341/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 341 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 341/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 341 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 341/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
:
Της αναιρεσείουσας : Της υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρίας με την επωνυμία ... και εκπροσωπείται νόμιμα υπό του εκκαθαριστού αυτής κ. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλέαρχο Κανελλόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρίας με την επωνυμία ... που εδρεύει κατά μεν το καταστατικό της στη ..., ουσιαστικά δε στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Καραμήτσιο, ο οποίος ανακάλεσε την από 29 Ιανουαρίου 2010 δήλωσή του για παράσταση κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-8-2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5542/2001 μη οριστική, 4690/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 942/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 171/7-12-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 942/10-10-2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της , καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 171/7-12-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 942/10-10-2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, επί της κατά τη ν έννοια του άρθρου 986 ΚΠολΔ 8574/17-8-2000 ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε αρχικά η 5542/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία τάχθηκε σε βάρος της καθής και ήδη αναιρεσίβλητης το σχετικό θέμα αποδείξεως και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή τους, κατ' αποδοχή της, η 4690/2005 οριστική αυτού απόφαση. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε η καθής και ήδη αναιρεσίβλητη με την 39/13-1-2006 έφεση, κατ' αποδοχή της οποίας και εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εκδόθηκε η 942/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς., με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 2288/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς διατάχθηκε, ως ασφαλιστικό μέτρο, η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.Π.Υ", και τον διακριτικό τίτλο "ΕΝΑ ΡΕΤROLEUM S.Α", που βρίσκεται στα χέρια αυτής ή στα χέρια τρίτου, μέχρι του ποσού των 70.000.000 δραχμών, προς εξασφάλιση της αναφερόμενης στην απόφαση αυτή απαιτήσεως της ανακόπτουσας και ήδη εφεσίβλητης. Στο πλαίσιο εκτελέσεως της ως άνω αποφάσεως, η εφεσίβλητη επέβαλε, κατ' άρθρο 712 ΚΠολΔ, συντηρητική κατάσχεση στα χέρια της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας ως οφειλέτιδας της καθ' ης η κατάσχεση προαναφερόμενης εταιρείας "ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.Π.Υ" : α) με την επίδοση στην εκκαλούσα στις 11-7-2000 αντιγράφου της διατάσσουσας τη συντηρητική κατάσχεση ως άνω αποφάσεως με τη δήλωση της εφεσίβλητης ότι κατάσχει συντηρητικώς στα χέρια αυτής, ως τρίτης, το ποσό των 70.000.000 δραχμών, άλλως οποιοδήποτε τυχόν μικρότερο ποσό οφείλει αυτή στην καθ' ης η κατάσχεση εταιρεία καθώς και επιταγή να μην εξοφλήσει προς την καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία "ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.Π.Υ" την απαίτηση της τελευταίας κατ' αυτής, και β) με την επίδοση, στις 18-7-2000, στην καθ' ης η κατάσχεση εταιρεία "ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.Π.