Legislator Case Law & Legislation
340/2020 AI generated

340/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 340/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

340/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) ο υπόχρεος στην πληρωμή της αποζημιώσεως, β) εκείνος υπέρ του οποίου κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση και γ) εκείνος που αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του απαλλοτριουμένου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 340 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 340/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ρ. Π. του Ν., 2) Α. συζ. Τ. Α., το γένος Ν. Π., κατοίκων ..., 3) Ι. Τ. του Ν., 4) Α. - Ρ. Τ. του Ν., κατοίκων ..., 5) Ι. Α. του Μ., 6) Α. Α. του Μ., κατοίκων ..., 7) Κ. χας Ε. Α., το γένος Α. Β., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Ε. Α. του Μ. κατά ποσοστό 25%, 8) Δ. Α. του Ε., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Ε. Α. του Μ. κατά ποσοστό 37,5% και 9) Κ. Α. του Ε., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Ε. Α. του Μ. κατά ποσοστό 37,5%, κατοίκων ..., εκ των οποίων η 3η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Λάλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Χ. του Φ., κατοίκου ..., 2) Ζ. Χ. του Φ., κατοίκου ..., 3) Δ. Χ. του Φ., κατοίκου ..., 4) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΛΟΥ", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΤΕ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος, 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Βέρροιο, το 4ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 5η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γολεμάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη 4ου των αναιρεσιβλήτων (μετά την έκδοση της 123/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 18-1-2006 αίτηση των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, την από 7-2-2006 αίτηση των ήδη 5ου και 6ου αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Ε. Α., με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ασκηθείσες διά των προτάσεων ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 382/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατά της οποίας ασκήθηκαν αιτήσεις αναιρέσεως και εκδόθηκαν οι 736/2009, 889/2009, 977/2010, 1366/2010, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1010/2011, και 1739/2011 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκαν οι υποθέσεις για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2015 μη οριστική και 107/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-3-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των 1ου, 2ου, 3ου και 5ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικώς την αποζημίωση είναι το Εφετείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριούμενο ή το μεγαλύτερο μέρος αυτού, κατά δε την παράγραφο 5 του άρθρου 19 του ίδιου νόμου 2882/2001, που, κατά την διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 20 του ίδιου νόμου 2882/2001 εφαρμόζεται αναλόγως και στην διαδικασία οριστικού προσδιορισμού αποζημιώσεως ενώπιον του Εφετείου, κάθε ενδιαφερόμενος (κατά την έννοια του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου που δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή καθόλου να παραστεί κατά την συζήτηση της αιτήσεως) έχει δικαίωμα να παρέμβει στην δίκη και να γίνει διάδικος, χωρίς καμία προδικασία και κατάθεση προτάσεων, απλώς με δήλωσή του ενώπιον του δικαστηρίου, δηλ.

κατά την συζήτηση της αιτήσεως, η οποία να περιέχει το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και την κατοικία του, ή προκειμένου περί νομικού προσώπου την επωνυμία και την έδρα του. Κατά την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία ως ειδική, υπερισχύει των κοινών διατάξεων περί παρεμβάσεως του Κ.Πολ.Δικ. (άρθρο 79 επ. Κ.Πολ.Δικ.), τίθενται δύο βασικές προϋποθέσεις για να έχει κάποιος το δικαίωμα να παρέμβει, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας προσδιορισμού της αποζημιώσεως, λόγω απαλλοτριώσεως, ήτοι:

α) να είναι "ενδιαφερόμενος" και β) να μην έχει κλητευθεί νομίμως ή καθόλου να παραστεί κατά την συζήτηση της αιτήσεως. Η έννοια του ενδιαφερομένου στην διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως προσδιορίζεται επακριβώς με το άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω νόμου 2882/2001, το οποίο ορίζει, ότι, διάδικοι στην δίκη προσδιορισμού αποζημιώσεως δύνανται να είναι:

α) ο υπόχρεος στην πληρωμή της αποζημιώσεως, β) εκείνος υπέρ του οποίου κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση και γ) εκείνος που αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του απαλλοτριουμένου.

Συνεπώς, όποιος συγκεντρώνει τις πιο πάνω προϋποθέσεις μπορεί να καταστεί διάδικος τόσο στην δίκη του προσδιορισμού της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως (άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 2882/2001) όσο και στην δίκη του οριστικού προσδιορισμού (άρθρο 20 αυτού) και μάλιστα χωρίς καμία προδικασία, ήτοι σύνταξη και κατάθεση δικογράφου, κοινοποίηση αυτού, χαρακτηρισμό του δικογράφου, δηλονότι αν πρόκειται για αίτηση, παρέμβαση κ.τ.λ., παρά μόνο με δήλωσή του, καταχωριζομένη στα πρακτικά του δικαστηρίου και περιέχουσα τα προαναφερόμενα στοιχεία (άρθρα 19 παρ. 5 και 20 παρ. 6).

Με την φράση "δικαιούται να παρέμβη" του άρθρου 19 παρ. 5 του ν. 2882/ 2001 δεν χρησιμοποιείται ο όρος "παρέμβαση" με την αυστηρή δικονομική έννοια των κοινών διατάξεων των άρθρων 79 επ. του Κ.Πολ.Δικ., αλλά υποδηλώνει τον τρόπο με τον οποίο κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να καταστεί διάδικος στην διαδικασία του προσδιορισμού της αποζημιώσεως, λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, γι' αυτό και οι ως άνω διατάξεις ορίζουν όχι μόνο τους όρους και τις προϋποθέσεις της συμμετοχής στις εν λόγω δίκες, αλλά και τον τρόπον συμμετοχής σ' αυτές, ήτοι την "δήλωση" του ενδιαφερομένου, ενώπιον του δικαστηρίου, καταχωριζομένη στα πρακτικά, χωρίς να αποκλείεται και η χρήση δικογράφου, ο χαρακτηρισμός του οποίου, ως αιτήσεως, παρεμβάσεως ή δηλώσεως, δεν μεταβάλλει τους πιο πάνω όρους και προϋποθέσεις ασκήσεως.

Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο ένδικο βοήθημα με το οποίο επιδιώκεται να εξασφαλισθεί η ευχερέστερη παρουσία των ενδιαφερομένων στην δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως, χωρίς τους όρους και προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 79 επ. Κ.Πολ.Δικ. για την κύρια και πρόσθετη παρέμβαση, στις οποίες, καίτοι μεταγενέστερος νόμος, δεν παρέπεμψε στον Κ.Πολ.Δικ.

Συνεπώς, για το παραδεκτό και νόμιμο της ασκήσεως της εν λόγω δηλώσεως στις δίκες προσδιορισμού αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων κατά τον Κ.Πολ.Δικ. (άρθρο 79 παρ. 1), ήτοι ο παρεμβαίνων να αντιποιείται ολόκληρο ή μέρος από το αντικείμενο της δίκης που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, ούτε να ασκείται με χωριστό δικόγραφο (Α.Π. 1178/2010, Α.Π. 478/2001 επί των ομοίου περιεχομένου διατάξεων του ν.δ. 797/1971).

Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 558 του Κ.Πολ.Δικ., η αναίρεση απευθύνεται κατά κανόνα εναντίoν εκείνων που ήταν διάδικοι στην δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και ήταν αντίδικοι του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων αυτών, κατά των οποίων ο αναιρεσείων έχει συμφέρον και θέλει την αναίρεση της αποφάσεως και όχι εναντίων όλων, εκτός αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία.

Περαιτέρω, επί παρεμβάσεως σε δίκη προσδιορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντων, κατά την έννοια του άρθρου 14 του Ν. 2802/2001, ο παρεμβάς δεν τελεί με τους αρχικούς διαδίκους σε σχέση απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας (Α.Π. 1178/2010). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 εδαφ. α' του Κ.Πολ.Δικ., με την οποία ορίζεται ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από τον διάδικο που επισπεύδει την δίκη, συνάγεται ότι η κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο του αναιρετηρίου είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 Κ.Πολ.Δικ.) πρέπει να επιδίδεται και προς εκείνον που δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την ιδιότητα του παρεμβαίνοντος, πρέπει δε αυτός να καλείται από τον επισπεύδοντα σε κάθε επόμενη διαδικαστική πράξη για να ενημερώνεται αυτός ως προς την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως και ν' ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, διότι και αυτός είναι διάδικος.

