμως η οποία δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε επιπλέον ανελέγκτως και τα εξής: «Περαιτέρω ως προς τις συν θήκες εργασίας του ενάγοντος και καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων ήταν επιλογή και πρόσωπο απολύτου εμπιστοσύνης της μοναδικής κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης εργασίας του, μετόχου της εναγομένης η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ήταν η Γερμανική εταιρεία HDW η πρόσληψη του δε αποσκοπούσε στη διά των δικών του διευθυντικών ενεργειών και σύμφωνα με τους επιχειρηματικούς στόχους που είχε θέση η μέτοχος, οικονομική της αναδιοργάνωση, η οποία σημειωτέον βρισκόταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Γι' αυτό και στη συνέχεια ορίστηκε ως μέλος του ΔΣ και μάλιστα με δικαίωμα πρώτης υπογραφής. Τον Ιανουάριο του έτους 2005, η μετοχική σύνθεση της εναγομένης άλλαξε και την πλειοψηφία αυτής ανέλαβε η επίσης Γερμανική εταιρεία THYSSENKRUPP Marine Systems. Η τελευταία χάριν των οικονομικών της συμφερόντων, να θέσει το δικό της πρόγραμμα για την οικονομική αναδιοργάνωση της εταιρείας και να επιδιώξει την επάνδρωση των διευθυντικών-νευραλγικών θέσεων εργασίας της εναγομένης με πρόσωπα ικανά αλλά και απολύτως συνεργαζόμενα με αυτή προς επίτευξη των στόχων της. Πλην όμως ο ενάγων απ' αρχής δεν συμφωνούσε με τις επιδίωξεις αυτής και ιδίως τον έλεγχο των οικονομικών υπηρεσιών της εναγομένης των οποίων προΐστατο, με αποτέλεσμα να γεννώνται διαφωνίες μεταξύ τους και να δυσχεραίνεται η συνεργασία τους από δική του υπαιτιότητα. Στη συνέχεια στις 14-6-2005 η συνέλευση των μετόχων της εναγομένης αποφάσισε την αλλαγή του ΔΣ αυτής και τοποθέτησε δικούς της εκπροσώπους, στους οποίους δεν επιλέχθηκε ο ενάγων και έκτοτε αυτός έπαψε να είναι μέλος του ΔΣ. Από τότε έπαψε πλέον να συνεργάζεται με τη διοίκηση της εναγομένης και ιδίως με το μέλος και Αντιπρόεδρο του ΔΣ αυτής τρίτο των εναγομένων, που είχε ορισθεί με την από 6-10-2005 απόφαση του ΔΣ Γενικός Διευθυντής τής Διοίκησης και Διαχείρισης, στον οποίο όφειλε, σύμφωνα με την απόφαση αυτή και το νέο οργανόγραμμα της εταιρείας, να αναφέρεται ... Ειδικότερα ο ενάγων εμφανιζόταν ελάχιστες ώρες στα γραφεία της εταιρείας, συχνά έλλειπε ταξίδια στο εξωτερικό όχι για υποθέσεις της εταιρείας, απέφευγε την προσωπική επικοινωνία του με τα μέλη της διοίκησης και επικοινωνούσε με αυτούς μέσω e-mail, κατά τις παρουσιάσεις, ενημερώσεις και επεξηγήσεις προς το ΔΣ, συχνά δεν εμφανιζόταν ο ίδιος αλλά έστελνε τους υφισταμένους του, ενώ και η οργάνωση της οικονομικής υπηρεσίας ήταν ελλιπής ιδίως ως προς τα όρια αρμοδιοτήτων των διαφόρων τμημάτων με αποτέλεσμα ορισμένες φορές να γίνεται διπλή δουλειά ή καθόλου. Τα προβλήματα αυτά διαπιστώθηκαν και από την ανεξάρτητη ελεγκτική εταιρεία ERNST & YOUNG στην από 13-12-2005 αναφορά εσωτερικού ελέγχου την οποία υπέβαλε μετά από επιτόπιο έλεγχο κατ' αίτηση της εναγομένης, στην οποία αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε τρέχουσα έλλειψη επικοινωνίας και σαφής εσωτερική αβλεψία από τον Γενικό Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών (ενάγοντα) και προτείνεται στο ΔΣ να καταλήξει σε απόφαση όσο το δυνατόν συντομότερα. Συνέπεια της άνω συμπεριφοράς του και η εναγομένη να αρχίσει να λαμβάνει μέτρα ελέγχου και εποπτείας της εργασίας του και συγκεκριμένα να ελέγχει τις αιτήσεις του για επαγγελματικά ταξίδια στο εξωτερικό και να μην εγκρίνει ορισμένα εξ αυτών, τα ο ποία πράγματι δεν αποδείχτηκαν ότι εξυπηρετούσαν την εναγομένη, να αναθέτει στον ενάγοντα συγκεκριμένα θέματα εργασίας, τα οποία ήταν στην αρμοδιότητά του, όπως τη διεύθυνση και έλεγχο της καταγραφής της ακίνητης περιουσίας της, η οποία αποτελούσε μείζον ζήτημα για τα συμφέροντά της, δεδομένου ότι η αξία τους ξεπερνούσε τα 150.000.000 €, κατήργησε δε και το τμήμα εσωτερικού ελέγχου που είχε συστήσει ο ενάγων, του οποίου ο ενάγων ήταν επικεφαλής και ελεγχόταν ταυτόχρονα. Οι ενέργειες αυτές