Supreme Court dismisses appeal by winning party due to lack of legal interest and admissibility of evidence appraisal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment, ruling the appeal inadmissible. The appellant, who had won the initial proceedings, argued that the lower court distorted the content of an enforcement order, but the court found this constituted an admissible evaluation of evidence rather than a distortion. Furthermore, the court determined the appellant lacked legal interest in challenging the decision, as the contested issue was not a necessary precondition for the main claim. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 556, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; A winning party may appeal only if they have a legal interest, which requires personal and direct harm, and grounds regarding evidence appraisal are inadmissible as they fall outside appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 33 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 33/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ... Πατρών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Κυριαζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Π., κατοίκου ... Ηλείας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-06-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 428/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 191/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[A] Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, κατ’ άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος υφίσταται βλάβη. Αν την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος, η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι’ αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και, ειδικότερα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν, δηλαδή, η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού (ΑΠ 744/2019, ΑΠ 1663/2010).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την επέκταση του δεδικασμένου επί των προδικαστικών ζητημάτων απαιτείται το προδικαστικό ζήτημα να αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος. Δηλαδή το ζήτημα, που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη παρεμπιπτόντως να αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κρισιολόγηση του κύριου ζητήματος της διαφοράς της πρώτης δίκης, ήτοι το μεν παρεμπίπτον ζήτημα να αποτελεί όρο του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, το δε κύριο ζήτημα την έννομη συνέπεια αυτού που δέχθηκε ή απέρριψε το Δικαστήριο (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 39/2020, ΑΠ 744/2019).
[Β] Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκείται από το νικήσαντα διάδικο, ήτοι τον εναγόμενο, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτού για αποζημίωση από αδικοπραξία λόγω έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, δεχόμενο ότι αυτή ήταν επιταγή ευκολίας.
Ο αναιρεσείων στηρίζει το έννομο συμφέρον του στη δημιουργία δεδικασμένου από βλαπτική γι' αυτόν αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, από την παραδοχή της, ότι αυτός (αναιρεσείων) εξέδωσε συμπληρωμένη την επίδικη επιταγή που παρέδωσε στον αναιρεσίβλητο χάριν ευκολίας, και ότι δεν την παρέδωσε ατελή, δηλαδή λευκή ως προς τα ελλείποντα στοιχεία (τόπο και χρονολογία έκδοσης) με τη ρητή συμφωνία να μη συμπληρωθεί ποτέ ως προς αυτά, τα οποία, παρά ταύτα, ο αναιρεσίβλητος συμπλήρωσε κατά παράβαση της συμφωνίας πλαστογραφώντας έτσι την επιταγή, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε με την έφεση και τους προσθέτους λόγους, και ότι επομένως η έκβαση της παρούσας δίκης, λόγω της δημιουργίας δυσμενούς δεδικασμένου από την προσβαλλόμενη απόφαση, θα επηρεάσει την έκβαση των εκκρεμών μεταξύ τους δικών, που έχουν άμεση σχέση με το έγκυρο της ως άνω επιταγής.
Με αυτό το περιεχόμενο η υπό κρίση αίτηση, παραδεκτά ασκείται από τον νικήσαντα αναιρεσείοντα, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον να εξεταστούν και οι προβαλλόμενες με αυτήν πλημμέλειες κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι το προδικαστικό ζήτημα της έκδοσης έγκυρης επιταγής αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος της ευθύνης του αναιρεσείοντος από αδικοπραξία λόγω μη πληρωμής αυτής (ΑΠ 219/2020, ΑΠ 1051/2012), δηλαδή αποτελεί όρο του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ενώ, αντιθέτως, η μη πληρωμή ατελούς και άρα άκυρης επιταγής δεν συνιστά αδικοπραξία, η έρευνα δε του εν λόγω ζητήματος είναι νομικώς αναγκαία και προηγείται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, της οριστικής κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς.
Κατά συνέπεια, η ισχύς του δεδικασμένου από την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με την ως άνω αιτιολογία, ότι δηλαδή εγκύρως εκδόθηκε από τον αναιρεσείοντα η επιταγή, αλλά αυτή είχε το χαρακτήρα επιταγής ευκολίας, επεκτείνεται και στην ύπαρξη εννόμου σχέσεως από έγκυρη επιταγή, με αποτέλεσμα να βλάπτεται από την αιτιολογία αυτή της απόφασης ο αναιρεσείων.
Επομένως, εφόσον κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1707/2017, ΑΠ 1266/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, συνισταμένης σε παντελή έλλειψη αιτιολογίας ως προς την παραδοχή της ότι η επίδικη επιταγή δεν παραδόθηκε ατελής, δηλαδή με κενά - λευκά τα στοιχεία του τόπου και της ημερομηνίας έκδοσης, αλλά δόθηκε πλήρως συμπληρωμένη και ως προς τα στοιχεία αυτά, προβάλλοντας προς επιστήριξη του λόγου αυτού την αιτίαση, ότι η ως άνω παραδοχή είναι εσφαλμένη, όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες και επικληθείσες ποινικές αποφάσεις, τις οποίες το Εφετείο αγνόησε, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο παραπάνω εσφαλμένο και βλαπτικό γι' αυτόν αποδεικτικό πόρισμα.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, καθόσον δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή των οποίων υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου δε, διότι οι προβαλλόμενες πιο πάνω αιτιάσεις δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλ' αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, καθώς και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται σαφώς.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά. Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ένδικη επιταγή παραδόθηκε στον αναιρεσείοντα συμπληρωμένη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του αυτή, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή την χωρίς όρκο κατάθεση του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπ' όψη των οποίων ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία κατά το άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτιμάται ελευθέρως, από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ, εξ άλλου, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ.
