340/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 340 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 340/2012
Legislator headnote
AI generated340/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 340 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 340/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 340 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 340/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Π... ΜΠΕΤΟΝ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία", που εδρεύει στα Άνω Λιόσια Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαδάκο.
Της αναιρεσίβλητης: Αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "SCHWING GmbH", που εδρεύει στη Γερμανία, νομίμως εκπροσωπούμενης η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τριβουρέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιουλίου 1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1330/1997 προδικαστική, 5030/2001 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 976/2003 μη οριστική, 8859/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την 14 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 14 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1366/14.12.2009 αιτήσεως για αναίρεση της 8859/14.12.2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1366/14.12.2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 8859/14.12.2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 7319/2.8.1995 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξιώσεις αποζημιώσεως της εταιρείας με την επωνυμία "Πειραιώς Χρηματοδοτική Μισθώσεις Α.Ε." κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, θεμελιούμενες στη συνομολογηθείσα μεταξύ αυτών σύμβαση πωλήσεως οχήματος αντλίας σκυροδέματος και απορρέουσες Α από την μη εμπρόθεσμη από την εναγομένη πωλήτρια εκπλήρωση της συμβατικής και κατά τα συναλλακτικά ήθη υποχρεώσεώς της προς παράδοση της "εγκρίσεως τύπου" του πωληθέντος οχήματος αναγκαίας για την έκδοση από τις αρμόδιες αρχές της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος και λειτουργίας της αντλίας και Β από την ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων της βαφής αυτής, τις οποίες εγχώρησε η αγοράστρια εταιρεία προς την ενάγουσα και η ήδη αναιρεσείουσα μετά την καταρτισθείσα μεταξύ αυτών σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως του εν λόγω μηχανήματος. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 1330/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία με οριστική κατά τούτο διάταξη της απέρριψε την αγωγή κατά την εν λόγω από τη σύμβαση εγχωρήσεως (επικουρική) βάση της ως αόριστη, ως και τη με στοιχ. Β αξίωση κατά την θεμελίωσή της στην κύρια διατυπούμενη βάση της από τη σύμβαση πωλήσεως, κατά την οποία κρίθηκε νόμιμη κατά τη με στοιχ. Α αξίωση της αναιρεσείουσας και τάχθηκε το οικείο σε βάρος αυτής θέμα αποδείξεως, και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή τους, η οριστική κατά τούτο 5030/2001, απόφασή του, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση. Τις εν λόγω αποφάσεις προσέβαλε η ενάγουσα με την 7180/26.7.2001 έφεση, κατ' αποδοχή της οποίας και εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής οριστικής πρωτοβάθμιας αποφάσεως εκδόθηκε η 976/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία με μη οριστική κατά τούτο διάταξή της αξιολόγησε ως ορισμένη και νόμιμη την αγωγή κατά τις φερόμενες δι' αυτής προς διάγνωση με στοιχ. Α και Β αλλοιώσεις της αναιρεσείουσας κατά την θεμελίωσή τους στην (επικουρικώς) διατηρούμενη βάση από τη σύμβαση εγχωρήσεως και έταζε το σχετικό σε βάρος αυτής θέμα αποδείξεως, μετά την διεξαγωγή των οποίων επακολούθησε η έκδοση 8859/2006 οριστική αυτού απόφαση, κατά μερική παραδοχή της αγωγής κατά τη με στοιχ. Β αξίωση της αναιρεσείουσας και κατ' ουσίαν απόρριψή της με στοιχ. Α απαιτήσεώς της, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αναγραφή τους: "Στις 3-3-1994 η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία που ασκεί επιχείρηση παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος, ενδιαφερόμενη να προμηθευθεί για τις ανάγκες της επιχείρησής της μία καινούργια αντλία σκυροδέματος μαζί με το όχημα πάνω στο οποίο τοποθετείται η αντλία, απευθύνθηκε στην πρώτη (αρχικά) εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "Η. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." (μη διάδικος στην παρούσα δίκη και ως προς την οποία η αγωγή έχει απορριφθεί με την 1330/1997 προδικαστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), η οποία ενεργούσε ως αποκλειστική αντιπρόσωπος της (δεύτερης) εναγομένης, σε διαπραγματεύσεις, σχετικές με την τιμή, τις τεχνικές προδιαγραφές, τις λεπτομέρειες αγοράς των μηχανημάτων αυτών κ.λ.π., κατασκευής του εργοστασίου των εναγομένης, τύπου BPI-1200 4DR/KYM-42/120. Ακολούθως, η ενάγουσα, στις 10-10-1994, προσέφυγε στην εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΑΙ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε." με την οποία, την ίδια ημέρα, συνήψε χρηματοδοτική μίσθωση, με την οποία συμφωνήθηκε όπως η εταιρεία αυτή αγοράσει τα παραπάνω μηχανήματα από την εναγομένη πωλήτρια εταιρεία, και συγχρόνως να παραχωρήσει στην ενάγουσα τη χρήση των μηχανημάτων ημερήσιου μισθώματος ύψους 147.566 δρχ. Συγχρόνως η αγοράστρια εταιρεία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΑΙ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε." εκχώρησε στην ενάγουσα μισθώτρια του μηχανήματος όλα τα δικαιώματα κατά της πωλήτριας - εναγομένης εταιρείας, που απορρέουν από τη σύμβαση πωλήσεως του μηχανήματος και ειδικότερα εκχώρησε προς αυτήν (ενάγουσα) και τις ένδικες αξιώσεις της ήτοι: α) την αξίωση για την αποκατάσταση της ζημιάς που φέρεται ότι υπέστη λόγω της μη εμπρόθεσμης παράδοσης "εγκρίσεως τύπου" του εν λόγω μηχανήματος (αντλίας έτοιμου σκυροδέματος) και β) την αξίωση για την αποκατάσταση πραγματικού ελαττώματος που φέρεται ότι είχε η ως άνω αντλία. Τα παραπάνω, προκύπτουν, και από την από 6-4-2006 εξώδικη δήλωση της αγοράστριας-εκμισθώτριας προς την ενάγουσα, που της επέδωσε στις 10-4-2006 (σχετ. η σ' αυτήν επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ...) κατά την οποία, αρχικά, τον Ιανουάριο του 1995, εκχώρησε, προφορικά, στην ενάγουσα μισθώτρια τις αξιώσεις της από την μη παράδοση από την εναγομένη του πιστοποιητικού "έγκρισης τύπου" και το πραγματικό ελάττωμα (κακότεχνη βαφή) και γενικά όλες τις απαιτήσεις της από τη σύμβαση πωλήσεως του παραπάνω μηχανήματος. Στη συνέχεια, αναφέρει, ότι ενέκρινε το περιεχόμενο της ένδικης από 27.7.1995 αγωγής και έδωσε εντολή προς άσκησή της και καταλήγει ότι προς άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας σχετικής με την από Ιανουαρίου 1995 εκχώρηση, επαναλαμβάνει αυτήν εγγράφως, επισημαίνοντας τη, μετά την αποδοχή της από την μισθώτρια - ενάγουσα, αποξένωσή της από τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας.
Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκα, στη συνέχεια, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά: Στις 20.10.1994, η ενάγουσα - μισθώτρια, ως αντιπρόσωπος της αγοράστριας εταιρείας παρέλαβε το μηχάνημα (αντλία σκυροδέματος και όχημα επί του οποίου είχε τοποθετηθεί) και βρισκόταν στο λιμάνι της Αγκώνας (Ιταλία) προς φόρτωσή του, το πλοίο "IONIAN ISLAND" με προορισμό το λιμάνι της Πάτρας. Μαζί με το μηχάνημα παρέλαβε και τα συνοδεύοντα αυτό έγγραφα (δελτία αποστολής, εμπορικά τιμολόγια, πίνακα ανταλλακτικών και οδηγίες χρήσεως) τα οποία παραδίδει η ενάγουσα σε όλες τις περιπτώσεις πώλησης μηχανημάτων και μάλιστα χωρίς να ζητηθούν από τους αγοραστές. Άλλα έγγραφα χορηγούνται μετά από σχετικό αίτημα του αγοραστή. Στην προκείμενη περίπτωση δεν ζητήθηκαν άλλα έγγραφα και δη συγκεκριμένα τοιαύτα που απαιτούνται για την έκδοση αδείας κυκλοφορίας του μηχανήματος στην ημεδαπή, ούτε και προκύπτει ότι η χορήγησή τους αποτελούσε μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης αφού καμία από τις διαδίκους γνώριζε ποια έγγραφα απαιτούνται για τη χορήγηση, για πρώτη φορά, αδείας κυκλοφορίας του μηχανήματος στην Ελλάδα. Αμέσως μετά την παραλαβή του μηχανήματος η ενάγουσα αντιμετώπισε προβλήματα σχετικά με την έκδοση αδείας κυκλοφορίας του (μηχανήματος). Για το λόγο αυτόν με την από 21.11.1994 εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη, που επέδωσε στην παραπάνω αντιπρόσωπό της εταιρεία "Η. Μ. και Σία Ε.