της εναγομένης δεν έγιναν με σκοπό την παραγκώνιση του ενάγοντος και προ κειμένου να τον μειώσουν επαγγελματικά ώστε να αναγκαστεί να παραιτηθεί, όπως ισχυρίζεται, αλλά χάριν της εύρυθμης λειτουργίας της εναγομένης, η οποία όπως προαναφέρθηκε κινδύνευε από την άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του. Όμως ο ενάγων αρνείτο και πάλι να συμμορφωθεί, μη δεχθείς την εργασία καταγραφής των ακινήτων, όπως και την υπογραφή του ισολογισμού του έτους 2005, τα οποία σημειωτέον διεκπεραίωσε η νέα διευθύντρια οικονομικών υπηρεσιών της εναγομένης που προσλήφθηκε την 1η Ιουλίου 2006 ήτοι 5 μήνες μετά την απόλυση του ενάγοντος, συνεπώς η εναγομένη δεν είχε βρει τον αντικαταστάτη του από πριν την απόλυσή του, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Έτσι το ΔΣ της εναγομένης, με την από 25-1-2006 ομόφωνη απόφασή του αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού, η οποία και έλαβε χώρα όπως προαναφέρθηκε στις 5-2-2006. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά που αποδείχθηκαν και ενόψει του ότι η θέση εργασίας την οποία κατείχε ο ενάγων απαιτούσε ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης προς το πρόσωπο του και το αντίθετο, η οποία εξ υπαιτιότητάς του εξέλειπε, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού την 3-2-2006 δεν κρίνεται ότι εκφεύγει και μάλιστα προφανώς των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και επομένως δεν είναι καταχρηστιτική. Εξάλλου η υποχρέωση αυτού, σύμφωνα με τα παραπάνω, να αναφέρεται στον 3ο των εναγομένων Αντιπρόεδρο του ΔΣ της εναγομένης και Γενικό Διευθυντή Διοίκησης και Διαχείρισης, σύμφωνα με το οργανόγραμμα αυτής, δεν αποτελεί παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας του και συγκεκριμένα του όρου 2.3 αυτής κατά τον οποίο θα αναφέρεται απευθείας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Εργοδότη, αφού η θέση αυτή δεν προβλεπόταν στο νέο οργανόγραμμα που εγκρίθηκε από το ΔΣ της εναγομένης, ο Πρόεδρος του ΔΣ ήταν αρμόδιος άλλης διεύθυνσης, αρμόδιος δε επί των οικονομικών και προϊστάμενος του ενάγοντος σε επίπεδο ΔΣ ήταν ο 3ος των εναγομένων Αντιπρόεδρος του ΔΣ. Ενόψει των παραπάνω, δεν αποδείχτηκε και ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και επομένως το αίτημα αυτού για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Απορριπτομένων δε ως άνω των περί καταχρηστικότητας και προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος βάσεων της αγωγής, απορριπτέο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο είναι και το αίτημα αυτού να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με την ιδιότητα που τον απασχολούσε πριν την καταγγελία. Τέλος απορριπτέες είναι και οι ενστάσεις των εναγομένων, τις οποίες επαναφέρουν με τους λόγους εφέσεως παραπονούμενοι για την σιγή απόρριψή τους πρωτοδίκως η πρώτη εκ του άρθρου 672 ΑΚ, γιατί η διάταξη αυτή αφορά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο, η οποία δεν εφαρμόζεται στη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και η δεύτερη εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ότι ο ενάγων εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις πλημμελώς, κακόβουλα, με αποκλειστικό σκοπό να την εξαναγκάσει να τον απολύσει για να εισπράξει την οφειλόμενη αποζημίωση, γιατί δεν αποδεικνύεται». Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη μόνο ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και κατά τη βάση της περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου λόγω μη καταβολής σ' αυτόν και της πρόσθετης συμβατικής αποζημίωσης και την απέρριψε ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες. Έτσι που έκρινε δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 ν 3198/1955,τις οποίες αντιθέτως ορθά εφάρμοσε, ενόψει του ότι αν και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, που ήταν αορίστου χρόνου, είχε ως αιτία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης την