33/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated33/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνακόλουθα, εφόσον οι ως άνω 9η, 12η , 13η, 16η και 17ος αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 33 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 33/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ε. Μ. Π." (Ε.Μ.Π.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Επιστήμη-Μαρία Μουστακάτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις Των αναιρεσίβλητων:1) Ο. Λ. του Κ., 2) Δ. Μ. του Γ., 3) Ι. Π. του Θ.,4) Κ. Σ. του Χ., 5) Θ. Σ. του Τ., 6) Π. Μ. του Μ., 7) Α. Ο. του Α., 8) Π. Γ. του Σ., 9) Ε. Δ. του Θ., 10) Α. Μ. του Ι., 11) Π. Κ. του Β., 12) Μ. Μ. του Χ., 13) Μ. Τ. του Δ., 14) Α. Τ. του Ν., 15) Λ. Π. του Α., 16) Ε. Π. του Κ., 17) Ι. Δ. του Χ., 18) Β. Π. του Ι., 19) Χ. Ξ. του Α. και 20) Δ. Κ. του Σ., κατοίκων εκ της υπηρεσίας τους Π. Ζ. Α., εκ των οποίων οι με α/α 9ης, 12ης,13ης, 16ης και 17ου δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Χαραλάμπους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 839/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6089/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-1-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος, ανέγνωσε την από 14-9-2022 έκθεσή της Αρεοπαγίτου και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δήμητρας Ζώη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, 536/2020, 177/2018).
Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1276/2021).
Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1034/2019). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα ( ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1170/2021, 1305/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 16.1.2012 με αριθμ. καταθ. 10/23.1.2012 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά των αναιρεσίβλητων, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, η ένατη (9η) αναιρεσίβλητη, η δωδέκατη (12η) αναιρεσίβλητη, η δέκατη τρίτη (13η) αναιρεσίβλητη, η δέκατη έκτη (16η) αναιρεσίβλητη και ο δέκατος έβδομος (17ο) αναιρεσίβλητος.
Από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ υπ'αριθμ. 2138Θ/31.3.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Άννας Κουτλίδου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο στις 4.10.2022, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας καθώς και της συγκοινοποιούμενης με αυτή υπ'αριθμ.
πρωτ. 155/2.12.2022 βεβαίωσης της Γραμματέως του ως άνω Τμήματος (Β1) του παρόντος Δικαστηρίου για την αναβολή της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7.11.2023), επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Αθηνών Βηθλεέμ Σαϊτή-Τσαβδαρίδου, ως πληρεξούσια δικηγόρο όλων των αναιρεσίβλητων, η οποία, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 6089/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των εκκαλούντων (ήδη αναιρεσίβλητων) στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσίβλητους προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ η τυχόν αντικατάστασή της.
Συνακόλουθα, εφόσον οι ως άνω 9η, 12η , 13η, 16η και 17ος αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη από 16.1.2012 και με αριθ. κατ. 10/23-1-2012 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά των αναιρεσίβλητων προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 6089/31-8-2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 29.9.2008 και με αριθ.
κατ. 2069/7.10.2008 έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθ. 839/2008 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την από 31.12.2007 και με αριθ. κατ. 3094/31.12.2007 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να τους καταβάλει τα αναγραφόμενα για τον καθένα από αυτούς ποσά, που αντιστοιχούν στο επίδομα πληροφορικής που δεν τους κατάβαλε για τα αναγραφόμενα χρονικά διαστήματα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αθηνών) με την υπ' αριθ. 839/2008 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής και ως κατ'ουσία αβάσιμη την κυρία βάση της αγωγής.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την προσβαλλόμενη απόφασή του (6089/2010), δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ'ουσία την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, έκρινε ότι ορθά η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως προς την κυρία βάση της, εξαφάνισε αυτή κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή των εναγόντων ως προς την επικουρική της βάση, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη ως προς την επικουρική της βάση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλε σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικά στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.
Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη. Εκ τούτων παρέπεται ότι εάν ανατεθεί παρανόμως σε υπάλληλο του Δημοσίου ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ. (ανεξαρτήτως της φύσης της συνδέουσας αυτόν με το φορέα απασχόλησης σχέσης), που έχει προσληφθεί για την εκτέλεση εργασίας ορισμένου κλάδου, στον οποίο ανήκει η οργανική του θέση, η εκτέλεση αλλοτρίων καθηκόντων που εμπίπτουν σε έτερο κλάδο, όπου κατά νόμο προβλέπονται υψηλότερες αποδοχές ή καταβολή ειδικού επιδόματος, το Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ.
καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται προς απόδοση στον πιο πάνω υπάλληλο της ωφέλειας την οποία αποκόμισε, η οποία ισούται προς τη διαφορά των αποδοχών ή προς το ύψος του επιδόματος, που θα κατέβαλλε σε άλλο υπάλληλο, στον οποίο εγκύρως θα είχε αναθέσει τα εν λόγω καθήκοντα (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 101/2023, 1937/2022, 331/2022, 11/2022).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40), όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 1.1.2004 με το άρθρο 55 του ν.3205/2003 (ΦΕΚ Α 297) ορίσθηκε ότι: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: [...] 11.
Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:
α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές.... Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ` όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση....
Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής....". Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ προς άρση κάθε αμφισβήτησης με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται τους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ` όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος". 'Ηδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου ν. 3205/2003 (1.1.2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέφθηκε και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ.8 αυτού, "για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...]".
Εξάλλου οι διατάξεις των άρθρων 4 και 11 του π.δ/τος 194/1988 "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 84), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.5 του ν. 1735/1987, θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ Πληροφορικής και κατηγορίες υπαλλήλων ανά κλάδο και προβλέπουν ειδικά προς τούτο προσόντα σπουδών για το διορισμό των υπαλλήλων στις αντίστοιχες οργανικές θέσεις.
Διακρίνουν δε σαφώς τους κλάδους αυτούς από τον κλάδο ΔΕ προσωπικού Η/Υ, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 18 του ιδίου Π.Δ/τος, για την κάλυψη των οποίων δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, στο οποίο παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 18. Επιπλέον και οι διατάξεις των άρθρων 6 και 14 του π.δ. 50/2001 (ΦΕΚ Α 5.3.2001) "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα (προσοντολόγιο)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ Α 180/9.9.1999), όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο μόνο του π.δ. 347/2003 (ΦΕΚ Α 315/31.12.2003) θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ πληροφορικής, στους οποίους περιλαμβάνονται συγκεκριμένες ειδικότητες εφόσον οι διοριζόμενοι κατέχουν ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΑΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της αλλοδαπής (άρθρο 6) και ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμων τίτλων σπουδών της αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής (άρθρο 14).
Και στο π.δ. 50/2001 διακρίνονται οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 6 και 14 αυτού κλάδοι από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 19 του ίδιου π.δ. κλάδο ΔΕ Προσωπικού Η/Υ (ή ΔΕ Πληροφορικής), για την κάλυψη του οποίου δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 19 αριθμ. 1 του ως άνω π.δ/τος.
Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (1.1.1997) κατά το άρθρο 33 αυτού, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 194/1988 (και ήδη π.δ/μα 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.
Τοιαύτη διεύθυνση πληροφορικής έχει συσταθεί και στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ε. Μ. Π. (Ε.Μ.Π.)" με το άρθρο 7 του π.δ. 46/1998 "Ο. Δ. Υ. Ε. Μ. Π." (ΦΕΚ Α` 51), διαιρούμενη σε τρία τμήματα (οργάνωσης και μεθόδων, ανάλυσης και σχεδιασμού συστημάτων και ανάπτυξης και συντήρησης πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης), ενώ με τα άρθρα 17 και 18 καθορίζονται οι οργανικές θέσεις του μόνιμου και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ανά κλάδο και ειδικότητα.