Χωρίς την κλήτευσή του παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., ειδική εφαρμογή της οποίας συνιστούν οι προαναφερόμενες διατάξεις, και δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους διαδίκους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ.

α' Κ.Πολ.Δικ.), το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 194/2016, Α.Π. 972/2014, Α.Π. 910/2013). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα, αναγκαία για την έρευνα του παραδεκτού της συζητήσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους πέμπτο έως και ένατη των αναιρεσειόντων κατά των τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων (δηλαδή, κατά το μέρος αυτής που αφορά στο με ΑΚΠ 9 ακίνητο).

Δυνάμει της από 12.5.1986 αποφάσεως του Νομάρχη Λάρισας σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 2932/2000 απόφαση του Γ.Γ.Π. Θεσσαλίας, που δημοσιεύτηκαν αντίστοιχα στα ΦΕΚ υπ' αριθ. 799/12.9.1986/Δ' και 943/29.12. 2000/Δ', τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης του Βόλου στα υπ' αριθ. ... και ... οικοδομικά τετράγωνα για την δημιουργία της πλατείας Πανεπιστημίου, σε χώρο μεταξύ των οδών ..., ..., ...

και .... Ακολούθως εκδόθηκε από την Πολεοδομία Δήμου Βόλου η υπ' αριθ. 2 ΔΒ/2001 πράξη τακτοποιήσεως, προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεων, η οποία συνοδεύεται από το με ημερομηνία 10.6.2002 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου - μηχανικού Α. Κ.. Η ανωτέρω πράξη κυρώθηκε νόμιμα με την υπ' αριθ. 10/2003 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας.

Όλες οι προαναφερόμενες διοικητικές πράξεις έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Βόλου (τόμος 474 και αριθμός …). Μεταξύ των απαλλοτριουμένων είναι και το οικόπεδο με ΑΚΠ 9, επιφανείας 35,42 τ.μ. στη συμβολή των οδών ... και ... με το ισόγειο κατάστημα που βρισκόταν σε αυτό, επιφανείας 35,42 τ.μ., που ανήκε κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στην κυριότητα των 5ου και 6ου αναιρεσειόντων Ι.

Α. και Α. Α., καθώς και στον Ε. Α., ο οποίος απεβίωσε την 12.02.2018, σύμφωνα με την από 13.02. 2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Αλίμου Αττικής και στην θέση του υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του η σύζυγός του, Κ. Α., εβδόμη των αναιρεσειόντων, κατά ποσοστό 25%, και οι θυγατέρες του, Δ. Α. και Κ.

Α., ογδόη και ενάτη των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, κατά ποσοστό 37,5% η καθεμία, οι οποίες και συνεχίζουν την δίκη, που διακόπηκε βιαίως. Σύμφωνα με την ανωτέρω πράξη προσκυρώσεως, τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεων, την ανωτέρω ιδιοκτησία έπρεπε να αποζημιώσουν: α) η με αριθμό 20 παρόδια ιδιοκτησία της πέμπτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΟΤΕ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", κατά 19,52 τ.μ.

και β) το τέταρτο αναιρεσίβλητο, ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Δήμος Βόλου", κατά 15,90 τ.μ., ενώ ο τελευταίος ("Δήμος Βόλου") έπρεπε να αποζημιώσει επίσης και το επί του ως άνω ακινήτου κτίσμα. Με την 123/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και με κρίσιμο χρόνο την 7.4.2005 καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως, εκτός άλλων, και για την οικοπεδική έκταση της ως άνω με ΑΚΠ 9 ιδιοκτησίας, στο ποσό των 1.010 ευρώ/τ.μ.

Με την 174/9.2.2006 αίτηση των Ι. Α. και Α. Α., ήδη πέμπτου και έκτου των αναιρεσειόντων και του Ε. Α., δικαιοπαρόχου, κατά τα προεκτεθέντα, των εβδόμης, ογδόης και ενάτης των αναιρεσειόντων, κατά: α) του ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Δήμος Βόλου" και β) της "ΟΤΕ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ήδη τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, ζητήθηκε, μετά την έκδοση της ως άνω 123/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, να καθοριστεί η οριστική αποζημίωση (για το ΑΚΠ 9 ακίνητό τους) στο ποσό των 4.000 ευρώ/τ.μ.

για το έδαφος. Επί της αιτήσεως αυτής και επί της σχετικής αιτήσεως του Δήμου Βόλου, κατά των ως άνω αναιρεσειόντων, αλλά και άλλων δικαιούχων αποζημιώσεως ιδιοκτητών ακινήτων της ένδικης απαλλοτριούμενης εκτάσεως, με την οποία ζητούσε να προσδιοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 382/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για την προαναφερόμενη ιδιοκτησία στο ποσό των 4.686,62 ευρώ/τ.μ.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αιτήσεις αναιρέσεως, μεταξύ των οποίων και: α) η από 5.12.2007 αίτηση αναιρέσεως της "ΟΤΕ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που έγινε δεκτή κατά των πέμπτου και έκτου και του δικαιοπαρόχου των εβδόμης, ογδόης και ενάτης των αναιρεσειόντων, με την 977/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου (λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών) και β) η από 11.10.2007 αίτηση αναιρέσεως του Δήμου Βόλου, που έγινε δεκτή κατά των αυτών ως άνω αναιρεσειόντων, με την 1366/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου (λόγω επιδικάσεως ποσών που υπερέβαιναν τα αιτηθέντα).

Με σχετικές κλήσεις τους οι παραπάνω διάδικοι (ήδη αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητοι, αντίστοιχα) επανέφεραν τις αιτήσεις τους, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και κατά την συζήτηση αυτών, με τις προτάσεις του και με δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ο Σ. Π., προβάλλοντας εμπράγματα δικαιώματα στην υπόχρεη προς αποζημίωση φερόμενη ιδιοκτησία της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "ΟΤΕ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", άσκησε κυρία παρέμβαση και ζήτησε να καθοριστεί η αποζημίωση, για το ΑΚΠ 9 ακίνητο, που οφείλει να αποζημιώσει, σε ποσό μικρότερο από εκείνο που ζητούν οι δικαιούχοι και συγκεκριμένα στο ποσό των 727 ευρώ/τ.μ.

Τέλος, η ως άνω ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΟΤΕ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με τις προτάσεις της, άσκησε ανταίτηση και ζήτησε να καθοριστεί η αποζημίωση, για το ΑΚΠ 9 ακίνητο, σε ποσό μικρότερο από εκείνο που ζητούν οι δικαιούχοι και συγκεκριμένα στο ποσό των 727 ευρώ/τ.μ. Επ' αυτών και μετά την έκδοση της 91/2015 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, λόγω μη προσκομίσεως του αναφερομένου σ' αυτήν εγγράφου, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 107/2017 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η ως άνω κυρία παρέμβαση του Σ.

Π. ασκήθηκε παραδεκτώς και τυγχάνει νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1γ', 19 παρ. 5 και 20 παρ. 6 του ν. 2882/2001, έγιναν εν μέρει δεκτές ως και κατ' ουσίαν βάσιμες και καθορίστηκε η οριστική αποζημίωση, η οποία για το με ΑΚΠ 9 ακίνητο ορίστηκε στο ποσό των 980 ευρώ/τ.μ. Όπως δε προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίστηκε ο ως άνω παρεμβάς (Σ.

Π.), μολονότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είχε αποκτήσει στην κατ' έφεση δίκη την ιδιότητα του διαδίκου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. Οι επισπεύδοντες την συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείοντες, μεταξύ των οποίων και οι παραπάνω αναφερόμενοι, στους οποίους ειδικότερα αφορά η προαναφερόμενη προϋπόθεση, δεν ισχυρίζονται ότι κλήτευσαν τον εν λόγω παρεμβάντα για να παραστεί κατά την συζήτηση της προκειμένης υποθέσεως, ούτε από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας αποδεικνύεται τέτοια κλήτευση με την προσκόμιση σχετικής εκθέσεως επιδόσεως.

Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει, για τον προεκτεθέντα λόγο, να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τους πέμπτο, έκτο, εβδόμη, ογδόη και ενάτη των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος αυτής που απευθύνεται κατά των τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, καθ' όσον ειδικότερα αφορά στο με Α.Κ.Π. 9 ακίνητο.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/2005, Α.Π. 368/2008).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του 1975 "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο 2 του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. γ'), σύμφωνα με την διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από την δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α' 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσεως, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α' της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β' της πρώτης παραγράφου).

Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν την χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό (παράγραφος 2, απόφαση του ΕΔΔΑ της 23-9-1982 SPORRONG AND LONNROTH v. SWEDEN). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων (απόφαση του ΕΔΔΑ της 24-6-1993, Π.

κατά Ελλάδος) επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων. Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου, του χρόνου της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της.

Η νέα ρύθμιση του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ.

γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό.

Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν. 2882/1991 (ΦΕΚ Α' 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του Ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α' 18/4.2.2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου).

Ειδικότερα, στην συγκεκριμένη διάταξη ορίζεται ότι "η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.: "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας.

Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Κατά συνέπειαν, αν η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως επαναφέρεται ενώπιον του Εφετείου μετά από αναίρεση, τότε ως κρίσιμος χρόνος θεωρείται εκείνος της (νέας) ενώπιόν του συζητήσεως, μετά την αναίρεση και όχι ο χρόνος της προγενέστερης (αρχικής) συζητήσεως.

Περαιτέρω από τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 του Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση παρελεύσεως έτους από την συζήτηση της αιτήσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζητήσεως κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.

Και τούτο, διότι κατά την συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη ή εκδόθηκε άλλη παρεμπίπτουσα απόφαση, η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου θα υπολογιστεί με βάση τον χρόνο αυτής της συζητήσεως και όχι εκείνης που γίνεται μετά (Ολ.ΑΠ 2/2015, Ολ.ΑΠ 14/2011, Α.Π. 76/2012, Α.Π. 524/2010, Α.Π. 721/2009, ΑΠ. 402/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Εφετείο δίκασε αιτήσεις για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας για την επιφάνεια και τα επικείμενα των ακινήτων, που, κατά τα προεκτεθέντα, απαλλοτριώθηκαν.

Μεταξύ των αιτήσεων που δικάστηκαν, ήταν και η 85/20.1.2006 αίτηση, μεταξύ άλλων, και των: Ρ. Π., Α. Α., ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων, Ν. Τ., δικαιοπαρόχου των τρίτης και τετάρτης των αναιρεσειόντων και Κ. Τ., μεταξύ άλλων και κατά των Σ. Χ., Ζ. Χ. και Δ. Χ., ήδη πρώτου, δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για τα με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 4, 14 και 16 ακίνητά τους και τα επ' αυτών επικείμενα κτίσματα.

Ειδικότερα: Α] το με ΑΚΠ 4 οικόπεδο, επιφανείας 70,70 τ.μ., στη διασταύρωση των οδών ... και ... της πόλης του Βόλου, με τα ισόγεια καταστήματα που υπήρχαν σε αυτό και συγκεκριμένα: I) το υπό στοιχεία Κ1 κατάστημα, επιφανείας 36,35 τ.μ., με εσωτερικό εξώστη (πατάρι), που ανήκει στην συγκυριότητα των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων (Ρ.

Π. και Α. Π. - Α.) και II) το υπό στοιχεία Κ2 κατάστημα, επιφανείας 34,35 τ.μ., με εσωτερικό εξώστη (πατάρι), που ανήκε στην ιδιοκτησία της αρχικής διαδίκου Κ. χας Π. Τ., το γένος Κ. Ζ., η οποία απεβίωσε, χωρίς να νομιμοποιηθούν κληρονόμοι της. Σύμφωνα με την αναφερόμενη παραπάνω πράξη προσκυρώσεως, τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεων, την ανωτέρω ιδιοκτησία έπρεπε να αποζημιώσουν οι εξής παρόδιες ιδιοκτησίες: 1) η με αριθμό 21 του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κατά 25,50 τ.μ. 2) η με αριθμό 22 του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κατά 33,30 τ.μ.

και 5,45 τ.μ. και 3) η με αριθμό 17 των πρώτου, δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων Σ., Ζ. και Δ. Χ. κατά 5,45 τ.μ. Β] Το με ΑΚΠ 14 οικόπεδο, επιφανείας 160 τ.μ., επί της οδού ... αρ. 23, της πόλης του Βόλου, με τα κτίσματα που βρίσκονται σε αυτό και συγκεκριμένα δύο ισόγεια καταστήματα, επιφανείας 114 τ.μ. και μια διώροφη οικία στο βάθος του οικοπέδου, συνολικής επιφάνειας 49,50 τ.μ. (δηλαδή 24,75 τ.μ.

ανά όροφο), που ανήκε αρχικά στην κυριότητα του αρχικού διαδίκου Ν. Α. Τ., ο οποίος απεβίωσε στις 24.10.2010 και στην θέση του υπεισήλθαν ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του (και διάδικοι στη δίκη) οι θυγατέρες του τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων, Ι. Τ. και Α.-Ρ. Τ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία. Σύμφωνα με την ανωτέρω πράξη αναλογισμού αποζημιώσεων, την ανωτέρω ιδιοκτησία έπρεπε να αποζημιώσουν οι εξής παρόδιες ιδιοκτησίες: 1) η με αριθμό 22 του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κατά 1,11 τ.μ., 2) η με αριθμό 17 των πρώτου, δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων Σ., Ζ.

και Δ. Χ., κατά 1,11 τ.μ., 3,75 τ.μ. και 94,03 τ.μ. και 3) η με αριθμό 23 των Π. Β. και Φ. Ν., κατά 3,75 τ.μ. και Γ] Το με αριθμό 16 οικόπεδο, επιφανείας 89,01 τ.μ., επί της οδού ... αρ. 110 της πόλης του Βόλου, με το διώροφο κατάστημα που βρισκόταν σε αυτό, επιφανείας 178,02 τ.μ., που ανήκε και αυτό στην κυριότητα του προαναφερομένου αρχικού διαδίκου Ν.

Α. Τ.. Σύμφωνα με την ανωτέρω πράξη αναλογισμού αποζημιώσεων, την ανωτέρω ιδιοκτησία έπρεπε να αποζημιώσουν οι εξής παρόδιες ιδιοκτησίες: 1) η με αριθμό 22 του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, κατά 32,15 τ.μ., 2) η με αριθμό 17 των πρώτου, δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων Σ., Ζ. και Δ. Χ., κατά 32,15 τ.μ. και 12,40 τ.μ. και 3) η με αριθμό 23 των Π.

Β. και Φ. Ν., κατά 12,40 τ.μ. Η προσωρινή τιμή μονάδας για τα ανωτέρω ακίνητα είχε καθοριστεί με την 123/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου ως εξής: α) για τα οικόπεδα με ΑΚΠ 4 και 16 το ποσό των 950 ευρώ/τ.μ. και β) για το οικόπεδο με ΑΚΠ 14 το ποσό των 650 ευρώ/τ.μ. Επί των ανωτέρω αιτήσεων και ανταιτήσεων και αφού διεξήχθη πραγματογνωμοσύνη από τον πραγματογνώμονα Ν.

Β., εκδόθηκε η 382/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των ενδίκων ιδιοκτησιών, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της ενώπιόν του συζητήσεως της υποθέσεως (12.1.2007), ως εξής: α) για το οικόπεδο 4 το ποσό των 6.390,66 ευρώ/τ.μ., β) για το οικόπεδο 14 το ποσό των 1.936,62 ευρώ/τ.μ.

και γ) για το οικόπεδο 16 το ποσό των 5.809,85 ευρώ/τ.μ. Με την 1739/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί της από 16.1.2006 αιτήσεως αναιρέσεως των Σ. Χ., Ζ. Χ. και Δ. Χ., ήδη πρώτου, δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, αναιρέθηκε η ανωτέρω 382/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας ως προς τους Ρ. Π. και Α. Α., ήδη πρώτο και δεύτερη αναιρεσείοντες και τον Ν.

Τ., δικαιοπάροχο των: Ι. Τ. και Α.-Ρ. Τ., ήδη τρίτης και τέταρτης των αναιρεσειόντων, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας. Η πρώτη συζήτηση των αιτήσεων, μετά την αναίρεση της προαναφερόμενης αποφάσεως, έγινε, ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, στις 4.4.2014, εκδόθηκε δε η 91/2015 απόφασή του, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, επειδή δεν είχε προσκομισθεί η, από την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013, έκθεση της Εκτιμητικής Επιτροπής.