αντισυμβατική συμπεριφορά αυτού, συνεπεία της οποίας εξέλειπε η σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των οργάνων της πρώτης αναιρεσείουσας και του ως άνω αναιρεσιβλήτου, λόγω της θέσης εργασίας που κατείχε ο τελευταίος αυτή ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής και της πρόσθετης συμβατικής αποζημίωσης σ' εκείνο (αναιρεσίβλητο), αφού στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ κατά την οποία για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου απαιτείται μόνο η συνδρομή σπουδαίου λόγου, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως αβάσιμος.
Ένα μέλος του Δικαστηρίου, όμως, και συγκεκριμένα ο αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης είχε την εξής γνώμη: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 "η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον γίνει εγγράφως και έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση". Ως οφειλόμενη νοείται πρωτίστως η αποζημίωση που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 του ν. 3198/1955 ως υποχρεωτικό μέτρο πρόνοιας υπέρ του απολυόμενου μισθωτού. Από την υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης αυτής ο εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί, παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία εναντίον του μισθωτού έχει υποβληθεί μήνυση για αξιόποινη πράξη, που διαπράχθηκε κατά την άσκηση της υπηρεσίας του (άρθρο 5 παρ.1 του ν. 2112/1920), δηλαδή για λόγο που εύλογα κλονίζει την εμπιστοσύνη του εργοδότη απέναντι στο μισθωτό. Περαιτέρω, ως οφειλόμενη νοείται και η πρόσθετη αποζημίωση, πέραν της ελάχιστης που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις, η οποία ενδέχεται να έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών της εργασιακής σχέσεως για την περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη (Ολ.ΑΠ 1144/1983). Με δεδομένο, όμως, το ότι η υποχρέωση καταβολής της πρόσθετης αποζημίωσης δεν επιβάλλεται από το νόμο, για να είναι και η αποζημίωση αυτή οφειλόμενη, όπως η εκ του νόμου, πρέπει η εκπλήρωση του περί αυτής συμβατικού όρου (ΑΚ 361) να στοιχείται προς το περιεχόμενο της συναλλακτικής καλής πίστης. Σύμφωνα με το άρθρο 288 ΑΚ, η καλή πίστη, που διέπει στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις την εκπλήρωση της παροχής τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, υπαγορεύει τη δυνατότητα απόκλισης από ένα συμβατικό όρο, με τον οποίο επιβάλλεται στο ένα μέρος μια υποχρέωση, η οποία, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, δεσμεύει υπερβολικά την οικονομική ελευθερία και καθίσταται υπέρμετρα επαχθής (πρβλ. Ολ.ΑΠ 927/1982, ΑΠ 136/2006). Στο πλαίσιο της παροχής εξαρτημένης εργασίας, υπέρμετρα επαχθής είναι η υποχρέωση που επιβάλλει στον εργοδότη τη διατήρηση της σύμβασης, παρά το γεγονός ότι ο μισθωτός, με τη δική του συμπεριφορά, έχει κλονίσει ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη με την οποία ο εργοδότης δικαιούται να αναμένει την εκπλήρωση της παροχής. Η υποχρέωση αυτή εμπεριέχεται στη ρήτρα ότι ο εργοδότης σε περίπτωση καταγγελίας θα οφείλει πάντοτε μια σημαντική, πρόσθετη αποζημίωση. Εφ' όσον, λοιπόν, ο εργοδότης έχει υπέρ αυτού τέτοιο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως (ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί σπουδαίος και να δικαιολογήσει την καταγγελία αν η σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου, ΑΚ 672), η συμφωνία περί καταβολής πρόσθετης αποζημίωσης (ακόμη και όταν πρόκειται για σύμβαση αορίστου χρόνου) καθίσταται ανενεργής και η πρόσθετη αποζημίωση αποβαίνει μη οφειλομένη. Οπότε, η μη καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη δεν επηρεάζει το κύρος αυτής.
