Supreme Court allows appeal against hospital's claim, rejecting new expert opinion due to existing clear evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal and set aside the lower court's decision regarding a specific claim against the appellant. The court found the lower court erred in accepting a new expert opinion while ignoring the full evidentiary record already evaluated. Consequently, the appeal was granted, the lower judgment was vacated, and the hospital's claim was dismissed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; A new expert opinion is not required if the court has already formed a secure conviction based on the complete evaluation of all evidence presented by both parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 340 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 340/20...
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εναγομένης - εκκαλούσας - καλούσας: Π. Κ. ή Κ., το γένος Κ. - Δ., κατοίκου Ν.. Φ. Α., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Κούρβα, και κατέθεσε προτάσεις.
Α. Των εναγόντων-εφεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση:
1) Α. συζ. Σ.. Λ., το γένος Κ../νου Μ., κατοίκου Ν.. Λ. Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Γ. Κ../νου Μ., κατοίκου Α. Α., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μάρθας Δεμουρτζίδου, και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ε. Β.. Κ., κατοίκου Γ. Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Ε. Μ. Π., κατοίκου Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Χ.
Π., το γένος Π. Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της την 4-11-2019 Μ. Ε.. Π., κατοίκου Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 6) Δ. Μ. Π., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της την 4-11-2019 Μ. Ε.. Π., κατοίκου Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 7) Α. Μ. Π., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της την 4-11-2019 Μ.
Ε.. Π., κατοίκου Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 8) Π. Μ. Π., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα του την 4-11-2019 Μ. Ε.. Π., κατοίκου Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 9) Κ. Κ. Χ., κατοίκου Ν. Φ. Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 10) Ε. Κ. Χ., κατοίκου Κ. Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 11) Χ.
συζ. Ι. Μ., το γένος Ε.. Π., κατοίκου Λ. Χ. Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 12) Μ. θυγ. Γ. Α., ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος την 25-1-2011, Γ. Τ. Α., κατοίκου Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 13) Ε. Α.. Π., κατοίκου Θ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 14) Ά. χήρας Β. Π., το γένος Ν..
Τ., κατοίκου Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 15) Δ. συζ. Γ.. Π., το γένος Β.. Π., κατοίκου Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Β. 16) Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των εναγόντων - εφεσιβλήτων - καθ' ου η κλήση: Ν. Π. Δ. Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Λασιθίου, ΓΝ-ΚΥ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ "ΔΙΑΛΥΝΑΚΕΙΟ" ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΣΗΤΕΙΑΣ" ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ", που εδρεύει στην Σητεία Κρήτης, νομίμως εκπροσωπουμένου, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Γαβουνέλη, και κατέθεσε προτάσεις.
Γ. Των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της εναγομένης-εκκαλούσας - καθ' ων η κλήση: 17) Γ. Π. Α., κατοίκου Μ. Α., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελένης-Μαρίας Καχρημάνη, και δεν κατέθεσε προτάσεις, 18) Δ. Π. Α., κατοίκου Μ. Α., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πρωτοπαππά, και κατέθεσε προτάσεις, 19) Χ.
Π. Α., κατοίκου Μ. Α., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίνας Κροντήρη, η οποία διορίστηκε σύμφωνα με το ν. 3226/2004 και κατέθεσε προτάσεις στις 7-11-2022, 20) Β. συζ. Κ../νου Π., το γένος Π.. Α., κατοίκου Μ. Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 21) του Δήμου Μ., νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 22) Ι.
Ν. Α., κατοίκου Π. Α., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Λουκάκου, με δήλωση κατ' άρθρο ...2 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 23) Γ. Χ. Π., κατοίκου Μ. Α., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, ...) Ν. Χ. Π., κατοίκου Μ. Α., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 25) Ε.
χήρας Κ../νου Π., κατοίκου Μ. Α., ως μόνης εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου με τους επόμενους τρεις, του αποβιώσαντος την 17-12-2010 Κ../νου Χ.. Π., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 26) Χ. Κ../νου Π., κατοίκου Μ. Α., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 27) Β.
θυγ. Κ../νου Π., κατοίκου Μ. Α., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 28) Μ. Κ../νου Π., κατοίκου Μ. Α., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 29) Ν. - Π. Ι.. Μ., κατοίκου Μ. Α., ως μόνου εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου, μαζί με τον επόμενο, της Δ.
Χ.. Π., που απεβίωσε την 3-2-2013, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 30) Χ. I.. Μ., κατοίκου Μ. Α., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 31) Γ. Ν. Λ., κατοίκου Μ. Α. ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 32) Χ.
συζ. Γ. Λ., το γένος Σ.. Κ., κατοίκου Μ. Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 33) Α. Κ., κατοίκου Λ. Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 34) Κ. Γ. Κ., κατοίκου Μ. Π., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 35) Π. θυγ. Γ. Κ., κατοίκου Κ. Α., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, Δ. 36) του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ., υπό την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Λασιθίου, ΓΝ-ΚΥ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ "ΔΙΑΛΥΝΑΚΕΙΟ" ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΣΗΤΕΙΑΣ", κ.
Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από αυτόν, που εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο ...2 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Θεοφανώ Πέγκα, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 ενάγουσα-εφεσίβλητη - καθ' ης η κλήση, απεβίωσε στις 26-6-2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Α. Α.-Κ., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής: 1) Κ. Λ. του Σ., 2) Η. Λ. του Σ., 3) Γ. Λ. του Σ., κατοίκων Ι. Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, που νομιμοποιήθηκε για την παράσταση της από την πληρεξούσια δικηγόρο Μάρθα Δεμουρτζίδου, και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, οι πληρεξούσιες δικηγόροι Μάρθα Δεμουρτζίδου και Ευαγγελία Γαβουνέλη, ζήτησαν αμφότερες την εξέταση μάρτυρα, κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, για τους λόγους που ανέπτυξαν. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια δικηγόρος Θεοφανώ Πέγκα, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, υπέβαλε αίτημα για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί του αιτήματος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς καταθέσεως: α) .../15-5-1991, β) .../15-5-1991, γ) .../14-5-1992 αγωγές των 4ου, 8ου, 11ης και 14ης των ήδη (Α) αναιρεσιβλήτων και δικαιοπαρόχων των λοιπών, δ) .../1991 και .../1991 πρόσθετες παρεμβάσεις του ήδη (Β) 16ου προσθέτως παρεμβαίνοντος, ε) .../1991 και .../16-9-1991 ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των 31ου και 32ης ήδη (Γ) προσθέτως παρεμβαινόντων και ζ) .../1991, .../1991, .../1991, .../1991, .../1991 και .../1991 πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη (Γ) προσθέτως παρεμβαινόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/1993, 9463/1993 μη οριστικές, 9029/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6558/2004 μη οριστική, 4251/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά αυτών των εφετειακών αποφάσεων ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1452/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την οριστική ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2501/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας καθώς και της 6558/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2014 αίτησή της.
Εκδόθηκε η ...0/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμ. 2501/2014 εφετειακή απόφαση και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 5-11-2021 κλήση της Π. Κ. ή Κ., η συζήτηση της οποίας αρχικά προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο 18-5-2022 και κατόπιν αναβολής ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις, των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/201, προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος "δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα", της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία "νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας" και της παρ.2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 σύμφωνα με την οποία "η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 5...
παράγραφος 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ", προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ.2 και 570 παρ.2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 5...
παράγραφος 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (1450/2022, 1794/2022, 1196/2020).
ΙΙ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 286 περ.α, 287, 290 291, 292 και 313 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης. Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να επαναλάβουν τη δίκη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής μη επικαλούμενοι την έλλειψη γνωστοποίησης και θεωρώντας ότι η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ για την αποποίηση της κληρονομιάς.
Η πρόσκληση προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται, όχι μόνο με κοινοποίηση δικογράφου, το οποίο περιέχει τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο ... ΚΠολΔ στοιχεία και κατατίθεται στη Γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει ήδη διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελές δικόγραφο, όπως με την κλήση των αντιδίκων τους προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 47/2018, ΑΠ 1891/2014).
Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δικ., ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπερού η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικο του, που έλαβε γνώση, κατά οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαία διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο.
Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης, κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομιάς. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ.
α ΚΠολΔ, αναιρεσίβλητος μπορεί να καταστεί εκείνος που ήταν διάδικος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή ο καθολικός διάδοχός του ή ο κληροδόχος του. Ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (Ολ.Α.Π. 22/2000).
ΙΙΙ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ' εκείνων που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ήταν διάδικοι στη δίκη όπου εκδόθηκε αυτή και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό, δεν στρέφεται δε αναγκαία εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, εκτός από της περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας.
Ειδικώς δε από τη διάταξη του άρθρου 558 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους", σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 80 και 81 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης, δεν απευθύνεται κατά του ασκήσαντος πρόσθετη παρέμβαση υπέρ ή κατά του αναιρεσείοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 81 παρ. 3 ΚΠολΔ), άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 128..., ΑΠ 520/2022, ΑΠ 569/2013).
Πάντως, αν η αναίρεση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 569/2013) και εκτιμάται ως κλήση τούτου για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 520/2022, ΑΠ 4/2020, ΑΠ7 11/2017, ΑΠ 1194/2015, ΑΠ 569/2013). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο αρχικός πρώτος ενάγων Κ./νος Μ. που αποβίωσε κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης και στη θέση του υπεισήλθαν οι κληρονόμοι του, Α. Λ. και Γ. Μ., καθώς και οι Ο. χήρα Ε. Π., Μ. Ε.. Π., Ε. Μ.. Π., Μ. συζ. Κ.. Χ., Χ. συζ. Ι. Μ., Ε. χήρα Α. Π. που αποβίωσε κατά την πρωτόδικη δίκη και στη θέση της υπεισήλθε ο Γ. Α., Ε. Α.. Π., Α. χήρα Β.
Π., Δ. συζ. Γ. Π. με την ένδικη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../1991 διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή τους, την οποία άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της αρχικής εκκαλούσας, ήτοι, της Π. Κ. ή Κ., το γένος Π. Κ. - Δ., ζήτησαν να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα τους ποσοστά εξ αδιαιρέτου ακινήτου, εμβαδού 1.050 τ.μ., που βρίσκεται στο ...
Ο.Τ. του Δήμου Μ. Α. και να υποχρεωθεί η εναγομένη - εκκαλούσα που κατέλαβε το ακίνητο αυτό να τους το αποδώσει και να άρει την καθαίρεση και απομάκρυνση των κτισμάτων και εγκαταστάσεων που έχουν οικοδομήσει επ'αυτού. Παράλληλα οι ίδιοι ενάγοντες άσκησαν και τις με αριθμούς εκθέσεως καταθέσεως .../1991 και .../1992 διεκδικητικές της κυριότητας ακινήτου αγωγές την πρώτη κατά των Γ.
Λ. και Χ. Λ. και την δεύτερη κατά των Α. και Γ. Κ., με τις οποίες ζήτησαν να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα τους ποσοστά εξ αδιαιρέτου ακινήτων εμβαδού 410 τ.μ. και 497,47 τ.μ., αντίστοιχα, που βρίσκονται στα ίδια οικοδομικά τετράγωνα του Δήμου Μ. Α. και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι που κατέλαβαν τα ακίνητα αυτά να τους τα αποδώσουν και να άρουν την καθαίρεση και απομάκρυνση των κτισμάτων που έχουν οικοδομήσει επ'αυτών.
Στη δίκη που ανοίχθηκε με τις ως άνω αγωγές παρενέβησαν προσθέτως με τα .../1991, .../1991, .../1991, .../1991, .../1991, .../1991, .../1991 και .../1991 αυτοτελή δικόγραφα υπέρ μεν των εναγόντων το "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ" υπέρ δε των εναγομένων, οι προσεπικληθέντες από αυτούς, ως δικονομικοί εγγυητές, άμεσοι δικαιοπάροχοι τους, Π.
Α., που αποβίωσε κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης και στη θέση του υπεισήλθαν ως κληρονόμοι του οι Ε. χήρα Π.. Α., Γ. Α., Δ. Α., Χ. Α., Β. συζ. Γ.. Ζ., το γένος Κ../νου Π. και Δήμος Μ., Ι. Ν.. Α., Γ. Χ.. Π., Ν. Χ.. Π., Κ./νος Χ.. Π., Δ. θυγ. Χ. Π. και Α. Π.. Εξάλλου οι εναγόμενοι της τρίτης αγωγής άσκησαν την με αριθμό καταθέσεως .../1991 αντίθετη αγωγή κατά των εναγόντων.
Με την 93/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε η συνεκδίκαση των ως άνω αγωγών, προσεπικλήσεων και παρεμβάσεων, απορρίφθηκε η αγωγή των Α. και Γ. Κ., απορρίφθηκαν οι τρεις διεκδικητικές αγωγές των Κ.. Μ. κλπ., κατά τη βάση τους κατά την οποία οι ενάγοντες πλην του Κ.. Μ. στήριζαν τη κτήση κυριότητάς τους σε παράγωγο τρόπο κτήσης και ανεστάλη κατά τα λοιπά η πρόοδος της δίκης για τους αναφερόμενους στην απόφαση αυτή λόγους.
Επακολούθησε η 9463/1993 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου με την οποία: α) οι αγωγές κρίθηκαν νόμιμες κατά τη βάση τους περί κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, β) οι προσεπικλήσεις με τις οποίες οι εναγόμενοι όλων των αγωγών προσεπικάλεσαν σε αναγκαστική παρέμβαση τους προαναφερόμενους άμεσους δικαιοπαρόχους τους προκειμένου να παρέμβουν προς υποστήριξή τους καθώς και η παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, την οποία σώρευσαν στο δικόγραφο της προσεπικλήσεως οι εναγόμενοι Γεώργιος Λ.
