Legislator Case Law & Legislation
33/2020 AI generated

33/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 33/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

33/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έκτοτε παρείχαν την εργασία τους με την ίδια ως άνω ειδικότητα και τις ίδιες συνθήκες εργασίας , με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μέχρι και τους μήνες Μάρτιο-Απρίλιο του έτους 2005. Πιο συγκεκριμένα οι εφεσίβλητες-ανακόπτουσες απασχολούνταν μήνα παρά μήνα και συνολικά επί έξι μήνες ετησίως με ημερήσιο ωράριο εργασίας επτά ωρών και δεκαπέντε λεπτών για τις ημέρες Δευτέρα ως Πέμπτη και επτά ωρών για την Παρασκευή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 33 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 33/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: εταιρείας με την επωνυμία "..., Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής εκκαθαρίστριας της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπρέγιαννο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Μ. Δ. του Θ., 2) Σ. Κ. του Σ., 3) Ε. Ρ. του Χ., 4) Μ. Χ. του Κ. και 5) Τ. Χ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-8-2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 643/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 651/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2015 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 444/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25-9-2015 αίτησης του Ν. Μ. ως ειδικού εκκαθαριστή της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας "... Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 651/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 31-8-2018 κλήση της καλούσας - αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση ανέγνωσε την από 13-11-2017 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αποστολάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις με αριθμούς 2719Ε'/4-10-2018, 2720Ε'/4-10-2018, 2721Ε'/4-10-2018, 2722Ε'/4-10-2018 και 2723Ε'/4-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Πύργου Χ. Π. προκύπτει ότι, μετά από την έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες ακριβές αντίγραφο της από 31-8-2018 κλήσεως με την οποίαν επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 25-9-2015 αίτηση αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς επίσης και ακριβές αντίγραφο της παραπάνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά την έκδοση της με αριθμό 444/2018 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της λόγω μη νόμιμης κλήτευσης των αναιρεσιβλήτων κατά τη δικάσιμο εκείνη (της 29-1-2018), οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου από την αρχική δικάσιμο της 24-4-2017, κατά την οποίαν ωστόσο δεν προέκυπτε ότι ο εμφανισθείς ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους διέθετε τη σχετική προς εκπροσώπησή τους πληρεξουσιότητα για την εν λόγω αναβολή. Επομένως εφ` όσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 651/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12-9-2014 έφεση του αρχικού ειδικού εκκαθαριστή -αναιρεσείοντος Ν.Μ. της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας "... ΤΡΑΠΕΖΑΣ", (ήδη αντικατασταθέντος από την εταιρεία "...

Εκκαθάριση ΑΕ") κατά της με αριθμό 643/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν την από 9-8-2013 ανακοπή των αναιρεσιβλήτων, με την οποίαν οι τελευταίες ζήτησαν να αναγνωρισθούν οι απαιτήσεις τους από την εργασιακή απασχόλησή τους ως καθαριστριών στην παραπάνω (υπό ειδική εκκαθάριση τράπεζα), τις οποίες δεν πρόλαβαν να αναγγείλουν στη διαδικασία της εκκαθαρίσεως εντός της προθεσμίας προς επαλήθευση των απαιτήσεων των πιστωτών της.

H αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: "Οι εφεσίβλητες-ανακόπτουσες: Μ. Θ. Δ., Σ. Σ. Κ., Ε. Χ. Ρ., Μ. Κ. Χ. και Τ. Κ. Χ. προσλήφθηκαν κατά τα έτη 1986-1990 από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως καθαρίστριες στο κατάστημά της στον ....

Έκτοτε παρείχαν την εργασία τους με την ίδια ως άνω ειδικότητα και τις ίδιες συνθήκες εργασίας , με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μέχρι και τους μήνες Μάρτιο-Απρίλιο του έτους 2005. Πιο συγκεκριμένα οι εφεσίβλητες-ανακόπτουσες απασχολούνταν μήνα παρά μήνα και συνολικά επί έξι μήνες ετησίως με ημερήσιο ωράριο εργασίας επτά ωρών και δεκαπέντε λεπτών για τις ημέρες Δευτέρα ως Πέμπτη και επτά ωρών για την Παρασκευή.

Στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ως άνω τράπεζας και ενέπιπταν στο ρυθμιστικό πλαίσιο του άρθρου 4 του π.δ 180/2004. Για το λόγο αυτό το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας διαβίβασε στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), με θετική προς τούτο κρίση-εισήγησή του, τις σχετικές αιτήσεις των εφεσιβλήτων ανακοπτουσών (μαζί με εκείνες και άλλων εργαζομένων) για τη μετατροπή των συμβάσεών τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Το ΑΣΕΠ στη συνέχεια με την υπ' αριθμ.1/153-2005 απόφαση του Δ' Τμήματός του αποφάνθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών στις ως άνω διατάξεις, προκειμένου εφεξής να καταστούν οι ορισμένου χρόνου συμβάσεις εργασίας τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου με την ειδικότητα με την οποία μέχρι τότε απασχολούνταν.

