340/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 340 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 340/2007
Legislator headnote
AI generated340/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 340 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 340/2007
Full text
Απόφαση 340 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 340/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Κρανιώτη.
Των αναιρεσίβλητων:1) ... ,2) ... 3) .... και 4) ... , που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 3989/1997 του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας εξέδωσε τις 39/1998 μη οριστική και 18/2001 οριστική αποφάσεις. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 5/2005 απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 6-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης της 5/2005 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως με αριθμόύς ...., ... , ... και ... του δικαστικού επιμελητού .... , αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την πιο πάνω σ΄ αυτό πράξη ορισμού της προκειμένης δικασίμου και κλήση για συζήτηση, κατ΄ αυτήν επιδόθηκε με επίσπευση της αναιρεσείουσας νομοτύπως εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους αντιστοίχως, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν οι διάδικοι αυτοί παρόντος (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). ΕΠΕΙΔΗ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δ/ριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίσθηκαν. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στο τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προαγάγει πρωτοδίκως χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου. Ειδικότερα η αναφορά στις προτάσεις της πρωτόδικης δίκης και η ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων (Ολ. ΑΠ 3/2000 30/1997). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει για το σχηματισμό της κρίσης σχετικά με το ουσία ή μη βάσιμο της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσήγαγε πρωτόδικα η ενάγουσα εκκαλούσα αναιρεσείουσα, γιατί δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση από αυτήν στο Εφετείο, εφόσον στις ενώπιον αυτού προτάσεις της, διαλαμβάνεται μόνη η μη συνιστώσα κατά τα προεκτεθέντα νόμιμη επίκληση των εγγράφων αυτών φράση "τους ισχυρισμούς αυτούς επαναφέρω νομίμως και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου μετά των εγγράφων που πρωτοδίκως μετ' επικλήσεως είχα προσάγει και προς τον σκοπό αυτόν επισυνάπτω στις παρούσες τις από 17-11-1997 και 16-11-2000 προτάσεις μου οι οποίες αποτελούν ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα των παρουσών έχουν δε κατά το περιεχόμενο ως εξής".
Συνεπώς το Εφετείο με το να μην λάβει υπόψη τα άνω έγγραφα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός 1ος λόγος κατά το πρώτο μέρος του με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα ως απαράδεκτος. Περαιτέρω το Εφετείον όπως ρητώς βεβαιώνει στην προσβαλλομένη απόφασή του, σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υποθέσεως, αφού έλαβε υπόψη, εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα και όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, εκτός από τα έγγραφα που προσκόμισε πρωτόδικα η αναιρεσείουσα τα οποία δεν λήφθησαν υπόψη κατά, τα αναφερόμενα ανωτέρω, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται και η 136/96 απόφαση του Μον. Πρωτ. Λαμίας και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού. Επομένως ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του κατά το οποίο δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα εν λόγω έγγραφα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι το Εφετείο ως προελέχθηκε νομίμως δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά. Μειοψήφισε ως προς τον εν λόγω λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Νόμιμη επίκληση εγγράφων, με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση του εφετείου, υφίσταται και όταν σε αυτές έχουν καταχωρισθεί, κατ΄ αντιγραφή, οι ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις, στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, αφού με την ενσωμάτωση αυτή υποβάλλεται ενιαίο κείμενο προτάσεων στο εφετείο, ενώπιον του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 529 του Κ.Πολ.Δ, επιτρεπτή η επίκληση και προσκόμιση και αποδεικτικών μέσων που δεν είχαν προσκομισθεί πρωτοδίκως, ώστε να μην απαιτείται και αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη του προσκομιζόμενου αντιγράφου των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, όπου γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων. Η αναφορά αυτή απαιτείται για τους επαναφερόμενους ισχυρισμούς, προκειμένου, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του ν. 958/1971, να διευκολυνθεί το εφετείο να ελέγξει, με την προσφυγή σε συγκεκριμένα μέρη του προσκομιζόμενου αντιγράφου των προτάσεων που είχαν υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εάν είχαν υποβληθεί οι ισχυρισμοί αυτοί πρωτοδίκως, δεδομένου ότι κατά κανόνα μόνο εάν είχαν προβληθεί οι ισχυρισμοί πρωτοδίκως μπορούν να προβληθούν και στο εφετείο (άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, όμως, τέτοια ανάγκη δεν υπάρχει, αφού ως προς αυτά, ο κανόνας είναι (άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ), ότι μπορούν να προβληθούν και για πρώτη φορά στο εφετείο.