Η υπόθεση επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου και εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία, όπως εξ αυτής προκύπτει, αυτό, κατά τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων των τεσσάρων πρώτων των αναιρεσειόντων (με ΑΚΠ 4, 14 και 16), που ενδιαφέρει εν προκειμένω - μετά την κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες (για το ακίνητο με ΑΚΠ 9), έλαβε υπόψη, την αξία που αυτά είχαν κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αιτήσεως για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, μετά την αναίρεση, που έγινε ενώπιόν του, στις 4ης Απριλίου 2014, οπότε εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο δεν προχώρησε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, αλλά κήρυξε απαράδεκτη την συζήτησή της, επειδή δεν είχε προσκομισθεί η έκθεση της Εκτιμητικής Επιτροπής, επειδή, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (4.4.2014), είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους από την συζήτηση της αιτήσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου (2.6.2005) και τελικά καθόρισε χαμηλότερες τιμές μονάδας αποζημιώσεως των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων, σε σχέση με εκείνες που είχαν καθοριστεί με την αναιρεθείσα 382/2007 απόφασή του και συγκεκριμένα:

α) για τα οικόπεδα 4 και 16 το ποσό των 950 ευρώ/τ.μ. και β) για το οικόπεδο 14 το ποσό των 650 ευρώ/τ.μ. Το Εφετείο, με το να θεωρήσει ως κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως τον χρόνο της πρώτης, μετά την αναίρεση, συζητήσεως της υποθέσεως, ενώπιόν του και συγκεκριμένα την 4.4.2014, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 εδαφ.

γ' του Συντάγματος και 13 παρ. 1 εδαφ. β' του ν. 2882/2001, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974, άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος). Επομένως, ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το συναφές νοηματικό πρώτο μέρος του πρώτου σκέλους του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Και στις εξαιρετικές περιπτώσεις, όμως, του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Α.Π.

Ολομ. 15/2000, Α.Π. 403/2019, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 1059/2017, Α.Π. 841/2017, Α.Π. 386/2017). Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Με το δεύτερο μέρος του πρώτου σκέλους και τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, κατά σύνοψη των εκεί εκτιθεμένων, ότι έπρεπε να ληφθεί ως κρίσιμος χρόνος η 12.1.2007, ήτοι ο χρόνος της προγενέστερης (αρχικής) ενώπιον του Εφετείου συζητήσεως της υποθέσεως, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα ως άνω υπ' αριθμ. 382/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διότι:

α) στην προκειμένη περίπτωση, λόγω της εν μέρει αναιρέσεως της ως άνω αποφάσεως στις ένδικες ιδιοκτησίες τους (ακίνητα με ΑΚΠ 4, 14 και 16): α) με άλλο κρίσιμο χρόνο (12.1.2007) προσδιορίστηκε η αξία κάποιων τμημάτων των οικοπέδων, όπου ήταν υπόχρεοι ιδιοκτήτες, των οποίων απορρίφθηκαν οι αιτήσεις αναιρέσεως (Δήμος Βόλου, Β. - Ν.), όπως επίσης και η αξία των επικειμένων (Δήμος Βόλου) και β) με διαφορετικό κρίσιμο χρόνο (4.4.2014) προσδιορίστηκε η αξία των εδαφικών τμημάτων (των ίδιων ιδιοκτησιών) που έχουν ως υπόχρεους τους τρεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων, των οποίων έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, β) ο κρίσιμος χρόνος δεν μπορεί να αφίσταται χρονικά ουσιωδώς από τον χρόνο συντελέσεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και εν προκειμένω απέχει περισσότερο από επτά έτη, με αποτέλεσμα να συνυπολογιστεί, προφανώς, ως παράμετρος προσδιορισμού της αποζημιώσεως, η οικονομική κρίση της Ελλάδας κατά το χρονικό διάστημα 2010 και εφεξής και η αποζημίωση, όπως προσδιορίστηκε από την προσβαλλομένη απόφαση, να μην είναι πλήρης και γ) με το να μην λάβει η προσβαλλομένη απόφαση ως κρίσιμο χρόνο την 12.1.2007 προσδιορίζονται διαφορετικές αξίες τμημάτων των ίδιων ιδιοκτησιών, με συνέπεια η αποζημίωση για τμήμα των ιδιοκτησιών τους, που έχει ως υπόχρεους τους τρεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων να μην είναι πλήρης και συνακολούθως να μην είναι πλήρης η όλη αποζημίωση στο σύνολό της, γεγονός το οποίο αντίκειται τόσον στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4, όσον και στην αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 του Συντάγματος.

Έτσι διατυπούμενος ο ως άνω λόγος, χωρίς επίκληση στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νομίμως ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (Α.Π. 2062/2017), ανεξάρτητα από τη νομιμότητά του ή όχι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/ 2001, όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1.1.2002, "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ. 1 εδ.

τελευταίο) και "Ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά την δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής" (παρ 2).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του προκειμένου αναιρετικού λόγου, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από 12.5.1986 αποφάσεως του Νομάρχη Λάρισας σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 2932/2000 απόφαση του Γ.Γ.Π.

Θεσσαλίας, που δημοσιεύτηκαν, αντίστοιχα, στα ΦΕΚ υπ' αριθ. 799/12.9.1986/Δ' και 943/29.12.2000/Δ', τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης του Βόλου στα οικοδομικά τετράγωνα υπ' αριθ. ... και ... για τη δημιουργία της πλατείας Πανεπιστημίου σε χώρο μεταξύ των οδών ..., ..., ... και .... Ακολούθως εκδόθηκε από την Πολεοδομία Δήμου Βόλου η υπ' αριθ. 2 ΔΒ/2001 Πράξη Αναλογισμού Αποζημιώσεων, η οποία συνοδεύεται από το με ημερομηνία 10.6.2002 τοπογραφικό διάγραμμα της Α.

Κ.. Η ανωτέρω Πράξη Αναλογισμού κυρώθηκε νόμιμα με την υπ' αριθ. 10/2003 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας. Όλες οι προαναφερόμενες διοικητικές πράξεις έχουν μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο 474 και στον αριθμό … του Υποθηκοφυλακείου Βόλου. Στα απαλλοτριούμενα ακίνητα προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας, μεταξύ των άλλων και οι καλούντες - αιτούντες.

Υπόχρεοι προς αποζημίωση είναι ο Δήμος Βόλου και οι υπόλοιποι από τους καθ' ων η αίτησή του, κατά τις διακρίσεις που γίνονται στην ανωτέρω Πράξη Αναλογισμού Αποζημιώσεων. Η περιοχή όπου βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, που εξετάζονται εν προκειμένω, με στοιχεία 4......, 14,... και 16, είναι στο κέντρο του Βόλου, στην καρδιά της εμπορικής ζώνης.

Στην περιοχή αυτή αναπτύσσεται κάθε είδους εμπορική δραστηριότητα με μεγάλα καταστήματα, όλες τις τράπεζες να απέχουν 100 μέτρα, γραφεία και ιατρεία, ασφαλιστικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες κ.α. Είναι προφανές ότι η περιοχή ενδείκνυται για κατασκευή κτιρίων προς εμπορική εκμετάλλευση και όχι για κατοικίες.

Βασικά στα ισόγεια των οικοδομών κατασκευάζονται καταστήματα μεγάλης εμπορικής αξίας, ενώ στους ορόφους γραφεία παροχής υπηρεσιών. Όπως είναι φυσικό, η αξία των ένδικων οικοπέδων επηρεάζεται άμεσα από τη χρήση αυτή, πολλαπλασιαζόμενη, μάλιστα, λόγω της εμπορικής δραστηριότητας που αναπτύσσεται στην περιοχή.

Η μεγάλη εμπορικότητα της περιοχής βασίζεται στα εξής αντικειμενικά στοιχεία: 1. Η θέση των οικοπέδων αυτών που είναι κυριολεκτικά στην καρδιά του εμπορικού κέντρου του πολεοδομικού συγκροτήματος του Βόλου. 2. Η ύπαρξη στην περιοχή κάθε είδους εμπορικής δραστηριότητας. Υπάρχουν, όπως προαναφέρθηκε, μεγάλα καταστήματα, όλες οι τράπεζες πολύ κοντά, γραφεία ασφαλιστικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών κ.α. 3.