Σε συμμόρφωση με την εν λόγω απόφαση η εργοδότρια "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" συνήψε στις 3-5-2005 με τις εφεσίβλητες-ανακόπτουσες αντίστοιχες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, μειωμένης όμως απασχόλησής τους, καθώς κατά τους όρους των συμβάσεων αυτών οι τελευταίες θα προσέφεραν την εργασία τους ως καθαρίστριες επί τρείς ώρες και πενήντα λεπτά ημερησίως.

Με τον τρόπο αυτό ωστόσο η εργοδότρια προέβη χωρίς την πραγματική συναίνεση των εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών, που αναγκάστηκαν να υπογράψουν τις παραπάνω συμβάσεις προκειμένου να διατηρήσουν τις θέσεις τους, σε τροποποίηση των όρων εργασίας τους που ίσχυαν μέχρι τότε, με τη δε μείωση του ωραρίου τους και την άρνηση της εργοδότριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας να τις προσλάβει με το ωράριο εργασίας, με το οποίο μέχρι τότε προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, που συνίστατο στη μείωση των καταβαλλόμενων αποδοχών τους, στην επιμήκυνση του χρόνου που θα απαιτείτο για τη θεμελίωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησής τους, καθώς και στη μείωση του επιδόματος βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων.

Μετά ταύτα οι εφεσίβλητες-ανακόπτουσες μαζί με άλλες εργαζόμενες που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" με την ειδικότητα της καθαρίστριας και για τις οποίες είχε κριθεί ομοίως, με την 1/15-3-2005 απόφαση του ΑΣΕΠ ότι υπάγονταν στις διατάξεις του άρθρου 4 π.δ/τος 180/2004, άσκησαν κατά της τελευταίας, δηλαδή της εργοδότριας τράπεζας την από 27-12-2005 (με αρ.κατ.5805/2005) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επικαλούμενες μεταξύ άλλων την ανωτέρω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους ζήτησαν:

Α) Να αναγνωριστεί α) ότι είναι άκυροι οι όροι των από 3-5-2005 συμβάσεών τους δυνάμει των οποίων οι ίδιες φέρονταν ότι είχαν προσληφθεί το πρώτον στην υπηρεσία της εργοδότριας τραπεζικής εταιρείας κατά την αμέσως προαναφερόμενη ημερομηνία καθώς και οι όροι εκείνοι που αφορούσαν στο μειωμένο ωράριο εργασίας τους, β) ότι συνδέονταν με την τότε εναγόμενη-εργοδότρια με μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και δη από την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψής τους και γ) ότι η τελευταία (εναγόμενη-εργοδότρια) από το μήνα Μάϊο του έτους 2005 είχε καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους και ως προς τις ώρες που το ωράριο υπολειπόταν του ωραρίου που κατά τα ανωτέρω η ίδια ώφειλε να τις απασχολεί.

Β) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τις απασχολεί με το πριν τη μετατροπή των συμβάσεών τους ημερήσιο ωράριο, καταβάλλοντάς τους την αντίστοιχη με το χρόνο αυτό απασχόλησης αμοιβή. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ.2508/6-11-2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ήδη μετά την απόρριψη των κατ' αυτής αντίθετων εφέσεων με την 528/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Αθηνών) κατέστη τελεσίδικη.

Με την απόφαση αυτή, αφού απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα και μη νόμιμα κατά περίπτωση τα λοιπά πλην του υπό στοιχ.Β' αιτήματος και αφού περαιτέρω κρίθηκε κατ' ουσίαν ότι η ως άνω μετατροπή από διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης συνιστούσε μη νόμιμη μεταβολή των όρων εργασίας των τότε εναγουσών και ήδη εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών, η εν λόγω αγωγή έγινε κατά ένα μέρος δεκτή και υποχρεώθηκε η εργοδότρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να απασχολεί αυτές με πλήρες ωράριο εργασίας.

Ειδικώς όσον αφορά το αίτημα της αμέσως προαναφερόμενης αγωγής να αναγνωριστεί ότι η "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" από το μήνα Μάιο του έτους 2005 είχε καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των των τότε εναγουσών (και ήδη εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών) αυτό με την άνω απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμο και δη με την αιτιολογία ότι αναγνωριστική αγωγή μπορούσε να εγερθεί όχι για την διάγνωση ενός απλού πραγματικού ή νομικού γεγονότος ή κατάστασης, αλλά για τη διάγνωση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης κάποιας έννομης σχέσης την οποία όμως οι τότε ενάγουσες δεν επικαλούντο.

Συμμορφούμενη προς την άνω υπ' αρ.2508/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η εργοδότρια "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" πράγματι από την 1-1-2008 και έκτοτε απασχόλησε τις τότε ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες-ανακόπτουσες με πλήρες ωράριο. Αναφορικά εξ άλλου με το διάστημα από 3-5-2005 ως 31-12-2007, δηλαδή για τη χρονική περίοδο που μεσολάβησε από τη σύναψη των άνω (από 3-5-2005) συμβάσεων κατόπιν απόφασης του ΑΣΕΠ έως το χρονικό σημείο που η εργοδότρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθμ.2508/2007 απόφαση κατά την οποία (χρονική περίοδο) η τελευταία απασχολούσε τις εφεσίβλητες-ανακόπτουσες με μειωμένο ωράριο, αυτές άσκησαν κατά της πρώτης, ήτοι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "...

ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Ηλείας την από 3-12-2010 (με αρ.κατ.323/2010) αγωγή τους. Με την αγωγή αυτή ειδικότερα, οι τότε ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες-ανακόπτουσες, επικαλούμενες όσα κατά τα ανωτέρω είχαν προηγηθεί, μεταξύ αυτών και την κατά τα ανωτέρω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους με τη σύναψη των από 3-5-2005 συμβάσεων εργασίας, καθώς και ότι η εναγόμενη-εργοδότρια από το χρονικό αυτό σημείο και έως τη συμμόρφωσή της προς την 2508/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξακολουθούσε να τις απασχολεί με μειωμένο ωράριο, με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερη σε σχέση με τις διαφορές των αποδοχών που κατέβαλε στις ίδιες για το μειωμένο ωράριο απασχόλησής τους από εκείνες τις αποδοχές που έπρεπε να καταβάλει σ' αυτές ως απασχολούμενες με πλήρες ωράριο, ζήτησαν με βάση τις διατάξεις τις διέπουσες τις έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τους και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγόμενη-εργοδότρια να καταβάλει σε κάθε μία από αυτές τα ποσά που κατά περίπτωση αναφέρονταν στην αγωγή τους, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημέρας που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από το χρόνο επίδοσης της αγωγής αυτής μέχρι την εξόφληση.

Με την εκδοθείσα επί της αγωγής αυτής υπ' αριθμ.284/22-6-2012 οριστική απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Ηλείας, αφού ανάμεσα στ' άλλα κρίθηκε ότι κατά τη σύναψη των από 3-5-2005 συμβάσεων οι τότε ενάγουσες και νυν εφεσίβλητες-ανακόπτουσες δεν αποδέχθηκαν τον όρο που αφορούσε στη μείωση του ωραρίου τους, ούτε και συναίνεσαν σχετικώς, αλλά αναγκάσθηκαν να υπογράψουν τις εν λόγω συμβάσεις προκειμένου να διατηρήσουν τη θέση εργασίας τους, την οποίαν διαφορετικά θα έχαναν και πιεζόμενες από τις βιοτικές τους ανάγκες, επίσης δε και ότι δεν ήταν νόμιμη η άρνηση αποδοχής από μέρους της εναγόμενης-εργοδότριας της εργασίας που προσέφεραν οι συγκεκριμένες εργαζόμενες κατ' άρθρο 4,11 παρ.1εδ.β' π.δ/τος164/2004 και 281,648 επ.και 669 ΑΚ, με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας τους η αγωγή έγινε δεκτή κατά την κύρια βάση της.

Υποχρεώθηκε δε η τότε εναγόμενη-εργοδότρια να καταβάλει στις ενάγουσες και νύν εφεσίβλητες-ανακόπτουσες τα αιτηθέντα κατά περίπτωση ποσά και συγκεκριμένα στην πρώτη των τότε εναγουσών και ήδη εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών Μ. Δ. 14.335,64 ευρώ, στη δεύτερη από αυτές Σ. Κ. 15.213,69 ευρώ, στην τρίτη Ε. Ρ. 15.283,03 ευρώ, στην τέταρτη Μ.

Χ. 14.243,36 ευρώ και στην πέμπτη Α. (Τ.) Χ. 14.243,36 ευρώ, σε όλες δε τις περιπτώσεις με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και ειδικότερα από την πρώτη ημέρα εκάστου επομένου ημερολογιακού μηνός. Η απόφαση αυτή, η οποία κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για κάθε μία από τις τότε ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες-ανακόπτουσες για το ποσό των 7.000 ευρώ και ακριβές επικυρωμένο αντίγραφό της επιδόθηκε στην "...

ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" στις 5-7-2012 (βλ. το προσκομιζόμενο από τις εφεσίβλητες-ανακόπτουσες ακριβές αντίγραφο της υπ' αρ.5591Β/5-7-2012 εκθέσεως επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας Σ. Ν.Α.) δεν κατέστη τελεσίδικη, καθώς κατ' αυτής ασκήθηκε η υπ' αριθμ.37/2012 έφεση (βλ. το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο από τις εφεσίβλητες-ανακόπτουσες υπ' αριθμ.60/2014 πιστοποιητικό της Γραμματέως του πρωτοδικείου Ηλείας), η οποία έκτοτε παρέμεινε εκκρεμής.

Με βάση όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι πράγματι η "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" ως εργοδότρια, αρνούμενη κατά το διάστημα από τις 3-5-2005, οπότε και συνήφθησαν οι άνω συμβάσεις αορίστου χρόνου εργασίας των εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών κατόπιν της υπ' αριθμ.1/15-3-2005 απόφασης του ΑΣΕΠ, έως την 1-1-2008, οπότε και επήλθε συμμόρφωση αυτής προς την υπ' αριθμ. 2508/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών να αποδεχθεί την εργασία των εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών με πλήρες ωράριο απασχόλησης που οι τελευταίες της προσέφεραν, κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της προσφερόμενης κατά τη χρονική αυτή περίοδο εργασίας των εφεσιβλήτων- ανακοπτουσών.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι με την υπ' αριθμ.46/27-72012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της πιο πάνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, ήτοι του τραπεζικού ιδρύματος με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και τέθηκε αυτή σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, σύμφωνα με το άρθρο 68 τουν. 3601/2007, ενώ διορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής της ο εκκαλών-καθού η ανακοπή Ν.