Περαιτέρω, από τις ίδιες εκτεθείσες διατάξεις συνάγεται και ότι ο αυστηρός καθορισμός των προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής μόνο στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων, αποκλείει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του δημόσιου φορέα, όπως είναι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ε. Μ. Π." σε βάρος της περιουσίας των υπαλλήλων του, στους οποίους αναθέτει τα καθήκοντα χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν τους καταβάλει το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 (ήδη στο άρθρο 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003) επίδομα πληροφορικής, εφόσον οι εν λόγω υπάλληλοι είτε δεν έχουν τα απαιτούμενα από το π.δ. 194/1988 (ήδη π.δ. 50/2001) τυπικά προσόντα και δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, είτε έχουν τα απαιτούμενα από τα ως άνω π.δ.
τυπικά προσόντα, αλλά δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής. Τούτο διότι, αν ο ως άνω δημόσιος φορέας προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας άλλους υπαλλήλους με τα προσόντα των προαναφερθέντων υπαλλήλων του και τις ικανότητές τους, ανέθετε δε σε αυτούς την άσκηση ιδίων καθηκόντων και πάλι δεν θα τους κατέβαλε το επίδομα πληροφορικής, καθόσον και αυτοί δεν θα είχαν τις σωρευτικά απαιτούμενες αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003 (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 101/2023, 1473/2022, 331/2022).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 1473/2022).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΑΠ 1473/2022, 381/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση της, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι παρείχαν το επίδικο για τον καθένα χρονικό διάστημα την εργασία τους στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι ανήκαν στο διοικητικό προσωπικό αυτού, οι 1η , 2ος, 3ος, και 4η ενάγοντες στον κλάδο ΠΕ ηλεκτρολόγων μηχανικών και μηχανικών ηλεκτρονικών υπολογιστών, ο 5ος ενάγων στον κλάδο τεχνολογικών εφαρμογών, η 6η ενάγουσα στον κλάδο ΠΕ διοικητικού-οικονομικού, η 7η ενάγουσα στον κλάδο ΠΕ ιστορικού, οι 8η, 9η, 10η ενάγουσες στον κλάδο ΠΕ χημικών μηχανικών και οι 11η, 12η, 13η, 14η, 15η, 16η, 17ος, 18η, 19ος και 20ος ενάγοντες στον κλάδο ΔΕ διοικητικού λογιστικού, ότι η εργασία των ανωτέρω απαιτούσε πλήρη και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, ότι στα τμήματα και στις διευθύνσεις που υπηρετούσαν δεν προβλεπόταν οργανικές θέσεις χειριστών Η/Υ, ότι δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για τις ως άνω υπηρεσίες τίτλους σπουδών, ούτε αποδείχθηκε ότι οι πέντε (5) πρώτοι των εναγόντων είχαν την ειδικότητα των αναλυτών-προγραμματιστών και ότι το εναγόμενο ωφελήθηκε από την εργασία των εναγόντων το επίδομα πληροφορικής που θα όφειλε να καταβάλει υπό άλλες συνθήκες, εάν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του και ότι ως εκ τούτου κατέστη πλουσιότερο, χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος των εναγόντων.
Ακολούθως, επιδίκασε για την ως άνω αιτία στην 7η ενάγουσα και στον 19ο ενάγοντα το ποσό των 1.445 ευρώ στον καθένα και στους λοιπούς ενάγοντες το ποσό των 2.814 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 του ΑΚ, 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 14 του π.δ. 50/2001, όπως το π.δ. 50.2001 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το π.δ. 347/2003.
