340/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 340 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Εργατικές διαφορές, καταγγελία σύμβασης εργασίας, δεν είναι καταχρηστική γιατί έλαβε χώρα αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος.Αποδεικτικά μέσα. Η βεβαίωση της απόφασης ότι λήφθηκαν υπ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 340 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Εργατικές διαφορές, καταγγελία σύμβασης εργασίας, δεν είναι καταχρηστική γιατί έλαβε χώρα αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος.Αποδεικτικά μέσα. Η βεβαίωση της απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, σε συνδιασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, καθιστά αναμφίβολο το γεγονός ότι λήφθηκαν υπόψη και τα αναφερόμενα στο λόγο αναίρεσης αποδεικτικά μέσα.
ΑΡΙΘΜΟΣ 340/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α.-Σ. Έ. του Χ.-Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη μετά της πληρεξουσίας του Δικηγόρου Ελένης Πουλοπούλου.
Των αναιρεσίβλητων:1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικά Ναυπηγεία ΑΕ" που εδρεύει στο Σκαραμαγκά Χαϊδαρίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) R. K., Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής 3) Α. Ζ., Αντιπροέδρου Διοικητικού Συμβουλίου και Γενικού Διευθυντή Διοίκησης και Διαχείρισης αυτής 4) T. S.-COO, Γενικού Διευθυντή Διεύθυνσης Υποβρυχίων, 5) Dr. P. B. μέλος του ΔΣ αυτής 6) D. L. μέλος του ΔΣ αυτής. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτρη Ζερδελή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-04-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 945/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4246/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/3/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, και ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι λόγοι του αριθμού 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Περαιτέρω, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου, η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου, δεν είναι, όμως, καταχρηστική, όταν ο εργοδότης ασκεί το σχετικό δικαίωμα, επειδή εξέλιπε το πνεύμα συνεργασίας με το μισθωτό και δημιουργήθηκε κλίμα οξύτητας που έχει ως αποτέλεσμα την μη ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέσης. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 § 1 και 22 § 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπολήψεως αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερα από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος επί αγωγής αυτού κατά των αναιρεσιβλήτων, με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ως καταχρηστικής και της υποχρέωσης αυτών να του καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του και να αποδέχονται τις υπηρεσίες του με την ιδιότητα που τον απασχολούσαν προ της ως άνω καταγγελίας, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής:<<Ο ενάγων ήταν επιλογή και πρόσωπο απολύτου εμπιστοσύνης της μοναδικής κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης εργασίας του, μετόχου της εναγομένης η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ήταν η Γερμανική εταιρεία HDW AG,η πρόσληψη του δε αποσκοπούσε στη δια των δικών του διευθυντικών ενεργειών και σύμφωνα με τους επιχειρηματικούς στόχους που είχε θέση η μέτοχος, οικονομική της αναδιοργάνωση, η οποία σημειωτέον βρισκόταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Γι' αυτό και στη συνέχεια ορίστηκε ως μέλος του ΔΣ αυτής και μάλιστα με δικαίωμα πρώτης υπογραφής. Τον Ιανουάριο του έτους 2005, η μετοχική σύνθεση της εναγομένης άλλαξε και την πλειοψηφία αυτής ανέλαβε η επί σης Γερμανική εταιρεία ΤΗΥSSΕΝKRUPP Marine Systems. Η τελευταία χάριν των οικονομικών της συμφερόντων, θεμιτό ήταν να θέσει το δικό της πρόγραμμα για την επάνδρωση των διευθυντικών-νευραλγικών θέσεων εργασίας της εναγομένης με πρόσωπα ικανά αλλά και απολύτως συνεργαζόμενα με αυτή προς επίτευξη των στόχων της. Πλην όμως ο ενάγων απ' αρχής δεν συμφωνούσε με τις επιδιώξεις αυτής και ιδίως τον έλεγχο των οικονομικών υπηρεσιών της εναγομένης των οποίων προΐστατο, με αποτέλεσμα να γεννώνται διαφωνίες μεταξύ τους και να γεννώνται διαφωνίες μεταξύ τους και να δυσχεραίνεται η συνεργασία τους από δική τους υπαιτιότητα. Στη συνέχεια στις 14-6-2005 η συνέλευση των μετόχων της εναγομένης αποφάσισε την αλλαγή του ΔΣ αυτής και τοποθέτησε δικούς της εκπροσώπους, στους οποίους δεν επιλέχθηκε ο ενάγων και έκτοτε αυτός έπαψε να είναι μέλος του ΔΣ. Από τότε έπαψε πλέον να συνεργάζεται με τη διοίκηση της εναγομένης και ιδίως με το μέλος και Αντιπρόεδρο του ΔΣ αυτής τρίτο των εναγομένων, που είχε ορισθεί με την από 6-10-2005 απόφαση του ΔΣ Γενικός Διευθυντής Διοίκησης και Διαχείρισης, στον οποίο όφειλε, σύμφωνα με την απόφαση αυτή και το νέο οργανόγραμμα της εταιρείας να αναφέρεται. Με το οργανόγραμμα αυτό καταργήθηκε η θέση του διευθύνοντος συμβούλου, ο Πρόεδρος δε του ΔΣ ορίστηκε Διευθυντής της Δ/νσης Ανθρωπίνου Δυναμικού και Επικοινωνίας. Ειδικότερα ο ενάγων εμφανιζόταν ελάχιστες ώρες στα γραφεία της εταιρείας, συχνά έλλειπε ταξίδια στο εξωτερικό όχι για υποθέσεις της εταιρείας, απέφευγε τη προσωπική επικοινωνία του με τα μέλη της διοίκησης και επικοινωνούσε με αυτούς μέσω e-mail, κατά τις παρουσιάσεις, ενημερώσεις και επεξηγήσεις προς το ΔΣ, συχνά δεν εμφανίζονταν ο ίδιος αλλά έστελνε τους υφισταμένους τους, ενώ και η οργάνωση της οικονομικής υπηρεσίας ήταν ελλιπής ιδίως ως προς τα όρια αρμοδιοτήτων των διαφόρων τμημάτων με αποτέλεσμα ορισμένες φορές να γίνεται διπλή δουλειά ή καθόλου. Τα προβλήματα αυτά διαπιστώθηκαν και από την ανεξάρτητη ελεγκτική εταιρεία ERNST & YOUNG στην από 13-12-2005 αναφορά εσωτερικού ελέγχου την οποία υπέβαλε μετά από επιτόπιο έλεγχο κατ' αίτηση της εναγομένης, στην οποία αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε τρέχουσα έλλειψη επικοινωνίας και σαφής εσωτερική αβλεψία από τον Γενικό Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών (ενάγοντα) και προτείνεται στο Δ. Σ. να κατά λήξει σε απόφαση όσο το δυνατόν συντομότερα. Συνέπεια της άνω συμπεριφοράς του ήταν και η εναγομένη να αρχίσει να λαμβάνει μέτρα ελέγχου και εποπτείας της εργασίας του και συγκεκριμένα να ελέγχει τις αιτήσεις του για επαγγελματικά ταξίδια στο εξωτερικό και να μην εγκρίνει ορισμένα εξ αυτών, τα οποία πράγματι δεν αποδείχθηκε ότι εξυπηρετούσαν την εναγομένη, να αναθέτει στον ενάγοντα συγκεκριμένα θέματα εργασίας, τα ο ποία ήταν στην αρμοδιότητα του, όπως τη διεύθυνση και έλεγχο της καταγραφής της ακίνητης περιούσίας της, η οποία αποτελούσε μείζον ζήτημα για τα συμφέροντά της, δεδομένου ότι η αξία τους ξεπερνούσε τα 150.000 000 Ε, κατήργησε δε και το τμήμα εσωτερικού ελέγχου που είχε συστήσει ο ενάγων, του οποίου ο ενάγων ήταν επικεφαλής και ελεγχόταν ταυτόχρονα. Οι ενέργειες αυτές της