και Χ. συζ. Γ. Λ., απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, με το σκεπτικό ότι ως γενόμενες κατά τη διάρκεια δίκης που αφορά εμπράγματες αγωγές υπόκεινται σε εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων, πράγμα που δεν συνέβη, αφού αυτές δεν γράφηκαν στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, γ) αφού κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση τάχθηκαν σε βάρος των εναγόντων τα οικεία θέματα αποδείξεως επί των αμφισβητούμενων περιστατικών της αγωγής τους και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με τον ορισμό ως πραγματογνώμονα του Θ.
Γ., πολιτικού μηχανικού. Μετά τη διεξαγωγή των μαρτυρικών αποδείξεων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς νέα συζήτηση και εκδόθηκε η 9029/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές και οι τρεις ως άνω αγωγές ως κατ' ουσίαν βάσιμες, ενώ απορρίφθηκαν οι πρόσθετες υπέρ των εναγομένων παρεμβάσεις.
Κατά της εν λόγω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι εναγόμενοι, οι από τους προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβάντες Γ. Α., Ι. Α., Γ. Π., Ν. Π. και Α. Π. άσκησαν τις από 9.4.2000, 5.4.2000, 13.4.2000 και 3.4.2000 αυτοτελείς εφέσεις και εκδόθηκαν οι 6558/2004 προδικαστική και 4251/2007 οριστική αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Στις 13.10.2004,δηλαδή κατά τη διάρκεια της δίκης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποβίωσε από τους αρχικά προσθέτως παρεμβαίνοντες - εκκαλούντες, ο Α.
Π. και λόγω αποποίησης της κληρονομιάς του από τη σύζυγο και τα τέκνα αυτού, Μ. - Χ., χήρα Α. Π., Β. Π. και Α. Π., η κληρονομιά αυτού επήχθη στους αναιρεσίβλητους αδελφούς του, Γ. Π., Ν. Π., Κ./νο Π. και Δ. συζ. Χ. Π.. Με την ως άνω 4251/2007 οριστική απόφασή του το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τις εφέσεις των εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή των εναγόντων.
Κατά των ως άνω εφετειακών, αποφάσεων (προδικαστικής και οριστικής) οι ενάγοντες άσκησαν την από 10.4.2008 αίτηση αναίρεσης, ήδη δε πριν από την εκδίκασή της αποβίωσαν στις 25.7.2009 η εκ των εναγόντων και τότε αναιρεσείουσα Ο. χήρα Ε.. Π. το γένος Χ.. Σ., και κληρονομήθηκε από τον Ε. Κ. του Β.υ και στις 19.7.2009 η εκ των εναγόντων τότε αναιρεσειόντων Μ.
συζ. Κ.. Χ., η οποία κληρονομήθηκε από τους Κ. Χ. του Κ. και Ε. Χ. του Κ., άπαντες δε οι κληρονόμοι δήλωσαν ενώπιον του ακροατηρίου του Αρείου Πάγου ότι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η 1452/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη 4251/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αρ.1 εδ.
α' και αρ. 19 ΚΠολΔ και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Με την από 18.11.2011 κλήση των εφεσιβλήτων - εναγόντων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, επαναφέρθηκαν προς συζήτηση οι εφέσεις των εναγομένων και των υπέρ αυτών προσθέτως παρεμβαινόντων κατά της 9029/2000 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το Εφετείο Αθηνών με την 2501/2014 απόφασή του, απέρριψε τις ως άνω εφέσεις επικυρώνοντας την πρωτόδικη 9029/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στο μεταξύ οι εκ των προσθέτων παρεμβαινόντων Κ. Π. και Δ. Π. αποβίωσαν ο μεν πρώτος στις 17.12.2010, η δε δεύτερη στις 3.2.2013, και η δίκη συνεχίσθηκε, από τα τέκνα τους καθολικούς διαδόχους τούτων, Χ.
Π. και Β. Π. του πρώτου και Ν. Μ. και Χ. Μ. της δεύτερης, οι οποίοι δήλωσαν ενώπιον του ακροατηρίου του Εφετείου Αθηνών, ότι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Κατά της τελευταίας 2501/2014 απόφασης η εναγομένη Π. Κ. ή Κ. άσκησε την από 22.9.2014 αίτηση αναιρέσεως για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε δικάσιμος στις 7.10.2021.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου στην ως άνω δικάσιμο, εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκεί 3ου, 4ου, 6ου, 7ου, 8ης, 10ου, 11ης και 12ης των εφεσίβλητων, Κωνσταντίνος Αργυρόπουλος, και δήλωσε ότι ο 5ος των καθού η κλήση - εφεσίβλητος, Μ. Π. του Ε., αποβίωσε την 4.11.2019, ήτοι μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως προσκόμισε δε το σχετικό περί του γεγονότος τούτου απόσπασμα της από 5.11.2019 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιάρχου Α., χωρίς όμως να δηλώσει την επανάληψη της δίκης από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, τους οποίους και δεν κατονόμασε.
Επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η ...0/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη 2501/2014 απόφαση του Εφετείου για τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ διατάχθηκε η βίαιη διακοπή της δίκης μόνο ως προς τον ως άνω θανόντα, αφού κρίθηκε από το δικαστήριο ότι ο θάνατος του ως άνω εφεσίβλητου δεν συνεπάγονταν τη διακοπή της δίκης ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους του.
Στη συνέχεια με την από 5.11.2021 κλήση της εκκαλούσας - εναγομένης Π. Κ. ή Κ. επαναφέρεται νόμιμα προς συζήτηση και ουσιαστική κρίση η με αριθμό κατάθεσης .../10.04.2001 έφεσή της κατά της 9029/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 15.5.1991 (με αριθμό κατάθεσης .../1991) αγωγής των εναγόντων, μετά την έκδοση της ...0/2021 αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ύστερα από την άσκηση αναιρέσεως από την εναγομένη Π.
Κ. ή Κ. κατά της 2501/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί μετά από αναίρεση των εναγόντων κατά της προηγηθείσας 4251/2007 απόφασης του δικαστηρίου εκείνου με την 1452/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε αρχικά για την δικάσιμο της 18.5.2022, από την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Επί πλέον η καλούσα, έλαβε γνώση του θανάτου, στις 4.11.2019, του ως άνω αρχικού αναιρεσίβλητου, Μ. Π. του Ε., όπως, άλλωστε, δηλώθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, στα πλαίσια της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη 740/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου , αλλά και των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, ήτοι της συζύγου του Χ.
χήρας Μ. Π., και των τέκνων του Ε. Μ. Π., Δ. θυγ. Μ. Π., Α. θυγ. Μ. Π. και 5) Π. Μ. Π., όπως προκύπτει από: α) το με αριθμό πρωτοκόλλου ... ... απόσπασμα της με αριθμό ... ληξιαρχικής πράξης του Ληξιαρχείου του Δήμου Α., β) το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Α., γ) το με αριθμό πρωτοκόλλου ...
πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Α. περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και δ) το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Α. περί μη αποποιήσεως, έγγραφα τα οποία προσκομίσθηκαν μετ επικλήσεως, από τους ομοδίκους τους Χ. Λ., Ν. Λ. του Γ. και Χ. θυγατέρα Γ. Λ., στην δικάσιμο της 2.11.2022, οπότε εκδικάσθηκε από τον Άρειο Πάγο η από 14.6.2022 κλήση των ανωτέρω, με την οποία επαναφέρθηκε προς συζήτηση και ουσιαστική κρίση η από 13.4.2001 (με αριθμό κατάθεσης .../2001) έφεση των αρχικών διαδίκων Χ.
Λ. και Γ. Λ., του οποίου οι προαναφερόμενοι καλούντες είναι κληρονόμοι, κατά της 9029/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατόπιν αυτού η καλούσα, ως άνω από από 5.11.2021 κλήση της, που περιέχει πρόσκληση των προαναφερομένων κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος - εφεσίβλητου - αναιρεσίβλητου Μ.
Π. του Ε. "περί επανάληψης" της δίκης που διακόπηκε βιαίως ως προς τον ίδιο, παραδεκτά στρέφεται κατά αυτών (τέταρτο, πέμπτη, έκτη, έβδομη και όγδοο των καθών η κλήση), επσπεύδοντας και επαναλαμβάνοντας την προκειμένη δίκη, που διακόπηκε βιαίως λόγω θανάτου του αρχικού αναιρεσίβλητου Μ. Π. του Ε. και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, και με διαδίκους τους ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμους του.
Η ως άνω κλήση κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των προσθέτως παρεμβάντων στην αρχική δίκη υπέρ της αρχικώς εναγομένης Π. Κ. ή Κ. υπό στοιχεία Γ 17 έως και Γ 35 προσώπων, όσα είναι εν ζωή, ή υπεισήλθαν στην θέση των αρχικών προσθέτως παρεμβάντων, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, τα οποία (προσθέτως παρεμβαίνοντες και ομόδικοι της αναιρεσείουσας στην αρχική δίκη) υπήρξαν επίσης εκκαλούντες στην κατ' έφεση δίκη με αυτοτελή δικόγραφα εφέσεων που συνεκδικάσθηκαν επί των οποίων, κατά τα προαναφερόμενα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και με την οποία απορρίφθηκαν αυτές κατ'ουσίαν, είναι απαράδεκτη, εφόσον τα πρόσωπα αυτά, κατά τα προεκτεθέντα δεν νομιμοποιούνται παθητικώς, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των καλούντων - εκκαλούντων.
Το δικόγραφο της όμως κατ'αυτών, όπως και κατά του υπό στοιχείο Β 16 προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των εναγόντων - εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΑΣΙΘΙΟΥ, ΓΝ-ΚΥ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ "ΔΙΑΛΥΝΑΚΕΙΟ" ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΣΗΤΕΙΑΣ" ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ" καθώς και του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ., υπό στοιχείο Δ 36, καθού η κλήση Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εφόσον δεν υφίσταται κάποια από τις αμέσως ανωτέρω αναφερόμενες εξαιρέσεις, ήτοι αυτοί δεν ήταν κύριοι διάδικοι στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση , ούτε η αναίρεση περιέχει ξεχωριστούς λόγους στρεφόμενους εναντίον τους, εκτιμάται, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, ως κλήση αυτών για το παραδεκτό της προκειμένης συζήτησης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 81 παρ. 3 και 82 εδ.
τελευταίο ΚΠολΔ, (ΑΠ 711/2017, ΑΠ 1194/2015, ΑΠ 569/2013), προκειμένου εκείνοι να ενημερωθούν για την εξέλιξη της προκειμένης δίκης, όπως άλλωστε εκτιμήθηκαν οι εν λόγω πρόσθετες παρεμβάσεις ήδη με την ...0/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία επιλαμβανόμενη της από 22.9.2014 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας - εκκαλούσας - εναγομένης, Π.
Κ. ή Κ., αναίρεσε την προσβαλλόμενη 2501/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. Όπως δε προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως .../16.03.2022, .../15.03.2022, .../15.03.2022, .../15.03/2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ.
I.. - Φ.. Σ., ακριβές αντίγραφο της από 5.11.2021 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 18ης.5.2022 από την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους μη παρισταμένους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως προσθέτως παρεμβαίνοντες, υπέρ της καλούσας, Β.
συζ. Κ../νου Π. και του Δήμου Μ.. Επίσης από τις .../15.03.2022, .../17.03.2022, ...17.03.2022, .../17.03.2022, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Π. Σ.. Κ., και την .../15.03/2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου με έδρα το Πρωτοδικείο Νάξου, Α.
Χ.. Κ. προκύπτει ότι αντίγραφο της ως άνω κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 18ης.5.2022, από την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους απλούς ομοδίκους των καλούντων, Χ. συζ. Γ. Λ., Ν. Γ. Λ. και Χ.
θυγ. Γ. Λ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Γ. Λ., στον Α. Κ. και στους Κ. Γ. Κ. και Π. θυγ. Γ. Κ., ως κληρονόμους του αποβιώσαντος Γ. Κ., οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ' άρθρο ...2 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επιπροσθέτως, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 2.11.2022, εμφανίσθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος Θεοφανώ Πέγκα και δήλωσε ότι η πρώτη καθής η κλήση - εφεσίβλητη - ενάγουσα Α. σύζυγος Σ.. Λ., το γένος Κ. Μ., αποβίωσε στις 26.2.2022, ήτοι μετά την άσκηση της από 22.09.2014 αιτήσεως αναιρέσεως και μετά την κατάθεση της από 5.11.2021 κλήσης της καλούσας - εκκαλούσας με την οποία επαναφέρονταν προς συζήτηση η έφεσή της μετά την έκδοση της ...0/2021 αποφάσεως του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2501/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προσκόμισε δε α) το σχετικό περί του γεγονότος τούτου απόσπασμα της με αριθμό ... ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Δήμου Α. Α. Κ., β) το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Ι. του Νομού Αττικής και το ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ι. περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και δήλωσε ότι την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, τα τέκνα της Κ. Λ. του Σ., Η. Λ. του Σ. και Γ. Λ. του Σ.. Επομένως, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη, που διακόπηκε βιαίως λόγω θανάτου της πρώτης αναιρεσίβλητης Α. Μ. - Λ. και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης, με διαδίκους τους ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμους της.
IV. Επίσης, όπως ήδη εκτέθηκε, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολο της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο για οποιοδήποτε ζήτημα κρίθηκε με αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την έκδοσή της κατάσταση. Στο σύνολο της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007). Ο προσδιορισμός του σταδίου, από το οποίο αρχίζει η ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής διαδικασία, γίνεται με βάση την αρχή ότι οι διάδικοι, μετά την αναίρεση της απόφασης, επανέρχονται δικονομικώς στην, κατά το χρόνο της τελευταίας συζήτησης υπάρχουσα κατάσταση.