Μ. του Δ.. Ο τελευταίος στο πλαίσιο των καθηκόντων του και ενεργώντας κατ' άρθρο3 παρ.1 του άνω Κανονισμού Ειδικής Εκκαθάρισης Πιστωτικών Ιδρυμάτων κάλεσε τους πιστωτές να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους. Η τελευταία δε προς τούτο πρόσκλησή του δημοσιεύθηκε στις 17-8-2-12 και η σχετική για την αναγγελία των απαιτήσεων προθεσμία του ενός μηνός παρήλθε στις 17-9-2012.

Οι εφεσίβλητες-ανακόπτουσες δεν ανήγγειλαν εντός της προθεσμίας αυτής τις απαιτήσεις τους, ήδη δε με την ανακοπή τους και ενώ ακόμη δεν έχει λάβει χώρα η τελευταία διανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης της περιουσίας της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας ζητούν την επαλήθευση των απαιτήσεων που σ' αυτή εκθέτουν και ταυτίζονται με εκείνες που σύμφωνα με τα παραπάνω διεκδίκησαν με την από 3-12-2010 (με αρ.κατ.323/2010) αγωγή τους και δέχθηκε το Μον/λές Πρωτοδικείο Ηλείας με την υπ' αρ.284/2012 οριστική απόφασή του.

Η αιτούμενη δε επαλήθευση, πρέπει να σημειωθεί, δεν εμποδίζεται εξαιτίας της δίκης που ανοίχθηκε με την αμέσως προαναφερόμενη από 3-12-2010 (με αρ.κατ.323/2010) αγωγή των εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Ηλείας, διότι κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα από τη θέση της τραπεζικής εταιρείας σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης αναστέλλονται τα εναντίον της ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών της, οι δε τελευταίοι, εν προκειμένω οι εφεσίβλητες-ανακόπτουσες οφείλουν να ακολουθήσουν όπως και πράττουν τη διαδικασία της επαλήθευσης (εξέλεγξης) των απαιτήσεών τους κατ' αυτής...Με την υπό κρίση έφεσή του ο εκκαλών καθού η ανακοπή ειδικός εκκαθαριστής, αρνούμενος όπως και πρωτοδίκως την ιστορική βάση της υπό κρίση ανακοπής ισχυρίζεται ότι:

α) Οι εφεσίβλητες-ανακόπτουσες με τη σύναψη των από 3-5-2005 συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου αποδέχθηκαν τους οικείους όρους περί μειωμένης απασχόλησής τους και παρείχαν έκτοτε την εργασία τους με μειωμένο ωράριο, ενώ ουδέποτε προέβησαν σε οποιαδήποτε δήλωση ή επιφύλαξη, από την οποία να προκύπτει η προς τούτο εναντίωσή τους.

β) Με την υπ' αρ.2508/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν αναγνωρίστηκε ότι η άνω τραπεζική εταιρεία κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα από 3-5-2005 έως 31-12-2007, αλλ' αντιθέτως το οικείο αγωγικό αίτημα των τελευταίων απορρίφθηκε.

Σε κάθε δε περίπτωση η απόφαση αυτή προς την οποία η τράπεζα συμμορφώθηκε δεν αφορά στο ως άνω διάστημα (δηλαδή από 3-5-2005 έως 31-12-2007), ως προς το οποίο η τελευταία δεν δύναται να θεωρηθεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών, αλλά στη μετέπειτα και δη μετά τη δημοσίευσή της χρονική περίοδο.

γ) Ενώ από μόνο το γεγονός της μεταβολής των όρων εργασίας του μισθωτού δεν είναι δυνατό να γεννηθεί αξίωσή του για αποδοχές υπερημερίας και τέτοια απαίτησή του θα μπορούσε να υπάρξει μόνο αν ο ίδιος έχει επιλέξει να παράσχει την εργασία του με βάση τους αρχικούς όρους και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί αυτήν, οι προϋποθέσεις αυτές εν προκειμένω δεν συντρέχουν.

δ) Οι από 3-5-2007 μεταξύ της τράπεζας και των εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών καταρτισθείσες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και μειωμένης απασχόλησης συνήφθησαν κατ' εφαρμογή του π.δ/τος 180/2004 και σε πλήρη συμμόρφωση προς την υπ' αρ.1/15-3-2005 απόφαση του ΑΣΕΠ, η οποία συνιστά διοικητική πράξη, άμεσα εκτελεστή και καλυπτόμενη από το τεκμήριο της νομιμότητας μέχρι την τυχόν ακύρωσή της.