Η πολύ μικρή απόσταση από το εμπορικό και επιβατικό λιμάνι του Βόλου. 4. Πολλές δημόσιες υπηρεσίες είναι κοντά, όπως το Δημαρχείο του Βόλου, τα Δικαστήρια, η Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου. 5. Η περιοχή είναι γεμάτη από κέντρα εστίασης και ψυχαγωγίας. Στα δύο οικοδομικά τετράγωνα και σε όλα τα οικόπεδα που απαλλοτριώνονται υπάρχουν από ετών εμπορικά κτίσματα, στα οποία στεγάζονται εμπορικά καταστήματα (στη γωνία των οδών ...

και ... "..." βρίσκεται το κατάστημα ... και στις δύο γωνίες των ίδιων οδών τα καταστήματα ... και ...). Κάποια από αυτά δεν είναι συντηρημένα σε καλή κατάσταση, πράγμα που εξηγείται από το γεγονός ότι, από το 1986 που εξαγγέλθηκε η απαλλοτρίωση και τα ακίνητα αυτά ουσιαστικά "δεσμεύτηκαν", οι ιδιοκτήτες τους απέφυγαν να κάνουν βελτιώσεις και ανακαινίσεις.

Είναι ενδεικτικό ότι από το 1986 μέχρι σήμερα καμία πράξη μεταβίβασης δεν έγινε στην περιοχή των απαλλοτριωθέντων. Ο ισχύων στην περιοχή αυτή συντελεστής δόμησης είναι 2,7, μέγιστο ύψος 22 μέτρων και μέγιστη κάλυψη 70%, η δε περιοχή ανήκει στον τομέα I. Ας σημειωθεί ότι για την ανοικοδόμηση στην περιοχή επιβάλλεται από τη πολεοδομική νομοθεσία η εφαρμογή του "ιδεατού στερεού" που πρέπει να θεωρηθεί μειονέκτημα γιατί μειώνει τις κατόψεις και επηρεάζει την οικοδομησιμότητα.

Επιβάλλεται δηλαδή η διάταξη των οικοδομών σε εσοχές, αρχίζοντας μετά τον 1° όροφο για τις οδούς ... και ... και μετά τον 2° όροφο για τις οδούς ... και .... Λόγω της μοναδικότητας των οικοπέδων το ποσοστό αντιπαροχής κυμαίνεται κατά μέσο όρο σε 45%. Η δυνατότητα αντιπαροχής και το υψηλό ποσοστό της είναι βασικά στοιχεία που καθορίζουν την αξία των απαλλοτριούμενων ως οικοπέδων.

Ειδικότερα για τα ακίνητα (οικόπεδα)... που ενδιαφέρουν εν προκειμένω: Το ΑΚΠ 4 ακίνητο, είναι γωνιακό οικόπεδο, με πρόσωπο στις οδούς ... και ......, το ΑΚΠ 14 ακίνητο είναι μεσαίο οικόπεδο με πρόσωπο στην οδό ......, και το ΑΚΠ 16 ακίνητο είναι μεσαίο οικόπεδο με πρόσωπο στην οδό .... Επίσης, επί των οικοπέδων αυτών υπάρχουν κτίσματα που συναπαλλοτριώνονται.

Τα κτίσματα αυτά περιγράφονται κατωτέρω με αντιστοίχιση στον αριθμό, με τον οποίο τα απαλλοτριούμενα οικόπεδα αναφέρονται στην υπ' αριθ. 2ΔΒ/2001 Πράξη Αναλογισμού. Οικόπεδο 4. Πρόκειται για ισόγειο κτίριο καταστημάτων με πατάρι σε πλήρη κάλυψη του οικοπέδου (69,70 τ.μ.) προϋφιστάμενο του 1953. Ο φέρων οργανισμός είναι από λιθοδομή.

Η όψη της οδού ... είναι ανακαινισμένη, ενώ και η κεραμοσκεπής στέγη του έχει αντικατασταθεί από φύλλα λαμαρίνας... Οικόπεδο 14. Στο οικόπεδο υπάρχουν δύο κτίρια, α) Το κτίριο 1 έχει πρόσωπο επί της ..., είναι κατασκευής 1955, με σκελετό από οπλισμένο σκυρόδερμα. Η κάτοψή του παρουσιάζει στοά πλάτους 1,60 μέτρα σ' όλο το πλάτος του.

Η στοά αυτή οδηγεί στο δεύτερο κτίριο στο βάθος του οικοπέδου. Εκατέρωθεν της στοάς υπάρχουν δύο μαγαζιά νοικιασμένα. Το κτίριο αυτό είναι επιφανείας 84,40 τ.μ. β) Στο κτίριο 2 είναι ένα μικρό παλαιό διώροφο κτίριο προϋφιστάμενο του 1930 κάτοψης 25,00 τ.μ. που λειτουργεί σήμερα ως "οίκος ανοχής"..... Οικόπεδο 16. Πρόκειται για υπερυψωμένο κτίριο με σκελετό από οπλισμένο σκυρόδερμα, κατασκευής 1955, σε πλήρη κάλυψη επί του οικοπέδου (89,00 τ.μ.).

Έχει ύψος 6,00 μέτρα περίπου και έχει πατάρι γι' αυτό εξωτερικά φαίνεται ως διώροφο. Στην κάτοψή του λειτουργεί 1 κατάστημα που με εσωτερική σκάλα επικοινωνεί με το πατάρι. Σήμερα το κατάστημα αυτό είναι νοικιασμένο. Η αρμόδια επιτροπή προεκτίμησε την αξία των απαλλοτριούμενων και των επικείμενων συστατικών τους (βλ.

την υπ' αριθ. 1930/30.10.2003 έκθεση αυτής) στο ύψος της αντικειμενικής τους αξίας που τότε ανέρχονταν: Α) Για τα οικόπεδα: α)..., β) 4 και 16 σε 506,35 €/τ.μ..., στ)... 14 σε 384 €/τ.μ. Β) Για τα κτίσματα: Για ισόγεια οικοδομή στο αριθμ. 4 ακίνητο στο ποσό των 1.555,64 €/τ.μ.... 5. Για την οικοδομή στο αριθμ. 14 ακίνητο στο ποσό των 480,14 €/τ.μ.... 7.

Για ισόγεια οικοδομή με πατάρι στο αριθμ. 16 ακίνητο στο ποσό των 1.440,41 €/τ.μ. Οι υπόχρεοι σε αποζημίωση (Δήμος Βόλου κ.λπ.) υποστηρίζουν ότι οι αξίες των οικοπέδων και των κτισμάτων είναι ακόμη μικρότερες και μάλιστα κυμαίνονται στο μισό περίπου των αντικειμενικών αξιών, διότι αυτές δεν ανταποκρίνονται στην αγοραία αξία τους.

Τόσο οι ίδιοι, όσο και οι μάρτυρές τους επικαλούνται ότι οι οδοί ... και ... είναι στενά σοκάκια (πλάτους 2,85 μ.), η οδός ... έχει πλάτος μόνο 3,20 μ. και ότι η περιοχή είναι υποβαθμισμένη, κυρίως εξ αιτίας της απομακρύνσεως του υπεραστικού ΚΤΕΛ. Επικαλούνται επίσης την παλαιότητα των κτιρίων, καθώς και τη δυσκολία της ανοικοδομήσεώς τους με το σύστημα της αντιπαροχής, εξ αιτίας του μικρού εμβαδού κάθε οικοπέδου σε συνδυασμό με την υποχρέωση εφαρμογής του "ιδεατού στερεού", για το οποίο έγινε λόγος ανωτέρω.

Προβάλλουν επίσης το δαπανηρό της ανοικοδομήσεως εξ αιτίας της ανάγκης στερεώσεως του εδάφους με πασσάλωση και αντιστήριξη λόγω της γειτνιάσεως των οικοπέδων με τη θάλασσα. Αντίθετα, οι δικαιούχοι της αποζημίωσης που άσκησαν αντίθετες αιτήσεις και οι μάρτυρές τους υποστηρίζουν ότι η αξία των οικοπέδων τους και των κτισμάτων τους είναι πολλαπλάσια μεγαλύτερη από τις αντικειμενικές αξίες, διότι η επίδικη περιοχή είναι από τα πλέον εμπορικά σημεία της πόλης του Βόλου και τα καταστήματά τους που απευθύνονται στο ευρύ καταναλωτικό κοινό αποδίδουν μεγάλα ενοίκια.

