340/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-12-2019 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated340/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο κατά παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1123/2019, ΑΠ 1097/2017).
Full text
Απόφαση 340 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 340/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ.-Τ. του Α. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπαλαδήμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Γεωργίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-12-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 27/12/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 80/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Σ. Τ. (ο οποίος συνέχισε τη διακοπείσα, λόγω θανάτου της δεύτερης εναγομένης, δίκη), κατά της αριθμ. 20/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Άρτας, που είχε δεχθεί, ως ουσία βάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του αγωγή αποβολής από τη νομή του αναιρεσιβλήτου Θ. Π. κατά των εναγομένων. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
Α.1. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και συνακόλουθα κατ' άρθρο 560 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου καθώς και απόφασης του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του Πρωτοδικείου, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, και η μεν ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
και συνακόλουθα από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ίδιου κώδικα, η δε ποιοτική με βάση τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, η οποία όμως δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αναιρέσεως κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων που προβλέπονται περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 886/2018, ΑΠ 1452/2008). Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη (Ολ.Α.Π. 15/2000). 2.
Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018).
Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο κατά παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1123/2019, ΑΠ 1097/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως ορισμένη την ένδικη από 16-12-2013 αγωγή αποβολής από τη νομή ακινήτου του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας του δικογράφου της, ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής που είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο, αν και η περιγραφή στο δικόγραφο αυτής τόσο του μείζονος ακινήτου, όσο και του επίδικου εδαφικού τμήματος αυτού, επί του οποίου υφίσταται η ''δήθεν'' αποβολή εκ μέρους των εναγομένων, είναι ανακριβής, καθώς επίσης είναι εντελώς αόριστη η περιγραφή των διακατοχικών πράξεων του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου επί του επιδίκου αλλά και των πράξεων προσβολής των εναγομένων - εκκαλούντων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, υπό το πρόσχημα της ευθείας παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, της πλημμέλειας, δηλαδή, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [ΑΠ 1097/2017, ΑΠ 1186/2014, ΑΠ 2365/2009 (για την περιγραφή), ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 1276/2011 (για τις πράξεις νομής)] ο οποίος όμως δεν ιδρύεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.
Β1.Κατά το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus).
Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini).
Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, ο καθαρισμός η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση (ΑΠ 401/2018).
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 981 εδ. 1 και 984 ΑΚ, συνάγεται ότι ο αποκτήσας τη φυσική εξουσία επί του πράγματος είναι νομέας αυτού, αν ασκεί την εν λόγω εξουσία, με διάνοια κυρίου, η δε νομή αυτή προσβάλλεται είτε με αποβολή του νομέα είτε με διατάραξη, εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, οπότε αυτός προστατεύεται με τις οικείες αγωγές των άρθρων 987 και 989 ΑΚ περί αποβολής από αυτήν και περί διαταράξεως της νομής, αντίστοιχα (ΑΠ 492/2013). 2.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου560 αριθμ.6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, που δίκασε ως Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την ένδικη αγωγή αποβολής από τη νομή του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου:
«Ο ενάγων είναι νομέας και κάτοχος μείζονος του επιδίκου ακινήτου στη θέση "..." στο Δ.Δ. ... εκτάσεως 14.180,76 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια εν μέρει με εθνική οδό Άρτας -Τρικάλων, εν μέρει με ιδιοκτησία του εναγομένου και εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Τ., ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Τ., νότια με αγροτικό δρόμο και ιδιοκτησία Τ.
και δυτικά με εθνική οδό Άρτας-Τρικάλων και εμφαίνεται στο από 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Σ. Ρ., το οποίο περιήλθε στη νομή του κατόπιν άτυπης δωρεάς από τον πατέρα του. Το ακίνητο αυτό κατά ένα μέρος καλλιεργείται από τον ενάγοντα με ελιές, κατ' άλλα, δε, μέρη του είναι δασώσης έκταση και χορτολιβαδική έκταση.
Επίδικο τυγχάνει τμήμα του ως άνω ακινήτου κείμενο στη βορειοδυτική πλευρά του μείζονος ακινήτου εκτάσεως 674,04 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια σε μήκος 54,80 μ. με ιδιοκτησία του εναγομένου, ανατολικά σε μήκος 11,30 μ. με υπόλοιπο ιδιοκτησίας ενάγοντος, δυτικά σε μήκος 13,30 μ. με υπόλοιπο ιδιοκτησίας ενάγοντος και νότια σε μήκος 54,80 μ.
