340/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Απριλίου 1987 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και την από 1-12-1993 ομοία της ιδίας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2022/1984 , 2191/1989 προδικαστικές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, 9343/1995 προδικαστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 283/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3916/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Οκτωβρίου 2003 αίτησή της και των από 8 Δεκεμβρίου 2009 προσθέτων λόγων αυτής.
Legislator headnote
AI generated340/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιες μεταβιβάσιμες περιουσιακού χαρακτήρα έννομες σχέσεις και καταστάσεις είναι εκείνες που συγκροτούν την έννοια της επιχειρήσεις (βλ. άρθρο 479 ΑΚ), αλλά και το σύνολο της επιχειρήσεως ως οργανωμένης οικονομικής ενότητας δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και πραγματικών καταστάσεων (Ολ. ΑΠ 7/2009). Από τις διατάξεις των άρθρων 1874, 1876, 1877 και 1096 του Α.Κ.
Full text
Απόφαση 340 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 340/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγλαΐα Μπαρλαμά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Αγγελίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 8-1-2010 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2. ... και 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μηνά Μιχάλοβιτς. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος του δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης αυτής σε μεταγενέστερη δικάσιμο για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Απριλίου 1987 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και την από 1-12-1993 ομοία της ιδίας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2022/1984 , 2191/1989 προδικαστικές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, 9343/1995 προδικαστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 283/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3916/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Οκτωβρίου 2003 αίτησή της και των από 8 Δεκεμβρίου 2009 προσθέτων λόγων αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου από το αναιρετήριο και την απόρριψη των λοιπών λόγων από το κύριο και πρόσθετο δικόγραφο αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη της αντιδίκου των στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη 1710 παρ. 1 του ΑΚ, που ορίζει ότι "κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι)", προκύπτει ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής, η οποία επέρχεται είτε με διαθήκη είτε από το νόμο, είναι το σύνολο των δεκτικών χρηματικής αποτιμήσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αποβιώσαντος, με εξαίρεση τα συνδεόμενα στενά με το πρόσωπο του, περιλαμβάνονται δηλαδή όχι μόνον τα δικαιώματα (ή υποχρεώσεις) σε ενσώματα αντικείμενα της κληρονομίας, αλλά κατά τρόπο ενιαίο και όλες οι περιουσιακού χαρακτήρα έννομες σχέσεις και καταστάσεις, είτε μεμονωμένα, είτε ως διακριτές στις συναλλαγές περιουσιακές ομάδες, εφόσον από τη φύση τους ή από ειδική διάταξη νόμου ή από την ιδιωτική βούληση δεν έχουν αποκλεισθεί από την κληρονομική διαδοχή.
Τέτοιες μεταβιβάσιμες περιουσιακού χαρακτήρα έννομες σχέσεις και καταστάσεις είναι εκείνες που συγκροτούν την έννοια της επιχειρήσεις (βλ. άρθρο 479 ΑΚ), αλλά και το σύνολο της επιχειρήσεως ως οργανωμένης οικονομικής ενότητας δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και πραγματικών καταστάσεων (Ολ. ΑΠ 7/2009). Από τις διατάξεις των άρθρων 1874, 1876, 1877 και 1096 του Α.Κ.
συνάγεται ότι ο κακόπιστος νομέας, δηλαδή εκείνος που γνωρίζει ή από βαρεία αμέλεια του αγνοεί ότι δεν δικαιούται να νέμεται τα κληρονομιαία, όπως και ο καλόπιστος νομέας για τον μετά την επίδοση της περί κλήρου αγωγής χρόνο, υποχρεούται να αποδώσει τα ωφελήματα που έχουν εξαχθεί από τα πράγματα, όπως και εκείνα που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, οι δε σχετικές αξιώσεις ασκούνται είτε με την περί κλήρου αγωγή, είτε και αυτοτελώς, χωρίς να προσαπαιτείται η προηγούμενη μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομίας.