εναγομένης δεν έγιναν με σκοπό την παραγκώνιση του ενάγοντος και προκειμένου να τον μειώσουν επαγγελματικά ώστε να αναγκαστεί να παραιτηθεί, όπως ισχυρίζεται, αλλά χάριν της εύρυθμης λειτουργίας της εναγομένης, η οποία όπως προαναφέρθηκε κινδύνευσε από την άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του. Όμως ο ενάγων αρνείτο και πάλι να συμμορφωθεί, μη δεχθείς την εργασία καταγραφής των ακινήτων, όπως και την υπογραφή του ισολογισμού του έτους 2005,τα οποία σημειωτέον διεκπεραίωνε η νέα διευθύντρια οικονομικών υπηρεσιών της εναγομένης που προσλήφθηκε μετά την απόλυση του. Η τελευταία προσλήφθηκε την 1η Ιουλίου 2006 ήτοι 5 μήνες μετά την απόλυση του ενάγοντος, συνεπώς η εναγομένη δεν είχε βρει τον αντικαταστάτη του από πριν την απόλυσή του, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Έτσι το ΔΣ της εναγομένης, με την από 25-1-2006 ομόφωνη απόφαση του αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού, η οποία και έλαβε χώρα, όπως προαναφέρθηκε στις 5-2-2006. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά που αποδείχθηκαν και ενόψει του ότι η θέση εργασίας την οποία κατείχε ο ενάγων απαιτούσε ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης προς το πρόσωπο του και το αντίθετο, η οποία εξ υπαιτιότητός του εξέλειπε, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού την 3-2-2006 δεν κρίνεται ότι εκφεύγει και μάλιστα προφανώς των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του και επομένως δεν είναι καταχρηστική. Εξάλλου, η υποχρέωση αυτού, σύμφωνα με τα παραπάνω, να αναφέρεται στον 3ο των εναγομένων Αντιπρόεδρο του ΔΣ της εναγομένης και Γενικό Διευθυντή Διοίκησης και Διαχείρισης, σύμφωνα με το οργανόγραμμα αυτής, δεν αποτελεί παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας του και συγκεκριμένα του όρου 2.3 αυτής κατά τον οποίο θα αναφέρεται απευθείας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Εργοδότη, αφού η θέση αυτή δεν προβλεπόταν στο νέο οργανόγραμμα που εγκρίθηκε από το ΔΣ της εναγομένης, ο Πρόεδρος του ΔΣ ήταν αρμόδιος άλλης διεύθυνσης, αρμόδιος δε επί των οικονομικών και προϊστάμενος του ενάγοντος σε επίπεδο ΔΣ ήταν ο 3ος των εναγομένων Αντιπρόεδρος του ΔΣ. Ενόψει των παραπάνω, δεν αποδείχτηκε και ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη... >>. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε τον σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχαν γίνει δεκτά τα ως άνω αγωγικά αιτήματα, τα οποία στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι οι εκτιθέμενες αναλυτικά ενέργειες και παραλείψεις του αναιρεσείοντος, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η θέση εργασίας που κατείχε αυτός απαιτούσε ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης των αρμοδίων οργάνων της πρώτης αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό του η οποία εξέλειπε από υπαιτιότητά του, όπως δέχεται η προσβαλλομένη, αποτελούν σπουδαίο λόγο, που μπορούσε δικαιολογημένα να κλονίσει την εμπιστοσύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης στο πρόσωπό του, με συνέπεια αυτή να κρίνει αναγκαία και επιβεβλημένη την καταγγελία της συμβάσεώς του, χωρίς να υποχρεούται αυτή, αντί της απόλυσής του να τον τοποθετήσει σε άλλη θέση, αφού όπως προλέχθηκε είχε εκλείψει η ως άνω εμπιστοσύνη, η οποία (ως άνω καταγγελία) ως εκ τούτου δεν υπήρξε καταχρηστική. Επομένως, πρέπει οι, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες δε οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται και στους δύο αυτούς λόγους αναίρεσης, περί του ότι έπρεπε η προσβαλλομένη απόφαση να δεχθεί ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερθέντων άρθρων, εφόσον αποδείχθηκε η υβριστική και μειωτική συμπεριφορά της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος και η προσπάθεια εξαναγκασμού του σε παραίτηση, η σταδιακή και επαγγελματική του απραξία, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ. ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες συνιστούν ιδιότυπο αποδεικτικό μέσο. Στην προκείμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν καταχρηστική και ότι εξ αιτίας της συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσίβλητης υπέστη αυτός προσβολή της προσωπικότητάς του, τα εξής αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτός κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση της υπόθεσης: Α.1) Την υπ'αριθμ,5043/15-2-2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ε. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Χρυσάνθης Ιωάννου Στυλογιάννη, 2)τηνυπ'αριθμ.Φ.660/ ΑΣ/ 298/15-2-2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Γ. Δ. ενώπιον του Προξένου της Ελλάδος στο Λονδίνο Αγγλίας κατόπιν νομοτύπου και εμπροθέσμου κλητεύσεως των αντιδίκων και στις δύο περιπτώσεις. Β.1)Την από 2-2-2006 εξώδικο διαμαρτυρία του με κλήση προς τους αναιρεσιβλήτους, 2) την από 2-2-2006 επιστολή του Αντιπροέδρου και μέλους του ΔΣ της πρώτης αναιρεσίβλητης κ. Ζ. (τρίτη αναιρεσίβλητη), 3) την από 3-2-2006 εξώδικη Δήλωση-καταγγελία και πρόσκληση της πρώτης αναιρεσίβλητης, 4) την από Φεβρουαρίου 2006 έγγραφη πρόταση σύναψης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με συνημμένη την επίσημη μετάφραση της από το Υπουργείο Εξωτερικών με συνημμένο το τηλεομοιοτυπικό μήνυμα (φαξ) από το Διευθυντή Προσωπικού Ά. Μ. προς αυτόν (αναιρεσείοντα), 5) αντίγραφο της ειδικής κάρτας εισόδου στα γραφεία της μητρικής εταιρείας HDW, για το έτος 2005, 6) την από 1 Ιουνίου 2005 επιστολή του Γ. Π., πρώην Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της πρώτης αναιρεσίβλητης περί της αποδόσεώς του κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2005 έως και 14-6-2005 7) την απόν 29 Οκτωβρίου 2006 συστατική επιστολή του S. K. R., τότε προϊσταμένου του αναιρεσείοντος ως CFO (Γενικός Διευθυντής Οικονομικών Υπηρεσιών) της μητρικής εταιρείας HDW8) τα από Οκτωβρίου 2005 μέχρι και Δεκεμβρίου 2005 ενδεικτικά προσκομιζόμενα έγγραφα (υπηρεσιακή αλληλογραφία). Από την περιλαμβανόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από αυτό, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από την υπ' αριθμ. Φ 660/ΑΣ 298/2007 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στο Λονδίνο, 5043/2007 ένορκη βεβαιώση μάρτυρα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Θεώνης Καλύρη-Αθανασίου, όλα τα έγγραφα που μ' επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και εκτίμησε, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, τόσο τις προαναφερθείσες δύο ένορκες βεβαιώσεις μάρτυρα, όσο και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και τα αμέσως εκτεθέντα, τα οποία συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις. Κατ' ακολουθία και ο λόγος αυτός της αναίρεσης (τρίτος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2010 αίτηση για αναίρεση της 4246 / 2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