Δικαιολογούν επίσης την παράλειψη συντηρήσεως και ανακαινίσεως των περισσότερων από τα κτίσματα των οικοπέδων τους στο ανυπαίτιο γι' αυτούς γεγονός ότι από το 1986 που κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση "δεσμεύτηκε" η περιοχή και έτσι αποτράπηκαν από την περαιτέρω αξιοποίησή της. Επικαλούνται επίσης τον υψηλό συντελεστή εμπορικότητας των οδών, όπου τα επίδικα, το υψηλό ποσοστό αντιπαροχής (40-45%) που ισχύει για την περιοχή, λόγω της σπανιότητας προσφερόμενης προς ανοικοδόμηση γης, καθώς και το υψηλό επίπεδο της πέριξ των επιδίκων περιοχής, όπου βρίσκεται -εκτός από το εμπορικό κέντρο του Βόλου και το λιμάνι- η νέα Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη.

Ο πολιτικός μηχανικός Δ. Α., ο οποίος ορίσθηκε από το T.E.E. Μαγνησίας ως πραγματογνώμονας, κατόπιν του από 7-9-2004 αιτήματος του Δήμου Βόλου, με σκοπό να συντάξει τεχνική έκθεση που να αφορά την αποτίμηση της αξίας των ακινήτων, κατέληξε στα εξής, χρησιμοποιώντας την αντικειμενική αξία των ακινήτων και τη μέθοδο της αντιπαροχής:

ΑΚΠ 4 ακίνητο: αξία οικοπέδου και κτιρίου 146.000 ευρώ..., ΑΚΠ 14 ακίνητο: αξία οικοπέδου και κτιρίου 148.000 ευρώ..., ΑΚΠ 16 ακίνητο: αξία οικοπέδου και κτιρίου 209.000 ευρώ. Οι υπόχρεοι αποζημίωσης των ΑΚΠ 4,14,15 και 16 ιδιοκτησιών προσκομίζουν την από 10/8/2010 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Χ. Δ., ο οποίος κατέληξε στα εξής: "Οικόπεδο No 4 εμβαδού 69,70 τ.μ.

Αντικειμενική Αξία 1.035,11 € / m2 την 12-1-2007: Γωνιακό στην οδό ... και ... που έχει πλάτος μικρότερο των 6m και ειδικότερα πλάτος ανερχόμενο μόλις στα 3m. Επιτρεπόμενη κάλυψη: 69,70 χ 70% = 48,79 τ.μ. Επιτρεπόμενη δόμηση: 69,70 χ 2,70 = 188,19 m2. H μία πλευρά του οικοπέδου βλέπει σε δρόμο μικρότερο των 6,00 m άρα έχουμε υποχρεωτική πρασιά 1,50 m και λόγω ιδεατού στερεού από το ύψος των 7,50 m έχουμε οπισθοχώρηση του κτηρίου.

Άρα η μέγιστη κάλυψη είναι 8,10 χ 7,20 - (3,60 χ 3,60Δ)= 45,36 τ.μ. Ισόγειο κατάστημα: 45,36 - 20,00 κοιν. = 25,36 m2 καθαρό. Α' όροφος: 45,36 - 15,00 κοιν. = 30,36 m2 καθαρό. Β' όροφος: οπισθοχώρηση λόγω ιδεατού 6,48 m2 καθαρό. Συνολική πραγματική δόμηση: 45,36 + 45,36 + 38,88 = 129,60 τ.μ. Μικρότερη της επιτρεπόμενης κατά 188,19 - 129,60 = 58,59 τ.μ. Πραγματική καθαρή δόμηση στο ισόγειο κατάστημα 25,36 m2, σε ορόφους (γραφεία - διαμερίσματα) 30,36 +38,88 = 69,24 τ.μ.

Εάν δεχτούμε αξία καταστήματος 9.000 €/m2 λόγω του ότι έχει πρόσωπο στην οδό ..., αξία γραφείων - ιατρείων τότε θα έχουμε: Αξία καταστήματος: 25,36 m2 χ 10.000 = 253.000 €. Αξία γραφείων: 69,24 m2 χ 1.800 = 124.632 €. Σύνολο = 378.232 €. Εάν δεχτούμε αντιπαροχή 37% επειδή το οικόπεδο έχει πρόσωπο στην οδό ... τα ακίνητα που θα λάβει ο οικοπεδούχος σαν αξία θα είναι: 378.232 χ 0,37 = 140.000 €.

Άρα η πραγματική αξία του οικοπέδου ανά τ.μ. θα είναι: 140.000 / 69,70 = 2008 € και θα την μειώσουμε και κατά 20% η τελική αξία θα είναι: 1.610 περίπου 1.650 €/ m2• Οικόπεδο No 16 εμβαδού 89,10 τ.μ. Αντικειμενική Αξία 958,44 €/m2 την 12-1-2007: Το οικόπεδο έχει πρόσωπο στην οδό ..., στο τμήμα αυτής δυτικά της οδού ... που είναι αισθητά υποβαθμισμένο από το τμήμα της ανατολικά της οδού ....

Επιτρεπόμενη κάλυψη: 89,10 χ 70% = 62,37 m2. Επιτρεπόμενη δόμηση: 89,10 χ 2,70 = 240,57 m2. Άρα η μέγιστη κάλυψη είναι: 7,80 χ 11,40 - (4,20 Δ) = 56,16 τ.μ. Ισόγειο κατάστημα: 56,16 - 20,00 κοιν. = 36,16 m2, A' όροφος: 56,16 - 16.00 κοιν. = 40,16 m2, B' όροφος: 56,16 - 16.00 κοιν.= 40,16 τ.μ., Γ' όροφος: 56,16 - 16.00 κοιν. = 40,16 τ.μ. Συνολική πραγμ. δόμηση: 56,16 χ 4 = 224,64 m2 εξάντληση του Σ.Δ.

Πραγματική καθαρή δόμηση ισόγειου καταστήματος 36,16 m2 ορόφων (γραφεία - διαμερ.) 40,16 χ 3 = 120,48 τ.μ. Εάν δεχτούμε αξία καταστήματος που έχει πρόσωπο στην οδό ... 10.000 €/τ.μ. και η αξία γραφείων 1.800 €/τ.μ. και αντιπαροχή 37% θα έχουμε: Αξία καταστήματος: 36,16 χ 10.000€/ m2 = 361.600 €. Αξία γραφείων - ιατρείων: 12.048 χ 1.800 €/m2 = 216.864 €.

Σύνολο: 578.464 €. Αξία κτισμάτων αντιπαροχή 578.464 χ 0,37 = 214.032 €, άρα αξία οικοπέδου ανά m2 = 214.032/89,10 = 2402 €/m2 και εάν την μειώσουμε και κατά 20% τότε θα έχουμε τελική πραγματική αξία του οικοπέδου 2.402 χ 0,80 = 1.922 περίπου 1.950 €/τ.μ..... Οικόπεδο Νο 14, εμβαδού 128,51 m2. Αντικειμενική Αξία 525,44 ευρώ/τ.μ. την 12.1.2007. Πρόσωπο στην οδό ...

με πλάτους κάτω των 6 m και ειδικότερα πλάτος ανερχόμενο μόλις στα 3 m. Επιτρεπόμενη κάλυψη: 128,51 χ 70% = 89,95 τ.μ. Επιτρεπόμενη δόμηση 128,51 χ 2,70 = 346,97 m2. To οικόπεδο βλέπει σε δρόμο μικρότερο των 6,00 m άρα έχουμε υποχρεωτική πρασιά 1,50 m και λόγω του ιδεατού στερεού από το ύψος των 7,50 m έχουμε οπισθοχώρηση του κτιρίου.

Άρα μέγιστη κάλυψη: 10,50 χ 900 - (8,50 χ 4,20 Δ) = 58,80 τ.μ. Ισόγεια καταστήματα: 58,80 - 20,00 κοιν. = 38,80 m2 καθαρό. Α' όροφος: 58,80 - 16,00 κοιν. = 42,80 m2 καθαρό. Β' όροφος: οπισθοχώρηση λόγω ιδεατού 7,20 τ.μ., άρα κάλυψη ορόφου 58,80 - 7,20 = 51,60 m2 - 16,00 κοιν. = 35,60 m2 καθαρό. Γ' όροφος: οπισθοχώρηση λόγω ιδεατού 16,20 τ.μ., άρα κάλυψη ορόφου 58,80 - 16,20 = 42,60 - 16,00 κοιν. = 26,60 m2 καθαρό.