Υ" εγγράφου, με το οποίο η εφεσίβλητη την πληροφορούσε για την επιβληθείσα κατάσχεση στα χέρια της εκκαλούσας ως τρίτης. Η εκκαλούσα, ενεργούσα δια του εκπροσώπου της ...., στις 19-7-2000 προέβη ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πειραιώς στην, κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ, δήλωση τρίτου, συνταχθείσας σχετικώς της υπ' αριθ 121/2000 εκθέσεως. Δήλωσε ότι, πριν από την επιβολή της συντηρητικής κατασχέσεως στα χέρια της, υφίστατο οφειλή αυτής προς την καθ' ης η κατάσχεση εταιρεία "ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.Π.Υ", η οποία ωστόσο είχε ήδη εξοφληθεί πλήρως με την από την πλευρά της παράδοση στην εν λόγω εταιρεία των αναφερόμενων εννέα συνολικώς επιταγών εκδόσεώς της, σε διαταγή της εταιρείας αυτής ("ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.Π.Υ"). Κατά το έτος 2000 η εταιρεία "ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.Π.Υ" και η εκκαλούσα διατηρούσαν συνεχή εμπορική συνεργασία στον τομέα εμπορίας ναυτιλιακών καυσίμων, βάσει της οποίας η δεύτερη αγόραζε από την πρώτη ποσότητες πετρελαιοειδών με σκοπό τη μεταπώληση. Για την πληρωμή αυτών η μεν πωλήτρια εταιρεία ("ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.Π.Υ") χορηγούσε στην αγοράστρια εταιρεία (εκκαλούσα) πίστωση 30 ημερών από την ημέρα παραδόσεως των καυσίμων, η δε αγοράστρια εταιρεία εξέδιδε και παρέδιδε στην πωλήτρια εταιρεία μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές. Στις αρχές Ιουλίου 2000 υπήρχε οφειλή της εκκαλούσας προς την πωλήτρια εταιρεία "ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.Π.Υ" ύψους 188.400 δολλ ΗΠΑ, προερχόμενη από την αγορά ποσότητας καυσίμων (1.200 μετρικών τόννων), που αφορούσε το πλοίο "...", στο οποίο η παράδοση θα γινόταν στις 7-8 Ιουλίου 2000 στο λιμάνι του Πειραιώς. Για την ανωτέρω οφειλή της η εκκαλούσα (αγοράστρια), χάριν καταβολής και προς εξασφάλιση της πληρωμής του εν λόγω χρέους της, εξέδωσε και παρέδωσε στις 6-7-2000 στην πωλήτρια εταιρεία "ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.Π.Υ" την υπ' αριθ .... τραπεζική επιταγή, πληρωτέα στην Τράπεζα Κύπρου (υποκατάστημα Πειραιώς) για ποσό 188.400 δολλ. ΗΠΑ, η οποία ήταν μεταχρονολογημένη και έφερε ως ημερομηνία εκδόσεως της την 9-8-2000. Η επιταγή αυτή συμπεριελήφθη στην ανακοπτόμενη δήλωση με αναφερόμενη ως ημερομηνία παραδόσεως της στην εταιρεία "ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.ΠΥ" την προμνημονευόμενη (6-7-2000). Η εφεσίβλητη κατέσχε στα χέρια της εκκαλούσας την απαίτηση της εταιρείας "ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.ΠΥ" από το τίμημα πωλήσεως, δηλαδή από τη βασική σχέση, υπέρ της οποίας, ως υποκείμενης αιτίας, συνομολογήθηκε παράλληλη ενοχή από επιταγή. Ώσπου να ικανοποιηθεί ή να καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση της ενοχής από την επιταγή υπήρχε αναστολή ικανοποιήσεως της απαιτήσεως από τη βασική σχέση, την οποία η εκκαλούσα έπρεπε να εκπληρώσει μόνον όταν καθίστατο αδύνατη η εκπλήρωση της απαιτήσεως από την επιταγή. Η επιταγή αυτή πληρώθηκε στις 14-8-2000 και με την είσπραξη του ποσού αυτής αποσβέσθηκε η απαίτηση της εταιρείας "ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.Π.Υ" από τη βασική έννομη σχέση. Δήλωσε μεν η εκκαλούσα ότι η οφειλή της προς την εταιρεία "ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.Π.