Ε." στις 23.11.1994 (σχετ. η 14977 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά ...) διαμαρτυρήθηκε προς αυτήν και για το λόγο ότι δεν της παρέδωσε "... και τα λοιπά έγγραφα που απαιτούνται, σύμφωνα με το νόμο για την έκδοση της αδείας κυκλοφορίας του οχήματος ...". Ακολούθως το ΥΠΕΧΩΔΕ - Γενική Διεύθυνση Τεχνικής Υποστήριξης και Δ. Έργων με το Δ 133/ 552β/20.12.1994 έγγραφό του, προκειμένου να χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας του μηχανήματος ζήτησε από την ενάγουσα νέα αίτηση με τα αναφερόμενα σ' αυτά δικαιολογητικά μεταξύ των οποίων: "πρωτότυπο ή επίσημα επικυρωμένο αντίγραφο και επίσημη μετάφραση της έγκρισης τύπου ολοκλήρου του συγκροτήματος του μηχανήματος που αναφέρεται στο θέμα (όχημα και υπερκατασκευή) από χώρα κατασκευής του ή της αδείας κυκλοφορίας του (από τη χώρα προέλευσής του). Το έγγραφο αυτό "έγκρισης τύπου" ζήτησε η ενάγουσα από την εναγομένη με την από 30.12.1994 επιστολή της. Η τελευταία, χωρίς καμία καθυστέρηση, απέστειλε το εν λόγω έγγραφο στην ενάγουσα στις 9.1.1995. Ενόψει αυτών, ήτοι καθόσον δεν υφίσταται υπαιτιότητα της εναγομένης - πωλήτριας, της υποχρεώσεώς της, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 519 ΑΚ, προς παροχή εγγράφων, των οποίων σκοπός είναι η διευκόλυνση του αγοραστή προς άσκηση των δικαιωμάτων του, είναι απορριπτέο το κεφάλαιο της αγωγής με το οποίο ζητείται η επιδίκαση (αναγνωριστικά) αποζημίωσης ίσης με τα μισθώματα που φέρεται ότι κατέβαλε η ενάγουσα (μισθώτρια) στην εκμισθώτρια εταιρεία "Πειραιώς Χρηματοδοτικές Μισθώσεις Α.Ε.", ύψους 11.932.846 δρχ. την χρονική περίοδο από 20.10.1994 έως 9.1.1995 (147.566 δρχ. το ημερήσιο μίσθωμα Χ 81 ημέρες).
Από τα ίδια, επίσης αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, τέλος, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Μετά την παραλαβή της παραπάνω αντλίας διαπιστώθηκε από την ενάγουσα ότι αυτή είχε πραγματικό ελάττωμα σχετικό με τη βαφή της. Ειδικότερα δεν είχε "ασταρωθεί" σωστά με αποτέλεσμα να παρουσιάζει φυσαλίδες, που μετά από ξύσιμο αποκολλώνται και οι εξωτερικές τις επιφάνειες, κατά μεγάλο σχετικά τμήμα τους, εμφάνιζαν "φυσαλίδες", το ξύσιμο των οποίων είχε ως συνέπεια την αποκόλληση και την αποκάλυψη του μετάλλου της αντλίας, καθόσον δεν είχε, σωστά, ασταρωθεί. Για την αποκατάσταση του ελαττώματος αυτού (εργασίες καθαρισμού με "αμμοβολή", νέα μόνωση και βαφή) απαιτείτο δαπάνη ύψους 2.500 ευρώ, συνολικά". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα - ενάγουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια την εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των εγγράφων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί αν παραμορφώθηκε το περιεχόμενο αυτών. Με τον τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την παραδοχή της ότι με την επιδοθείσα στις 23.11.1994 στην αντιπρόσωπο της αναιρεσίβλητης εταιρεία από 21.11.1994 εξώδικη δήλωσή της διαμαρτυρήθηκε στην τελευταία για τον λόγο ότι δεν παραδόθηκαν σε εκείνη τα κατά νόμο απαιτούμενα έγγραφα για την έκδοση αδείας κυκλοφορίας του οχήματος και ότι το έγγραφο "έγκρισης τύπου" ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα με την από 30.12.1994 επιστολή της, αίτημα στο οποίο ανταποκρίθηκε η αναιρεσίβλητη με την αποστολή χωρίς καθυστέρηση, του εν λόγω εγγράφου στις 9.1.1995, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 21.11.1994 εξώδικης δηλώσεως της αναιρεσείουσας, κατά το κείμενο της οποίας κατ' επανάληψη είχε οχλήσει την αναιρεσίβλητη για την παράδοση με το πωληθέν μηχάνημα της μελέτης κατασκευής και των συνοδευτικών αυτής τευχών, σχεδίων και λοιπών εγγράφων, που απαιτούνται κατά νόμο για την έκδοση της αδείας κυκλοφορίας του οχήματος. Η αναιρεσείουσα ανταποκρίνεται ήδη στην δικονομικής υποχρέωση προσκομίσεως της από 21.11.1994 εξώδικης δήλωσης αυτής, η παραμόρφωση του περιεχομένου της οποίας συνίσταται, κατά την διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση, στην παράλειψη αναγνώσεως της περικοπής "παρά τις συνεχείς οχλήσεις της". Προφανές είναι ότι δεν πρόκειται για λανθασμένη κατά τούτο ανάγνωση της εξώδικης δηλώσεώς της, αλλά για αρνητική αξιολόγηση κατά τούτο από ουσιαστική άποψη των επικαλουμένων δι' αυτής "συνεχών οχλήσεων", με άμεση δικονομική συνέπεια αρνητικά να αξιολογείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως αβάσιμος.
