340/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated340/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξεως αυτής". Έτσι, με τη δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις διευρύνθηκε το προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 340 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 340/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Α. 1) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 3) Α. Π. του Γ. κατοίκου ..., 4) Σ. συζ. Α. Π., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., 5) Δ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 6) Ε. Ξ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Π. Β. του Χ., κατοίκου ..., 8) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 9) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 10) Χ. Χ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 11) Δ. Π. του Π., κατοίκου ..., 12) Φ. Λ. του Ι., κατοίκου ... 13) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 14) Α. Α. του Π., κατοίκου ..., 15) Ν. Ι. του Θ., κατοίκου ..., 16) Π. συζ. Π. Ζ., το γένος Κ. και Φ. Κ., κατοίκου ..., 17) Π. Π. του Α., κατοίκου ..., 18) Γ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 19) Θ. Κ. του Χ. κατοίκου ..., 20) Σ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 21) Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 22)Ι. Χ. του Π., κατοίκου ..., 23) Θ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 24) Κ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., 25) Ν. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 26) Ν. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 27) Σ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 28) Π. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 29) Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 30) Φ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 31) Λ. Π. του Μ. κατοίκου ..., 32) Χ. Π. του Ν., κατοίκου ..., και 33) Π. Τ. του Χ., κατοίκου .... Οι υπ' αριθμ. 2, 8, 10, 11,16, 20, 22, 23, 31, και 33 δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι 1, 3, 4, 5, 6, 7, 9, 12, 13, 14, 15, 17, 18, 19, 21, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, και 32 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βασιλακάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει την Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12574/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 706/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης .Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1079/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο εξέδωσε την 1816/2010 απόφαση του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-9-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 30-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και πέμπτος λόγοι και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 568 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 4055/2012: "Για να προσδιοριστεί δικάσιμος ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση προσάγει στη γραμματεία του Αρείου Πάγου επικυρωμένο αντίγραφο της αναίρεσης, των προσβαλλόμενων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης ή των παρεμπιπτουσών δικών και των προτάσεων του ίδιου και των άλλων διαδίκων, αν είναι απαραίτητες για να διαγνωστεί η βασιμότητα των λόγων αναίρεσης που περιέχονται στο κύριο δικόγραφο ή στο πρόσθετο αναιρετήριο, καθώς και συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του εντολέα του. Δύο αντίγραφα των εγγράφων αυτών κατατίθενται ατελώς". Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, "Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 2ος, 8ος, 10ος, 11ος, 16η, 20ος, 22ος, 23ος, 31ος και 33ος των αναιρεσειόντων, ενώ οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Βασιλακάκη, ο οποίος προσκόμισε τα υπ' αριθμ. .../4-4-2014 και .../14-5-2014 ειδικά πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μητροδώρας Μουρατίδου, από τα οποία ωστόσο προκύπτει ότι δεν παρέσχε σ' αυτόν πληρεξουσιότητα ο τρίτος των αναιρεσειόντων Α.
Π. του Γ., μη παριστάμενος συνεπώς με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος. Κατόπιν τούτου και κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση, δεδομένου ότι οι αναιρεσείοντες τυγχάνουν απλοί ομόδικοι, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως ως προς τους 1ο, 4η, 5ο, 6ο, 7ο, 9ο, 12ο, 13ο, 14ο, 15ο, 17ο, 18ο, 19ο, 21ο, 24, 25ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29ο, 30ο και 32ο των αναιρεσειόντων, και να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Κατά την έννοια του άρθρου 975 περ. 3 ΚΠολΔ στην τρίτη τάξη των προνομίων κατατάσσονται οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις δασκάλων εφόσον όλες αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985 ορίσθηκε: "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως.
Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξεως αυτής". Έτσι, με τη δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις διευρύνθηκε το προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων.
Ως προς τις απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, όπως είναι οι κάθε είδους απαιτήσεις για δεδουλευμένες αποδοχές, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα αδείας, εορτών κ.λ.π., ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού του χρονικού διαστήματος στο οποίο εκτείνεται το προνόμιο ορίσθηκε η ημερομηνία για την οποία είχε αρχικά ορισθεί ο πλειστηριασμός ή κηρυχθεί η πτώχευση και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ χρόνος αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο έτη.
Η αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως αποτελεί την αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας. Αν, συνεπώς, ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαιώσεώς του κατά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί, του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή κηρύχθηκε η πτώχευση (ακόμη και οι παρεπόμενες αυτών απαιτήσεις τόκων, εφόσον όμως προέκυψαν μέσα στη διετία αυτή), όχι δε και οι απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή κηρυχθεί η πτώχευση και έως και την ημέρα, που τελικά αυτός διενεργήθηκε.
Αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να εξοπλίσει με το προνόμιο αυτό τις εργασιακές απαιτήσεις ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν, θα όριζε τούτο κατά τρόπο ρητό και σαφή, όπως για τις αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, για τις οποίες ρητώς όρισε ότι κατατάσσονται στην τρίτη τάξη ανεξάρτητα από τον χρόνο που γεννήθηκαν, χωρίς να γίνεται διάκριση για τις πριν ή μετά την ημερομηνία ορισμού του πρώτου ή της πραγματικής διενέργειας του πλειστηριασμού (Ολ.ΑΠ 22/2000).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.
ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ως προς το ζήτημα της προνομιακής κατατάξεως των αναιρεσειόντων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με επίσπευση της Β. Τ. ... κατασχέθηκε αναγκαστικά η ... ακίνητη περιουσία της οφειλέτιδος εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΕΛΛΕΝΙΤ ΑΕ" και ορίσθηκε ως ημερομηνία πλειστηριασμού ...
η 25-4-2001 ... Η παραπάνω ακίνητη περιουσία πλειστηριάσθηκε στις 25-2-2004 ... και επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα ποσού 511.000 ευρώ. Στον εν λόγω πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν ... μεταξύ άλλων και το ... Ελληνικό Δημόσιο ... για συνολικό ποσόν 3.035.302,61 ευρώ ... και ζήτησε να καταταγεί στο συντασσόμενο πίνακα προνομιακά και οριστικά.
Επίσης αναγγέλθηκαν και ... οι υπό στοιχ. Α ... εργαζόμενοι (αναιρεσείοντες) ... για το συνολικό ποσόν των 60.849,78 ευρώ. Σύμφωνα δε με την αναγγελία ... το παραπάνω ποσόν αφορά απαιτήσεις τους προερχόμενες από διαφορές "δεδουλευμένων αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από 5-1-1999 έως 31-12-2001", ... για τις οποίες άσκησαν ...
αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε ... απόφαση ... η οποία υποχρέωσε την εναγομένη "ΕΛΛΕΝΙΤ ΑΕ" ... να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή τους ποσά νομιμοτόκως από την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής (30-9-2003). ... Επειδή το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συνέταξε τον ανακοπτόμενο πίνακα και στο ποσόν των 503.000 ευρώ που απέμεινε μετά την αφαίρεση των εξόδων και προ πάσης διανομής κατέταξε όλες τις ...
απαιτήσεις των καθών η ανακοπή εργαζομένων προνομιακά και τυχαία, υπό τον όρο τελεσιδικίας των απαιτήσεών τους ...". Περιατέρω το Εφετείο, αναφορικά με τους λόγους εφέσεως του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τους οποίους ζητούσε να αποβληθούν οι απαιτήσεις των καθών (αναιρεσειόντων), που προέκυψαν κατά το χρονικό διάστημα από 26-4-2001 έως 31-12-2001, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο του αρχικώς ορισθέντος (25-4-2001) πλειστηριασμού, καθώς και αυτές που προέκυψαν κατά το χρονικό διάστημα από 5-1-1999 έως και 24-4-1999, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της διετίας πριν τον αρχικώς ορισθέντα πλειστηριασμό, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Πράγματι, οι απαιτήσεις αυτές ...
δεν απολαμβάνουν του γενικού προνομίου του άρθρου 975 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού αφορούν απαιτήσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ... και βρίσκονται εκτός του διαστήματος της διετίας από την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί η διενέργεια του πλειστηριασμού. Από όλα τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία όμως, δεν καθίσταται δυνατόν να προσδιορισθούν τα ποσά τα οποία αφορούν τα παραπάνω διαστήματα, ώστε, στερούμενα του εν λόγω προνομίου, να αφαιρεθούν από το σύνολο των απαιτήσεων εκάστου των ...
καθών. Ειδικότερα, ούτε από το περιεχόμενο της 1304/2004 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επιδικάσθηκαν συνολικά οι απαιτήσεις που αναλογούν σε καθένα των ανωτέρω, ούτε από αυτό της από 3-10-2004 αναγγελίας τους, με την οποία αναγγέλθηκαν αυτοί, αναφέροντας συνολικό ποσό για το επιδικασθέν κεφάλαιο και τους αναλογούντες τόκους για όλο το διάστημα από 5-1-1999 μέχρι 31-12-2001, ούτε από άλλο αποδεικτικό στοιχείο αποδεικνύεται η αντιστοιχία των αναγγελθέντων απαιτήσεών τους (κεφαλαίου και τόκων) με αυτές που προέκυψαν την τελευταία διετία, οι οποίες να καταλαμβάνονται ως τέτοιου είδους απαιτήσεις από τη διάταξη του άρθρου 31 ν. 1545/1985 και να απολαμβάνουν για το λόγο αυτό του προνομίου του άρθρου 975 παρ. 3 του ΚΠολΔ".
