340/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated340/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρ. 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Full text
Απόφαση 340 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 340/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Φαμίση Α.Ξ.Τ.Ε" και ήδη "Χ Ξ.Τ.Ε Α.Ε", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Χ, κατοίκου ......, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Σωτήριος Παταβούκας.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Λεωνίδας Τσιάρας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.12.2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 303/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 04.10.2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 11.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339 και 346 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερη σημασία τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι δια της συνήθους γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον από το άρθρ. 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρ. 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσης του (περί ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας λόγω μη καταβολής αποζημιώσεως και εντεύθεν περιελεύσεως σε υπερημερία και επιδίκαση μισθών υπερημερίας) :
α) αναφέρει ότι έλαβε υπόψη της καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως, ενώ στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν υπάρχουν μαρτυρικές καταθέσεις. Έτσι, δεν καθίσταται βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, δοθέντος ότι της εκδόσεως της εκκαλουμένης 135/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης είχε προηγηθεί η 402/2001 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε αναβληθεί η έκδοση οριστικής αποφάσεως μέχρι την περάτωση της ποινικής διαδικασίας επί συναφούς μηνύσεως της αναιρεσίβλητης, καθώς και η 130/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που ενέμεινε στην προηγουμένη, οι αποφάσεις δε αυτές, όπως και επ' αυτών πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου με τις περιεχόμενες καταθέσεις μαρτύρων, ουδόλως μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και β)παρά τη γενική αναφορά ότι ελήφθησαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι", το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε την κατάθεση της Α, που περιέχεται στα 2354/2003 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων, την εξοφλητική απόδειξη ποσού 123.719 δρχ.
περί πληρωμής της αποζημιώσεως στην αναιρεσίβλητη, που φέρει τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή της και τη 1382/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία κήρυξε αθώο τον δεύτερο αναιρεσείοντα της παραβάσεως του ΑΝ 690/1945 περί μη καταβολής της αποζημιώσεως απολύσεως στην αναιρεσίβλητη. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο από προφανή παραδρομή αναφέρει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, ενώ στα πρακτικά αυτά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου της 8-3-2006, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση και στη συνέχεια εκδόθηκε η εκκληθείσα 135/2006 πρωτόδικη απόφαση, πράγματι δεν περιέχονται μαρτυρικές καταθέσεις.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία σε καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, γεγονός που καθιστά απολύτως βέβαιο ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σε προηγούμενη συνεδρίαση (και προφανώς περιέχονται στα πρακτικά της μνημονευόμενης από τους αναιρεσείοντες 402/2001 αναβλητική αποφάσεως, αφού όπως οι ίδιοι εκθέτουν, η μεταγενέστερη 130/2003 απόφαση ενέμεινε στην προηγουμένη).
Εξάλλου, όχι μόνο από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων και έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, αλλά και από την ειδική μνεία και αξιολόγηση ορισμένων από αυτά, όπως της 1382/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την παρατήρηση ότι ο δεύτερος αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και της παραβάσεως "του ΑΝ 690/45, μη καταβολή δεδουλευμένων, πλην αποζημιώσεως", καθώς και της επικαλούμενης από τους αναιρεσείοντες απόδειξης περί καταβολής της αποζημιώσεως, την οποία (απόδειξη), επίσης, ειδικώς σχολιάζει, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το εφετείο προς σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και τα έγγραφα, για τα οποία οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται το αντίθετο.
Επομένως, κατά το μέρος αυτό ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος. Κατά τα λοιπά, οι αποδιδόμενες με τον ίδιο λόγο πλημμέλειες ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη καταθέσεις μαρτύρων που δεν ήταν αυτόπτες του συγκεκριμένου περιστατικού (της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης και της καταβολής της αποζημιώσεως), αναφέρονται στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων του Δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με τα γενόμενα από αυτό δεκτά πραγματικά περιστατικά και συνεπώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρ. 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ).