Η τράπεζα δηλαδή δεν είχε οποιαδήποτε δυνατότητα να ενεργήσει κατά διακριτική ευχέρεια ή να ασκήσει το διευθυντικό της δικαίωμα περί την υπογραφή ή μη συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης με τις εφεσίβλητες-ανακόπτουσες και συνεπώς ακόμη κι' αν θεωρηθεί ότι οι τελευταίες προσέφεραν εργασία πλήρους απασχόλησης , η ίδια εφαρμόζοντας την εν λόγω απόφαση ουδέποτε περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας τους.

Οι ισχυρισμοί αυτοί του εκκαλούντος-καθού η ανακοπή ωστόσο δεν κρίνονται βάσιμοι. Σε ότι αφορά τον υπό στοιχείο α' ισχυρισμό ειδικότερα, όπως κρίθηκε τελεσιδίκως και με την υπ' αρ.2508/2007 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι εφεσίβλητες-ανακόπτουσες στην πραγματικότητα δεν αποδέχθηκαν τον όρο που αφορούσε στη μείωση του ωραρίου απασχόλησής τους και οδήγησε στη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους.

Αντιθέτως και όπως συνάγεται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, οι ίδιες εξ αρχής εναντιώθηκαν στην επελθούσα με τις από 3-5-2005 συμβάσεις βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, προσφερόμενες και διεκδικώντας, πλην όμως ανεπιτυχώς λόγω της άρνησης προς τούτο της τραπεζικής εταιρείας να εργαστούν με πλήρες ωράριο όπως και προηγουμένως.

Με τη δε από 27-12-2005 αγωγή τους, δηλαδή με αγωγή που άσκησαν λίγους μήνες αργότερα και επί της οποίας εκδόθηκε η αμέσως προαναφερόμενη απόφαση εναντιώθηκαν και δικαστικώς στη δημιουργηθείσα, λόγω της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας τους, κατάσταση και ζήτησαν όσα παραπάνω σχετικώς αναφέρονται. Αναφορικά με τον υπό στοιχείο β' ισχυρισμό επίσης, ναι μεν με την υπ' αρ.2508/6-11-2007 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών υποχρεώθηκε η "...

ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" να απασχολήσει εφεξής τις εφεσίβλητες-ανακόπτουσες, το δε αίτημα που αφορούσε στην υπερημερία της τραπεζικής εταιρείας από το Μάϊο του έτους 2005 και μετά να αποδεχθεί τις υπηρεσίες των εφεσιβλήτων - ανακοπτουσών απορρίφθηκε ως μη νόμιμο. Με την ίδια αυτή απόφασή του ωστόσο το Μον/λές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε τελεσιδίκως περί της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας των εφεσιβλήτων - ανακοπτουσών με την απασχόλησή τους από τις 3-5-2005 και έκτοτε ως αναγκαίας προϋπόθεσης για το κύριο ζήτημα της απασχόλησης των τελευταίων με πλήρες ωράριο εργασίας.

Ειδικώς δε περί της υπερημερίας της τραπεζικής εταιρείας κατά το επίμαχο διάστημα, δηλαδή από 3-5-2005 έως 31-12-2007 αποφάνθηκε οριστικώς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας με την άνω 284/2012 απόφασή του, ενώ η ίδια κρίση συνάγεται στην προκείμενη δίκη από το σύνολο και των λοιπών προς τούτο αποδεικτικών μέσων. Με βάση εξ άλλου όσα πιο πάνω αναφέρονται για τους υπό στοιχ.α' και β' ισχυρισμούς του εκκαλούντος-καθού η ανακοπή αβάσιμα κρίνονται και τα υποστηριζόμενα με τον υπό στοιχ.γ' ισχυρισμό του τελευταίου.

Και τούτο διότι εν προκειμένω δεν υπήρξε απλώς μεταβολή των όρων εργασίας των εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών, αλλά οι τελευταίες, όπως ήδη πιο πάνω γίνεται δεκτό και ασκώντας τη μία εκ των δυνατοτήτων που σύμφωνα με όσα σχετικώς στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις αναπτύσσονται, διαζευκτικώς είχαν ενόψει της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας τους, ενέμειναν στην απασχόλησή τους με πλήρες ωράριο εργασίας, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, τις οποίες η εργοδότρια τραπεζική εταιρεία αρνήθηκε με αποτέλεσμα να περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας τους.

Επιπροσθέτως οι ίδιες εξέφρασαν την αντίδρασή τους, ασκώντας την από 27-12-2005 (με αρ.κατ.5805/2005) αγωγή τους ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν ζήτησαν όσα παραπάνω αναφέρονται και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ.2508/2007, ήδη τελεσίδικη απόφαση του αμέσως προαναφερόμενου Δικαστηρίου. Ομοίως τέλος δεν ευσταθεί και ο υπό στοιχ.δ' ισχυρισμός του εκκαλούντος-καθού η ανακοπή, αφού σε κάθε περίπτωση η τραπεζική εταιρεία από τις από 3-5-2005 και μέχρι τη συμμόρφωσή της προς την υπ' αρ.2058/2007 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών, οι οποίες έως ότου κρίθηκε με την υπ' αρ.1/15-3-2005 απόφαση του ΑΣΕΠ ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ/τος 180/2004 απασχολούνταν με πλήρες και όχι με μειωμένο ωράριο.