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμο το λόγο ανακοπής του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που περιλάμβανε άρνηση της απόδειξης του προνομιακού χαρακτήρα των απαιτήσεων αυτών, και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ως βάσιμη την αναγγελία των αναιρεσειόντων στο σύνολό της, μεταρρύθμισε το σχετικό πίνακα κατατάξεως, αποβάλλοντας τους αναιρεσείοντες, τον καθένα για το ποσό για το οποίο είχε καταταγεί, και στο συνολικό ποσόν των 60.849,78 ευρώ κατέταξε το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο οριστικά, πέραν του ποσού των 37.785,07 ευρώ, για το οποίο είχε καταταγεί αρχικά στον ίδιο πίνακα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, αφού ναι μεν δέχθηκε ότι οι απαιτήσεις των αναιρεσειόντων για το χρονικό διάστημα από 25-4-1999 έως 25-4-2001 ήσαν προνομιακές, πλην όμως, εκτιμώντας ότι ο σχετικός λόγος ανακοπής του αναιρεσίβλητου Δημοσίου περιλάμβανε άρνηση της αποδείξεως του προνομιακού χαρακτήρα των απαιτήσεων τούτων, ορθά τους απέβαλε από τον πίνακα κατατάξεως για το σύνολο των απαιτήσεών τους, ακόμη δηλαδή και για εκείνο το χρονικό διάστημα για το οποίο αυτοί είχαν προνόμιο, για το λόγο ότι οι αναιρεσείοντες δεν ανταποκρίθηκαν στο βάρος να προσδιορίσουν τα ποσά των απαιτήσεών τους, για τα οποία είχαν προνόμιο και ενόψει του ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυπτε το ύψος τούτων.
Ως εκ τούτου οι πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και πέμπτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8, 9, 10, 13 και 14 ΚΠολΔ, ιδρύονται, αντίστοιχα, λόγοι αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας: α) παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη, γ) παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δ) εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως και ε) παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Για καθένα από τους λόγους αυτούς πρέπει να λεχθούν ειδικότερα τα ακόλουθα: α) Το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν αμφισβητεί τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεών τους για το ως άνω χρονικό διάστημα, πλην όμως τον απέρριψε ως αναπόδεικτο ως προς το ύψος τούτων, και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, εφόσον το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον σχετικό ισχυρισμό, και τον απέρριψε.
β) το Ελληνικό Δημόσιο ζητούσε με την ανακοπή του και για τους εκεί αναφερόμενους λόγους την αποβολή των αναιρεσειόντων από τον πίνακα κατατάξεως για το σύνολο των απαιτήσεών τους, για τις οποίες είχαν αναγγελθεί και καταταγεί. Κατά συνέπεια το Εφετείο, αποβάλλοντας αυτούς με την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε το ύψος των προνομιακών απαιτήσεών τους, παρά το ότι το Δημόσιο δεν αμφισβητούσε τη χρονική διάρκεια τούτων, δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, και συνακόλουθα δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγο αναιρέσεως.
γ) το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων στον προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως, όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα).
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ τέταρτος (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο δίκασε κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ και δεν εξέδωσε παρεμπίπτουσα απόφαση περί αποδείξεως. και δ) ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 14 πλημμέλεια, με την έννοια ότι το Εφετείο σιωπηρά απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της ανακοπής του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, είναι αβάσιμος, εφόσον για το ορισμένο της ανακοπής του Δημοσίου ήταν αρκετή η αμφισβήτηση του προνομιακού χαρακτήρα των απαιτήσεων, για τις οποίες κατατάχθηκαν οι καθών, και δεν όφειλε το Δημόσιο να προσδιορίσει στην ανακοπή του το ύψος των απαιτήσεων τούτων, που δεν έπρεπε να καταταγούν προνομιακά, αλλά αυτοί όφειλαν με τις προτάσεις τους κατά την πρώτη συζήτηση της ανακοπής να προβούν στη σχετική διευκρίνιση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, στα δικαστικά έξοδα του καθού, μειωμένο, όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 26 Σεπτεμβρίου 2013 αιτήσεως για αναίρεση της 1816/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους Κ. Γ., Α. Π., Δ. Κ., Χ. ή Χ. Σ., Δ. Π., Π. συζ. Π. Ζ., το γένος Κ. και Φ. Κ., Σ. Γ., Ι. Χ., Θ. Σ., Λ. Π. και Π. Τ. και διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως ως προς αυτούς .
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση για αναίρεση της 1816/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους Κ. Κ., Σ. συζ. Α. Π., το γένος Κωνσταντίνου και Α. Κ., Δ. Μ., Ε. Ξ., Π. Β., Μ. Κ., Φ. Λ., Ι. Κ., Α. Α., Ν. Ι., Π. Π., Γ. Α., Θ. Κ., Α. Μ., Κ. Τ., Ν. Σ., Ν. Μ., Σ. Μ., 28ο Π. Γ., Δ. Μ., Φ. Κ. και Χ. Π..
Καταδικάζει τους παρισταμένους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