Συνεπώς, κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 5...
παρ.1 ΚΠολΔ, και αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 84/2017). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 531 παρ. 1, 5... παρ. 1, 111, 115 παρ. 1 και 3 και 237 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κατάθεση των προτάσεων το αργότερο ως την έναρξη της συζήτησης ενώπιον Εφετείου αποτελεί την αναγκαία έγγραφη προδικασία, η τήρηση της οποίας ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η παράλειψη δε της κατάθεσης προτάσεων συνεπάγεται την ακυρότητα της παράστασης του διαδίκου και την ερήμην αυτού, λόγω μη κανονικής εμφάνισης διεξαγωγή της δίκης.
Οι εκπρόθεσμες προτάσεις λογίζονται κατά νόμο ανύπαρκτες, έστω και αν σκοπούσαν στην αντίκρουση των προτάσεων του αντιδίκου, ενώ επί ερημοδικίας του εφεσίβλητου, ειδικότερα δε επί μη εμφανίσεώς του ή μη προσήκουσας εμφανίσεώς του με την κατάθεσή εμπροθέσμων προτάσεων κατά τη συζήτηση της εφέσεως στο ακροατήριο, η διαδικασία προχωρεί ως να ήταν και αυτός παρών.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' ΚΠολΔικ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ. αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ1 αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 162/2011, ΑΠ 87/2011, ΑΠ 274/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση, .../16.03.2022, ...16.03.2022, .../16.03.2022, .../16.03.2022, .../16.03.2022, .../16.03.2022, .../15.03.2022, .../16.03.2022, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Π. Σ.. Κ., τις .../15.03.2022, .../15.03.2022, .../15.03.2022, .../15.03.2022, .../15.03.2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.
I.. Φ.. Σ. και την ... 16.03.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Κ. Α.. Σ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 5.11.2021 κλήσης των καλούντων με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 18ης.5.2022, από την οποία αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε αντιστοίχως νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτη (ήδη αποβιώσασα) και τρίτο έως δέκατη πέμπτη των καθών η κλήση, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο ...2 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν οι ως άνω διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας 2501/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και πρέπει να εκδικασθεί η έφεση της εναγομένης και των προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαινόντων ( άρθρα 495, 513 παρ. 1 εδ. β', 516 παρ. 1, 517 εδ. α, 518 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) κατά της 9029/2000 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην των εφεσιβλήτων - καθών η κλήση, Ε.
Β.. Κ., Ε. Μ. Π., Χ. χήρας Μ. Π., Δ. θυγατέρας Μ. Π., Α. θυγατέρας Μ. Π., Π. Μ. Π., Κ. Κ. Χ., Ε. Κ. Χ., Χ. συζ. Ι. Μ., το γένος Ε.. Π., Μ. θυγ. Γ. Α., Ε. Α.. Π., Ά. χήρας Β. Π., και Δ. συζ. Γ.. Π., το γένος Β.. Π., και των μη παρισταμένων στη δίκη προσθέτως παρεμβάντων 8ου και 19ou των καθών η κλήση. Η συζήτηση όμως της υποθέσεως θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα 267/1994 πρακτικά του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Τμήμα Διεξαγωγών) ενώπιον του ορισθέντος με τη δεύτερη προδικαστική απόφαση (9463/1993) Εισηγητή Δικαστή, τις με αριθμό κατάθεσης .../2.6.1998 και .../26.7.2005 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των τοπογράφων-πολιτικών μηχανικών Θ.
Γ., η πρώτη και Γ. Μ. η δεύτερη, που διατάχθηκαν με τις 9463/1993 και 6558/2004 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα κατ άρθρο 387 ΚΠολΔ, την από 20.11.19... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου - μηχανικού Ι. Μ., που διατάχθηκε με την 15519/1963 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 30.9.1967 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού Β.
Κ., που διατάχθηκε με την 1956/1966 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, από τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις των μηχανικών Γ. Χ., τεχνικού συμβούλου των εφεσιβλήτων - εναγόντων, Δ. Σ., Κ../νου Μ., Ι. Σ. και των Α. και Α. Κ., τεχνικών συμβούλων των εκκαλούντων - εναγομένων, που εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρο 390 ΚΠολΔ), τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και όλα τα επικαλούμενα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους νέα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων το άνευ ημεροχρονολογίας τοπογραφικό διάγραμμα και η από 31.10.2022 τεχνική έκθεση του μηχανικού Ι.
Κ., σε ορισμένα από τα οποία γίνεται ειδική μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα από την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το .../30.5.1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης Μετοχιάτη που μεταγράφηκε νόμιμα, η εκκαλούσα αγόρασε από τους προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνοντες Π.
Α., Ι. Α., Ν. Π., Κ./νο Π., Α. Π. και Δ. Π., οικόπεδο επιφανείας 1.050 τ.μ., που βρίσκεται στη Μ. Α. , στο ΟΤ ... και συνορεύει βορειοδυτικά εν μέρει με οδό Σ.. Μ. σε πρόσωπο 15,50 μέτρων και εν μέρει με συνεχόμενη έκταση των εναγόντων - εφεσίβλητων σε πλευρά 25 μέτρων, βορειοανατολικά σε πλευρά 34,85 μέτρων με συνεχόμενη έκταση ιδιοκτησίας των εναγόντων - εφεσίβλητων, νοτιοανατολικά σε πλευρά 38,70 μέτρων με ιδιοκτησίες Μ., Λ.
και Μ. και νοτιοδυτικά εν μέρει με ιδιωτική οδό σε πλευρά 23,60 μέτρων και εν μέρει με συνεχόμενη ιδιοκτησία των εναγόντων - εφεσίβλητων σε πλευρά 12 μέτρων. Επί του οικοπέδου αυτού η εκκαλούσα, αφού εξέδωσε την με αριθμό .../23.11.1990 οικοδομική άδεια της Νομαρχίας Α. Αττικής - Πολεοδομία Μ. ανήγειρε πενταόροφη οικοδομή.
Πριν από την αγορά του επίδικου ακινήτου η εκκαλούσα ανέθεσε σε δικηγόρο έλεγχο τίτλων, ο οποίος έλαβε το από 10.6.1989 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Ν. Ι. περί μη διεκδικήσεως αυτού, στο όνομα του άμεσου δικαιοπαρόχου της Π. Γ. Α.. Με την 38/1991 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ν. Ι. απορρίφθηκε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Κ../νου Μ., δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων Α.
Σ.. Λ., ήδη αποβιώσασας, και Γ. Μ., κατά των Γ. Λ. και Χ. συζύγου Γ. Λ., οι οποίοι είχαν προβεί στην αγορά όμορου οικοπέδου από τον ίδιο πωλητή και δικαιοπάροχο της εκκαλούσας. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής επισημάνθηκε ότι για πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του έτους 1990 και ενώ η οικοδομή που ανήγειραν επί του επιδίκου οικοπέδου οι προαναφερόμενοι είχε φθάσει στις πλάκες του δεύτερου ορόφου ο Κ./νος Μ.
επισκέφθηκε το ακίνητο αυτό και δήλωσε στον εργολάβο ότι διεκδικεί δικαίωμα νομής επί τούτου έκτοτε δε δεν αντέδρασε αποτελεσματικά για να προστατευθεί με δικαστική παρέμβαση στα δικαιώματά του αλλά εφησύχασε μέχρι και τα τέλη Φεβρουαρίου 1991, οπότε και ασκήθηκε η σχετική αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων.
Μετά την εξέλιξη αυτή οι δικαιοπάροχοι των εφεσίβλητων, μεταξύ των οποίων και ο δικαιοπάροχος των καθ' ων η κλήση εφεσιβλήτων Μ. Π. του Ε., και εκείνοι που είναι εν ζωή άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μεταξύ άλλων, την ένδικη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../1991 διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή τους, κατά της εκκαλούσας Π.
Κ. ή Κ., και ζήτησαν, όπως ήδη εκτέθηκε, να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα τους ποσοστά εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, και να υποχρεωθεί η εναγομένη - εκκαλούσα που κατέλαβε το ακίνητο αυτό να τους το αποδώσει και να άρει την καθαίρεση και απομάκρυνση των κτισμάτων και εγκαταστάσεων που έχει οικοδομήσει επ' αυτού.
Προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους περί κτήσεως κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, τόσο από τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους όσο και από τους ίδιους οι εφεσίβλητοι (όσοι είναι εν ζωή και οι δικαιοπάροχοι τους), επικαλέσθηκαν μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων δύο δημόσια έγγραφα και συγκεκριμένα στο .../1926 νόμιμα μεταγραμμένο παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας και στο μεταγενέστερο .../7.11.1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ν.
Ι. Αττικής Βασιλείου Βαρβερόπουλου το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ν. Ι. Αττικής στον τόμο ... και με αριθμό ..., υποστηρίζοντας ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτούς. Στον αντίποδα η εκκαλούσα αρνούμενη την εναντίον της αγωγή ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους εν λόγω τίτλους κτήσης των αντιδίκων της.
Όπως αποδείχθηκε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, με το ως άνω .../1926 νόμιμα μεταγραμμένο παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας παραχωρήθηκε κατά πλήρη κυριότητα εκ των Εθνικών Γαιών στον Γ. Κ.. Μ., απώτερο δικαιοπάροχο της ήδη αποβιώσασας πρώτης εφεσίβλητης και δεύτερου των εφεσίβλητων, ένας ξηρικός αγρός εκτάσεως οκτώ βασιλικών στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση «Ά.
«Χ. του Δήμου Μ. Αττικής (πρώην Κ.) και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Π.. Α., νότια με δρόμο, (σήμερα ρέμα) ανατολικά με Γ.. Β. και δυτικά με ιδιοκτησία I.. Κ.. Τον αγρό αυτό ο Γ. Μ. νεμόταν και κατείχε με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, επιβλέποντας τούτον και καλλιεργώντας τον με σιτηρά, μέχρι το έτος 1936, οπότε αποβίωσε.
Έκτοτε, ο απώτατος δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων Κ.. Μ., γιός του Γ. Μ. κατείχε και νεμόταν τον αγρό αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου με τη συναίνεση των συγκληρονόμων του, ήτοι της μητέρας του και των τεσσάρων αδελφών του, αποκλειστικά για τον εαυτό του, ασκώντας τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις, όπως και ο πατέρας τους μέχρι 23.2.1946 (χρόνος ενάρξεως ισχύος του ΑΚ) και από τότε με διάνοια κυρίου μέχρι 7.11.1962.
Η κυριότητα τούτου μέχρι 7.11.1962 επί του ως άνω παραχωρηθέντος ακινήτου των οκτώ (8) στρεμμάτων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αφού νεμόταν το επίδικο ακίνητο με τις παραπάνω προϋποθέσεις αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, με τη συναίνεση της μητέρας του και των αδελφών του. Ειδικότερα, στην προκειμένη υπόθεση υποστηρίχθηκε από τον δικαιοπάροχο των εν λόγω εφεσίβλητων ότι ο πατέρας του Γ.
Μ. του είχε παραχωρήσει τον αγρό αυτό ήδη από το έτος 1927 και ο ίδιος έκτοτε τον νέμονταν μέχρι το θάνατο τούτου και στη συνέχεια επίσης τον νεμόνταν με τα προαναφερόμενα προσόντα για λογαριασμό του με τη συναίνεση της μητέρας και των αδελφών του, δηλαδή των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του πατέρα του, μέχρι το έτος 1962, οπότε μεταβίβασε αιτία ανταλλαγής τμήμα τούτου.
Έτσι το γεγονός ότι, όπως διαπιστώθηκε πολύ μεταγενέστερα ακόμη και από αυτή την έναρξη της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων και την έκδοση δικαστικών αποφάσεων, ο Γ. Μ. λίγες ημέρες προ του θανάτου του το έτος 1936, είχε συντάξει δημόσια διαθήκη με την οποία αυτός κατέλιπε την επικαρπία όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του στη σύζυγό του ενώ στον γιό του Κ..
Μ., κατέλιπε έναν άλλο αγρό ευρισκόμενο στη θέση Σ. του ίδιου Δήμου, δηλαδή σε διαφορετική θέση από το επίδικο, δεν μεταβάλλει την κατάσταση ως προς την κτήση κυριότητας του αναφερόμενου στο ως άνω παραχωρητήριο αγρού από τον Κ. Μ. μέχρι το έτος 1962. Άλλωστε, τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν σχετικά με το επίδικο ακίνητο, μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων και των ιδίων ξεκίνησαν μετά το έτος 1962, όταν μεταβιβάσθηκε τμήμα του ως άνω αγρού από τον Κ.
Μ. στον απώτατο δικαιοπάροχο των λοιπών εφεσίβλητων Ε. Π., όπως θα εκτεθεί αναλυτικά στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, στις 7 Νοεμβρίου 1962 ο ως άνω κύριος του μείζονος ακινήτου των 8 βασιλικών στρεμμάτων Κ./νος Γ.. Μ. με το .../7.11.1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ν. Ι. Αττικής Βασιλείου Βαρβερόπουλου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ν.
Ι. Αττικής στον τόμο ... και με αριθμό ..., μεταβίβασε αιτία ανταλλαγής κατά κυριότητα στον Ε. Π., δικαιοπάροχο των εναγόντων (άμεσο και απώτερο) ένα τμήμα από το ως άνω μείζον ακίνητο των οκτώ (8) στρεμμάτων που αφορούσε το παραχωρητήριο και συγκεκριμένα μεταβίβασε κατά κυριότητα στον Ε.. Π., όχι όλο το παραχωρηθέν στον ίδιο ακίνητο, αλλά μόνον έκταση τεσσάρων και ημίσεος στρεμμάτων "πλέον ή έλαττον".