Τούτο διότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι ως άνω αναιρεσίβλητοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα πληροφορικής των άρθρων 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003, καθόσον δεν κατέχουν τους οριζόμενους στο π.δ. 194/1988 και ήδη στο π.δ. 50/2001 τίτλους σπουδών, ούτε υπηρετούν στα Τμήματα της Διεύθυνσης Πληροφορικής του αναιρεσείοντος και ασκούν τα καθήκοντα που αρμόζουν στις αντίστοιχες Υπηρεσίες, στις οποίες έχουν τοποθετηθεί και δεν τους έχουν ανατεθεί αλλότρια καθήκοντα, υπαγόμενα στη θεσμοθετημένη Διεύθυνση Πληροφορικής του αναιρεσείοντος, για τα τρία (3) τμήματα της οποίας υφίσταται η νομοθετική πρόβλεψη καταβολής του επίδικου επιδόματος πληροφορικής.
Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου άλλους υπαλλήλους με τα προσόντα και τις ικανότητες των αναιρεσίβλητων και ανέθετε σε αυτούς την άσκηση των ιδίων ως άνω καθηκόντων στις ίδιες Υπηρεσίες του, και πάλι δεν θα κατέβαλε σε αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα διέθεταν τα απαιτούμενα από το νόμο τυπικά προσόντα και θα υπηρετούσαν στις θέσεις των αναιρεσίβλητων, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις οργανικές θέσεις των τμημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.
Εξάλλου, ενόψει και της τεχνολογικής εξέλιξης που απαιτεί γενικευμένη πλέον χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, η εκ μέρους των ως άνω αναιρεσίβλητων χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων τους στις οργανικές θέσεις που έχουν τοποθετηθεί, δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλοτρίων καθηκόντων, για την οποία το αναιρεσείον θα έπρεπε να έχει συστήσει και πληρώσει πρόσθετες ειδικές θέσεις πληροφορικής (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 1937/2022, 331/2022).
Ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται αδικαιολόγητος πλουτισμός του αναιρεσείοντος, ήτοι βελτίωση της περιουσιακής του κατάστασης σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσίβλητων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ. Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ είναι βάσιμος.
Συνεπώς, κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος της, κατά το οποίο το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ως νόμιμη και στη συνέχεια εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 ΑΚ), βάση της αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων.
Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεσθεί και οι ενάγοντες για τη νομική θεμελίωση της επικουρικής βάσης της αγωγής τους, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ. α του ΚΠολΔ, η υπόθεση να κρατηθεί, να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα η από 29.9.2008 έφεση των εναγόντων και να απορριφθεί αυτή κατ'ουσία κατά το μέρος που με τον τρίτο λόγο αυτής προσάπτεται στην εκκαλουμένη υπ'αριθμ. 839/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών η αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμη την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων όμως μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται κατ' άρθρο 340 Α.Κ., υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.
Αντίθετα δεν μπορούν να ζητηθούν οι παρακρατηθέντες από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικές εισφορές, φόροι και λοιπές κρατήσεις, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.ΑΠ 11/2007, ΑΠ 447/2023, 1803/2022, 474/2022). Τέλος, με το άρθρο 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009 (ΦΕΚ A 163/4.9.2009) ορίζεται ότι "Το επίδομα πληροφορικής το οποίο καταβλήθηκε από 1.1.1997, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ A 40) και, ακολούθως, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ A 297) ως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, θεωρείται νομίμως καταβληθέν και δεν αναζητείται.
Ειδικότερα θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας επιστροφής των καταβληθέντων σε συμμόρφωση προς σχετικές καταλογιστικές πράξεις, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών". Η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται, ως εκ του περιεχομένου της, για ποσά που ήδη καταβλήθηκαν σε υπαλλήλους ως επίδομα πληροφορικής κατά το διάστημα από 1.1.1997 έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4.9.2009) και δεν αφορά ποσά που καταβλήθηκαν μεταγενέστερα σε αυτούς σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, έστω και εάν αφορούσαν αξιώσεις των υπαλλήλων για την καταβολή του επιδόματος πληροφορικής αναγόμενες στο ίδιο χρονικό διάστημα, για τις οποίες εκκρεμούσαν σχετικές δίκες.