γ' ΚΠολΔ, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με το λόγο αναιρέσεως, συνάγεται ομολογία (AΠ 1215/2019, ΑΠ 114/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ, αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να καταλήξει στο επιβλαβές γι' αυτόν πόρισμά του ότι η ένδικη επιταγή δεν πλαστογραφήθηκε από τον αναιρεσίβλητο, και συγκεκριμένα:
(1) την από 02-12-2015 μήνυση αυτού κατά του αναιρεσιβλήτου για πλαστογραφία, απάτη και ψευδή καταμήνυση και την επ' αυτής εκδοθείσα υπ' αριθμ. 2829/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών, με την οποία ο αναιρεσίβλητος καταδικάστηκε για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις σε συνολική ποινή φυλάκισης 36 μηνών,
(2) την υπ' αριθμ. 1254/20-2-2018 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Πατρών και την υπ' αριθμ. 1803/11-7-2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών, που εκδόθηκαν κατόπιν της από 07-03-2011 μήνυσης του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του και με τις οποίες αυτός κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της έκδοσης και μη πληρωμής της ένδικης επιταγής,
3) την από 07-03-2016 μήνυσή του κατά του αναιρεσιβλήτου για πλαστογραφία τιμολογίων και το από 20-12-2017 κατηγορητήριο του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αμαλιάδας, από το οποίο προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος παραπέμφθηκε να δικαστεί για πλαστογραφία και απόπειρα απάτης,
4) την από 08-11-2018 μήνυσή του κατά των εξετασθέντων από τον αναιρεσίβλητο μαρτύρων Γ. Π. και Π. Κ. και το σχετικό από 03-05-2018 κατηγορητήριο του Εισαγγελέα Πλημ/κών Πατρών, με το οποίο αυτοί παραπέμφθηκαν να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και ο αναιρεσίβλητος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή,
5) την από 10-10-2015 αγωγή της εταιρείας του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του (αναιρεσείοντος) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, στην οποία περιέλαβε ως οφειλόμενη και την επίμαχη επιταγή και το από 04-05-2017 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, από το οποίο προκύπτει η παραίτηση της ενάγουσας από το δικόγραφο της ως άνω αγωγής,
6) την από 10-11-2015 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της εταιρείας του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτού, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε σύμφωνα με το 495/2017 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας,
7) την από 09-02-2016 αγωγή του (αναιρεσείοντος) κατά του αναιρεσιβλήτου για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας συνισταμένης στην πλαστογραφία τιμολογίων και την εκδοθείσα επ' αυτής υπ' αριθμ. 457/2016 απόφαση, με την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε μέχρι να περατωθεί η αντίστοιχη ποινική δίκη,
8) τις από 15-04-2016 προτάσεις και την από 25-05-2016 προσθήκη του αναιρεσιβλήτου, που υποβλήθηκαν σε άλλη δίκη,
9) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του Ν. Κ. και
10) τις προσκομισθείσες φωτογραφίες του καταστήματός του.
Επίσης, ο αναιρεσείων με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ομοίως, την από το άρθρο 559 αριθμ 11 περ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου περιεχόμενη στις ανωτέρω επικληθείσες και προσκομισθείσες από 15-04-2016 προτάσεις και την από 25-05-2016 προσθήκη του αναιρεσιβλήτου, που υποβλήθηκαν σε άλλη δίκη, όπου αυτός "ομολογεί ότι η επιταγή των 28.500 ευρώ ήταν επιταγή εγγυήσεως" και δεν αφορούσε την αγορά εμπορευμάτων από την εταιρεία του.
Ωστόσο, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Το γεγονός δε, ότι δεν συνήγαγε από τις από 15-04-2016 προτάσεις και την από 25-05-2016 προσθήκη του αναιρεσιβλήτου την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα εξώδικη ομολογία του αναιρεσίβλητου αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ανεξαρτήτως του ότι η σχετική αιτίαση στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από μόνη την αναφορά του αναιρεσιβλήτου ότι η ένδικη επιταγή ήταν επιταγή εγγυήσεως δεν συνάγεται ομολογία αυτού περί πλαστογραφίας αυτής.
Επομένως, οι ανωτέρω, πρώτος (κατά το πρώτο σκέλος) και δεύτερος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι, που κατά τα λοιπά αποδίδουν στο Εφετείο πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι, δεδομένου ότι, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση των αποδείξεων εκφεύγει, καθ' εαυτήν, από τον αναιρετικό έλεγχο.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του. Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικά από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμα του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 224/2020, ΑΠ 519/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει την πλημμέλεια, ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένδικης επιταγής με το να δεχθεί ότι αυτή παραδόθηκε συμπληρωμένη, καθόσον "από διαγνωστικό σφάλμα η προσβαλλόμενη απόφαση απέδωσε το νόημα που αναφέρει (ως προς την συμπλήρωση στην επίδικη επιταγή του "ΤΟΠΟΥ" και της "ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ ΛΗΞΗΣ") από εσφαλμένη σύλληψη του υλικού περιεχομένου της επιταγής". Ο λόγος αυτός προτείνεται απαραδέκτως, διότι υπό τα εκτιθέμενα δεν πρόκειται για παραμόρφωση της επιταγής, δηλαδή για λάθος αναγόμενο σε ανάγνωση αυτής, αλλά για εκτίμηση του περιεχομένου της από το δικαστήριο, διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστή, η οποία δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04-10-2018 αίτηση του Δ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 191/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιανουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