με υπόλοιπο ιδιοκτησίας ενάγοντος. Ο ενάγων διενεργούσε στο παραπάνω τμήμα του ακινήτου τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις φυσικής εξουσίασης ανενόχλητα και αδιαμαρτύρητα έχοντας διάνοια κυρίου και συγκεκριμένα το επισκεπτόταν όποτε βρισκόταν στην περιοχή με δεδομένο ότι μέχρι και το 2009 κατοικούσε μόνιμα στην Αθήνα, το εκμίσθωνε κατά το παρελθόν σαν βοσκότοπο (βλ.
ένορκη βεβαίωση μάρτυρα Β. Χ.), το καθάριζε και επέβλεπε εν γένει, επόπτευε και τα όριά του για να μην καταπατηθεί από τρίτους, ενώ μέχρι και το 2003 ήταν περιφραγμένο. Περί τα τέλη του 2012, δε, και πριν τον επικαλούμενο κατά την αγωγή χρόνο αποβολής του από τη νομή, προέβη και σε νέα περίφραξη αυτού καθώς η παλαιότερη είχε καταστραφεί.
Το γεγονός ότι το επίδικο τμήμα ουδέποτε καλλιεργήθηκε από τον ενάγοντα δεν αναιρεί το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα καθώς ως πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίσκεψη, η επίβλεψη και εποπτεία τούτου και των ορίων του από τυχόν καταπατήσεις. Ο εναγόμενος, νομέας όμορου του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 2.009,33 τ.μ.
μεταβίβασε τούτο με συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς εν ζωή στην αρχικώς εναγόμενη αποβιώσασα σύζυγό του το έτος 2003. Κατά το ίδιο έτος έλαβαν χώρα χωματουργικές εργασίες στο όριο των δύο ακινήτων, κατεδαφίστηκε προϋπάρχουσα αποθήκη ιδιοκτησίας του εναγομένου και καταστράφηκε η περίφραξη που αποτελούσε το όριο των δύο ακινήτων, ενώ δημιουργήθηκε πρανές στο σημείο που συνορεύουν τα ακίνητα.
Εξάλλου στο εν λόγω ακίνητο του εναγόμενου στεγάστηκε στη συνέχεια οικογενειακή επιχείρηση βιοτεχνίας ζωοτροφών. Περί τα τέλη του έτους 2012 στο επίδικο τμήμα ο εναγόμενος τοποθέτησε αντικείμενα όπως ξύλινες παλέτες και μια δεξαμενή και ο ενάγων μετά από διαμαρτυρίες προέβη σε τοποθέτηση σιδηροπασσάλων προκειμένου να οριοθετήσει το ακίνητό του και δη στη θέση που βρισκόταν η παλιά περίφραξη.
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Β. Χ. και Κ. Κ., με την επισημείωση ότι ο τελευταίος πραγματοποίησε τις προαναφερόμενες χωματουργικές εργασίες που διενήργησε ο εναγόμενος κατά το έτος 2003 και επιβεβαιώνει τόσο την ύπαρξη της παλιάς περίφραξης όσο και την τοποθέτηση της νέας στο ίδιο σημείο.
Ο ίδιος άλλωστε επιβεβαιώνει ότι το όριο των ιδιοκτησιών ήταν στο κάτω μέρος του τεχνητού πρανούς όπου έχει κατασκευαστεί ένας καταμετρητής της ΔΕΗ με τσιμέντινη βάση. Οι εναγόμενος τον Δεκέμβριο του 2012 προέβη σε αφαίρεση της περίφραξης του ενάγοντος (βλ. από 2-12-2012 απόσπασμα από το βιβλίο αδικημάτων -συμβάντων του Α.Τ.
περιφέρειας Άρτας και ένορκη κατάθεση του Α. Τ. του Σ., υιού των εναγόμενων), ενώ τον Ιανουάριο του 2013 τοποθέτησε περίφραξη στο ακίνητό τους (των εναγομένων) συμπεριλαμβάνοντας το ως άνω επίδικο τμήμα, καταλαμβάνοντάς το και αποβάλλοντας-με τον τρόπο αυτό τον ενάγοντα από τη νομή του. Οι ισχυρισμοί των εναγόμενων που προβάλλονται και με τους λόγους της έφεσής σύμφωνα με τους οποίους το όριο των ακινήτων βρίσκεται στο σημείο που είναι τοποθετημένη η συρματοπερίφραξή τους δεν κρίνονται πειστικοί.
