Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
EL ·

341/2009341/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Summary AI generated

Απόφαση 341 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 341/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο ΚουτσόπουλÎ...

Απόφαση 341 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 341/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αλέξανδρος Στρίμπερης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος πάρεδρος Ν.Σ.Κ. Δημήτριος Φαρμάκης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04.01.2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2669/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7215/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 25.11.2002 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1559/2003 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 7215/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Εκδόθηκε η 7533/2004 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την από 05.01.2005 αίτησή του. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1834/2006 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 7533/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Εκδόθηκε η 5711/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο ήδη αναιρεσείων με την από 04.09.2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 25.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την παρ.1 του άρθρου 10 του Ν. 2266/1994, προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο Δημόσιο και σε Ν.Π.Δ.Δ. και η σύμβασή του έχει ανανεωθεί ή παραταθεί τουλάχιστο μία φορά, εφόσον έχει συμπληρώσει κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού: α) συνεχόμενη ή με διακοπές το πολύ ενός (1) μήνα κάθε φορά παροχή υπηρεσίας τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών ή β) συνολική παροχή υπηρεσίας στο ίδιο υπουργείο ή Ν.Π.Δ.Δ. τριάντα (30) τουλάχιστον μηνών, ανεξάρτητα από τη διάρκεια τυχόν ενδιάμεσων διακοπών, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου. Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου υπολογίζονται μόνο τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο συμβασιούχος εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας. Προϋπηρεσία που έχει διανυθεί με τη μορφή του ωρομισθίου δεν λαμβάνεται υπόψη σε καμιά περίπτωση. Κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου η διάταξη της παρ. 1 εφαρμόζεται αναλόγως και για το προσωπικό το οποίο έχει συνάψει συμβάσεις μίσθωσης έργου με το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ. και υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει στην πραγματικότητα εξαρτημένη εργασία. Για τη συνδρομή της τελευταίας αυτής προϋπόθεσης αποφαίνεται το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου της παρ. 1 λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας, ιδιωτικού δικαίου. Αν έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και έργου, που υποκρύπτουν στην πραγματικότητα εξαρτημένη εργασία, ο απαιτούμενος χρόνος των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 υπολογίζεται αθροιστικά. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 α του ίδιου νόμου, για όλες τις περιπτώσεις της κατά το προηγούμενο άρθρο κατάταξης απαιτείται, μεταξύ άλλων, και η υποβολή αίτησης μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο (δύο) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 21 του Ν. 2738/1999, για την κατάταξη σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 2266/1994, αρκεί για τους υπαγομένους στην παρ.1 του ίδιου άρθρου, η ύπαρξη σχέσης εργασίας με την έννοια της πραγματικής απασχόλησης και τους υπαγομένους στην παρ. 4, η παροχή στην πραγματικότητα εξαρτημένης εργασίας και η εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών της υπηρεσίας, ανεξάρτητα του αν για τη σύναψη των συμβάσεων έργου δεν είχαν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 του Ν. 1735/1987 ή άλλων ειδικών διατάξεων. Γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου για την κατάταξη απαιτείται μόνον εκεί όπου ο νόμος το αναφέρει ρητά. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων, προκύπτει ότι, για την κατά την παρ. 4 του άρθρου 10 του Ν. 2266/1994 κατάταξη σε οργανική θέση του Δημοσίου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, απαιτείται α) να υποβληθεί αίτηση του συνδεομένου με το Δημόσιο με σύμβαση έργου εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου (13-12-1994), β) παροχής εξαρτημένης εργασίας κατά τη δημοσίευση του ίδιου νόμου γ) και απόφαση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου για τη συνδρομή της τελευταίας αυτής προϋποθέσεως, που εκδίδεται μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου. Σημειώνεται ότι η προθεσμία αυτή παρατάθηκε στη συνέχεια με την παρ. 4β του άρθρου 19 του Ν. 2344/1995 σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Με την παρ. 2 του άρθρου 21 του Ν.2738/1999 δεν καταργήθηκαν οι παραπάνω προϋποθέσεις για τους υπαγομένους στην παρ. 4 του άρθρου 10 του Ν. 2266/1994, ούτε δόθηκε νέα προθεσμία υποβολής αιτήσεων προς κατάταξη, αλλά παρασχέθηκε η δυνατότητα εντάξεως, εφόσον, πλην άλλων υπήρχε και η προϋπόθεση της παροχής πραγματικά εξαρτημένης εργασίας και η εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών της υπηρεσίας, χωρίς να απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπονται από το άρθρο 15 του Ν. 1735/1987 (έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης κλπ) ή άλλες ειδικές διατάξεις για τη σύναψη των συμβάσεων έργου. Με την τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 21 του Ν.2738/1999 ορίζεται ρητώς ότι, για την κατάταξη σε οργανικές θέσεις απαιτείται γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου εκεί όπου αναφέρεται ρητά στο νόμο και στην προκείμενη περίπτωση αναφέρεται πράγματι ρητά στην παρ. 4 του άρθρου 10 του Ν. 2266/1994, ότι απαιτείται γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου. Το ότι δεν καταργήθηκαν κατά τα λοιπά οι διατάξεις του Ν. 2266/1994 συνάγεται, επίσης, και από την εισηγητική έκθεση του Ν. 2738/1999, σύμφωνα με την οποία η παρ. 2 του άρθρου 21 (από παραδρομή το κείμενο της εισηγητικής εκθέσεως αναφέρεται στο άρθρο 22) κρίνεται αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί το κύρος αποφάσεων κατάταξης, που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 και 11 του Ν. 2266/1994, για τη νομιμότητα των οποίων προέκυψαν αμφιβολίες από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Κατά συνέπεια και υπό την ισχύ του Ν. 2738/1999, για την κατάταξη σε οργανική θέση έπρεπε να υφίσταται κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλ. την ημερομηνία δημοσιεύσεως του Ν. 2266/1994 (31-12-1994) σύμβαση έργου, να υποβληθεί αίτηση από τον ενδιαφερόμενο εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας που όρισε ο Ν. 2266/1994 (δύο μήνες από τη δημοσίευσή του), και να εκδοθεί απόφαση του αρμόδιου Υπηρεσιακού Συμβουλίου εντός των προθεσμιών που είχαν ταχθεί από τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 10 του Ν. 2266/1994 και της παρ. 4 του άρθρου 19 του Ν. 2344/1995. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με άτυπη σύμβαση μισθώσεως έργου που συνήψε με τον προϊστάμενο του Γραφείου Τύπου του Ελληνικού Γενικού Προξενείου του Μονάχου, προσλήφθηκε ως "έκτακτος" μεταφραστής και απασχολήθηκε στο ίδιο γραφείο από 1-6-1994 συνεχώς μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 2000, οπότε αποφασίσθηκε η διακοπή της μεταφραστικής εργασίας από την αρμόδια Διεύθυνση υπηρεσιών Εξωτερικού του Υπουργείου Τύπου. Τα κονδύλια για την αμοιβή των μεταφράσεων εγκρίνονταν από τη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου και η αμοιβή του αναιρεσείοντος καθορίστηκε μηνιαίως αρχικά σε 2.500 και αργότερα σε 2.000 μάρκα, καταβαλλόταν δε κατόπιν εκδόσεως (εκ μέρους του τελευταίου) αποδείξεων παροχής υπηρεσιών. Οι προϊστάμενοι των Γραφείων Τύπου Εξωτερικού δεν έχουν αρμοδιότητα για την πρόσληψη προσωπικού και κατάρτιση συμβάσεων, αφού η αρμοδιότητα αυτή ανήκει αποκλειστικά στη Διεύθυνση Διοικήσεως του Υπουργείου Τύπου και ΜΜΕ, αλλά έχουν απλώς τη δυνατότητα διαχειρίσεως του εγκεκριμένου για μεταφραστικές εργασίες κονδυλίου. Στον αναιρεσείοντα, ο οποίος προσερχόταν καθημερινά στο γραφείο του κατά τις εργάσιμες ώρες, εκτός από τη μεταφραστική εργασία, είχαν ανατεθεί παράλληλα, λόγω φόρτου εργασίας του Γραφείου Τύπου, πρόσθετα καθήκοντα, όπως η καθημερινή επισκόπηση του γερμανικού τύπου και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η διεκπεραίωση αιτημάτων Γερμανών πολιτών, αιτημάτων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου, η συμμετοχή σε διάφορες δραστηριότητες του γραφείου εξαιτίας των επισκέψεων πολιτικών προσώπων από την Ελλάδα, και η διοργάνωση συνεντεύξεων τύπου. Επίσης είχε ανατεθεί σε αυτόν η μηχανοργάνωση του Γραφείου (χειρισμός Η/Υ, δακτυλογράφηση εγγράφων, "οργάνωση τράπεζας πληροφοριών), καθώς και η επαφή του με Γερμανούς δημοσιογράφους κλπ. Με το Ε/...... έγγραφο του Προϊσταμένου του Γραφείου Τύπου στο Μόναχο προς την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου επισημαίνεται η ανάγκη να καταρτιστεί νομότυπη σύμβαση με τον αναιρεσίβλητο και αυτός να ενταχθεί στο προσωπικό του Γραφείου προκειμένου να χρησιμοποιηθεί και σε άλλους τομείς, ενόψει του ότι χειρίζεται με επιτυχία Η/Υ, προωθεί την δημιουργία τράπεζας πληροφοριών, παρακολουθεί σεμινάρια και παρέχει βοήθεια σε διοικητικές εργασίες. Ο αναιρεσίβλητος με τις από 6-6-1997 και 11-10-1999 αιτήσεις του προς το Υπουργείο Τύπου και ΜΜΕ, οι οποίες αντιστοίχως διαβιβάσθηκαν με τα Φ....... και Φ....... έγγραφα, ζήτησε να ενταχθεί σε αντίστοιχη οργανική θέση (ειδικότερα με τη δεύτερη αίτηση κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 του ν. 2738/1999), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στο Γραφείο Τύπου του Μονάχου, επικαλούμενος ότι στην πραγματικότητα με τις σε εκτέλεση του παραπάνω έργου προσφερόμενες υπηρεσίες του και την εν γένει εργασία του κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Γραφείου, αλλά οι αιτήσεις του δεν έγιναν δεκτές, παρά το γεγονός ότι με τα διαβιβαστικά έγγραφα των παραπάνω αιτήσεων επισημαίνονταν από τον προϊστάμενό του, εκτός από τα αναφερόμενα στο προηγούμενο έγγραφό του, και το γεγονός ότι έχει αποκτήσει πολύτιμες εμπειρίες για την υπηρεσία, για την οποία κρίνεται απαραίτητος. Ο αναιρεσείων όμως, αν και υπάγεται στο νομικό πλαίσιο που έχει προαναφερθεί, δηλαδή στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 4, 11 παρ. 1 του Ν. 2266/1994, 19 παρ. 4β του Ν. 2344/1995 και 21 παρ. 2 του Ν. 2738/1999, οι οποίες και ιδίως εκείνες του Ν. 2266/1994 δεν καταργήθηκαν με τον Ν. 2738/1999, δεν υπέβαλε εντός της δίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 2266/1994, δηλαδή έως 13.2.1995, την προβλεπόμενη σχετική αίτηση περί κατατάξεώς του σε οργανική θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με συνέπεια την απώλεια και έκπτωση από το αντίστοιχο δικαίωμα που επικαλείτο και περαιτέρω, δεν ήταν δυνατή η έκδοση της προβλεπομένης κατά τα άνω από τον νόμο αποφάσεως του υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την επιδιωκόμενη κατάταξη. Ενόψει αυτών, κατέληξε το Εφετείο, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η σχέση που τον συνέδεε με το Ελληνικό Δημόσιο ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να καταταγεί σε οργανική θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Γραφείο Τύπου Μονάχου Γερμανίας, αν και με την εσφαλμένη αιτιολογία της ανυπαρξίας οποιασδήποτε υπαλληλικής ή έστω συμβατικής σχέσης των διαδίκων μερών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 και 4 και 11 παρ. 1 του Ν. 2266/1994 και 21 παρ. 2 του Ν. 2738/1999. Ειδικότερα, όπως έχει προεκτεθεί, η τελευταία αυτή διάταξη δεν μετέβαλε τις προβλεπόμενες από τον Ν. 2266/1994 προϋποθέσεις και δεν παρασχέθηκε με αυτή νέα προθεσμία για την κατάταξη των μη τακτοποιηθέντων με βάση τον Ν. 2266/1994 εργαζομένων αλλά προς διασφάλιση του κύρους των αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή των άρθρων 10 και 11 αυτού και λόγω αμφιβολιών που είχαν ανακύψει για τη νομιμότητά τους ορίσθηκε ότι η κατάταξη των συμβασιούχων έργου, υπό τις προϋποθέσεις των παραπάνω διατάξεων, γίνεται ανεξαρτήτως της τηρήσεως για τη σύναψη των συμβάσεων έργου των προϋποθέσεων του άρθρου 15 του Ν. 1735/1987 ή άλλων ειδικών διατάξεων. Η διάταξη δε του άρθρου 10 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 2266/1994, κατά την οποία, για τη συνδρομή της προϋποθέσεως ότι ο αιτούμενος την κατάταξη συμβασιούχος έργου παρείχε πράγματι εξαρτημένη εργασία, απαιτείται απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου ("γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου", κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 2738/1999), δεν αντίκειται σε διατάξεις του Συντάγματος και δη στο άρθρο 94 παρ. 2 αυτού, διότι με αυτήν δεν ανατίθεται η λύση ιδιωτικής διαφοράς μόνο στη διοίκηση, δηλαδή στο υπηρεσιακό συμβούλιο. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος. Επίσης, απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, είναι και ο από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, παρά τον νόμο, το Δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη την υποβληθείσα εντός διμήνου από της ενάρξεως ισχύος του Ν. 2738/1999 αίτησή του περί κατατάξεώς του σε οργανική θέση, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι με τον Ν. 2738/1999 δεν χορηγήθηκε νέα προθεσμία προς υποβολή αιτήσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη από 4-9-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 5711/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