Η ρύθμιση αυτή αποσκοπούσε στην απαλλαγή των υπαλλήλων που είχαν ήδη εισπράξει και προφανώς δαπανήσει τα σχετικά ποσά από τη σε βάρος τους έκδοση καταλογιστικών πράξεων για την επιστροφή των ποσών αυτών ως αχρεωστήτων καταβληθέντων και την άρση των σε βάρος τους δυσμενών οικονομικών συνεπειών που θα σήμαινε γι' αυτούς η ως άνω επιστροφή (ΑΠ 1803/2022, 1473/2022, 11/2022).
Ως εκ τούτου ο από το νόμο αποκλεισμός από την ως άνω ευεργετική ρύθμιση των υπαλλήλων εκείνων, στους οποίους δεν είχε καταβληθεί μέχρι τις 4.9.2009 το πιο πάνω επίδομα πληροφορικής, αλλά αυτοί, θεωρώντας ότι το δικαιούνται, ήγειραν σχετικές αγωγές και με βάση σχετικές δικαστικές αποφάσεις και σε συμμόρφωση του αναιρεσείοντος προς αυτές κατάφεραν στη συνέχεια να εισπράξουν μεταγενέστερα αυτό, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα ή την ΕΣΔΑ, ούτε συνιστά άνιση διακριτική μεταχείριση μεταξύ των ως άνω κατηγοριών εργαζομένων, πολλώ δε μάλλον που οι ως άνω δικαστικές αποφάσεις δεν είχαν καταστεί αμετάκλητες κατά την καταβολή αυτού και συνεπώς υπήρχε πάντοτε περίπτωση ανατροπής τους (ΑΠ 11/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέως στις 6.11.2023, ήτοι την παραμονή της συζήτησης της υπόθεσης (7.11.2023), υπέβαλε παραδεκτά και νόμιμα αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των επιδικασθέντων με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ποσών πλέον των νομίμων τόκων που αυτό τους κατέβαλε, μετ' αφαίρεση των κρατήσεων για φόρο εισοδήματος και εισφορών υπέρ ΤΣΜΕΔΕ, ΙΚΑ και ΜΤΠΥ, στις 16.5.2012, αίτημα που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. έγγραφα και συγκεκριμένα από την προσκομιζόμενη μηχανογραφημένη κατάσταση πληρωμής των αναιρεσίβλητων από τα αρχεία μισθοδοσίας που συνέταξε ο εκκαθαριστής αποδοχών του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. πρωτ. 31298/5.7.2022 έγγραφο της Δ/νσης Οικονομικών Υπηρεσιών του ΕΜΠ και με το από 28.9.2022 υπηρεσιακό σημείωμα της ιδίας Υπηρεσίας, προκύπτει ότι το τελευταίο, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέβαλε στις 16.5.2012 με πίστωση των τραπεζικών λογαριασμών μισθοδοσίας των αναιρεσίβλητων, υπαλλήλων του, το ως άνω επιδικασθέν για τον καθένα ποσό πλέον των νομίμων τόκων, μετά αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων, και ειδικότερα κατέβαλε στην 1η αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.766,50 ευρώ, στο 2ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.765,50 ευρώ, στους 3ο, 4η, 8η, 9η, 10η αναιρεσίβλητους το ποσό των 2.614,41 ευρώ στο καθένα, στους 5ο, 11η, 12η, 13η, 14η, 15η, 16, 17ο, 18ο, 20ο αναιρεσίβλητους το ποσό των 2.340,12 ευρώ στον καθένα, στην 6η αναιρεσίβλητη το ποσό των 2.697,20 ευρώ, στην 7η αναιρεσίβλητη το ποσό των 1.201,50 ευρώ και στον 19ο αναιρεσίβλητο το ποσό των 1.276,50 ευρώ.
Οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με τις από 22.9.2022 προτάσεις τους, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ισχυρίζονται ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009 δεν ενέχονται στην επιστροφή των καταβληθέντων σε αυτούς στις χρηματικών ποσών, στην οποία προέβη το αναιρεσείον σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση και ότι κατ'ορθή ερμηνεία της ως άνω διάταξης, στην έννοια των παροχών που καταβλήθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του ως άνω νόμου νοούνται και οι εκκρεμείς δικαστικές απαιτήσεις, όπως οι επίδικες που αφορούσαν τα έτη 2006 και 2007 και διεκδικήθηκαν με την από 31.12.2007 αγωγή τους .
Ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά αβάσιμος, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Και τούτο διότι η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται, ως εκ του περιεχομένου της, για ποσά που ήδη καταβλήθηκαν σε υπαλλήλους ως επίδομα πληροφορικής κατά το διάστημα από 1.1.1997 έως τη δημοσίευση του ν. 3801/2009 (4.9.2009) και δεν αφορά ποσά που καταβλήθηκαν μεταγενέστερα σε αυτούς σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, έστω και εάν αφορούσαν αξιώσεις των υπαλλήλων για την καταβολή του επιδόματος πληροφορικής, αναγόμενες σε χρονικά διαστήματα πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, για τις οποίες εκκρεμούσαν σχετικές δίκες, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που οι ως άνω καταβολές έγιναν από το αναιρεσείον στους αναιρεσίβλητους στις 16.5.2012, ήτοι, μετά τη δημοσίευση του ως άνω νόμου.
Επομένως, κατά παραδοχή της αίτησης επαναφοράς ως ουσιαστικά βάσιμης πρέπει ο κάθε αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί να επιστρέψει στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. το ως άνω καταβληθέν σ'αυτόν ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την εξόφληση, απορριπτόμενου ως μη νομίμου του αιτήματος του αναιρεσείοντος για επιδίκαση τόκων από την καταβολή των επιδικασθέντων ποσών, καθότι από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίστανται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμεροι οι αναιρεσίβλητοι (ΑΠ 17/2021, 1075/2020).
Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τόσο για την αναιρετική δίκη, όσο και για τη δίκη ενώπιον του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), αφού το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του ν. 4831/2021 (ΑΠ 447/2023, 1803/2022, 1578/2021)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 6089/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος, που μετά από εξαφάνιση της υπ'αριθμ. 839/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της από 31.12.2007 με αριθ. κατάθεσης 3094/31.12.2007 αγωγής των εναγόντων.
Κρατεί την υπόθεση.
Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 29.9.2008 με αριθμ. καταθ. 2069/7.10.2008 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων, κατά της υπ'αριθμ. 839/2008 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Δέχεται την από 6.11.2023 αίτηση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει α) την πρώτη (1η) αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων εξήντα έξι ευρώ και πενήντα λεπτών (2.766,50 ευρώ), β) το δεύτερο (2ο) αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και πενήντα λεπτών (2.765,50 ευρώ), γ) τους τρίτο (3ο), τέταρτη (4η), όγδοη (8η), ένατη (9η), και δέκατη (10η) αναιρεσίβλητους να καταβάλουν στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων δεκατεσσάρων ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (2.614,41 ευρώ) ο καθένας, δ) τους πέμπτο (5ο), ενδέκατη (11η), δωδέκατη (12η), δέκατη τρίτη (13η), δέκατη τέταρτη (14η), δέκατη πέμπτη (15η), δέκατη έκτη (16η), δέκατο έβδομο (17ο), δέκατη όγδοη (18η) και εικοστό (20ο) αναιρεσίβλητους να καταβάλουν στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων σαράντα ευρώ και δώδεκα λεπτών (2.340,12 ευρώ) ο καθένας, ε) την έκτη (6η) αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και είκοσι λεπτών (2.697,20 ευρώ), στ) την έβδομη (7η) αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων διακοσίων ενός ευρώ και πενήντα λεπτών (1.201,50 ευρώ) και ζ) τον δέκατο ένατο (19ο) αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων διακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και πενήντα λεπτών (1.276,50 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για τη δίκη ενώπιον του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2024.