Ωφελήματα, κατά την έννοια του άρθρου 962 ΑΚ είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος. Κατά δε το άρθρο 961 ΑΚ, καρποί του πράγματος είναι τα προϊόντα του, καθώς και καθετί που αποκτά κανείς από το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, ενώ καρποί δικαιώματος είναι και οι πρόσοδοι που παρέχει το δικαίωμα σύμφωνα με τον προορισμό του, και επίσης καρποί, είναι και οι πρόσοδοι που παρέχει το πράγμα ή το δικαίωμα με κάποια έννομη σχέση.
Εντεύθεν έπεται ότι το όφελος το οποίο, πέρα από τα φυσικά προϊόντα και τις προσόδους (κυρίως καρπούς), υποχρεούται να αποδώσει ο κακόπιστος νομέας συνίσταται στην καθαρή οικονομική αξία της για τον εαυτό του χρησιμοποιήσεως του πράγματος, δηλαδή μετά από αφαίρεση άλλων τυχόν συντελεστών για το όφελος αυτό.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 της ΚΠολΔ 559 για παράβαση κανόνα δικαίου υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 36/1988). Με τον παρόντα λόγο ελέγχονται τα σφάλματα που διαπράχθηκαν κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), ήτοι των δύο αγωγών της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες με την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Με τις από 20-4-1981 και 1-12-1993 αγωγές της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και Αθηνών αντιστοίχως, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το με την υπ' αρ. 4127/1980 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναγνωρισθέν τελεσιδίκως κληρονομικό της δικαίωμα στην κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα της ... (ως νόμιμη μεριδούχος του), όπως και την ύπαρξη στην κληρονομία αυτή του περιγραφόμενου στις αγωγές ακινήτου (οικοπέδου 1.349,75 τ.μ..
με κτιριακές και λοιπές εγκαταστάσεις ναυπηγείου), το οποίο κατείχαν και εκμεταλλεύονταν, μετά την αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος, ως κακόπιστοι νομείς της κληρονομίας οι τότε εναγόμενοι, αφενός μεν η πρώτη αναιρεσίβλητη και αφετέρου ο ήδη θανών ..., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, μετά το θάνατό του, οι δύο λοιποί αναιρεσίβλητοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ζήτησε κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω αιτήματα : 1) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, λόγω και της αυξημένης ευθύνης τους μετά την προ πολλών ετών επίδοση της περί κλήρου αγωγής της προς αυτούς, τα εξαχθέντα αλλά και τα εξακτέα ωφελήματα του ακινήτου, ποσού 1.875.000 δραχμών για την τελευταία προ της ασκήσεως της αγωγής πενταετία, όπως ειδικότερα εξέθετε με την πρώτη αυτή αγωγή της και 2) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν για την ίδια αιτία, αλλά για την προ της ασκήσεως της δεύτερης αγωγής 5ετία το ποσό των 28.000.000 δραχμών, σύμφωνα με όσα αναλυτικά στην αγωγή αυτή διελάμβανε.
Με τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά, τόσο το καταψηφιστικό αίτημα της πρώτης αγωγής περί αποδόσεως των εκ του κληρονομιαίου ακινήτου κατά το ανήκον στην αναιρεσείουσα ποσοστό ωφελημάτων του, όσο και το αναγνωριστικό αίτημα της δεύτερης αγωγής περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως των αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα το αιτούμενο χρηματικό ποσό για εξαχθέντα και εξακτέα ωφελήματα κατά το μεταγενέστερο χρόνο, έχουν νομικό έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 1710, 1711, 1813, 1825 , 1871, 1874, 1876, 1877, 1884, 1096, 961 962, 346 ΑΚ, 70 Κ.Πολ.Δικ..