Ειδικότερα, σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο ανταλλαγής, ο αγρός αυτός έχει έκταση 4 και 1/2 στρεμμάτων πλέον ή έλαττον που ταυτίζονται με 4 και 1/2 "βασιλικά" στρέμματα, όμως, με βάση τις αναγραφόμενες σε αυτό (συμβόλαιο) πλευρικές διαστάσεις, το εμβαδόν του ανέρχεται σε 8.500 τ.μ., συνορευόμενου βόρεια, εν μέρει με δρόμο σε πρόσωπο 21 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ.
Μ., της οποίας την νομή είχε ο Π. Χ. σε πλευρά μέτρων 49, νότια με ρέμα σε πλευρά 55 μέτρων, ανατολικά με πρώην ιδιοκτησία Β. και ήδη ιδιοκτησία Δ. Ζ., σε πλευρά 160 μέτρων και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία υπόλοιπη ιδιοκτησία Κ. Μ., της οποίας νομέας ήταν ο Π. Χ., σε πλευρά 47 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην I..
Κ. και ήδη αγνώστων σε πλευρά 95 μέτρων. Στο ως άνω συμβόλαιο μετά τον προσδιορισμό των προαναφερόμενων ορίων γίνεται μνεία, ότι ο Κ. Μ. τον αγρόν τούτον μετά του βορειοδυτικού τμήματος εκτάσεως δύο στρεμμάτων περίπου είχε αποκτήσει ο δικαιοπάροχος πατέρας τούτου Γ. Μ. "δυνάμει του από 31 Αυγούστου 1926 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας...", καθώς και ότι ο Ε.
Π. σε ανταλλαγή του ως άνω αγρού, παραχωρεί και μεταβιβάζει στον Κ. Μ. ένα αγρό μετά των επ' αυτού πεύκων εκτάσεως 5.400 τ.μ. κείμενο στη νήσο Α.. Σημειώνεται ότι για τον ως άνω περιγραφέντα κατά όρια αγρό στο προαναφερόμενο συμβόλαιο ανταλλαγής δεν είχε συνταχθεί τοπογραφικό διάγραμμα, παρόλο που κατά τον χρόνο εκείνο υφίστατο τέτοια υποχρέωση για τη σύνταξη συμβολαίων για τη μεταβίβαση ακινήτων, ενώ, αντιθέτως, για τον αγρό Ε..
Π. στην Α. γίνεται μνεία ότι τούτο εμφαίνεται στο από Σεπτεμβρίου 1957 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Α.. Σ., το οποίο και προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο ανταλλαγής. Επίσης αναφέρεται στο συμβόλαιο ανταλλαγής, ότι ο αγρός στην Α. περιήλθε στον Ε.. Π. από δεκαετίας με άσκηση όλων των διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, "αδιαφιλονικείτως" και "ανεμποδίστως".
Μετά την πάροδο μόλις ενός μηνός από την σύνταξη του ως άνω συμβολαίου ανταλλαγής, ο Ε. Π., ο οποίος ήταν δικηγόρος, άσκησε την από 10.12.1962 διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του Π. Α. (αρχικού προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της νυν εκκαλούσας ως δικαιοπάροχος της) και του Χ.
Π. (πατέρα των λοιπών προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της εκκαλούσας ως δικαιοπάροχος της) υποστηρίζοντας, ότι οι εναγόμενοι αυτοί κατά το δεύτερο δεκαήμερο Νοεμβρίου του ίδιου έτους αυθαιρέτως και εν αγνοία του περιέφραξαν μέρος της βόρειας και δυτικής πλευράς του ως άνω αγρού, διαταράσσοντας παράνομα την κυριότητά του.
Συγκεκριμένα, στην ως άνω αγωγή του ο Ε. Π., αφού περιγράφει, σύμφωνα με το ως άνω παραχωρητήριο, τον παραχωρηθέντα στον Γ. Μ. αγρό των οκτώ βασιλικών στρεμμάτων, στη συνέχεια εκθέτει ότι "εκ της όλης εκτάσεως... των οκτώ βασιλικών στρεμμάτων, περίπου 4 1/2 στρεμμάτων έκτασιν δι' ανταλλαγής ετέρας μου εκτάσεως μετεβίβασεν εις εμέ δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1962 συμβολαίου.... " και ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος της έκτασης αυτής και να του αποδοθεί από τους εκεί εναγομένους.
Στη δίκη επί της ως άνω αγωγής παρενέβη προσθέτως υπέρ του ενάγοντος ως δικαιοπάροχος του ο Κ.. Μ.ς, κατόπιν προσεπικλήσεώς του από αυτόν. Επί της αγωγής και της πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε η 15519/1963 προδικαστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου η οποία διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ορίσθηκε δε ως πραγματογνώμονας ο τοπογράφος μηχανικός, Ι.
Μ., ο οποίος κατάρτισε το από 16.11.19... τοπογραφικό διάγραμμα και επί αυτής κατόπιν διεξαγωγής μαρτυρικών αποδείξεων και της από Νοεμβρίου 19... πραγματογνωμοσύνης από τον ως άνω διορισθέντα πραγματογνώμονα, εκδόθηκε η 3840/1966 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού αναφέρεται στο ιστορικό της, μεταξύ άλλων, ότι "τεμάχιο" του ως άνω αγρού εκτάσεως 4 1/2 στρεμμάτων, το οποίο περιλαμβάνεται στον αγρό που παραχωρήθηκε στον πατέρα του Κ../νου Μ.
με το ως άνω παραχωρητήριο, ο τελευταίος, όντας κύριος τούτου, κατά τα προαναφερόμενα, μεταβίβασε δι' ανταλλαγής προς τον Ε. Π., έγινε δεκτή η ως άνω αγωγή του ίδιου και η υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση του Κ. Μ. και αναγνωρίσθηκε ο εκεί ενάγων Ε.. Π.ς κύριος, νομέας και κάτοχος του περιγραφομένου στην αγωγή αγρού.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν την από 23.4.1966 έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, οι Π. Α. και Χ. Π., επί της οποίας, αρχικά εκδόθηκε η 1956/1966 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που διέταξε τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, ορίζοντας ως πραγματογνώμονα τον Β. Κ., πολιτικό μηχανικό, διευθυντή πολεοδομίας του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, μετά δε την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης αυτής εκδόθηκε η 2566/1967 απόφαση του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούντες Π. Α. και Χ. Π. με την από 5-2-1968 αίτηση αναίρεσης και επ' αυτής εκδόθηκε η 612/1969 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή τους, με τη μη παραδοχή των λόγων αναιρέσεως, καθώς, ως γνωστόν ο Άρειος Πάγος δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υποθέσεως, και έτσι η 3840/1966 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη.
Στο διατακτικό της ως άνω 3840/1966 απόφασης αναφέρονται τα εξής: "Αναγνωρίζει τον ενάγοντα κύριο του περιγραφομένου στην αγωγή Αγρού εκτάσεως 4 1/2 στρεμμάτων, κείμενου εις θέσιν «Ά. «Χ. και συνορευομένου προς Β με δρόμο επί προσώπου 21 μέτρων και εν μέρει επί πλευράς 49 μέτρων με ιδιοκτησία Μ., προς Ν. με ρέμα ένθα πρότερον δρόμος επί πλευράς 55 μέτρων, προς Α επί πλευράς 160 μέτρων με ιδιοκτησία Δ..
Ζ. και προς Δ επί πλευράς 47 μέτρων με ιδιοκτησία Κ.. Μ. και εν μέρει επί πλευράς 95 μέτρων με ιδιοκτησία Γ..Κ. και ήδη αγνώστων". Στην 2566/1967 απόφαση του Εφετείου Αθηνών γίνεται μνεία επί λέξει ότι "...ως προκύπτει εκ του δικογράφου της αγωγής ο ενάγων εθεμελίωσε την περί κυριότητας επί του επιδίκου αξίωσίν του επί του ισχυρισμού ότι το επίδικον εκ τεσσάρων και ημίσεος περίπου στρεμμάτων είναι τμήμα μείζονος εκτάσεως εξ οκτώ περίπου βασιλικών στρεμμάτων κείμενης εις θέσιν «Ά.
«Χ. της περιφέρειας Μ. Αττικής (Κ.) παραχωρηθείσης υπό του Ελληνικού Δημοσίου προς τον Γ. Κ.. Μ.ν...δυνάμει του υπ'αριθμ. ... της 2ας Νοεμβρίου 1926 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, νομίμως μεταγραφέντος..." καθώς και ότι "...δια του υπ'αριθμ. .../1962 συμβολαίου... μετεβιβάσθη το επίδικον τμήμα επ ανταλλαγή είς τον ενάγοντα όστις κατέστη κύριος τούτου ως αποκτήσας παρ' αληθών κυρίων ...".
Σχετικά δε με αμφότερες τις διενεργηθείσες πραγματογνωμοσύνες η ως άνω εφετειακή απόφαση αναφέρει ότι αυτές ουσιαστικά ταυτίζονται και ότι από αμφότερα τα ταυτιζόμενα διαγράμματα που συντάχθηκαν από τους διορισθέντες πραγματογνώμονες προκύπτει ότι "η αποτυπωθείσα δι' αυτών έκτασις καταμετρηθείσα επακριβώς υπ'αμφοτέρων ανέρχεται εις 8.500 ή 8.565 τ.
μέτρα περίπου και συμπίπτει ως προς το μέγεθος με την παραχωρηθείσαν εις τον δικαιοπάροχον του ενάγοντος Γ.. Κ. Μ. τοιαύτην των οκτώ βασιλικών στρεμμάτων...". Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές, ότι ο εκεί ενάγων Ε.. Π.ς, επικαλούμενος ότι απέκτησε ακίνητο εκτάσεως 4.500 τ.μ. "πλέον ή έλαττον", με παράγωγο τρόπο, με συμβόλαιο ανταλλαγής, από τον αληθή κύριο μεγαλύτερης έκτασης Κ..
Μ., ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του ακινήτου αυτού και όχι βεβαίως του όλου ακινήτου των 8.000 βασιλικών στρεμμάτων, που αναφέρονταν ως συνολικό εμβαδόν του αγρού που παραχωρήθηκε το έτος 1926 στον δικαιοπάροχο του τελευταίου Γ. Μ., και να του αποδοθεί τούτο. Διαπιστώνεται από τα προαναφερόμενα, ότι ο Ε.. Π.ς στην αγωγή του, ενώ ανέφερε ότι κατέστη κύριος με το ως άνω συμβόλαιο τμήματος 4 1/2 στρεμμάτων εκ του μείζονος ακινήτου του Κ..
Μ., το οποίο μείζον ακίνητο περιέγραφε, όπως ακριβώς περιγραφόταν στο συμβόλαιο, δεν προσδιόρισε ως όφειλε, τα όρια του περιλαμβανομένου εντός του μείζονος ακινήτου, τμήματος των 4 1/2 τ.μ. που του μεταβιβάσθηκαν δι' ανταλλαγής, αλλά ούτε και τα όρια και το εμβαδόν του τμήματος που επικαλούνταν με την αγωγή του ότι είχε καταληφθεί από τους εκεί εναγομένους Π.
Α. και Χ. Π. στη βόρεια και δυτική πλευρά του όλου ακινήτου. Αποτέλεσμα της ασάφειας και των ελλείψεων αυτών, ήταν να γίνει δεκτό με την ως άνω αμετάκλητη απόφαση ότι ο εκεί ενάγων Ε.. Π. είναι κύριος ακινήτου εκτάσεως 4 1/2 τ.μ., το οποία περιλαμβάνονται στο μείζον ακίνητο των οκτώ βασιλικών στρεμμάτων, πλην όμως να περιγραφεί το ακίνητο αυτό κατά όρια και πλευρές ως απολύτως συμπίπτον με το μείζον ακίνητο των 8.000 βασιλικών στρεμμάτων.
Εκείνο όμως που συνάγεται από την ως άνω απόφαση είναι ότι με αυτήν, στην πραγματικότητα, έγινε δεκτό ότι ο Ε.. Π.ς έγινε κύριος ακινήτου εκτάσεως 4 1/2 στρεμμάτων ως τμήματος του μείζονος ακινήτου που αναφέρεται κατά θέση και όρια στο ως άνω συμβόλαιο ανταλλαγής, το οποίο μείζον ακίνητο και περιγράφηκε στην αγωγή τούτου και η περιγραφή αυτή περιλήφθηκε στο διατακτικό της ως άνω αποφάσεως.
Αντίθετη εκδοχή προσκρούει απολύτως όχι μόνο στη λογική, αλλά και σε δικονομικούς κανόνες, αφού αν γίνει δεκτό ότι αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του εκεί ενάγοντος Ε.. Π. επί του όλου αγρού του παραχωρητηρίου των 8.000 τ.μ., ή 8.565 τ.μ. σύμφωνα με τους πραγματογνώμονες, ενώ ο ίδιος προσδιόριζε στην αγωγή του το διεκδικούμενο ακίνητο αυτής ως "τμήμα" της μείζονος έκτασης και το εμβαδόν του σε 4.500 τ.μ., τότε, θα είχε γίνει απαράδεκτη επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος.
Επί πλέον, στην ως άνω 2566/1967 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγινε μνεία ότι από τους ορισθέντες πραγματογνώμονες, προσδιορίσθηκε ότι η έκταση των 8.000 ή 8.565 τ.μ. του περιγραφόμενου στο συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτου ταυτίζεται με εκείνη που παραχωρήθηκε με το παραχωρητήριο του έτους 1926 στον Γ. Μ., και όχι ότι η έκταση που μεταβιβάσθηκε με το συμβόλαιο ανταλλαγής στον Ε..