Από δε τη δευσμευτικότητα της αμέσως προαναφερομένης απόφασης του ΑΣΕΠ δεν δύναται να συναχθεί οποιαδήποτε κρίση περί μη ύπαρξης κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα υπερημερίας της τραπεζικής εταιρείας περί την αποδοχή των υπηρεσιών των εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών. Αντιθέτως πρέπει συναφώς να παρατηρηθεί, μεταξύ των παλαιών ορισμένου χρόνου συμβάσεων εργασίας των εφεσιβλήτων-ανακοπτουσών και εκείνων που συνήφθησαν στις 3-5-2005 υφίσταται σύνδεση και εξάρτηση των μεταγενεστέρων από τις προγενέστερες, καθώς σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα από την ύπαρξη των τελευταίων κρίθηκε με την υπ' αρ.1/15-3-2005 απόφαση του ΑΣΕΠ ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να καταστούν εφεξής οι ορισμένου χρόνου συμβάσεις σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Η σύνδεση αυτή άλλωστε καταδεικνύεται και από τα οριζόμενα στην παρ.1 του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004, το οποίο μολονότι το άνω τραπεζικό Ίδρυμα-ανώνυμη εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αθηνών-δεν ενέπιπτε στις ρυθμίσεις του, αλλά σε εκείνες του π.δ/τος 83/2003 (που εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου), όπως τροποποιήθηκε με το π.δ 180/2004, έχει ανάλογη εφαρμογή (άρθρο 8Α παρ.1 του π.δ/τος το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ/τος 180/2004).

Κατά τα οριζόμενα στην άνω παράγραφο του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004 ειδικότερα, "1.Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)...β)...γ)...δ)...Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση". Ακολούθως το Εφετείο αφού υπολόγισε το ύψος των οφειλομένων διαφορών για τη Μ.

Δ. σε 10.772,80 ευρώ, για τη Σ. Κ. σε 10.849,72 ευρώ, για την Ε. Ρ. σε 10.308,30 ευρώ, για την Μ. Χ. σε 9.403,33 ευρώ και για την Τ. Χ. σε 9.713,56 ευρώ, όπως και η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε, απέρριψε την κατ' αυτής έφεση του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη.

Aπό τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος που επικαλείται. Αν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εφόσον απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ1089/2019, ΑΠ1556/2018).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεδικασμένο δημιουργείται από τελεσίδικη απόφαση μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, (ΟλΑΠ7/2013, ΑΠ108/2019, ΑΠ103/2019), εφόσον το δικαστήριο που δίκασε ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει επί της παρεμπίπτουσας διαφοράς εάν αυτή εισαγόταν αυτοτελώς (ως κυρία) ενώπιόν του (ΑΠ289/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση η κρίση του Εφετείου ως προς το ερευνώμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης των απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων, ότι δηλαδή η υπό ειδική εκκαθάριση - εργοδότις τράπεζα είχε ήδη από 3-5-2005 περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των αναιρεσιβλήτων υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, οφείλοντας εντεύθεν ως αποδοχές υπερημερίας τη διαφορά μεταξύ των καταβαλλομένων για τη μειωμένη εργασία και των καταβλητέων για πλήρη εργασία, στηρίχθηκε σε δύο επάλληλες κύριες αιτιολογίες.

Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογία, την 3-5-2005 καταρτίσθηκε μεταξύ καθεμιάς των αναιρεσιβλήτων ως καθαρίστριας και της εργοδότιδάς τους "... ΤΡΑΠΕΖΑΣ" (σε εκτέλεση του 20/20-12-2004 πρακτικού του Δ.Σ της τελευταίας και της 1/15-3-2005 αποφάσεως του ΑΣΕΠ που έκρινε ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων των π.δ164/2004 και 180/2004 συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις μετατροπής των προϋφισταμένων μεταξύ των μερών διαδοχικών σύμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με πλήρες ωράριο απασχόλησης) ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου μεν χρόνου, όχι όμως με πλήρες (όπως θα έπρεπε κατά τα ανωτέρω), αλλά με μειωμένο ωράριο απασχόλησης, με συνέπεια η ως άνω απασχόληση να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των αναιρεσιβλήτων την οποίαν οι τελευταίες δεν αποδέχθηκαν, οπότε η εργοδότις τους περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους και ότι εκ του λόγου αυτού ώφειλε έκτοτε ως αποδοχές υπερημερίας τη διαφορά μεταξύ αυτών που κατέβαλε στις αναιρεσίβλητες για τη μειωμένη εργασία και όσων έπρεπε να καταβάλει για πλήρη εργασία.

Επιπροσθέτως όμως η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με δεύτερη (επάλληλη) αιτιολογία ότι υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την προεκδοθείσα 2508/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά της εργοδότιδάς τους "...

ΤΡΑΠΕΖΑΣ" για το κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσης της τελευταίας από την 3-5-2005 σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των αναιρεσιβλήτων υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Και τούτο διότι με την άνω απόφαση έγινε δεκτό το αίτημα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων να υποχρεωθεί η τότε εναγομένη εργοδότις τους να τις απασχολεί στο εξής υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης καταβάλλοντας τις ανάλογες αποδοχές.