Συνολική πραγμ. δόμηση: 58,80 + 58,80 + 51,60 + 42,60 = 211,80 τ.μ. Μικρότερη της επιτρεπόμενης κατά 346,97 - 211,80 = 135,17 τ.μ. Πραγματική καθαρή δόμηση στο ισόγειο κατάστημα 38,80 m2 στους ορόφους 42,80 + 35,60 + 26,60 = 105,00 τ.μ. Αξία καταστήματος 9.000 χ 38,80 = 349.200 € και τιμή γραφείων 1.700 χ 105,00 = 178.500 € σύνολο. 349.200 + 178.500 = 527.700 € χ 0,35% αντιπαρ. = 184.695 € αξία οικοπέδου.

Εάν δεχτούμε αξία καταστήματος με πρόσωπο στην οδό ... που έχει πλάτος κάτω των 6m, 7.500 €/m2 και αξία γραφείων 1.700 € θα έχουμε και αξία αντιπαροχής. Αξία ακινήτου: Αξία καταστήματος: 38,80 χ 7.500 = 291.900 € Αξία γραφείων - ιατρείων: 105.00 χ 1.700 = 178.500 €. Σύνολο: 470.000 €. Αξία κτισμάτων αντιπαροχής θα είναι: 470.400 χ 0,35 = 164.600 € και άρα η πραγματική αξία του οικοπέδου ανά m2 θα είναι 164.600 : 128,51 = 1.281 €/m2 και εάν το μειώσουμε κατά 20% τότε η τελική τιμή θα είναι: 1.281 χ 0,80 = 1.024 περίπου 1.050 €/τ.μ.".

Επίσης, προσκομίζουν την επικαιροποιημένη από 7/2015 έκθεση εκτίμησης του αρχιτέκτονα μηχανικού Τ. Π., ο οποίος, με βάση την μέθοδο συγκριτικών στοιχείων και υπολειμματικής αξίας, υπολόγισε την αγοραία αξία των ΑΚΠ 4, 14 ... και 16, στην οποία κατέληξε, με τη χρήση συντελεστών βαρύτητας στα αποτελέσματα των ως άνω μεθόδων κατά ποσοστό 60% και 40% αντίστοιχα, στα εξής:

Αγοραία αξία ΑΚΠ 4 ακινήτου: 21.000 ευρώ ήτοι 301,29 ευρώ/τ.μ., αγοραία αξία ΑΚΠ 14 ακινήτου: 49.000 ευρώ ήτοι 381,29 ευρώ/τ.μ. ... και αγοραία αξία ΑΚΠ 16 ακινήτου 38.000 ευρώ ήτοι 426,49 ευρώ/τμ..... Με την υπ' αριθ. 123/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου η αγοραία αξία και συνεπώς και η καταβλητέα αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων καθορίσθηκε προσωρινά για το έδαφος και τα συστατικά με κρίσιμο χρόνο την 2.6.2005,ως εξής:

Α) Για τα οικόπεδα: α)... β) 4 και 16 σε 950 €/τ.μ., γ)... δ)... στ)..., 14 σε 695 €/τ.μ. Β) Για τα κτίσματα: 1. Για ισόγεια οικοδομή στο αριθμ. 4 ακίνητο στο ποσό των 1.900 €/τ.μ. 2... 3.... 4. Για την οικοδομή στο αριθμ. 14 ακίνητο στο ποσό των 540 €/τ.μ. 5.... 6. Για ισόγεια οικοδομή με πατάρι στο αριθμ. 16 ακίνητο στο ποσό των 2.450 €/τ.μ. Ο πραγματογνώμονας Ν.

Β., που ορίσθηκε από το παρόν Δικαστήριο, την υπ' αριθ. εκθ. κατ. 50/16.5.2007 γνωμοδότηση του, την συνέταξε, αφού έλαβε υπόψη του, εκτός από τα συγκριτικά στοιχεία που του προσκόμιζαν οι διάδικοι, α) τους συντελεστές εμπορικότητας των οδών της περιοχής από το 1988 μέχρι σήμερα και β) τη ιδιαίτερη αξία που προσδίδει στα ακίνητα αυτά η δυνατότητα ανοικοδομήσεώς τους με αντιπαροχή, όπως τα μερικότερα στοιχεία αυτών των υπολογισμών αναλύονται συνδυαστικά στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Επίσης, για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των κτισμάτων ο πραγματογνώμονας έλαβε υπόψη του, εκτός της καταστάσεώς τους που τη διαπίστωσε με επί τόπου επίσκεψη, α) τον κατάλληλο συντελεστή παλαιότητας και (3) τις πρόσφατες ανακαινίσεις και συντηρήσεις, όπως τα στοιχεία αυτά αναλύονται συνδυαστικά στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης) καθόρισε τις αξίες ως εξής:

Α. Για τα οικόπεδα: αξία οικοπέδου 4: 6.390,66 ευρώ/τ.μ... αξία οικοπέδου 14: 1.936,62 ευρώ/τ.μ.... αξία οικοπέδου 16: 5.809,85 ευρώ/τ.μ. Για τα επικείμενα κτίσματα: Για ισόγεια οικοδομή στο αριθμ. 4 ακίνητο στο ποσό των χιλίων εξακοσίων δέκα (1610) €/τ.μ... Για την ισόγεια οικοδομή με πρόσοψη στην ... στο αριθμ. 14 ακίνητο, στο ποσό των εννιακοσίων (900) €/τ.μ.

Για το ισόγειο της διώροφης οικοδομής στο βάθος του οικοπέδου στο ποσό των πεντακοσίων (500) €/τ.μ., ενώ για τον όροφο της οικοδομής αυτής επίσης στο ποσό των πεντακοσίων (500) €/τ.μ... Για ισόγεια οικοδομή με πατάρι στο αριθμ. 16 ακίνητο, στο ποσό των δύο χιλιάδων πενήντα (2050) €/τ.μ. Το παρόν Δικαστήριο με την αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 382/2007 απόφασή του, όρισε την οριστική τιμή μονάδος όπως παραπάνω, αποδεχόμενο την αριθ.

εκθ. κατ. 50/16.5.2007 γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα Ν. Β., καθώς και α) τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο αξίες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των συστατικών τους, σε συνδυασμό με τα συγκριτικά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που καθένας απ' αυτούς προσκομίζει και επικαλείται, β) τις εκτιμήσεις της αρμόδιας κατά νόμο προεκτιμητικής επιτροπής, η οποία έχει ως χρόνο εκτιμήσεως 30.10.2003, γ) τα τεκμήρια που συνάγονται από την υπ' αριθ. 123/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση αλλά με κρίσιμο χρόνο την 2.6.2005, δ) τα συγκριτικά στοιχεία που επικαλέσθηκαν οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, με κρίσιμο χρόνο εκείνο της συζητήσεως της υποθέσεως στο εφετείο (12.1.2007).

Η Εκτιμητική Επιτροπή, που συγκλήθηκε μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 91/2015 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση των παραπάνω αιτήσεων, επειδή δεν είχε προσκομιστεί η σχετική έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής που προβλέπονταν από το ν. 4070/2012, στην από 18.2.2016 έκθεσή της καθόρισε τις τιμές των ανωτέρω οικοπέδων ως εξής: 1) υπ' αριθ. 4 ιδιοκτησία σε 243,82€/τ.μ.

Ισόγεια οικοδομή - με πατάρι ... με ... σε 2.432,85€/τ.μ..., 5) υπ' αριθ. 14 ιδιοκτησία σε 298,47€/τ.μ. Ισόγεια οικοδομή επί της ... σε 691,20€/τ.μ..., 7) υπ' αριθ. 16 ιδιοκτησία σε 225,75€/τ.μ. Ισόγεια οικοδομή με πατάρι ... σε 2.027,38€/τ.μ. Το Δικαστήριο αυτό, αφού έλαβε υπόψη του: α) τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο αξίες των απαλλοτριωθέντων οικοπέδων τους, σε συνδυασμό με τα συγκριτικά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που καθένας απ' αυτούς προσκομίζει και επικαλείται, β) τις εκτιμήσεις της αρμόδιας κατά νόμο εκτιμητικής επιτροπής, η οποία έχει ως χρόνο εκτιμήσεως 18.2.2016, γ) τα τεκμήρια που συνάγονται από την υπ' αριθμ. 123/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση αλλά με κρίσιμο χρόνο την 2.6.2005, δ) τα συγκριτικά στοιχεία που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, ε) την υπ' αριθ.

