341/2008341/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated
Απόφαση 341 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 341/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, ΑρÎ...
Απόφαση 341 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 341/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...........", που εδρεύει στον ....... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Γκότση, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βασιλείου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2266/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7862/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/1/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 3/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος αδειούχος ηλεκτροτεχνίτης, προσλήφθηκε την ...... από την αναιρεσείουσα, η οποία διατηρεί επιχείρηση εκτυπωτικών εργασιών και απασχολήθηκε σ' αυτή με πλήρη απασχόληση, με την άνω ειδικότητά του, στα γραφεία της στον ....., μέχρι την 2-11-2004 που η αναιρεσείουσα τον απέλυσε. Ειδικότερα, στα καθήκοντα αυτού ήταν η συντήρηση και αποκατάσταση βλαβών των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων καθώς και η συντήρηση και επέκταση του τηλεφωνικού δικτύου του κτιρίου στο οποίο στεγαζόταν η αναιρεσείουσα, πλην του χώρου του πιεστηρίου. Επομένως, υπαγόταν στις ΣΣΕ των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων και ανελκυστήρων και πράγματι από την πρόσληψή του, λάμβανε τις καθοριζόμενες από αυτές αποδοχές. Στο τέλος του έτους 2003 ο μισθός του ανερχόταν στο ποσό των 1630 ευρώ. Τον Ιανουάριο του έτους 2004 ο αναιρεσίβλητος ζήτησε από την αναιρεσείουσα αύξηση των αποδοχών του κατά τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΕ αυξήσεις καθώς και τα προβλεπόμενα από αυτές επιδόματα υπευθύνου και επικίνδυνης εργασίας, όμως η αναιρεσείουσα αρνήθηκε και επικαλούμενη ότι στην περίπτωσή του ισχύουν οι ΣΣΕ των ηλεκτροτεχνιτών βιομηχανικών εργοστασίων, οι οποίες προβλέπουν μικρότερες αποδοχές, αρνείτο οποιαδήποτε αύξηση, διατηρώντας το μισθό του αναιρεσιβλήτου στο ποσό των 1630 ευρώ μηνιαίως. Η άρνηση όμως της αναιρεσείουσας να αυξήσει τις αποδοχές του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν νόμιμη αφενός διότι ο αναιρεσίβλητος υπαγόταν στις ΣΣΕ των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων και αφετέρου, δεδομένου ότι αυτός από την πρόσληψή του αμειβόταν τακτικά και ανελλιπώς με τις προβλεπόμενες από τις ΣΣΕ αυτές αποδοχές, ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας του, η εφαρμογή αυτών είχε καταστεί σιωπηρά όρος της ατομικής του σύμβασης, κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον εργοδότη. Ο αναιρεσίβλητος διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα και την ..... προσέφυγε στο αρμόδιο γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας, πλην όμως κατά την ορισθείσα την 14-7-2004 τριμερή συνάντηση, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα την ....... κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου. Η καταγγελία αυτή έγινε για λόγους εκδίκησης, επειδή ο αναιρεσίβλητος διαμαρτυρόταν για την μη αύξηση του μισθού του, την οποία διεκδικούσε νόμιμα από την εργασιακή του σχέση. Επομένως, είναι καταχρηστική και άκυρη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επιδίκασε με την προσβαλλόμενη στον αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας 7 μηνών, υπολογίζοντας τις μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1630 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι, η καταγγελία της σύμβασης του αναιρεσιβλήτου έγινε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του, χωρίς να ασκεί επιρροή για την ακυρότητα ή μη της καταγγελίας η υπαγωγή ή όχι αυτού στις ΣΣΕ των Ηλεκτροτεχνιτών Βιομηχανικών Εγκαταστάσεων, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ή στις ΣΣΕ των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων και ανελκυστήρων (στις οποίες και πράγματι υπαγόταν) όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος. Εξάλλου, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσίβλητος αμειβόταν με συμφωνία των διαδίκων από την πρόσληψή του με τις ΣΣΕ των ηλεκτροτεχνιτών των καταστημάτων. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την παραδοχή του Εφετείου για την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι, η καταγγελία της σύμβασης του αναιρεσιβλήτου έγινε όχι λόγω των διαμαρτυριών του για τη μη αύξηση του μισθού αλλά λόγω της συμπεριφοράς του έναντι των προϊσταμένων του, της μη τήρησης από αυτόν του ωραρίου και της άρνησής του να εργάζεται κάθε δεύτερη εβδομάδα τα απογεύματα, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αλλά είναι αρνητικοί της αγωγής.