Για την παραδοχή του παραπάνω αιτήματος ως αναγκαία προϋπόθεση, κρίθηκε παρεμπιπτόντως και έγινε δεκτό ότι η ως άνω εργοδότις είχε μεταβάλει δυσμενώς και μονομερώς τους όρους των επιδίκων συμβάσεων εργασίας ήδη από την 3-5-2005, περιελθούσα εκ του λόγου αυτού σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των αναιρεσιβλήτων υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Ο αναιρεσείων με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσής του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες που ανάγονται στην πρώτη από τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες αυτής. Ειδικότερα: α) με τον πρώτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του παραπονείται ότι το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 8Α π.δ81/2003, 11π.δ164/2004 και 4π.δ180/2004, διότι η εργοδότις τράπεζα συμμορφώθηκε με την απόφαση του ΑΣΕΠ για κατάρτιση συμβάσεως αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης και συνεπώς δεν ήταν κατά νόμο δυνατό να καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας των αναιρεσιβλήτων με καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

β) Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου (κατ' ορθήν εκτίμηση αυτού) ισχυρίζεται ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.4 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή καθόσον οι αναιρεσίβλητες ακολούθησαν τη διοικητική διαδικασία του ΑΣΕΠ και επομένως η αμφισβήτηση του κύρους της απόφασης αυτού (που αποτελεί ατομική εκτελεστή διοικητική πράξη και δεν έχει ακυρωθεί), γεννά ακυρωτική διαφορά που υπάγεται στη δικαιοδοσία του ΣΤΕ.

γ) Με το τρίτο σκέλος του αυτού ως ανωτέρω λόγου αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι μη προσδιορίζοντας το ακριβές περιεχόμενο της αποφάσεως του ΑΣΕΠ και δη εάν ενέκρινε τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου πλήρους ή μειωμένης απασχόλησης διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία για ουσιώδες ζήτημα, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 8Α π.δ81/2003, 11π.δ164/2004 και 4π.δ180/2004.

Με τον δεύτερο εξ άλλου λόγο αναιρέσεως α) κατά το πρώτο σκέλος του μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 8Α π.δ.81/2003, 11 π.δ.164/2004, 4 π.δ.180/2004, 7 ν.2112/1920, 653, 655 και 656 ΑΚ, διότι δεχόμενο ότι οι ένδικες από 3-5-2005 συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης καταρτίστηκαν ως τέτοιες κατά νομική υποχρέωση σε εκτέλεση της δεσμευτικής για την εργοδότιδα απόφασης του ΑΣΕΠ, η καθιέρωση μειωμένης απασχόλησης δεν οφείλονταν σε μονομερή ενέργεια της τράπεζας ούτε συνιστούσε δυσμενή μεταβολή.

β) Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω διατάξεις διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για τα ουσιώδη ζητήματα του ευλόγου χρόνου μέσα στον οποίο οι αναιρεσίβλητες αντέδρασαν κατά του βλαπτικού αποτελέσματος των νέων συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου σε σχέση με τις προϋπάρχουσες ορισμένου χρόνου.

Επίσης με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι για την εξαγωγή των ανωτέρω κρίσεών του παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αρ.20/20-12-2004 πρακτικού του Δ.Σ της τράπεζας και της με αρ.1/15-3-2005 αποφάσεως του ΑΣΕΠ, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα παραπάνω έγγραφα, καθόσον δέχθηκε μεν ότι το ΑΣΕΠ με την 1/15-3-2005 απόφασή του αποφάνθηκε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων υπαγωγής των αναιρεσιβλήτων στις διατάξεις τουπ.δ164/2004 και π.δ180/2004, αλλά παρέλειψε να αναγνώσει το πλέον ουσιώδες μέρος των εγγράφων αυτών, ότι το μεν ΔΣ της ...

ΤΡΑΠΕΖΑΣ με την με αρ.20/20-12-2004 απόφασή του μετέτρεψε τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των αναιρεσιβλήτων με τις οποίες απασχολούνταν επί έξι μήνες ετησίως σε μία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με μειωμένο ωράριο που αντιστοιχεί στο χρόνο απασχόλησης των αναιρεσιβλήτων πριν τη μετατροπή αυτή, το δε ΑΣΕΠ με την 1/15-3-2005 απόφασή του δέχθηκε ότι η ανωτέρω απόφαση του Δ.Σ της ...

Τράπεζας "έχει καλώς", δηλαδή ότι είναι σύννομη και επομένως αποφάνθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες θα εργάζονται με μειωμένο ωράριο. Ωστόσο όλοι οι ανωτέρω λόγοι προβάλλονται αλυσιτελώς διότι όπως στην οικεία μείζονα σκέψη αναφέρθηκε το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες κύριες αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττεται η μία από αυτές και συγκεκριμένα η αιτιολογία από το δεδικασμένο για το προαναφερόμενο παρεμπίπτον κρίσιμο ζήτημα.