εκθ. κατ. 50/16.5.2007 γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα Ν. Β. που ορίσθηκε από το παρόν Δικαστήριο, κατά τη συνεδρίασή του στις 12.1.2007, από τον οποίο ζητήθηκε να γνωμοδοτήσει για την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων (και των επικείμενων συστατικών αυτών) και στ) τις τεχνικές εκθέσεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, και αυτές με κρίσιμο χρόνο εκείνο της συζητήσεως της υποθέσεως στο παρόν Δικαστήριο κατά τη συνεδρίαση, όμως, της 4ης Απριλίου 2014, οπότε εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο δεν προχώρησε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, αλλά κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της, επειδή δεν είχε προσκομιστεί η, από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 2882/ 2001, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013, έκθεση της Εκτιμητικής Επιτροπής, κρίνει ότι η αξία των απαλλοτριωθέντων είναι η ακόλουθη:

Α. Για τα οικόπεδα: 1. οικόπεδο υπ' αριθ. 4: 950 €/τ.μ. 2..., 5. οικόπεδο υπ' αριθ. 14: 650 €/τ.μ. 6.... και 7. οικόπεδο υπ' αριθ. 16: 950 €/τ.μ. Β. ......... Για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των οικοπέδων, στα ανωτέρω ποσά, που είναι υψηλότερα, από αυτά της Εκτιμητικής Επιτροπής, λήφθηκαν υπόψη, εκτός από τα προαναφερόμενα συγκριτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι διάδικοι και:

α) οι συντελεστές εμπορικότητας των οδών της περιοχής από το 1988 μέχρι τις 4.4.2014, β) η ιδιαίτερη αξία που προσδίδει στα ακίνητα αυτά η δυνατότητα ανοικοδομήσεώς τους με αντιπαροχή και γ) ότι το ΑΚΠ 4 οικόπεδο έχει πρόσωπο στις οδούς ... και ............ το ΑΚΠ 14 οικόπεδο, μεσαίο, στην οδό ...... και το ΑΚΠ 16 οικόπεδο, μεσαίο, στην οδό ....

Συνεπώς, τόσο οι αιτήσεις, όσο και οι παρεμβάσεις και ανταιτήσεις, πρέπει να γίνουν κατά ένα μέρος δεκτές, ως βάσιμες και από ουσιαστική άποψη, όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας".

Και υπό τις παραδοχές αυτές καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των τεσσάρων πρώτων αναιρεσειόντων στα προαναφερθέντα ποσά, που ανέρχονται στο 1/5 των αξιών που είχε προσδιορίσει η αναιρεθείσα 382/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν έχει αναιρεθεί για εδαφικές εκτάσεις των ίδιων ακινήτων ή και των όμορων προς αυτά.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσεως και, συνεπώς, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. Ειδικότερα, η απόφαση περιέχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων γιατί, ενώ δέχεται ότι αυτά βρίσκονται στο κέντρο του Βόλου, στην καρδιά της εμπορικής ζώνης, όπου αναπτύσσεται κάθε είδους εμπορική δραστηριότητα, με μεγάλα καταστήματα, όλες τις τράπεζες να απέχουν 100 μέτρα, γραφεία και ιατρεία, ασφαλιστικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, ότι η περιοχή ενδείκνυται για κατασκευή κτιρίων προς εμπορική εκμετάλλευση, στα ισόγεια των οποίων στεγάζονται καταστήματα μεγάλης εμπορικής αξίας, ενώ στους ορόφους γραφεία παροχής υπηρεσιών, ότι, εκτός των παραπάνω, η μεγάλη εμπορικότητα της περιοχής βασίζεται και στο ότι απέχει ελάχιστα από το εμπορικό και επιβατικό λιμάνι, ότι κοντά βρίσκονται πολλές δημόσιες υπηρεσίες, όπως το Δημαρχείο του Βόλου, τα Δικαστήρια και η βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου, ενώ δέχεται την υπ' αριθμ.

εκθέσεως καταθέσεως 50/16.5.2007 γνωμοδότηση του ορισθέντος από το Εφετείο πραγματογνώμονα Ν. Β., για την οποία, μάλιστα, αναφέρει ότι το Εφετείο, αποδεχόμενο αυτήν, με την αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 382/2007 απόφασή του, προσδιόρισε, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιόν του, στις 12.1.2007, την οριστική τιμή για:

α) το οικόπεδο 4 στο ποσό των 6.390,66 ευρώ/τ.μ., β) για το οικόπεδο 14 στο ποσό των 1.936,62 ευρώ/τ.μ. και γ) για το οικόπεδο 16 στο ποσό των 5.809,85 ευρώ/τ.μ., εν τέλει καθόρισε τιμές: α) για το οικόπεδο 4 στο ποσό των 950 ευρώ/τ.μ. β) για το οικόπεδο 14 στο ποσό των 650 ευρώ/τ.μ. και γ) για το οικόπεδο 16 στο ποσό των 950 ευρώ/τ.μ., δηλαδή σε ποσά που ανέρχονται σε ποσοστό 15%, 34% και 16%, αντίστοιχα, των τιμών που είχε καθορίσει η αναιρεθείσα ως άνω απόφαση, χωρίς να αναφέρονται σ' αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) σαφή και επαρκή περιστατικά, που να δικαιολογούν τόσο μεγάλη μείωση και παρά το γεγονός ότι οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων προέβαλαν ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό ότι η αξία των ως άνω απαλλοτριουμένων ακινήτων δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό:

α) των 1.650 ευρώ/τ.μ. για το οικόπεδο 4, β) των 1.050 ευρώ/τ.μ. για το οικόπεδο 14 και γ) των 1.950 ευρώ/τ.μ. για το οικόπεδο 16, προσέτι δε χωρίς να αναφέρεται ότι η τοιαύτη μείωση και διαφορά οφείλεται σε υποτίμηση των αξιών, λόγω της οικονομικής κρίσεως που ενέσκηψε στην Ελλάδα. Επομένως, ο συναφής δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, κατ' ορθήν εκτίμηση των προς θεμελίωση τούτου συνολικώς εκτιθεμένων στο αναιρετήριο, με τον οποίο οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των τρίτου και τετάρτου, κατά τα πρώτο και δεύτερο μέρη του, αναιρετικών λόγων, οι οποίοι αφορούν στο αυτό ως άνω αναιρούμενο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός, σημειουμένου, ενταύθα ότι το τρίτο σκέλος του τελευταίου (τετάρτου) αναιρετικού λόγου αφορά στους λοιπούς ως άνω αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχήν του προαναφερθέντος λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων κατά των πρώτου, δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων και μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτής, που αφορά στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (των ως άνω αναιρεσειόντων) με ΑΚΠ 4, 14 και 16, όπως τα τελευταία εκτίθενται ειδικότερα ανωτέρω, κατά την διερεύνηση του συναφούς αναιρετικού λόγου.

Στην συνέχεια η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο του Κ.Πολ.Δικ. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλομένης στον Άρειο Πάγο από την διάταξη αυτή υποχρεώσεως για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υποθέσεως κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διατάξεως του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτήν οι διάδικοι, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.

Οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους ως άνω αναιρεσείοντες του καταβληθέντος εκ μέρους τους παραβόλου, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 περ.

Γ' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 23.3.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8/2018 αιτήσεως για αναίρεση της 107/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ως προς τους πέμπτο, έκτο, εβδόμη, ογδόη και ενάτη των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος αυτής που απευθύνεται κατά των τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων και καθ' όσον ειδικότερα αφορά στο με Α.Κ.Π. 9 ακίνητο.

Διατάζει τον χωρισμό της υποθέσεως ως προς αυτούς.

Αναιρεί την ως άνω απόφαση ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων κατά το αναφερόμενο ειδικότερα στο σκεπτικό μέρος της.

Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση.

Καταδικάζει τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτου, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο ως άνω αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