Υ" είχε εξοφληθεί με την παράδοση (στις 6-7-2000) στην τελευταία της επιταγής και στη δήλωση της αυτή προσδίδεται η έννοια ότι η παράδοση της επιταγής έγινε αντί καταβολής της οφειλής της από τη βασική σχέση, ενώ έγινε χάριν της καταβολής της ίδιας οφειλής. Πλην και αν δήλωνε το τελευταίο, δήλωνε, δηλαδή, ότι αν και όφειλε την παροχή από τη βασική σχέση, εν τούτοις δεν θα καταβάλει (δεν θα παρακαταθέσει το συντηρητικώς στα χέρια της κατασχεθέν ποσό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων), καθώς είχε αναλάβει παράλληλη υποχρέωση από την επιταγή, την οποία και θα εκπλήρωνε και πάλιν η κατάσχεση της απαιτήσεως από τη βασική σχέση δεν θα απέβαινε δραστική. Εν όψει των προεκτεθέντων, πρώτον μεν η κατάσχεση αυτή της από την υποκείμενη αιτία απαιτήσεως δεν εμπόδιζε την τρίτη εκκαλούσα να καταβάλει το προηγούμενο στην εκτέλεση και μη κατασχεθέν εκ της επιταγής χρέος, δεύτερον δε, όταν αυτό εξοφλήθηκε αποσβέσθηκε η από την υποκείμενη αιτία αξίωση και κατ' αναγκαιότητα ατόνησε η χωρίς αντικείμενο πλέον καταστάσα κατάσχεση αυτή. Υπό τα ως άνω δεδομένα, η ανακοπτόμενη δήλωση της εκκαλούσας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιαστικώς ανακριβής και η εκκαλούμενη οριστική απόφαση που δέχθηκε την υπό δίκη ανακοπή έσφαλε, όπως βασίμως υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον δεύτερο, κατά το σχετικό σκέλος του και κατά την έννοια αυτού, λόγο της εφέσεως. Με αυτόν επαναφέρεται ο ισχυρισμός που προέβαλε η εκκαλούσα ως καθ' ης η ανακοπή με τις προτάσεις κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως, ότι είχε αναλάβει παράλληλη υποχρέωση από την επιταγή την οποία και εκπλήρωσε. Η άμυνα δε του τρίτου δεν είναι αναγκαίο να περιορισθεί και στα όρια της δηλώσεώς του, αλλά μπορεί να προβάλει και ισχυρισμούς που δεν περιέχει η δήλωσή του". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα :
Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ . Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, πλην άλλων, και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγμα" αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και επομένως και ο λόγος εφέσεως που περιέχει αυτοτελή ισχυρισμό, διατυπούμενος με τη μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβαθμίου κρίσεως. Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα ή απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την διάταξη αυτή νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε μορφή αυτής. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως εκείνη της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρεμβάσεως, αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Εξάλλου, στο περιεχόμενο του κατά το άρθρο 116 ΚΠολΔ καθήκοντος αληθείας υπάγεται και η απαγόρευση προβολής αντιφατικών ισχυρισμών, τέτοιοι δε είναι όταν οι ιστορικές τους βάσεις αποκλείεται να συνυπάρχουν λογικά. Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο ο αναιρέσεως υποστηρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη αυτοτελώς, κυρίως και επαλλήλως, χωρίς την διατύπωση επικουρικότητας, και επομένως κατά τρόπο αντιφατικό, με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της συνομολογεί την κατ' αυτής απαίτηση της καθής η εκτέλεση και με τον τρίτο αυτής λόγο ακριβώς αντίθετα ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται καμμία απολύτως κατ' αυτής αξίωση και επιπρόσθετα με τον πρώτο λόγο συνομολογεί την επιβολή εις χείρας της, ως τρίτης, της συντηρητικής κατασχέσεως και με τον δεύτερο προβάλλει τον ισχυρισμό περί του ανυποστάτου αυτής, καθιστώντας το δικόγραφο της εφέσεως ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως και αόριστο, ισχυρισμό τον οποίο πρότεινε η αναιρεσείουσα ως εφεσίβλητη και δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία προβάλλει κατά επικουρική σειρά τις αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ. Σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές ο ισχυρισμός αυτός συνιστά άρνηση του παραδεκτού της εφέσεως και με την έννοια αυτή δεν αποτελεί "πράγμα" πολύ περισσότερο, "αίτηση" κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ, ώστε να στοιχειοθετούνται οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, που ελέγχονται ως αβάσιμοι. Στην αποδιδόμενη πλημμέλεια προσήκει η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την έφεση, λόγω της αντιφατικότητάς των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων, η οποία ελέγχεται ως αβάσιμη. Ειδικότερα, από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, προκύπτει ότι το διατυπούμενο δι' αυτής παράπονο της εκκαλούσης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως επικεντρώνεται προεχόντως στην προσβολή, ως της ανυπόστατης, της επιβληθείσης, εις χείρας της, ως τρίτης, συντηρητικής κατασχέσεως, λόγω μη τηρήσεως των διατυπώσεων της διατάξεως του άρθρου 983 παρ. 3 ΚΠολΔ, ισχυρισμός που απορρίφθηκε πρωτοδίκως κυρίως γιατί προβλήθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις της μετ' απόδειξη συζητήσεως (ΚΠολΔ 269) και με παράλληλη επάλληλη επικουρική αιτιολογία ως μη νόμιμος, χωρίς να ερευνηθεί στο δεύτερο βαθμό, αφού στην ίδια έφεση υποστηρίζεται επιπρόσθετα, ότι η κατά τους ορισμούς του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ δήλωση της εκκαλούσας ότι η κατ' αυτής απαίτηση της καθής η εκτέλεση είχε αποσβεσθεί, πριν από την επιβολή της συντηρητικής κατασχέσεως εις χείρας της, ως τρίτης, με την έκδοση από εκείνη, σε διαταγή της τελευταίας, ισόποσης τραπεζικής επιταγής, ήταν ειλικρινής. Στην αναιρετικώς δε ανέλεγκτη ουσιαστική αυτή παραδοχή της, ότι η επιταγή εκδόθηκε από την αναιρεσίβλητη σε διαταγή της καθ' ής η εκτέλεση χάριν καταβολής της κατ' αυτής αξιώσεως της τελευταίας, προς εξασφάλιση της οποίας επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση, στήριξε η προσβαλλόμενη απόφαση το καταληκτικό αποδεικτικό της πόρισμα με την περαιτέρω αιτιολογία ότι η αντίστοιχου περιεχομένου δήλωση της αναιρεσίβλητης δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ουσιαστικώς ανακριβής, αφού η εν λόγω τραπεζική επιταγή εξοφλήθηκε στη συνέχεια. Επομένως οι προβαλλόμενες κατά επικουρική σειρά με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τον ισχυρισμό περί της ειλικρινείας της δηλώσεως της αναιρεσίβλητης, χωρίς να έχει προταθεί από εκείνη, αξιολογούνται ως αβάσιμες.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Εξάλλου, από τον ερμηνευτικό κανόνα, που θεσπίζεται με την διάταξη του άρθρου 421 ΑΚ, και τους ορισμούς του οποίου "αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει τον δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο", συνάγεται ότι αν ο οφειλέτης προς τον σκοπό εκπληρώσεως της υποχρεώσεώς του από κάποια σύμβαση αποδεχθεί συναλλαγματική ή εκδώσει τραπεζική επιταγή και παραδώσει τα αξιόγραφα αυτά στον δανειστή, εφόσον δεν προκύπτει σαφώς το αντίθετο, δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεώς του παρά μόνον όταν ο δανειστής με την εκπλήρωση από τον οφειλέτη της νέας υποχρεώσεως ικανοποιηθεί για την αρχική. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον διασώζεται η εκ της αρχικής ενοχής υποχρέωση του οφειλέτη, ο δανειστής έχει παραλλήλως δύο απαιτήσεις, μία από την παλαιά και μία από τη νέα ενοχή, οφείλει όμως, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, κατ' άρθρο 288 ΑΚ, και φερόμενος επιμελώς, να επιδιώξει την ικανοποίησή του από την νέα ενοχή και εφόσον δεν το κατορθώσει ή αυτό δεν είναι πλέον δυνατό, ως λόγω παραγραφής της απαιτήσεώς του από τη νέα ενοχή, δικαιούται να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του από την παλαιά ενοχή. Διαφορετικά, αν δηλαδή ο δανειστής επιδιώξει την ικανοποίησή του από την παλαιά ενοχή, ενόσω είναι ακόμη δυνατή η ικανοποίησή του από τη νέα ενοχή, αποκρούεται με σχετική αναβλητική ένσταση του εναγόμενου οφειλέτη. Τέλος, κατά τους ορισμούς του άρθρου 983 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση κατασχέσεως απαιτήσεως από τίτλο σε διαταγή, στοιχείο του πραγματικού της κατασχέσεως είναι όχι μόνο η κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο και στον καθού η εκτέλεση, αλλά και η αφαίρεση του τίτλου από τον καθού η εκτέλεση κατά το άρθρο 954 παρ. 1 ΚΠολΔ και η παράδοσή του στον υπερού, διαφορετικά η κατάσχεση είναι ανυπόστατη. Το ανυπόστατο μπορεί να προταθεί όχι μόνο από τον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, αλλά και από τον τρίτο, ο οποίος στην περίπτωση αυτή δεν υποχρεούται να προβεί σε δήλωση. Η αφαίρεση αυτή του τίτλου είναι αναγκαία και στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου απαιτήσεως του καθού η εκτέλεση, χάριν αναπληρώσεως της οποίας ο τρίτος αποδέχθηκε συναλλαγματική ή εξέδωσε τραπεζική επιταγή, με συνέπεια να δημιουργηθεί παράλληλη υποχρέωσή του από το αξιόγραφο, χωρίς να αποσβεσθεί με την αποδοχή της συναλλαγματικής ή την έκδοση της τραπεζικής επιταγής η βασική απαίτηση, η υποκείμενη δηλαδή αιτία για την αποδοχή της συναλλαγματικής ή την έκδοση της επιταγής, για την οποία και επιβλήθηκε η κατάσχεση. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται με πληρότητα και σαφήνεια ότι η αναιρεσίβλητη, χάριν καταβολής της κατ' αυτής απαιτήσεως της καθής η εκτέλεση, για την οποία και επιβλήθηκε εις χείρας της, ως τρίτης, συντηρητική κατάσχεση από την αναιρεσείουσα, εξέδωσε σε διαταγή της ισόποσης αξίας τραπεζική επιταγή, πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν το καταληκτικό αποδεικτικό αυτής πόρισμα ότι η αντίστοιχου περιεχομένου κατά την έννοια του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ δήλωση της αναιρεσίβλητης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιαστικώς ανακριβής και την, σε συνέπεια με την παραδοχή της αυτή, απόρριψη της ανακοπής, χωρίς να δημιουργείται αντίφαση από το γεγονός ότι στη δήλωση της αναιρεσίβλητης γίνεται λόγος για έκδοση της επιταγής αντί καταβολής και η απόφαση δέχθηκε χάριν καταβολής. Και τούτο για τον λόγο ότι εις αμφότερες τις περιπτώσεις δεν διαφοροποιούνται οι συνέπειες και η αναποτελεσματικότητα της επιβληθείσης στη συνέχεια κατασχέσεως, με προέχουσα εκείνη του ανυποστάτου αυτής, εφόσον δεν επακολούθησε η κατά το άρθρο 954 παρ. 1 ΚΠολΔ αφαίρεση της τραπεζικής επιταγής από την καθής η εκτέλεση και η παράδοσή της στην υπερής η εκτέλεση αναιρεσείουσας, αντίθετα δε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η επιταγή εξοφλήθηκε στη συνέχεια από την αναιρεσίβλητη τρίτη στην καθής η εκτέλεση. Επομένως υποστηρίζων τα αντίθετα ο απομένων προς έρευνα πρώτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 985 παρ. 3 ΚΠολΔ, ελέγχεται ως αβάσιμος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζεις το ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 171/7-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 942/10-10-2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