Αναγκαία στοιχεία, κατ' άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ., για την επάρκεια αγωγής μισθωτού που διώκει, κατ' άρθρο 656 ΑΚ, την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, είναι η σύμβαση εργασίας, η καταγγελία της σύμβασης και οι λόγοι για τους οποίους αυτή είναι καταχρηστική και άκυρη, η μη αποδοχή των συμφωνημένων υπηρεσιών του μισθωτού από τον εναγόμενο εργοδότη και το ύψος του μισθού, που περιλαμβάνει ποσοτικά και ποιοτικά ό,τι ο μισθωτός θα ελάμβανε εάν ο εργοδότης δεχόταν την εργασία του. Στην προκείμενη περίπτωση, από το δικόγραφο της αγωγής, με την οποία, κατά την κύρια νομική βάση της ζητείται η επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας του αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι περιέχονται σ' αυτό όλα τα πιο πάνω στοιχεία. Στο δικόγραφο της αγωγής δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται αν ο μισθός του αναιρεσιβλήτου ήταν νόμιμος ή συμβατικός, ποιες είναι οι ΣΣΕ στις οποίες υπάγεται ο αναιρεσίβλητος, αν αυτός και η αναιρεσείουσα ήταν μέλη των αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη αυτών και αν αυτές (ΣΣΕ) έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές, αλλά ήταν αρκετό ότι στο δικόγραφο αναφερόταν ο μισθός που ελάμβανε ο αναιρεσίβλητος, αφού αυτός ως μισθούς υπερημερίας εδικαιούτο ότι ελάμβανε κατά την καταγγελία της σύμβασής του. Επίσης, στο δικόγραφο της αγωγής δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται πότε και με βάση ποιο συμβολαιογραφικό έγγραφο συνεστήθη η αναιρεσείουσα, αφού η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί ότι ήταν εργοδότρια του αναιρεσιβλήτου κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως και έτσι το στοιχείο αυτό δεν είναι απαραίτητο για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πλ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, παρά το νόμο δεν απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη, ως προς την κύρια νομική της βάση, όπως είχε ζητήσει η αναιρεσείουσα, λόγω έλλειψης των πιο πάνω στοιχείων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1, 19, 8 και 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ΣΣΕ (των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων και ανελκυστήρων, που εφάρμοσε, κατά την αναιρεσείουσα το Εφετείο και ηλεκτροτεχνιτών βιομηχανικών εγκαταστάσεων, που δεν εφάρμοσε) καθώς και ότι χωρίς να προταθεί και χωρίς αποδείξεις το Εφετείο δέχθηκε την εφαρμογή των πρώτων, βασίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέοι, γιατί οι παραπάνω ΣΣΕ δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, ούτε εφαρμόσθηκαν από το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας με βάση τον καταβαλλόμενο κατά την καταγγελία της συμβάσεως μισθό, χωρίς να χρειάζεται να ερευνήσει αν ο μισθός αυτός (βασικός και επιδόματα) είχε υπολογισθεί με βάση τις διατάξεις των πιο πάνω ΣΣΕ, στις οποίες το Εφετείο δέχθηκε ότι υπαγόταν ο αναιρεσίβλητος. Τέλος, απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 76/15-1-2007 αίτηση της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..........." κατά της 7862/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