Π., και αναφέρεται σαφώς ως "τεμάχιο" ή "τμήμα" με συγκεκριμένο εμβαδόν 4.500 τ.μ. του μείζονος αγρού των 8.000 τ.μ. ταυτίζεται με εκείνη που περιγράφεται κατά θέση και όρια με το συμβόλαιο της ανταλλαγής. Επίσης, εφόσον με την αμετάκλητη ως άνω απόφαση δεν προσδιορίζεται επακριβώς το τμήμα που αυτή δέχθηκε ότι είχε καταληφθεί από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των νυν εκκαλούντων, δεν υφίσταται ταύτιση της υποθέσεως εκείνης με την επίδικη, αφού δεν μπορεί να διαγνωσθεί ότι το τμήμα που αμετάκλητα δέχθηκε η ως άνω απόφαση ότι είχε καταληφθεί από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων στη βορειοδυτική πλευρά του μείζονος ακινήτου έχει ή μη σχέση με το οικόπεδο που μεταβιβάσθηκε στην εκκαλούσα Π.
Κ. ή Κ. από τους καθολικούς διαδόχους τούτων μετά παρέλευση είκοσι (20) χρόνων κι ενώ πλέον είχε ρυμοτομηθεί προ πολλού το ακίνητο αυτό και είχε ενταχθεί στο σχέδιο πόλης, δεδομένου μάλιστα ότι η ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου της εκκαλούσας Π. Α., σύμφωνα με το παραχωρητήριο του 1926 του Γ. Μ. ήταν όμορή του προς βορρά, χωρίς να αναφέρεται άλλη όμορη βορείως ιδιοκτησία, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια, απορριπτομένων των ισχυρισμών των εφεσιβλήτων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ αυτών, Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Λασιθίου, ΓΚ-ΝΥ Νεαπόλεως "ΔΙΑΛΥΝΑΚΕΙΟ" Αποκεντρωμένη Οργανική Μονάδα Σητείας, καθώς και του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ., Υπουργού Οικονομικών, με την ιδιότητά του ως ασκούντος την εποπτεία επί κοινωφελών ιδρυμάτων και των περιουσιών που αφήνονται για κοινωφελείς σκοπούς, και του περί ύπαρξης δεδικασμένου από την ως άνω αμετάκλητη 3840/1966 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί του ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των απόντων στη δίκη αυτή εφεσιβλήτων Ε.
Π. του Μ. αναγνωρίσθηκε κύριος, νομέας και κάτοχος αγρού, που ταυτίζεται με τον αναφερόμενο στο ως άνω παραχωρητήριο αγρό. Το Δικαστήριο δεν είναι επίσης υποχρεωμένο να δεχθεί και τα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων που διενεργήθηκαν στα πλαίσια εκείνης της δίκης, αφενός μεν διότι αυτές αποτελούν ελεύθερα εκτιμώμενο αποδεικτικό μέσο και επομένως τα συμπεράσματά τους επανακρίνονται σε μελλοντικές δικαστικές διενέξεις, αφετέρου δε διότι στην ως άνω αμετάκλητη απόφαση έγινε απλή αναφορά των συμπερασμάτων τους, μόνο σχετικά με την ταύτιση του αγρού που αναφέρεται στο παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1926 με το ακίνητο που περιγράφεται στο προαναφερόμενο συμβόλαιο της ανταλλαγής.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε, ότι αφού η ως άνω 3840/1966 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη, ο δικαστικός επιμελητής I.. Π., κατ'εντολή του επισπεύδοντος Ε.. Π., προέβη στην βιαία αποβολή των ως άνω Π. Α. και Χ. Π., από τον αγρό τον οποίο περιγράφει στην έκθεσή του ως εκτάσεως τεσσάρων και ημίσεος στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν είναι με τα εξής όρια:
προς βορρά με δρόμο επί προσώπου μέτρων 20,5 και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ.. Μ., κατεχόμενη ήδη από Π.. Χ., επί πλευράς συνολικής μέτρων 50, νοτίως με ρέμα ένθα πρότερον δρόμος επί πλευράς μέτρων 54, ανατολικά με ιδιοκτησία πρώην Γ.. Β.υ και ήδη Δ.. Ζ., επί πλευράς μέτρων 165, και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Κ.. Μ. κατεχόμενη ήδη από Π..
Χ. επί συνολικής πλευράς μέτρων 57 και εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην I.. Κ. και ήδη ιδιωτικό δρόμο και πέραν τούτων με ιδιοκτησίες Θ. Φ., Μ. συζ. Γ. Λ., Ν. Κ. και Γ. Π. και συζύγου του Α. και αγνώστων, επί συνολικής πλευράς μέτρων 119, ή όσον επί πλέον ή έλαττον εκάστη των πλευρών τούτων είναι. Ο ίδιος επιμελητής αναφέρει στην έκθεσή του ότι όλα τα ανωτέρω μήκη των πλευρών βρέθηκαν κατά την "πρόχειρη καταμέτρηση" από τον ίδιο και συμπίπτουν "περίπου" προς τα αναφερόμενα στην απόφαση και ότι στον ως άνω αγρό εγκατέστησε εν απουσία των καθών, τον παριστάμενο επισπεύδοντα Ε..
Π., ο οποίος "ενέπηξεν εις την βόρειαν και δυτικήν πλευρά σιδηροπασσάλους και προέβη εις ολική περίφραση με συρματόπλεγμα του προπεριγραφομένου αγρού". Από τα παραπάνω αποδείχθηκε σαφώς ότι ενώ με το .../1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας στον Γ. Μ. παραχωρήθηκε ακίνητο εκτάσεως 8.000 βασιλικών στρεμμάτων, χωρίς την ένδειξη "πλέον η έλαττον" η μνεία της οποίας ήταν συνήθης σε συμβόλαια της εποχής και οι όμοροι ιδιοκτήτες αναφέρονται μόνο με γεωγραφικές ενδείξεις χωρίς διαστάσεις, ειδικότερα δε προς βορρά αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης ο απώτατος δικαιοπάροχος της εκκαλούσας Π..
Α., προς νότο ρέμα, ανατολικά ιδιοκτησία Γ.. Β.υ και δυτικά ιδιοκτησία I.. Κ., με το προαναφερόμενο .../1962 συμβόλαιο ανταλλαγής, τα όρια του ανταλλασσόμενου αγρού προσδιορίζονται εντελώς διαφοροποιημένα με καθορισμό πλευρικών διαστάσεων, και σύμφωνα με τοπογραφικό που συντάχθηκε από τον πραγματογνώμονα Μ..
Η μη ύπαρξη προηγούμενου τοπογραφικού κατά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου, ευνόησε την περιγραφή του ως άνω αγρού με διαφορετικές διαστάσεις και όρια, την περιγραφή δε αυτή, υποδεικνυόμενη ασφαλώς από τους μόνους ενδιαφερόμενους συναλλασσόμενους στο συμβόλαιο ανταλλαγής, υιοθέτησε ο ως άνω πραγματογνώμονας, όπως, άλλωστε, σαφώς επιβεβαιώνεται από το γεγονός, ότι ο ίδιος δεν αναφέρει με ποια μέθοδο οδηγήθηκε στην ταυτοποίηση των ορίων του αρχικού παραχωρητηρίου του έτους 1926 με εκείνα του συμβολαίου του 1962, και των ομόρων τούτου ιδιοκτησιών.
Συγχρόνως, ενώ πιστοποιεί ότι η έκταση των οκτώ βασιλικών στρεμμάτων του παραχωρητηρίου, ταυτίζεται με την έκταση που αναφέρεται στο συμβόλαιο του 1962, αλλά αυξημένη κατά 565 τ.μ., δηλαδή με έκταση 8.565 τ.μ., όπως αναφέρεται και στην ως άνω 3840/1966 αμετάκλητη απόφαση, και ενώ σύμφωνα με την προαναφερόμενη έκθεση βίαιης αποβολής περιφράσσεται από τον Ε..
Π. περίπου ίδια έκταση, δηλαδή έκταση 8.565 τ.μ., παρά το γεγονός ότι αυτός ζητούσε με την αγωγή του να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί τμήματος εκτάσεως 4.500 τ.μ., περιλαμβανομένου στη μείζονα έκταση των 8.000 τ.μ., στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τα συναγόμενα από την πραγματογνωμοσύνη του, η έκταση του αρχικού ακινήτου του παραχωρητηρίου του έτους 1926 αναβιβάζεται σε 9.600 τ.μ.
Τούτο δε, διότι, ο ως άνω πραγματογνώμονας υπολογίζει το βασιλικό στρέμμα ως ίσο με 1.200 τ.μ. και όχι με 1.000 τ.μ., όπως ίσχυε κατά την χρονική περίοδο που εκδόθηκε το παραχωρητήριο, αλλά και μετέπειτα. Ειδικότερα το Βασιλικό Διάταγμα 56/16.10.1836 του Βασιλιά Όθωνα "Περί μέτρων και σταθμών", το οποίο είναι το μόνο που ισχύει ως προς τις επιφάνειες, αναφέρει στο άρθρο 1 στην τελευταία παράγραφο "Τα νέα μέτρα και σταθμά θέλουν έχουν την επωνυμία ΒΑΣΙΛΙΚΑ".
Με το διάταγμα αυτό καθορίσθηκε ως μέτρο επιφάνειας για τη μέτρηση γαιών το στρέμμα, το οποίο ορίσθηκε ότι ισούται με χίλια τετραγωνικά μέτρα και ονομάσθηκε "Βασιλικό Στρέμμα" στην πράξη για να διαφοροποιείται από το ισχύον στρέμμα, καθώς στο παρελθόν και πριν από την Ελληνική Επανάσταση και την ανασύσταση του Ελληνικού Κράτους ίσχυαν άλλες μονάδες μέτρησης γαιών.
Με το ίδιο δε διάταγμα καθορίσθηκαν και οι αναλογίες των ισχυόντων επί τουρκοκρατίας μονάδων μέτρησης και ορίσθηκε ότι το τουρκικό στρέμμα ("παλαιόν πελοποννησιακόν στρέμμα"), αντιστοιχεί προς 1,27 στρέμματα ή 1.270 τ.μ. Εδώ όμως στο επίμαχο παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1926 δεν γίνεται αναφορά μονάδας μέτρησης με την ονομασία "παλαιό στρέμμα" ή "παλαιό πελοποννησιακό στρέμμα" ή κατ'άλλους "τουρκικό στρέμμα", ώστε αυτό να αντιστοιχεί σε 1.200 ή 1270 τ.μ., αλλά σαφής χρήση του όρου "βασιλικά στρέμματα".
Επί πλέον, ενώ, σύμφωνα με το ως άνω παραχωρητήριο, ο Γ. Μ. έχει προς βορρά όμορη την ιδιοκτησία Π. Α., δηλαδή του απώτατου δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων και δυτικά την ιδιοκτησία I.. Κ., στο συμβόλαιο της ανταλλαγής το ακίνητο του διαδόχου του Κ../νου Μ. φέρεται να οριοθετείται προς βορρά με δρόμο επί προσώπου μέτρων 20,5 και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ.Μ., κατεχόμενη ήδη από Π..Χ., επί πλευράς συνολικής μέτρων 50, και δυτικά πάλι εν μέρει με ιδιοκτησία Κ..
Μ. κατεχόμενη ήδη από Π.. Χ. επί συνολικής πλευράς μέτρων 57 και εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην I.. Κ. και ήδη ιδιωτικό δρόμο, χωρίς από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο να προκύπτει ότι ο Γ. Μ. είχε άλλη ιδιοκτησία βόρεια και δυτικά της ιδιοκτησίας που του παραχωρήθηκε με το εν λόγω παραχωρητήριο. Στην πραγματικότητα δε σύμφωνα με τις διαστάσεις του αγρού, όπως αυτές προσδιορίσθηκαν στο συμβόλαιο ανταλλαγής, το εμβαδόν τούτου αποβαίνει αναιτιολόγητα ακόμη μεγαλύτερο, σύμφωνα με τους αντικειμενικούς μαθηματικούς υπολογισμούς, με τους οποίους εξευρίσκεται το εμβαδόν ακινήτων από τους αρμόδιους προς τούτο πολιτικούς μηχανικούς, όπως θα γίνει μνεία ακολούθως.
Ατυχώς όμως, μετά τη δικαστική διένεξη μεταξύ του δικηγόρου Ε.. Π. και των απώτατων δικαιοπαρόχων της εκκαλούσας, τη διενέργεια των εν λόγω πραγματογνωμοσυνών, με κυρίαρχη εκείνη του πραγματογνώμονα Μ., με τα ελλιπή, αναιτιολόγητα, ασαφή, μη ασφαλή και μη πειστικά συμπεράσματα, εφόσον σε αυτήν, κατά τα προαναφερόμενα, δεν προσδιορίζεται κατά θέση και όρια το τμήμα των 4 τ.μ., που περιήλθε στον Ε..
Π. με το συμβόλαιο της ανταλλαγής από το μείζον ακίνητο των 8.000 τ.μ. που παραχωρήθηκαν στον Γ. Μ. με το παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1926 και διαφοροποιούνται τα όρια κι αυτού του μείζονος ακινήτου, ο Ε.. Π.ς, φερόμενος ως κύριος εκτάσεως εμβαδού μεν 4.500 τ.μ., με όρια όμως που την αναβιβάζουν σε 8.000 τ.μ., ή σε 8.565 τ.μ., κατά τους πραγματογνώμονες, δηλαδή σε έκταση μεγαλύτερη ακόμη και από τη συνολική έκταση του παραχωρητηρίου και την εφαρμογή των ορίων αυτής από το δικαστικό επιμελητή, ο Ε..
Π.ς, με εντολή του οποίου περιφράχθηκε, απουσία των τότε καθών, όλη η ως άνω συνολική έκταση, εμφανίζεται πλέον έκτοτε ως κύριος ολόκληρης της ιδιοκτησίας των 8.000 τ.μ. ή 8.565 τ.μ. (ακόμη και η διαζευκτική αυτή αναφορά τόσο στις πραγματογνωμοσύνες, όσο και στην εν λόγω απόφαση δεν δικαιολογείται και επιτείνει τις ασάφειες σχετικά με την ταυτότητα του ακινήτου) στην πραγματικότητα δε πολύ μεγαλύτερης, όπως διαπιστώθηκε μεταγενέστερα.