Ειδικότερα η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, υιού των εναγόμενων, ως προς τη γνώση του για το όριο των ιδιοκτησιών κρίνεται μη πειστική διότι ο ίδιος καταθέτει ότι δεν συνορεύει με τον ενάγοντα, γεγονός που αποκρούεται μεταξύ άλλων από το υπ' αριθμ. .../2003 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Άρτας Φρειδερίκης Μόσιαλου-Μπόκου δυνάμει του οποίου μεταβιβάστηκε το ακίνητο από τον εναγόμενο στην εναγομένη όπου ως όριο αυτού αναφέρεται μεταξύ άλλων η ιδιοκτησία του ενάγοντος και από το συνοδεύον το ως άνω συμβόλαιο από Μάρτιο 2003 τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού Β.
Π.. Άλλωστε το ότι τα ακίνητα των διαδίκων είναι όμορα προκύπτει και από το από Σεπτέμβριο 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του Χ. Τ. που συντάχθηκε καθ' υπόδειξη του εναγομένου και στο οποίο αποτυπώνεται και η ισόγεια αποθήκη που προϋπήρχε στο ακίνητο των εναγομένων. Εξάλλου με βάση το προαναφερόμενο τοπογραφικό του έτους 1993 σε συνδυασμό με αεροφωτογραφίες των ετών 1985 και 1998 αποτυπώνεται το συμπέρασμα στην προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης σύμφωνα με την οποία η τοποθετηθείσα από τον εναγόμενο συρματοπερίφραξή βρίσκεται 11,3- 13,3 ± 1 μ.
εντός της ιδιοκτησίας του ενάγοντος ενώ τόσο ο καταμετρητής της ΔΕΗ όσο και το τεχνητό πρανές που προέκυψε από τις εκσκαφές για την διαμόρφωση του χώρου βρίσκονται επίσης εντός της ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο υπάρχων στο επίδικο στύλος της ΔΕΗ αποτελεί προϋφιστάμενο όριο των ιδιοκτησιών δεν αποδείχθηκε.
Σημειώνεται άλλωστε ότι στις προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους παλαιότερες φωτογραφίες απεικονίζεται η περίφραξη πλησίον της αποθήκης και ο στύλος να βρίσκεται σε απόσταση από αυτήν, η οποία (απόσταση) δεν μπορεί επακριβώς να προσδιοριστεί. Ωστόσο προκύπτει ότι ο στύλος βρίσκεται σε κάθε περίπτωση εκτός του παλαιού ορίου των ιδιοκτησιών ενώ η σημερινή περίφραξη η τοποθετηθείσα από τον εναγόμενο περιλαμβάνει το στύλο και παρακείμενη αυτού έκταση, όπως εμφαίνεται και από την τοποθετηθείσα πλησίον του στύλου διαφημιστική πινακίδα των εναγομένων καθώς και διαφόρων αντικειμένων όπως παλετών, κατασκευών κλπ, καταλαμβάνοντας έτσι τμήμα της όμορης ιδιοκτησίας του ενάγοντος.
Το γεγονός άλλωστε ότι το ακίνητο του εναγομένου τροφοδοτούνταν με ρεύμα από τον εν λόγω στύλο δεν οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα σε ότι αφορά τα όρια των ακινήτων. Προς επίρρωση των ανωτέρω σημειώνεται ότι δεν εξηγείται πειστικά από τους εναγόμενους γιατί προέβησαν σε χωματουργικές εργασίες στο ακίνητό τους, στεγάζοντας μάλιστα εκεί επιχείρηση και άφησαν το επίδικο τμήμα σε πρανές με υψομετρική διαφορά.
Τέλος, η ένσταση παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος, κατ' άρθρο 992 ΑΚ, την οποία προέβαλαν οι εναγόμενοι πρωτοδίκως με τις προτάσεις τους και επαναφέρει ο εκκαλών ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με λόγο εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθόσον από το χρόνο αποβολής της ενάγοντος από τη νομή του επιδίκου με την περίφραξή του εκ μέρους του εναγομένου, κατά τον Ιανουάριο του 2013 μέχρι και το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής στις 16-12-2013 δεν παρήλθε έτος.