Εν προκειμένω το Εφετείο, αν και δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, με την επανειλημμένη, κακή και αντίθετη προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις συμπεριφορά είχε προκαλέσει την εκ μέρους της πρώτης από τους αναιρεσείοντες καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, η οποία, ως εκ τούτου, δεν ήταν καταχρηστική, αλλά απολύτως δικαιολογημένη, απέρριψε ως μη νόμιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό αυτής περί του ότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε διότι η εξακολούθηση της σχέσεως εργασίας είχε καταστεί αφόρητη για την ίδια, με συνέπεια να μην οφείλει τη συμφωνηθείσα πρόσθετη αποζημίωση. Με τον τρόπο αυτό, όμως, εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις που αναφέρθηκαν. Γι' αυτό και, σύμφωνα με τη μειοψηφούσα γνώμη, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως θα έπρεπε να κριθεί βάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Εξάλλου, από τα άρθρα 591 παρ.1β, 666 παρ.1,115 παρ.3 και 256 παρ.1δ' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε των άνω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά την πρώτη τούτων ση μείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνων που προβλέπονται από την παράγραφο 2 της δεύτερης από αυτές. Επομένως, ο διάδικος που, ως εκκαλών, προβάλλει με την έφεσή του νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεσθεί την συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων της δεύτερης των ως άνω διατάξεων οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους. Τέλος για την ίδρυση των από το άρθρ. 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, εφόσον για την εφαρμογή του νόμου απαιτείται η υποβολή στο δικαστήριο της ουσίας ένστασης, πρέπει η ένσταση αυτή να έχει υποβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο από το άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. και τέταρτο από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικών διατάξεων του νόμου και ειδικότερα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, γιατί με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό τους που είχαν προτείνει κατά την πρωτοβάθμια δίκη και με λόγο έφεσης, παρακωλυτικό του αγωγικού ισχυρισμού του ήδη αναιρεσιβλήτου, περί ακυρότητας της γενόμενης από μέρους τους καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, γιατί, κατά τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό, η ένδικη αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά. Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα και συγκεκριμένα από τις πρωτόδικες προτάσεις, το δικόγραφο της έφεσης των αναιρεσειόντων, τις προτάσεις που κατέθεσαν αυτοί στο Εφετείο, καθώς και από το επίσημο αντίγραφο των πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου αποδεικνύεται μεν ότι ο εν λόγω ισχυρισμός που συνιστά ένσταση, όπως προλέχθηκε, είχε μεν διατυπωθεί στις πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσειόντων, προς απόκρουση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, η οποία δικάσθηκε με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, χωρίς όμως να προκύπτει από τα προαναφερθέντα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι έλαβε χώρα και προφορική πρόταση αυτού στο ακροατήριο του άνω δικαστηρίου και ως εκ τούτου θεωρείται ότι δεν προβλήθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό. Για το παραδεκτό δε της προβολής του στο Εφετείο, με λόγο έφεσης, έπρεπε να γίνεται επίκληση των λόγων της βραδείας προβολής για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν ο λόγος αυτός εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ. Τέτοια, όμως, επίκληση, δεν προκύπτει από την επισκόπηση των ως άνω διαδικαστικών εγγράφων ότι υπάρχει στην έφεση που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου, με αποτέλεσμα το απαράδεκτο της προβολής της ανωτέρω ένστασης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επομένως οι ανωτέρω λόγοι της αίτησης αναίρεσης (τρίτος και τέταρτος) πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-11-2009 αίτηση για αναίρεση της 4246/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