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 648 και 669 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου μετά το πέρας του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε διότι συμφωνήθηκε ρητώς ή σιωπηρώς είτε διότι προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση (Ολ.
ΑΠ 18/2006). Κατά το άρθρ. 5 § 3 εδ. α' του Ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας που γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 1, 5 § 1 του Ν. 2112/1920 3 και 7 του Ν. 3198/1955 και 669 του Κ.Πολ.Δ, θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Επομένως, είναι άκυρη εάν ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την αποζημίωση, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 3 § 2 του Ν. 2112/1920 και 5 § 1 του Ν. 3198/1955.
Αντιθέτως, η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, της οποίας τα συμβαλλόμενα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο λήξεώς της, παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος που συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρ. 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Ως ζητήματα επί των οποίων η απουσία αιτιολογίας ή η ύπαρξη ανεπαρκών αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύει τον από τον αρθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο.
Έτσι, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιπρόσθετα δε να εκτίθενται στο αναιρετήριο ότι υπεβλήθη στο εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάσθηκαν οι περί συμβάσεως εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 648 και 669 του ΑΚ. Συγκεκριμένα εκτίθεται ότι "με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έγιναν δεκτά από το Εφετείο προκύπτει ότι η ένδικη σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου και έπρεπε να εφαρμοσθούν οι διατάξεις περί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου.
Αντίθετα, το Εφετείο έκρινε ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά συνιστούν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και υπήγαγε λανθασμένα τα πραγματικά περιστατικά σε μη εφαρμοζόμενο εν προκειμένω νομικό κανόνα δικαίου, ήτοι του αρθ. 648 ΑΚ. Εις κάθε περίπτωσιν η εφετειακή απόφαση πάσχει ακυρότητος, διότι έχει αιτιολογία ανεπαρκή ή αντιφατική, διότι ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της εποχιακά από το τέλος του μήνα Απριλίου έως το τέλος του μηνός Οκτωβρίου εκάστου έτους, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σύμβαση εργασίας της ήτο αορίστου χρόνου ..." Με αυτό το περιεχόμενο ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρο. 559 του Κ.Πολ.Δ είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται ότι υπεβλήθη στο Εφετείο ισχυρισμός περί της φύσεως της συμβάσεως της αναιρεσίβλητης ως ορισμένου χρόνου.
Αντίθετα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εριστό σημείο ήταν η καταβολή ή μη της οφειλόμενης λόγω καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας αποζημιώσεως, αφού οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονταν πάντοτε, ακόμη και με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ότι η εργαζόμενη εισέπραξε κανονικά (όπως συνέβαινε και τις δύο προηγούμενες χρονικές περιόδους), εκτός άλλων, και την αποζημίωση απολύσεως.
Επί πλέον, ως προς τις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τον αρ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, στις μνημονευόμενες στην αναίρεση παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας, δηλαδή ποιό στοιχείο θα έπρεπε να διαλαμβάνεται επιπλέον για την πληρότητα αυτής.
Σε κάθε περίπτωση, η αιτίαση για αντιφατικές αιτιολογίες είναι αβάσιμη, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη πρόσφερε τις υπηρεσίες της εποχιακά με σύμβαση συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας αλλά ότι η σύμβασή της όταν απολύθηκε ήταν αορίστου χρόνου, όπως συνάγεται από την παραδοχή ότι, όταν μετά από δημερή αναρρωτική άδεια επανήλθε στη εργασία της, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας της κοινοποίησε το έγγραφο της καταγγελίας και υφάρπαξε την υπογραφή της στη σχετική απόδειξη καταβολής της αποζημιώσεως, χωρίς πράγματι να την καταβάλει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2007 αίτηση της εταιρείας "Αφοί Φαμίση Α.Ξ.Τ.Ε" και ήδη "Χ Ξ.Τ.Ε ΑΕ" και του Χ για αναίρεση της 303/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