Συνεπώς, ως προς αυτά, αν δεν προκύψει θέμα απαράδεκτης για πρώτη φορά προσκόμισής τους σε αυτό, το εφετείο δεν έχει ανάγκη να προσφύγει στην ανάγνωση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των έγγραφων προτάσεων που υποβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δεν χρειάζεται να επιβεβαιωθεί η ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επίκληση και προσκόμισή τους, (επιβεβαίωση την οποία δεν παρέχει η ενσωμάτωση στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου των πρωτοδικών προτάσεων, αφού από μόνη αυτήν δεν αποδεικνύεται και ότι το κείμενο που ενσωματώθηκε είναι το ακριβές κείμενο των προτάσεων που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως) αλλ΄ αρκεί να αναγνωσθούν οι ενώπιον του εφετείου προτάσεις, η ανάγνωση όλου του περιεχομένου των οποίων, με οτιδήποτε έχει ενσωματωθεί σε αυτές, αποτελεί υποχρέωση του δικαστηρίου. Η επίκληση, εξάλλου, των αποδεικτικών μέσων δεν είναι ανάγκη να γίνεται με πανηγυρικό τρόπο, αλλά αρκεί κατά τρόπο αναμφίβολο να προκύπτει η βούληση του διαδίκου να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοια δε βούληση εκδηλώνεται με την ενσωμάτωση στις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του κειμένου των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων που και ενώπιον του εφετείου προσκομίζονται, ιδίως όταν ρητώς δηλώνεται ότι πρέπει να θεωρηθούν αυτές ως αναπόσπαστο μέρος των ενώπιον του εφετείου προτάσεων και πολύ περισσότερο όταν υπάρχει δήλωση ότι ο διάδικος επικαλείται και όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχε επικαλεσθεί με αυτές, τα οποία και προσκομίζει στο εφετείο. Επομένως κατά τη μειοψηφούσα αυτή γνώμη, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, στις ενώπιον του εφετείου έγγραφες προτάσεις του, το αναιρεσίβλητο έχει ενσωματώσει ολόκληρο το κείμενο των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεών του, στις οποίες γίνεται επίκληση όλων των αναφερόμενων στο αναιρετήριο εγγράφων, επιπλέον δε υπάρχει, μετά το ενσωματωμένο περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεων, και ρητή δήλωση του αναιρεσιβλήτου, ότι επικαλείται και προσκομίζει και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και πρωτοδίκως, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία ότι με την εν λόγω ενσωμάτωση το αναιρεσίβλητο εξέφρασε τη βούλησή του προς το εφετείο να χρησιμοποιήσει, ως αποδεικτικά μέσα, όλα τα έγγραφα, που κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προσδιορίζονται στις ενσωματωμένες πρωτόδικες προτάσεις του, έγινε, με τον τρόπο αυτό, νόμιμη επίκληση στο εφετείο από το αναιρεσίβλητο των εν λόγω εγγράφων, η νόμιμη προσκόμιση των οποίων σε αυτό δεν αμφισβητείται, αλλά ρητά επιβεβαιώνεται με το αναιρετήριο, έστω και αν δε γίνεται με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του αναιρεσιβλήτου παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων, όπου είχε γίνει η επίκλησή τους πρωτοδίκως και έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του. Επειδή για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτώς ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται εκτός των άλλων, σε τι συνίσταται η αντίφαση και η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 32/1996 και 27/1998). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 και συγκεκριμένα ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" χωρίς όμως να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα, κατά τα άρθρα 339 και αρ. 432 επομ. του ιδίου κώδικος στα οποία δε συμπεριλαμβάνονται ούτε τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων, κατά το μέρος τους που περιέχουν καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, οι οποίες ελήφθησαν εκτός δίκης (ΑΠ 701/91). Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση της παραμορφώσεως του περιεχομένου της σε αυτό αναφερομένης ένορκης βεβαίωσης η οποία δεν συνιστά αποδεικτικό έγγραφο το οποίο και μόνο είναι δεκτικό παραμορφώσεως κατά την ανωτέρω διάταξη υπό την έννοια των άρθρων 339, 432 επομ. ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση, για αναίρεση της 5/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