Το έτος 1970, οπότε η περιοχή που βρισκόταν το ως άνω ακίνητο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως ο Ε.. Π.ς ήταν εκείνος που ανέθεσε στον μηχανικό Μ., δηλαδή στον ίδιο μηχανικό που είχε ορισθεί ως πραγματογνώμονας στα πλαίσια της προηγούμενης δίκης μεταξύ αυτού και των δικαιοπαρόχων των εκκαλούντων, την οικοπεδοποίηση του ακινήτου, το οποίο ρυμοτομήθηκε και εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης.
Με βάση το από 10.6.1971 σχεδιάγραμμα του ως άνω μηχανικού, η απομένουσα έκταση του ακινήτου μετά τη ρυμοτόμηση διαιρέθηκε σε οικόπεδα που περιλαμβάνονται στο οικοδομικό τετράγωνο ... και ένα στο οικοδομικό τετράγωνο 115, ενώ το υπόλοιπο παρέμεινε εκτός σχεδίου. Το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα κατατέθηκε στο Δήμο Μ., επικυρώθηκε από τον Δήμαρχο και ο Δήμος Μ.
Α. γνωστοποίησε στον ως άνω απώτατο δικαιοπάροχο των εδώ εφεσιβλήτων, Ε.. Π. στις 6.7.1977 και 26.8.1977 τις από 10.6.1977 και 11.6.1977 γνωστοποιήσεις του καθώς και τις ... και .../1977 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, με τις οποίες προτεινόταν η τροποποίηση του σχεδίου πόλης του Δήμου Μ. σε διάφορα οικοδομικά τετράγωνα στα οποία περιλαμβάνεται και το με αριθμό ...
Ο.Τ., όπου το επίδικο ακίνητο που αγόρασε η εκκαλούσα Π. Κ. ή Κ.. Κατά των ως άνω αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου Μ., ο Ε. Π. άσκησε τις από 10.7.1977 και 4.9.1977 ενστάσεις του, στη συνέχεια δε το Δημόσιο Ταμείο Ν. Ι. απηύθυνε προς τον Ε.. Π. τις .../1978, .../1979, .../1980, .../1981 και .../1982 ατομικές προσκλήσεις για πληρωμή στο Δήμο Μ., εισφορών λόγω επέκτασης του σχεδίου πόλεις που καταβλήθηκαν μάλιστα από τον ίδιο με γραμμάτια είσπραξης.
Βέβαια οι ως άνω υπηρεσίες του Δήμου Μ. δεν προέβησαν σε έλεγχο νομιμότητας του τίτλου του Ε.. Π., ώστε να διαπιστωθεί αν πράγματι αυτός ή οποιοσδήποτε άλλος ήταν κύριος του ως άνω ακινήτου, ούτε, άλλωστε, οι υπηρεσίες αυτές έχουν τέτοια αρμοδιότητα, αλλά απευθύνθηκαν σε αυτόν, αφού εκείνος ήταν που φέρονταν ως ιδιοκτήτης του ακινήτου, κατά τα προαναφερόμενα.
Τα περιστατικά όμως αυτά αποδεικνύουν ότι εκείνος που προέβαινε σε οποιεσδήποτε ενέργειες σχετικά με το αναφερόμενο στο .../1962 συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Ν. Ι. Ατικής Βασιλείου Βαρβερόπουλου ήταν ο Ε.. Π.ς. Αντίθετα, ο Κ.. Μ. από το έτος 1962 οπότε συντάχθηκε το συμβόλαιο ανταλλαγής μεταξύ αυτού και του Ε..
Π. και πάντως σε κάθε περίπτωση από την εγκατάσταση του τελευταίου σε αυτό με την έκθεση βίαιης αποβολής και την περίφραξή του, δεν αποδείχθηκε ότι προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής επ' αυτού. Ούτως ή άλλως δεν αποδείχθηκαν ιδιαίτερες εμφανείς υλικές πράξεις νομής στο ακίνητο κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, μετά την άροση και ισοπέδωση του ακινήτου το έτος 1968, η οποία επίσης έγινε κατ' εντολή του Ε..
Π., ούτε και στη συνέχεια, όταν το ακίνητο οικοπεδοποιήθηκε και απέβαλε τον προορισμό του ως αγρού καλλιεργούμενου μόνο με σιτηρά, αφού επρόκειτο για απολύτως ξηρικό αγρό. Η ανάθεση της οικοπεδοποίησης του ακινήτου στον ως άνω μηχανικό Μ. έγινε από τον Ε.. Π. και στο από 10.6.1971 τοπογραφικό τούτου υπάρχει επιγραφή τοπογραφικό διάγραμμα οικοπέδων ιδιοκτησίας Ε..
Π. εις θέσιν Α. Χ.. Ως ιδιοκτησία Ε.. Π. καταχωρήθηκε και στον Δήμο Μ. και ο ίδιος ήταν εκείνος που σύμφωνα με τα σχετικά έγγραφα προέβαινε σε ενστάσεις για την επιβολή φόρων επί του ακινήτου και κατέβαλε τούτους, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1976 - 1981. Παράλληλα ο Ε.. Π.ς με τα .../11.12.1976, .../12.12.1976 και .../2.7.1981 αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Κουφάκη, πώλησε προς τους Δ.
Μ., Ε. και Κ. Λ., Α. και Ν. Μ. και Σ. και Σ. Σ., τέσσερα οικόπεδα επιφανείας (418,50 τμ. + 405 τμ. + 405 τμ. + 402,50 τμ.) και συνολικά 1.631 τμ. Πριν από τον επισυμβάντα το έτος 1982 θάνατο του Ε.. Π., ο Κ.. Μ. δεν εμφανίζεται στο ως άνω ακίνητο, ούτε διενεργεί οποιαδήποτε πράξη νομής επ' αυτού, ούτε ο Ε.. Π.ς γνωστοποιεί σε οποιονδήποτε ότι στην πραγματικότητα ενώ ο ίδιος φέρεται ως ιδιοκτήτης όλου του ακινήτου, εξ αιτίας των διαστρεβλώσεων που υπήρξαν με τις προαναφερόμενες ενέργειες, νέμεται το ακίνητο από κοινού με τον Κ..
Μ.. Η πρώτη μνεία περί συννομής του ακινήτου από αμφοτέρους και μάλιστα σε ποσοστό 67,50% από τον Κ.. Μ. και σε 32,50% από τον Ε.. Π. γίνεται στην από 27.7.1982 διαθήκη του τελευταίου, όπου ο ίδιος λίγο πριν τον θάνατο του αναφέρει ότι " ...Η ακίνητη περιουσία μου εις τα κτήματα Μ. ανέρχεται εις το 32 1/2%, το υπόλοιπον ανήκει εις Κ..
Μ...ανεξαρτήτως αν φέρεται επ' ονόματί μου...". Ομολογεί δηλαδή με την ιδιόγραφη διαθήκη του ο Ε.. Π.ς δικαιοπάροχος των νυν εφεσβλήτων, ότι ενώ στα δημόσια έγγραφα το όλο ακίνητο φέρεται να ανήκει στην ιδιοκτησία του στην πραγματικότητα σ'αυτόν ανήκει μόνο ποσοστό 32,50% τούτου. Ακόμη και τότε ο Κ.. Μ. δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια δικαστική ή εξώδικη, αλλά ούτε και οι κληρονόμοι του Ε..
Π., μεταξύ των οποίων μετά το θάνατο τούτου ανέκυψαν κληρονομικές διαφορές και ο...όλως ασχολήθηκαν με την επίβλεψη του ακινήτου. Για πρώτη φορά ο Κ.. Μ., κατά τα προαναφερόμενα, εμφανίζεται να επισκέπτεται το επίδικο ακίνητο και να δηλώνει ότι διεκδικεί δικαιώματα νομής επί τούτου στον εργολάβο που είχε επιληφθεί για την ανέγερση της κατοικίας των ως άνω ιδιοκτητών όμορου ακινήτου, Γ.
και Χ. Λ. και ενώ η οικοδομή αυτή είχε φθάσει στις πλάκες του δεύτερου ορόφου, τον Σεπτέμβριο του έτους 1990 δηλαδή ενώ έχουν μεσολαβήσει οκτώ έτη από το θάνατο του Ε.. Π., και πάλι όμως δεν αντιδρά άμεσα, για να προστατευθεί με δικαστική παρέμβαση, αλλά ασκεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ν.
Ι., τον Φεβρουάριο του έτους 1991, η οποία απορρίφθηκε με την 38/1991 απόφαση τούτου. Επειδή δε έχει μεσολαβήσει η διαθήκη Ε.. Π., στην οποία γίνεται αναφορά ότι στην πραγματικότητα ποσοστό 67,50% του όλου ακινήτου που φέρεται ότι ανήκει στην ιδιοκτησία του μετά το ως άνω συμβόλαιο ανταλλαγής, προκειμένου να αποδειχθεί κυριότητα του Κ..
Μ. επί του εν λόγω ακινήτου, στο οποίο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ίδιου και των κληρονόμων Ε.. Π. βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο που αγόρασε η εκκαλούσα από τους δικαιοπαρόχους των προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαινόντων, υποστηρίζεται έξι έτη μετά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου ανταλλαγής το έτος 1962 και τη λήξη της δικαστικής διενέξεως μεταξύ Ε..
Π. και Π. Α. και Χ. Π., η διενέργεια άτυπης διανομής το έτος 1968 μεταξύ των δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων Κ.. Μ. και Ε.. Π. με βάση την οποία, ο Ε.. Π.ς, παραχωρεί άτυπα και παραδίδει στον Κ. Μ., τη νομή και κατοχή του ίδιου αγρού, κατά ποσοστό 67,50%, κρατώντας το υπόλοιπο 32,50% για τον εαυτό του και η έκτοτε συννομή τούτου από αμφοτέρους με διάνοια συγκυριών κατά τα εν λόγω ποσοστά, με τη διενέργεια πράξεων νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του.
Εμφανίζονται δηλαδή με την επίδικη αγωγή, οι δικαιοπάροχοι των αρχικών εναγόντων - εφεσίβλητων να αναδιανέμουν άτυπα μεταξύ τους, τον ίδιο αγρό για τον οποίο είχε συνταχθεί μεταξύ τους το συμβόλαιο ανταλλαγής, για εντελώς αδιευκρίνιστο λόγο. Υποστηρίζεται επίσης, ότι στην πραγματικότητα ο Κ.. Μ.ς ο...έποτε απώλεσε τη νομή του ως άνω ποσοστού του επ'αυτού, παρά το γεγονός ότι μετά το συμβόλαιο ανταλλαγής του έτους 1962 και τη λήξη της ως άνω δικαστικής διένεξης το έτος 1968, ο Ε..
Π.ς με την περίφραση του όλου ακινήτου των 8.000 τ.μ. ή 8.565 τ.μ., εμφανίζεται ως μοναδικός κύριος τούτου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με το συμβόλαιο ανταλλαγής, φέρεται να απέκτησε έκταση 4.500 τ.μ. από τη μείζονα έκταση των 8.000 ή 8.565 τ.μ. Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι τόσο στην παλαιά αντιδικία των ετών 1962 -1968 μεταξύ Ε..
Π., παρεμβαίνοντος υπέρ αυτού Κ.. Μ. και ως εναγομένων των Π. Α. και Χ. Π., όπως αναφέρεται στην 2566/1967 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όσο και στην παρούσα αντιδικία, υποστηρίζεται, ότι η διάδικη πλευρά των δικαιοπαρόχων της εναγομένης καταλαμβάνει τμήμα του ακινήτου των Ε.. Π. και Κ.. Μ., στην πρώτη περίπτωση με την αόριστη αναφορά ότι τούτο είναι τμήμα της βορειοδυτικής πλευράς αυτού και στην παρούσα ότι αυτό είναι το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε στην εκκαλούσα, πάντοτε όμως, ως λόγος της "κατάληψης" αυτής, φέρεται η εκμετάλλευση από τους δικαιοπαρόχους της εκκαλούσας, της απουσίας του Κ..
Μ. από μακρού χρόνου, ως κρατουμένου στη φυλακή. Στα πλαίσια αυτά και ενόψει της ως άνω ομολογίας Ε.. Π., για πρώτη φορά με την ως άνω διαθήκη του, και τα όσα προέκυψαν από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο δέχεται ότι πράγματι οι δικαιοπάροχοι όλων των αρχικών εφεσιβλήτων ασκούσαν τη συννομή του ακινήτου κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά, δηλαδή του ακινήτου του οποίου πριν το συμβόλαιο ανταλλαγής είχε στην αποκλειστική κυριότητά του ο Κ..
Μ.ς, με την έννοια, ότι ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης τούτου Ε.. Π.ς, λόγω των στρεβλώσεων που δημιουργήθηκαν τόσο από την έλλειψη τοπογραφικού κατά την κατάρτιση του συμβολαίου ανταλλαγής, όσο και την διαφοροποίηση του εμβαδού του σε σχέση με το αρχικό, αλλά και το ότι μετά την αντιδικία μεταξύ τούτου και των Γ.
Α. και Χ. Π., κατά τα έτη 1962 - 1968, απαραδέκτως θεωρήθηκε ότι η έκταση των 4 1/2 στρεμμάτων, ως τμήματος του μείζονος ακινήτου των 8 βασιλικών στρεμμάτων, καταλαμβάνει όλο το ακίνητο, προέβαινε στις ως άνω πράξεις νομής και για λογαριασμό του Κ.. Μ., στον οποίο έδωσε και χρήματα από τις προαναφερόμενες πωλήσεις των οικοπέδων.