ΙΙ. Με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ελέγχεται η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Μεταξύ των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών είναι και εκείνος του άρθρου 200 ΑΚ. Σύμφωνα με αυτόν, οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Οι κανόνες αυτού εφαρμόζονται μόνο, όταν το δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία στη δικαιοπραξία. Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για να διαπιστώσει αν η δικαιοπραξία ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 200 ΑΚ, ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή του ή όταν παραλείπει ν' αναφέρει στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή του. Από τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν αποτελούσε συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης η παράδοση του εγγράφου "εγκρίσεως τύπου" του πωληθέντος μηχανήματος χωρίς να δεχθεί, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη περί τούτου κενού ή αμφιβολίας στη συνδέουσα την τελευταία και την Χρηματοδοτική εταιρεία σύμβαση πωλήσεως, προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε για την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 200 και 288 ΑΚ, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες δεν εφάρμοσε, να ελέγχεται, ερειδόμενη επί αναληθούς από νομική και ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ.19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 513, 516, 519, 343, 383, 387, 389β ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση υπερημερίας του πωλητή περί την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, ακόμα και των παρεπομένων, ο αγοραστής δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την υπερημερία του πωλητή αναφορικά με τις παρεπόμενες υποχρεώσεις του, όπως εκείνη από το άρθρο 519 ΑΚ, κατά τους ορισμούς του οποίου ο πωλητής έχει υποχρέωση να πληροφορήσει τον αγοραστή για τις νομικές σχέσεις του αντικειμένου της πωλήσεως και ιδίως για τα όρια, τα δικαιώματα και τα βάρη πάνω στο ακίνητο, καθώς και να του παραδώσει όσα αποδεικτικά έγγραφα των δικαιωμάτων του κατέχει. Η διάταξη αυτή που εφαρμόζεται σε πώληση κάθε είδους αντικειμένων (κινητών, ακινήτων, δικαιωμάτων κ.λπ.), αποβλέπει στη διευκόλυνση του αγοραστή κατά την ενάσκηση των δικαιωμάτων του και για το σκοπό αυτό καθιερώνει ρητώς τις παρεπόμενες υποχρεώσεις του πωλητή για παροχή πληροφοριών και παράδοση εγγράφων, οι οποίες θα μπορούσαν να συναχθούν και από την αρχή της καλής πίστεως του άρθρ. 288 ΑΚ. Είναι όμως πρόδηλο, ενόψει και του ότι η διάταξη αυτή είναι ενδοτική και συμπληρωματική, εφαρμόζεται δηλ. όταν οι συμβαλλόμενοι δεν εδήλωσαν την περί τούτου βούλησή τους ότι με συμφωνία των μερών (άρθ. 361 ΑΚ) μπορεί να καθορίζονται παρεπόμενες υποχρεώσεις του πωλητή για την παροχή συγκεκριμένων και αναγκαίων για την περίπτωση πληροφοριών ή την παράδοση ορισμένων εγγράφων που ευρίσκονται στην κατοχή του, πάντως δε τέτοια συμφωνία απαιτείται για τη δημιουργία από τον πωλητή εγγράφων αποδεικτικών των δικαιωμάτων, εκτός εάν η υποχρέωση αυτή προκύπτει από τα συναλλακτικά ήθη. Εάν ο πωλητής παραβιάσει κάποια από τις παρεπόμενες αυτές υποχρεώσεις του, είτε αυτή η παραβίαση συνιστά αδυναμία είτε υπερημερία, υπάρχει μερική εκπλήρωση