Legislator Case Law & Legislation
33/2022 AI generated

33/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 33/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

33/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή, αξίωσε στοιχεία περισσότερα από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 33 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 33/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ν. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Πόντα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/8/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1202/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2137/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/6/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 2137/2020 μη εκδοθείσας τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 663 επ. ΚΠολΔ),η οποία κατατέθηκε νομότυπα στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 12-6-2020, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση στις 3-4-2020 της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι παραδεκτή ως εμπροθέσμως ασκηθείσα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή, αξίωσε στοιχεία περισσότερα από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που δεν εκτίθενται σ' αυτήν, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 874/2018, ΑΠ 86/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117 - 118 του ίδιου κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, και γ) ορισμένο αίτημα.

Ειδικότερα, στοιχεία, για να είναι ορισμένη η αγωγή απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού, με την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες οφειλόμενες από την εργασιακή σύμβαση αμοιβές ή προσαυξήσεις είναι η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 874/2018, ΑΠ 1561/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση,όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) του δικογράφου της ένδικης από 2-8-2017 αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι στις 14-12-2000 συνήψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, νομίμως εκπροσωπούμενη, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με βάση την οποία προσλήφθηκε από την τελευταία και έκτοτε παρείχε στην επιχείρησή της, που δραστηριοποιείται στο χώρο της παραγωγής, κατασκευής και εμπορίας συγκροτημάτων ηλεκτροστατικής βαφής και εμπορίας συγκροτημάτων προστασίας του περιβάλλοντος, τις υπηρεσίες του ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου της εναγομένης.

Ότι κατά την πρόσληψή του ήταν έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα, στοιχεία που γνωστοποίησε στην εναγομένη και ότι με την εν λόγω σύμβαση ρητά συμφωνήθηκε ότι θα εργάζεται πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, και ότι θα αμείβεται με μηνιαίο μισθό ύψους 1388,99 ευρώ (μικτά). Περαιτέρω ισχυρίζεται, ότι στις 12-7-2017 προέβη σε επίσχεση της εργασίας του, καθόσον η εναγομένη καθυστερούσε να του καταβάλλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του δεκατεσσάρων μηνών και ότι ακολούθως στις 10-8-2017 εξαναγκάστηκε να αποχωρήσει από την εργασία του λόγω της ως άνω υπερημερίας της εναγομένης ως προς την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, η οποία (υπερημερία της εναγομένης) συνιστούσε μονομερή βλαπτική των όρων της εργασιακής του σύμβασης από την εναγομένη και άτακτη καταγγελία εκ μέρους της της σύμβασης εργασίας του.

Ζητεί δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που καθένα από τα αναφερόμενα στην αγωγή κονδύλια κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής α) τις δεδουλευμένες αποδοχές του, του χρονικού διαστήματος από 1-6-2017 έως 12-7-2017 (τις δεδουλευμένες αποδοχές του προγενέστερου χρονικού διαστήματος από 1-5-2016 έως 31-5-2017 του κατέβαλλε η εναγομένη σε εκτέλεση της ...

διαταγής πληρωμής) ποσού 2.083,4 ευρώ, β) το δώρο Χριστουγέννων 2017 και το επίδομα αδείας και τις αποδοχές αδείας 2017 ποσού 3.472,4 ευρώ, γ) τους μισθούς υπερημερίας λόγω της επίσχεσης της εργασίας του ποσού 1.388,99 ευρώ, και δ) την αποζημίωσή του λόγω της κατά τα άνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ποσού 19.445,7 ευρώ, με την κύρια βάση της αγωγής ευθέως από τη σύμβαση και, σε περίπτωση ακυρότητας αυτής από οποιαδήποτε αιτία, με την επικουρική βάση της αγωγής από τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον αναιρεσείοντα κατά της αναιρεσίβλητης ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα και δεν χρειαζόταν για το ορισμένο αυτής να αναφέρεται ότι ο ενάγων κατείχε την απαιτούμενη από το νόμο επαγγελματική άδεια ικανότητας οδήγησης φορτηγού αυτοκινήτου συγκεκριμένης κατηγορίας καθώς και η κατηγορία, στην οποία ανήκε το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του ΒΔ της 28 - 1/14-2-1938 "περί κανονισμού των ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων".

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση), με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, είναι βάσιμος, καθόσον η παράλειψη του εναγόντος να αναφέρει στην αγωγή, με την οποία προβάλλει αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας, τα αναγκαία για το κύρος της σύμβασης αυτής στοιχεία, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι έχει εφοδιαστεί με νόμιμη επαγγελματική άδεια οδήγησης φορτηγού αυτοκινήτου συγκεκριμένης κατηγορίας, όπου τα στοιχεία αυτά απαιτούνται κατά νόμο, δεν καθιστούν την αγωγή αόριστη και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εξετάσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, παρά μόνο αν προβληθεί ισχυρισμός από την εναγομένη, οφείλει ο ενάγων να προτείνει και αποδείξει ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 458/2012).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει κατά αποδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2137/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