Όπως ήδη εκτέθηκε, το ζητούμενο στην επίδικη υπόθεση η δικαστική εξέλιξη της οποίας άρχισε το έτος 1991 και έχει διαρκέσει πλέον των τριάντα (30) ετών, με δύο αναιρέσεις των εφετειακών αποφάσεων, είναι αν το επίδικο ακίνητο που μεταβιβάσθηκε στην εκκαλούσα Π. Κ. ή Κ. περιλαμβάνεται στο ακίνητο των Π. - Μ... Εξαρχής στην επίδικη υπόθεση διαφάνηκε η μη ανταπόκριση του τοπογραφικού και πραγματογνωμοσύνης Μ.
στην πραγματικότητα, όσον αφορά το εμβαδόν και τις διαστάσεις του ακινήτου των Π. - Μ.., όπως αναλύθηκε παραπάνω, το ίδιο δε συνέβη και με το τοπογραφικό και πραγματογνωμοσύνη Θ.. Γ., με βάση την οποία μάλιστα η εκκαλουμένη 9029/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δέχθηκε ότι στον Ε.. Π. μεταβιβάσθηκε ακίνητο έκτασης 4 1/2 στρεμμάτων, στην πραγματικότητα όμως 8.565 τ.μ., δηλαδή ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου ακόμη και από το αρχικό ακίνητο του παραχωρητηρίου.
Για το λόγο αυτό διατάχθηκε από το Εφετείο Αθηνών η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα Γ. Ε.. Μ., πολιτικό μηχανικό και αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό, στον οποίο ανατέθηκε αφού λάβει γνώση των κατά τη κρίση του αναγκαίων εγγράφων της δικογραφίας και μεταξύ αυτών των αφορώντων τα επίδικα ακίνητα αεροφωτογραφιών των ετών 1929, 1935, 1951, 1965 και 1978 να γνωμοδοτήσει με αιτιολογημένη έκθεσή του, συνοδευόμενη από τα οικεία τοπογραφικά διαγράμματα, αν τα επίδικα ακίνητα (μεταξύ των οποίων και εκείνο που αφορά στην εκκαλούσα της προκειμένης υποθέσεως), περιλαμβάνονται στο ακίνητο που περιήλθε στο δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων Ε.
Π., δυνάμει του υπ' αρ. .../7.11.1962 συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Ν. Ι. Αττικής Βασιλείου Βαρβερόπουλου Τούτο δε, διότι, σε όλη τη δικαστική πορεία της επίδικης υπόθεσης δεν μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι ενώ το .../2.11.1926 Παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας αναφέρει ως όμορη προς βορρά μόνο την ιδιοκτησία Π.
Α. και προς δυσμάς την ιδιοκτησία I.. Κ., χωρίς να αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι ο δικαιοπάροχος του Κ.. Μ., Γ. Μ., στον οποίο παραχωρήθηκε το ακίνητο των 8 βασιλικών στρεμμάτων, ή ο ίδιος ο Κ.. Μ. είχαν άλλα ακίνητα στην περιοχή «Ά. «Χ. του Δήμου Μ., στο μεταγενέστερο συμβόλαιο της ανταλλαγής του έτους 1962 το ακίνητο αυτό βρέθηκε να συνορεύει βόρεια κατά ένα μέρος επί πλευράς μήκους 21 μ.
με δρόμο και κατά το υπόλοιπο επί πλευράς μήκους 49 μ. με ιδιοκτησία Κ.. Μ., με τη αναφορά ότι τη νομή της ιδιοκτησίας αυτής δεν είχε ο ίδιος αλλά ο Π.. Χ.ς, χωρίς να διευκρινίζεται ο λόγος για τον οποίο ο Π.. Χ.ς νεμόταν έκταση που ανήκε στον Κ.. Μ., αλλά και δυτικά κατά ένα μέρος με ιδιοκτησία Κ.. Μ., της οποίας νομέας φέρεται και πάλι ο Π..
Χ.ς σε πλευρά 47 μ. και κατά το υπόλοιπο με ιδιοκτησία πρώην I. Κ. και ήδη αγνώστων σε πλευρά 95 μ. Επίσης απορίας άξιο είναι το γεγονός ότι με το συμβόλαιο ανταλλαγής ο Ε.. Π.ς αποκτά τμήμα του μείζονος ακινήτου των 8 βασιλικών στρεμμάτων, εκτάσεως 4 1/2 στρεμμάτων και στη συνέχεια βρίσκεται να κατέχει ολόκληρο το ακίνητο της ανταλλαγής αυξημένο μάλιστα κατά 565 τ.μ.
Εξαιτίας ακριβώς της έλλειψης αυτών των διευκρινίσεων αναιρέθηκε και η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την συγκεκριμένη περιγραφή του .../1962 συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Ν. Ι. Αττικής Βασιλείου Βερβερόπουλου, το αρχικό ακίνητο των 8.000 τ.μ., που στο στάδιο της αντιδικίας των ως άνω διαδίκων κατά τα έτη 1962-1968 αναβιβάσθηκε σε 8.565 τ.μ., ήδη δε αν υπολογισθεί το εμβαδόν του σύμφωνα με τις αναφερόμενες στο συμβόλαιο διαστάσεις με τον αρμόζοντα μαθηματικό υπολογισμό, φθάνει να υπερβαίνει ακόμη και τα 10.500 τ.μ., σύμφωνα με τον ως άνω πραγματογνώμονα Ε..
Μ., γεγονός που δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο με την επέκταση τούτου σε άλλα εδαφικά τμήματα, μη περιλαμβανόμενα στο Παραχωρητήριο του έτους 1926. Η διαπίστωση ότι από την προαναφερόμενη αμετάκλητη 3840/1966 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν προκύπτει με σαφήνεια αν στον Ε.. Π. επιδικάσθηκε η κυριότητα 4 1/2 στρεμμάτων, ή πολύ μεγαλύτερη 8.536 τ.μ.
ή πέραν των 9.000 τ.μ., αλλά και το επί του ζητήματος αυτού λανθασμένο συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης Γ., ο οποίος απέφυγε εντελώς να αναφερθεί στο εμβαδόν της εδαφικής έκτασης που αναφέρεται στο .../1962 συμβόλαιο της ανταλλαγής, πλην όμως υιοθετώντας τις πλευρικές διαστάσεις τούτου ουσιαστικά δέχθηκε ότι το τμήμα των 4 1/2 τ.μ.
που έλαβε ο Ε.. Π.ς "ταυτίζεται" με όλο το μείζον ακίνητο του Παραχωρητηρίου του έτους 1926, αλλά και πέραν τούτου, επισημάνθηκε και από την ...39/2005 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Η απόφαση αυτή του ποινικού Δικαστηρίου, εκδόθηκε μετά από έγκληση των απλών ομοδίκων της εκκαλούσας Γ. και Χ.
Λ. σε βάρος των δικαιοπαρόχων τους πωλητών του επίδικου ακινήτου, οι οποίοι είναι και δικαιοπάροχοι της ίδιας, κατά τα προεκτιθέμενα, για το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης, καθώς όταν ο Κ.. Μ. και οι κληρονόμοι Π. άρχισαν να διεκδικούν το επίδικο ακίνητο οι ως άνω Γ. Λ. και Χ. Λ.κου κατέφυγαν σε όλα τα νόμιμα μέσα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους.
Οι δικαιοπάροχοι αυτών, που, όπως εκτέθηκε είναι δικαιοπάροχοι και της εδώ εκκαλούσας κηρύχθηκαν αθώοι της αξιόποινης πράξης που τους είχε αποδοθεί με την ως άνω απόφαση, από το σκεπτικό της οποίας σαφώς συνάγεται, ότι και το ποινικό Δικαστήριο διαπίστωσε τις ίδιες ασάφειες σχετικά με τα περιστατικά που έλαβαν χώρα μετά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου της ανταλλαγής.
Ανεξάρτητα όμως από το πώς διαμορφώθηκε το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου, που αναφέρεται στο Παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1926, μετά την διαφορετική περιγραφή του κατά έκταση και όρια στο .../1962 συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Ν. Ι. Βασιλείου Βερβερόπουλου, και ανεξάρτητα από τη συννομή τούτου από το έτος 1968, οπότε εγκαταστάθηκε σ'αυτό ο Ε..
Π.ς, από τον τελευταίο για λογαριασμό και του Κ.. Μ. κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά μέχρι το έτος 1982 οπότε ο Ε.. Π.ς αποβίωσε και στη συννομή τούτου επήλθαν οι κληρονόμοι του, προσμετρώντας τον χρόνο της δικής τους νομής στον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο που αγόρασε η εκκαλούσα αποτελούσε τμήμα του ακινήτου αυτού των Ε..
Π. - Κ.. Μ., δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων, το οποίο, ως εκ τούτου ο...έποτε περιήλθε στη νομή τους, ώστε να αποκτήσουν την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το ακίνητο που μεταβιβάστηκε στην εκκαλούσα αποτελούσε πάντοτε επί σειρά αμνημονεύτων ετών τμήμα της μείζονος ιδιοκτησίας του Π.
Α., η οποία ήταν η μοναδική όμορη ιδιοκτησία προς βορρά της ιδιοκτησίας εκείνης που παραχωρήθηκε με το Παραχωρητήριο του 1926 στον Γ. Μ.. Ειδικότερα, με το πολύ προγενέστερο τούτου, .../21.1.1883 Κρατικό Παραχωρητήριο, στον Π. Α. είχαν παραχωρηθεί τέσσερεις αγροί συνολικής εκτάσεως 10,5 βασιλικών στρεμμάτων στην ως άνω περιοχή "Ά.
Χ. - Κ.". Ο Π. Α. νεμόταν την έκταση αυτή συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από οποιονδήποτε και μετέπειτα αυτή μεταβιβάσθηκε λόγω κληρονομιάς στον γιό του Γ. Α. του Π., μετά από άτυπη διανομή μεταξύ αυτού και των λοιπών συγκληρονόμων. Ο Γ. Α. αποβίωσε αδιάθετος στις 28.3.1942 και κληρονομήθηκε από τους πλησιέστερους συγγενείς του, τη σύζυγο του Δ.
Α. και τα τρία τέκνα του Π. και Ν. Α. και Β. Π. σε ποσοστό 1/4 % εξ αδιαιρέτου ο καθένας, οι οποίοι συνέχισαν να ασκούν τη νομή του ακινήτου με τα ίδια προσόντα, όπως και οι δικαιοπάροχοι τους. Μάλιστα με το .../20.3.1950 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλ. Χριστακόπουλου, οι Δ. Α., Π. Γ.. Α.. και Β. Π. - Α. πώλησαν ένα (1) στρέμμα από την έκταση αυτή στον Π..
Χ.. Στο συμβόλαιο αυτό, η προέλευση του πωλούμενου ακινήτου αναφέρεται ως προερχόμενη από την κληρονομιά Γ.. Α., με όμορους ανατολικά και βόρεια Δ. Α. και δυτικά και νότια Λ.. Χ. και οι ίδιοι με το .../21.4.1950 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου πώλησαν επίσης στον ίδιο Π.. Χ. άλλο ένα (1) στρέμμα στην ίδια θέση. Παράλληλα στο ακίνητο γίνονταν καλλιέργεια με κριθάρι και σιτάρι, ενώ τόσο οι ως άνω όσο και οι μετέπειτα κληρονόμοι τους είχαν την επίβλεψη του, και το επισκέπτονταν τακτικά τόσο πριν όσο και μετά τη δημιουργία του σχεδίου πόλεως και την οικοπεδοποίηση των ακινήτων της περιοχής, ενώ μετέπειτα απευθύνθηκαν σε πολιτικούς μηχανικούς για τη σύνταξη τοπογραφικών ενόψει της επικείμενης πωλήσεως οικοπεδικών εκτάσεων της ιδιοκτησίας τους, χωρίς να αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι μέχρι και το έτος 1989 οπότε έγινε μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου στην εκκαλούσα, οι δικαιοπάροχοι τους, είχαν απολέσει τη νομή του με οποιοδήποτε τρόπο.
Το γεγονός ότι οι πωλητές του επιδίκου ακινήτου προς την εκκαλούσα αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα του πρώτου και παππού των λοιπών Γ. Α. του Π., που είχε αποβιώσει στις 28.3.1942, στον οποίο είχε περιέλθει όλη η εδαφική έκταση, τμήμα της οποίας αποτέλεσε το επίδικο ακίνητο, με την 5336/1989 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, δηλαδή μετά ικανό χρονικό διάστημα από το θάνατο αυτού, ο...όλως αναιρεί την νομή τούτου με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ.
και την μετέπειτα νομή με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1989,από τους δικαιοπαρόχους τους και τους ίδιους, σύμφωνα με τον προορισμό του, εφόσον σε περίπτωση καθολικής διαδοχής, για να επέλθει διαδοχή σε χρησικτησία, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή για να συνυπολογίσει ο κληρονόμος στο χρόνο νομής του το χρόνο νομής του κληρονομουμένου, δεν είναι αναγκαίο, προκειμένου για ακίνητα, να αποδεχθεί ο κληρονόμος προηγουμένως την κληρονομιά και να μεταγράψει την αποδοχή κατά τα άρθρα 1193 και 1198 ΑΚ, καθόσον η αποδοχή της κληρονομιάς και η μεταγραφή αυτής αποτελούν κατά το νόμο αναγκαία προϋπόθεση μόνο για τη κτήση της κυριότητας των κληρονομιαίων, όχι δε και για την κτήση της νομής αυτών, που επέρχεται αυτοδικαίως από το θάνατο του κληρονομουμένου, μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στο Ο.Τ. ... του Δήμου Μ. επί των οδών Σ. Μ. και Ι.. Το Οικοδομικό αυτό Τετράγωνο του Σχεδίου Πόλεως έχει κοπεί περίπου στη μέση και τα προς νότο τέσσερα οικόπεδα πωλήθηκαν, κατά τα όσα εκτέθηκαν, από τον Ε.. Π., για λογαριασμό και του Κ.. Μ. στους ως άνω Μ., Λ., Μ. και Σ., ενώ τα προς βορρά τρία οικόπεδα πωλήθηκαν από τους Α.