της συμβάσεως η οποία, εάν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, δημιουργεί υποχρέωση αυτού προς αποζημίωση του αγοραστή, που επί πλέον έχει και αξίωση προς εκπλήρωση. Η αποζημίωση, ιδίως όσον αφορά τον τρόπο και την έκτασή της, προσδιορίζεται, από τις γενικές διατάξεις των άρθρ. 297 επ., θα καλύπτει όμως κατ' αρχήν μόνο τη ζημία που προκύπτει από τη μη εκπλήρωση της παρεπόμενης υποχρεώσεως. Τέλος και εδώ, όπως σε κάθε περίπτωση ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή, το πταίσμα τεκμαίρεται και επομένως την έλλειψη της υπαιτιότητας αποδεικνύει ο οφειλέτης πωλητής, ενώ ο αγοραστής βαρύνεται με την απόδειξη των λοιπών προϋποθέσεων της ευθύνης εκείνου.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντίφαση διαλαμβάνεται (ι) με στοιχ. Α κεφάλαιο (α) ότι κατά τη συνδέουσα την Χρηματοδοτική εταιρεία και την αναιρεσίβλητη σύμβαση πωλήσεως, πλην των δελτίων αποστολής εμπορικών τιμολογίων, πίνακα ανταλλακτικών και οδηγιών χρήσεως, τα οποία παρέλαβε η αναιρεσείουσα, ως αντιπρόσωπος της αγοράστριας χρηματοδοτικής εταιρείας, οποιοδήποτε άλλο έγγραφο χορηγείται μετά από σχετικό αίτημα του αγοραστή, παραδοχή η οποία αποκλείει την προσφυγή στην ενδοτικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, (β) ότι δεν αποτελούσε συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης πωλήτριας η παράδοση του εγγράφου "εγκρίσεως τύπου", δοθέντος ότι οι διάδικοι δεν γνώριζαν τα απαιτούμενα έγγραφα για την έκδοση το πρώτον αδείας κυκλοφορίας του μηχανήματος έργου στην Ελλάδα, (γ) ότι το έγγραφο "έγκρισης τύπου" ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα με την από 30.12.1994 επιστολή της, αίτημα στο οποίο ανταποκρίθηκε η αναιρεσίβλητη με την αποστολή, χωρίς καθυστέρηση, του εν λόγω εγγράφου στις 9.1.1995 και δ) ότι δεν υφίσταται υπαιτιότητα και εντεύθεν υπερημερία της αναιρεσίβλητης για την μη παράδοση του εν λόγω εγγράφου κατά το χρονικό διάστημα από της παραδόσεως του μηχανήματος έργου (20.10.1994) έως την έκδοση της αδείας κυκλοφορίας αυτού (9.1.1995), αγωγικός ισχυρισμός στον οποίο θεμελιωνόταν η φερόμενη προς διάγνωση με στοιχ. Α αξίωση αποζημιώσεως και (ιι) με στοιχ. Β κεφάλαιο (α) ότι κατά την παραλαβή του μηχανήματος έργου διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε πραγματικό ελάττωμα στην βαφή του, συνιστάμενο στο ότι εμφανίζονται φυσαλίδες, οι οποίες μετά από ξύσιμο αποκολλούνται, με αποκάλυψη του μετάλλου της αντλίας, λόγω του ότι δεν είχε "ασταρωθεί" σωστά και (β) ότι για την αποκατάσταση του ελαττώματος αυτού, με εργασίες καθαρισμού με "αμμοβολή", νέα μόνωση και βαφή, απαιτείται συνολική δαπάνη 2.500,00 ευρώ. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας κατά τη με στοιχ. Α αξίωση αυτής και την μερική παραδοχή της κατά τη με στοιχ. Β απαίτησή της, με άμεση δικονομική συνέπεια η προβαλλόμενη με τους απομένοντες προς έρευνα δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, λόγω ανεπάρκειας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να ελέγχεται ως αβάσιμη. Με τους αρνητικά αξιολογούμενους στο σύνολό τους αναιρετικούς λόγους ανεπιτρέπτως πλήττεται παράλληλα και η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1366/14.12.2009 αίτηση για αναίρεση της 8859/14.12.2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