Διότι, για τη νομική θεμελίωσή τους αρκούσε η επίκληση της προηγούμενης επιδόσεως της περί κλήρου αγωγής, η ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως νόμιμου μεριδούχου στην κληρονομία του θανόντος πατέρα της και του επίμαχου ακινήτου ως κληρονομιαίου και η από τη χρήση του ωφέλεια των νεμομένων αυτό, ως μοναδικών κληρονόμων, εναγομένων, αφού το επί του ακινήτου με τα παραρτήματά του υφιστάμενο δικαίωμα του κληρονομουμένου, με το θάνατό του περιήλθε, με όλα τα υπόλοιπα περιουσιακά δικαιώματα και υποχρεώσεις της κληρονομίας, στους κληρονόμους του, κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας και δεν υπήρχε νόμιμος τρόπος καθολικής διαδοχής σε ορισμένες έννομες σχέσεις ή καταστάσεις, από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας του κληρονομουμένου στο ακίνητο αυτό, μόνον των εναγομένων αναιρεσιβλήτων και αποκλεισμού από αυτές της αναιρεσείουσας ως συγκληρονόμου.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εκτιμώντας τα δικόγραφα των αγωγών, κατά τα ανωτέρω ενδιαφέροντα εν προκειμένω αιτήματά τους, έκρινε ότι "η επιχείρηση ναυπηγείου, ως οργανωμένη οικονομική ενότητα, δεν αποτέλεσε νόμω αντικείμενο της κληρονομίας του ... και συνεπώς δεν νοείται εντεύθεν και ύπαρξη δικαιώματος της ενάγουσας να ζητεί από τους εναγομένους να της αποδώσουν τα εξ αυτής εξαχθέντα ή εξακτέα ωφελήματα που αναλογούν στην κληρονομιαία μερίδα της", διότι "η επιχείρηση δεν έχει νομική προσωπικότητα και εντεύθεν δεν δύναται ν' αποτελέσει αντικείμενο δικαιώματος (επειδή το αντικείμενο αυτό επικεντρώνεται μόνον στα πράγματα ή στις παροχές κι όχι σε οργανωμένα οικονομικώς σύνολα, όπως η επιχείρηση) παρέπεται αναγκαίως και ότι το σύνολο αυτό δεν αποτελεί νόμω ούτε και αντικείμενο της κληρονομιαίας περιουσίας, επομένως δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του επιχειρηματία με κληρονομική διαδοχή.
Μεταβιβάζονται μόνον τα επί μέρους στοιχεία της (υλικά και άϋλα), οι δε κληρονόμοι καθίστανται και κύριοι τούτων κατά τις οικείες διατάξεις του ΑΚ". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο όμως και απέρριψε ως νομικά αβάσιμες τις αγωγές της αναιρεσείουσας, ως προς τα προαναφερόμενα αγωγικά αιτήματα, που είχαν γίνει εν μέρει δεκτά με την εκκαλουμένη, ενώ τα εκτιθέμενα σ' αυτές περιστατικά μπορούν, κατά τα προαναφερόμενα, να υπαχθούν στις διατάξεις των άρθρων 17, 10, 1711, 1813, 1825, 1871, 1874, 1876, 1877, 1884, 1096, 961, 962, 346 ΑΚ, 70 Κ.Πολ.Δικ.
και να θεμελιωθούν έτσι νομικά τα προβαλλόμενα αιτήματα δικαστικής προστασίας με αντικείμενα το μερίδιο της αναιρεσείουσας ως κληρονόμου στο κληρονομιαίο ακίνητο και τις συνδεόμενες με τη χρήση του και κληρονομητές έννομες σχέσεις και καταστάσεις από την επ' αυτού ασκούμενη επιχείρηση ναυπηγείου, όπως και τα εξαχθέντα και εξακτέα, μετά την επίδοση της περί κλήρου αγωγής, ωφελήματα από τους αναιρεσιβλήτους συγκληρονόμους εκείνης, λόγω της συνεχιζόμενης χρήσης του ακινήτου προς εξυπηρέτηση της ως άνω επιχειρήσεως, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δικ., της εσφαλμένης απορρίψεως των άνω αιτημάτων των αγωγών αυτών ως νόμω αβασίμων.
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε ως νόμω αβάσιμες τις άνω δύο αγωγές της αναιρεσείουσας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, μόνον κατά το αναιρούμενο μέρος της αναιρεσιβαλλομένης συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3916/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικός μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, μόνο κατά τα αναιρούμενα κεφάλαια.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