και κληρονόμους Πετράκη, ένα στην εκκαλούσα, Π. Κ. ή Κ. ένα στους απλούς ομοδίκους της εκκαλούσας, Γ. Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ. και το έτερο σε τρίτο πρόσωπο, μη διάδικο στην προκειμένη υπόθεση. Μικρό κομμάτι στη δυτική γωνία του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου ανήκει στους κληρονόμους Π.. Χ., από μεγαλύτερο αγρό που απέμεινε μετά τη ρυμοτόμηση.
Δικαιοπάροχοι του Π.. Χ., κατά τα προεκτιθέμενα, ήταν οι Α. και όμοροι τούτου επίσης οι Α., πρόκειται δε για τις εκτάσεις που στο ως άνω .../1962 συμβόλαιο της ανταλλαγής αναφέρθηκαν ότι ανήκαν στον Κ.. Μ., αλλά ότι αυτές τις νέμονταν ο Π.. Χ.ς, αναιτιολογήτως, πλην όμως ο Π.. Χ.ς, όπως αποδείχθηκε, τις απέκτησε νομίμως με παράγωγο τρόπο με τα ως άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια, από τους προηγούμενους αληθείς κυρίους τους, (κληρονόμοι Γ..
Α.) των οποίων η κυριότητα δεν είχε αμφισβητηθεί μέχρι τότε ούτε και μεταγενέστερα και προφανώς για το λόγο αυτό ο...έποτε η συνολική αυτή έκταση των δύο (2) στρεμμάτων διεκδικήθηκε από τον Κ.. Μ., παρότι στο ως άνω συμβόλαιο της ανταλλαγής φερόταν ότι ανήκει στην δική του ιδιοκτησία, αλλά την νέμεται ο Π.. Χ.ς.
Τέλος και ο πραγματογνώμονας Ε.. Μ.ς, μετά από πλήρη, ενδελεχή αναλυτική και με απόλυτα επιστημονικό τρόπο διερεύνηση του ζητήματος επί του οποίου του ανατέθηκε να γνωμοδοτήσει, αφού πραγματοποίησε αυτοψία στο επίδικο ακίνητο και έλαβε υπόψη του πληθώρα στοιχείων που του χορηγήθηκαν από τους διαδίκους, αλλά προβαίνοντας και ο ίδιος σε αναζήτηση και άλλων στοιχείων (διαθήκη Γ.
Μ., συμβόλαια όμορων ιδιοκτητών, τοπογραφικά διαγράμματα τρίτων κλπ.) τα οποία συνυποβλήθηκαν με την πραγματογνωμοσύνη του, με αναλυτικό πίνακα αυτών κατά χρονολογία, προέλευση, είδος, περιγραφή και σχετικές παρατηρήσεις αυτού για το καθένα, κατέληξε μεταξύ άλλων στο συμπέρασμα ότι το ακίνητο της εκκαλούσας Π.
Κ. ή Κ. δεν περιλαμβάνεται εντός των ορίων του ακινήτου Π., όπως αυτό περιγράφεται στο συμβόλαιο ανταλλαγής .../1962 του συμβολαιογράφου Ν. Ι. Βασιλείου Βερβερόπουλου και υλοποιήθηκε στην πράξη. Τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του ο ως άνω πραγματογνώμονας για να καταλήξει στο προεκτιθέμενο συμπέρασμά του, αποτελούν συγχρόνως και αποδεικτικά μέσα, τα οποία ερευνήθηκαν από το δικαστήριο για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.
Άπαντα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά κρίθηκαν αμετάκλητα με την 739/2021 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου, σχετικά με το όμορο της εκκαλούσας ακίνητο των ομοδίκων της Γ. Λ. και Χ. συζύγου Γ. Λ.. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 368, 370, 372, 376, 377, 379, 381, 383, 387 και 388 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρ. 386 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 379 και 380 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δίνει στους πραγματογνώμονες τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και ότι οι πραγματογνώμονες μπορούν να λάβουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας που είναι χρήσιμα για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης.
Σε περίπτωση δε που οι πραγματογνώμονες είτε δεν ακολούθησαν τις οδηγίες είτε δεν έλαβαν υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας και παρά ταύτα συνέταξαν την έκθεσή τους, δεν δημιουργείται ακυρότητα, ακόμη κι αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου, διότι, κατά τα ως άνω, αφενός μεν το Δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, αφετέρου, αν κρίνει σκόπιμο μπορεί να διατάξει είτε με αίτηση των διαδίκων είτε αυτεπαγγέλτως νέα πραγματογνωμοσύνη. (ΑΠ 306/2018, ΑΠ 187/2018, ΑΠ 6.../2013).
Πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθη σε άλλη δίκη συναφή ή όχι μεταξύ ή όχι των ιδίων διαδίκων, προσκομιζόμενη σε μεταγενέστερη δίκη δεν εκτιμάται ως το αυτοτελές αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης αλλά ως έγγραφο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 807/2015). Σύμφωνα δε με το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ., το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε αιτήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν.
Από όλες τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου (όπως και των τεχνικών εκθέσεων) δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1225/2009).
Ακόμη, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις (368,386 και 388 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να διατάξει πραγματογνωμοσύνη επί συγκεκριμένου θέματος, ή να διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, αλλά το ζήτημα αυτό ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια η οποία επίσης δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1013/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη δημόσια συνεδρίαση του παρόντος Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, η δικηγόρος των καθών η κλήση - εφεσιβλήτων Κ. Λ., Η. Λ. και Γ. Λ., εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής εφεσίβλητης Α. Λ., υπέβαλε αίτημα για τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης.
Με το αίτημα αυτό συμφωνούν και οι λοιποί καθ' ών η κλήση - εφεσίβλητοι, όπως και το ως άνω προσθέτως παρεμβαίνον υπέρ αυτών Ν.Π.Δ.Δ., όπως γίνεται μνεία στις έγγραφες προτάσεις τους. Μάλιστα, προκειμένου να αιτιολογηθεί η υποβολή τέτοιου αιτήματος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης στο παρόν στάδιο, όταν ήδη έχει μεσολαβήσει η έκδοση της αμετάκλητης 739/2021 αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία μεταξύ άλλων κρίθηκαν, κατά την ελεύθερη εκτίμησή του, πλήρη, σαφή και εμπεριστατωμένα τα συμπεράσματα της πραγματογνωμοσύνης Γ..
Μ., σύμφωνα με την οποία το ακίνητο των εκεί εκκαλούντων Γ. και Χ. Λ., δεν περιλαμβάνεται στο ακίνητο επί του οποίου ασκούσαν τη συννομή οι δικαιοπάροχοι των εφεσιβλήτων, Ε.. Π.ς και Κ.. Μ., αλλά στο όμορο ακίνητο των δικαιοπαρόχων των ως άνω εκκαλούντων, οι οποίοι είναι συγχρόνως και δικαιοπάροχοι της εδώ εκκαλούσας, υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η πραγματογνωμοσύνη Γ.
Μ., διότι αυτή αποτελεί άκυρο αποδεικτικό μέσο επειδή λήφθηκε στα πλαίσια της έκδοσης της 2501/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία έπαψε να υφίσταται, μετά την αναίρεσή της με την 740/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα αποδεικτικά μέσα και ιδιαιτέρως η πραγματογνωμοσύνη που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, καθίστανται άκυρα, εφόσον αναιρεθεί η απόφαση που θα εκδοθεί από αυτό, ενώ, όπως ήδη εκτέθηκε παραπάνω, οι διάδικοι μετά την αναίρεση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επανέρχονται στη θέση που βρίσκονταν πριν από την έκδοσή τους, τα δε αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί από αυτούς ενώπιον του Εφετείου, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο της παραπομπής , εφόσον προσκομισθούν εκ νέου μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους, πολύ δε περισσότερο εφόσον οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να προσκομίσουν και νέα αποδεικτικά μέσα.
Άλλωστε στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρεθεί για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν δεν καθιστούν δυνατή λόγω της ανεπάρκειας ή της αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού, όπως συνέβη και στην προκειμένη υπόθεση, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά. (ΑΠ 501/2018, ΑΠ 923/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 11/2014), από τα αποδεικτικά μέσα που θα προσκομίσουν και θα επικαλεσθούν οι διάδικοι, στα οποία, βεβαίως περιλαμβάνονται και όσα είχαν προσκομισθεί μετ' επικλήσεως ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Επίσης, οι ίδιοι διάδικοι, όπως ήδη εκτέθηκε, προσκομίζουν και επικαλούνται την από 31.10.2022, ήτοι συνταχθείσα δύο (2) ημέρες πριν την δικάσιμο της παρούσας υπόθεσης χειρόγραφη τεχνική έκθεση του μηχανικού Ι. Κ., καθώς και το τοπογραφικό διάγραμμα που συντάχθηκε από τον ίδιο μηχανικό με τον τίτλο "ΑΠΟ ΑΠΟΒΟΛΗ ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗΣ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ I..
Μ. ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΕΓΙΝΕ", με τα οποία φέρεται να προσδιορίζεται το επίδικο ακίνητο της εκκαλούσας εντός του ακινήτου των 8.500 τ.μ. των δικαιοπαρόχων των καθ' ων εφεσιβλήτων. Πέραν του γεγονότος ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα ο...όλως προκύπτει με ποιο τρόπο εξήχθη το συμπέρασμα αυτό από τον ως άνω μηχανικό, είναι προφανές ότι με αυτά δεν μπορούν να εξαχθούν αντίθετα συμπεράσματα, από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.
Η δε προσκόμιση και επίκλησή τους έγινε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προκειμένου να υποστηριχθεί το αίτημά τους για διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, με σκοπό αυτή να καταλήξει τυχόν σε διαφορετικό συμπέρασμα. Το απολύτως όψιμο όμως αίτημα αυτό, υποβαλλόμενο μετά παρέλευση τριάντα δύο (32) ετών από την έναρξη της προκειμένης αντιδικίας, μετά την έκδοση της ως άνω 739/2021 αμετάκλητης αποφάσεως, που έκρινε άρτια επιστημονικά, σαφή, εμπεριστατωμένη και πλήρη την διαταχθείσα από το Εφετείο Αθηνών πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα Γ.
Μ., πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το Δικαστήριο κατέληξε σε ασφαλές συμπέρασμα και σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως ενώπιον του από αμφότερα τα διάδικα μέρη και όχι μόνο από την ελεύθερη εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης Γ.
Μ., ώστε να μην υφίσταται ανάγκη να διαταχθεί νέα πραγματογνωμοσύνη.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε τα αντίθετα και έκανε δεκτή την από 15.5.1991 με αριθμό καταθέσεως .../1991 αγωγή των εναγόντων - εφεσίβλητων και τις προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβάσεις εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει, κατ' αποδοχή των σχετικών βάσιμων λόγων της εφέσεως της καλούσας - εναγομένης - εκκαλούσας Π.
Κ. ή Κ. να γίνει δεκτή η έφεσή της και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς αυτήν.. Ακολούθως μετά την κράτηση και εκδίκαση κατ'ουσίαν της υποθέσεως από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί η ως άνω αγωγή των καθών η κλήση - εναγόντων και η με αριθμό .../1991 πρόσθετη παρέμβαση του προσθέτως παρεμβαίνοντος - εφεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΑΣΙΘΙΟΥ, ΓΝ-ΚΥ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ "ΔΙΑΛΥΝΑΚΕΙΟ" ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΣΗΤΕΙΑΣ" ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ". Τα δικαστικά έξοδα της καλούσας - εναγομένης - εκκαλούσας αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας εφεσίβλητων κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα επιβληθούν σε βάρος των καθ'ων η κλήση - εναγόντων - εφεσίβλητων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι συνεχίζοντες τη δίκη μετά την επανάληψη αυτής Ε.
Μ.. Π., Χ. χήρα Μ.. Π.., Δ. θυγ. Μ.. Π.., Α. θυγ. Μ.. Π.., Π. Μ. Π., ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος - εφεσίβλητου Μ. Ε. Π., καθώς και οι Κ. Λ., Η. Λ. και Γ. Λ., ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας Α. Λ., κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει ερήμην των πρώτης, τρίτου, τέταρτου, πέμπτης, έκτης, έβδομης, όγδοου, ένατου, δέκατου, ενδέκατης, δωδέκατης, δέκατου τρίτου, δέκατης τέταρτης και δέκατης πέμπτης των εφεσίβλητων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο.
Δέχεται την έφεση της Π. Κ. ή Κ..
Εξαφανίζει την 9029/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της, που αφορά την ως άνω από 15.5.1991 με αριθμό καταθέσεως .../1991 αγωγή κατά της εναγομένης Π. Κ. ή Κ..
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της με αριθμό καταθέσεως .../1991 αγωγής και της με αριθμό καταθέσεως .../1991 πρόσθετης παρέμβασης υπέρ των εναγόντων της αγωγής αυτής.
Απορρίπτει την ως άνω αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση.
Καταδικάζει τους καθών η κλήση - ενάγοντες - εφεσιβλήτους και τους συνεχίζοντες τη δίκη, μετά την επανάληψή της, ως μοναδικοί κληρονόμοι των αρχικών εναγόντων - εφεσιβλήτων Μ. Π. και Α. Λ., στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της καλούσας - εναγομένης - εκκαλούσας την οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 20....
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