Ως ανωτέρω αποδείχθηκε η αποβολή του ενάγοντος από την νομή του έλαβε χώρα με την τοποθέτηση της περίφραξης τον Ιανουάριο του 2013 μετά τις διαμαρτυρίες του ενάγοντος για τα αντικείμενα που τοποθετήθηκαν στο επίδικο και την τοποθέτηση της περίφραξης από την πλευρά του και την αφαίρεση αυτής. Ο ίδιος ο μάρτυρας ανταπόδειξης αναφέρει ότι κατά το διάστημα εκείνο η περίφραξή ανανεώθηκε αλλά από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι μετά τις εργασίες του 2003 και την καταστροφή της προϋφιστάμενης περίφραξης επανατοποθετήθηκε περίφραξή στο επίδικο, ενώ το πρώτον τοποθετήθηκε τέτοια από τους εναγόμενους το 2013.
Κατόπιν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που τα ίδια έκρινε με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία που παραδεκτά αντικαθίσταται από την παρούσα (534 ΚΠολΔ), ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τους λόγους της εφέσεως είναι αβάσιμα κι απορριπτέα.
Εξάλλου κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων δεν κρίνεται αναγκαία η αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με ίδιες αισθήσεις επομένως δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια αυτοψίας. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που σιωπηρά απέρριψε το σχετικό αίτημα των εναγομένων δεν έσφαλε, με την επισημείωση ότι σε κάθε περίπτωση κατά το άρθρο 355 ΚΠολΔ το δικαστήριο διατάζει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις, η διενέργεια της οποίας εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσία), και ο σχετικός λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα πρέπει, να απορριφθεί η έφεση κατ' ουσίαν». Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας έκρινε ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος ενάγων είναι νομέας και κάτοχος μείζονος αγροτικού ακινήτου, εκτάσεως 14.180,76 τ.μ., στη νομή του οποίου περιήλθε με άτυπη δωρεά του πατέρα του.
Ότι στο επίδικο εμβαδού 674,04τ. μ., που αποτελεί τμήμα του πιο πάνω μείζονος ακινήτου, κείμενο στη βορειοδυτική πλευρά του, ο ενάγων διενεργούσε εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, και ειδικότερα εκμίσθωνε τούτο σε τρίτους ως βοσκότοπο, το επισκεπτόταν, το επόπτευε, το καθάριζε και το περιέφρασσε για να το προστατεύει από τυχόν καταπατητές.
Ότι οι εναγόμενοι, τον Ιανουάριο του έτους 2013, τοποθέτησαν περίφραξη στο όμορο ακίνητό τους, συμπεριλαμβάνοντας στην ιδιοκτησία τους και το επίδικο, αποβάλλοντας τον ενάγοντα, χωρίς τη θέλησή του από τη νομή του. Κατόπιν τούτου, το άνω δικαστήριο δέχθηκε την ένδικη αγωγή αποβολής από τη νομή του ήδη αναιρεσιβλήτου και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, απορρίπτοντας, ως αβάσιμη κατ' ουσία, την ασκηθείσα από τους εναγομένους έφεση.
Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 981 εδ. 1, 980, 984 και 987ΑΚ, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι ο ενάγων ήταν νομέας του επιδίκου κατά το χρόνο( έτος 2013) που αποβλήθηκε, χωρίς τη θέλησή του, από τη νομή του, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Γ. Σύμφωνα με τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (που είναι ταυτόσημος με αυτόν του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 2234/2013), ως εκ τούτου δε ισχυρισμοί μη νόμιμοι ή απαραδέκτως προταθέντες δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια και κατά συνέπεια η μη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον λόγο αυτόν αναίρεσης, όπως, επίσης, δεν αποτελεί "πράγμα" η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης (ΑΠ 1446/2017, ΑΠ 946/2014, ΑΠ 874/2015) το αίτημα πραγματογνωμοσύνης, αυτοψίας (ΑΠ 233/2017, ΑΠ 1553/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων: α) ότι το επίδικο δεν είναι δεκτικό των πράξεων νομής που αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο και β) ότι από το έτος 2003 καμιά νεότερη παρέμβαση ή υλική επενέργεια υπήρξε επί του επιδίκου και ότι αγνοήθηκε το αίτημά τους περί διενέργειας αυτοψίας.
Οι υπό στοιχεία α' και β' ως άνω ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή άρνηση της αγωγής, και το σχετικό περί αυτοψίας αίτημα δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ώστε δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν δεν ληφθούν υπόψη, από τον αριθμό 5β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Επομένως ο εκ του άρθρου 560 αρ. 5β' Κ.Πολ.Δ., τρίτος λόγος της αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του, (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27/12/2019 αίτηση για αναίρεση της 80/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