Ως εκ τούτου οι παραπάνω λόγοι κρίνονται απαράδεκτοι για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (ΑΠ675/2013). Επιπροσθέτως, πέραν των ανωτέρω από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8Α π.δ.84/2003, 11 π.δ.164/2004, 4 π.δ.180/2004, 7 ν.2112/20, 653, 655, 656 ΑΚ τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ούτε και εκ πλαγίου παραβίαση υπήρξε, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του επί του ζητήματος που είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (της υπερημερίας της τράπεζας λόγω της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας των εργαζομένων της σε σχέση με το ωράριο απασχόλησης) αναφέρονται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στο αιτιολογικό της καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι των ως άνω κανόνων που εφαρμόστηκαν, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τον πρώτο και δεύτερο λόγο κατά το πρώτο σκέλος τους (εκ του αρ.1 άρθρου 559 ΚΠολΔ), καθώς και το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αντίστοιχα (εκ του αρ.19 ΚΠολΔ).

Ως εκ τούτου οι ανωτέρω λόγοι κρίνονται και αβάσιμοι. Αβάσιμος κρίνεται εξ άλλου και ο τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων τα οποία συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, δεν στήριξε όμως το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά, ούτε κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα.

Επίσης αβάσιμος είναι ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του αρ.4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον η επαλήθευση με την ανακοπή του άρθρου 92 ΠτΚ της απαίτησης των αναιρεσιβλήτων (διαφορές αποδοχών μεταξύ της απασχόλησης με μειωμένο και πλήρες ωράριο) την οποίαν δεν πρόλαβαν να αναγγείλουν στη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης της εργοδότιδάς τους τράπεζας δεν συνιστά ακυρωτική διαφορά ώστε να υπάγεται στον έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων και να στερεί τη δυνατότητα στις αναιρεσίβλητες-ανακόπτουσες να προσφύγουν στα αστικά δικαστήρια.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 68 του ν. 3601/2007 και ήδη άρθρου 145 του ν.4261/2014 παρ.1: "Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 και του άρθρου 63Ε: α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ' αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, β) στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο.

Ο έλεγχος και η εποπτεία αποσκοπούν ενδεικτικά: α) Στην αποτελεσματική διαχείριση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει καταρτισθεί από τον ειδικό εκκαθαριστή και έχει εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος,...2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που αντίκεινται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα...". Εξ άλλου στην εκδοθείσα δυνάμει της ως άνω ρητής εξουσιοδοτήσεως απόφαση (Κανονισμό) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στη Συνεδρίαση 21/2/4-11-2011 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 2498/4-11-2011 ορίζεται ότι: "Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρθρου 68 παρ.2 του ν.3601/2007.

Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον Πτωχευτικό Κώδικα. Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει βεβαίως η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα.

Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Σχέδιο αναδιοργάνωσης με την έννοια των άρθρων 107 επ. ΠτΚ δεν χωρεί, όπως δεν χωρεί άλλωστε ήδη κατά το άρθρο 68 παρ1 στοιχ.α του ν.3601/2007 και η διαδικασία εξυγίανσης των άρθρων 99 επ.

ΠτΚ... Τα όργανα της ειδικής εκκαθάρισης καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ.1 στοιχ.γ-δ του ν.3601/2007 και σύμφωνα με την αντίληψη στο άρθρο 68 παρ.1 για την ειδική εκκαθάριση ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, κινούμενη από την εποπτική αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγούσα οπωσδήποτε και χωρίς τη δυνατότητα λήψης διαφορετικής αποφάσεως εντός της προβλεπόμενης στην παρούσα πράξη διαδικασίας στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος".

Τέλος κατά τη διάταξη 25 του Πτωχευτικού Κώδικος"1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ενδίκων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2.

Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως η εκπροσωπούμενη από τον ειδικό εκκαθαριστή-αναιρεσείοντα Α.Τ.Ε δεν κηρύσσονται σε πτώχευση , αλλά μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθαρίσεως η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος.

Λόγω δε του διαφορετικού σκοπού ο οποίος επιδιώκεται με καθένα από τους παραπάνω θεσμούς της ειδικής εκκαθάρισης και της πτωχεύσεως, συνισταμένου επί μεν της πρώτης στην με επίσπευση της εποπτεύουσας αρχής ικανοποίηση των πιστωτών αποκλειστικώς δια της ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος, ανάλογα με το ύψος των κατά του τελευταίου υφισταμένων απαιτήσεών τους, επί δε της δεύτερης στην με πρωτοβουλία των πιστωτών ικανοποίηση όχι μόνο με την ρευστοποίηση της περιουσίας του πτωχού, αλλά και με άλλα μέσα (σχέδιο αναδιοργάνωσης, σχέδιο εξυγίανσης- άρθρα 107 και 99 ΠτΚ) ικανοποίηση αυτών, είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική εφαρμογή επί της ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 68 του ν.3601/2007 μόνο των διατάξεων εκείνων του Πτωχευτικού Κώδικα, οι οποίες δεν αντίκεινται στον επιδιωκόμενο με αυτή (ειδική εκκαθάριση) σκοπό, όπως αυτός, διαγραφόμενος από το άρθρο 68 ν. 3601/2007, εξειδικεύεται με τον κατά τη σχετική εξουσιοδότηση της τελευταίας, εγκριθέντα Κανονισμό της Τράπεζας της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ, η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή από την κήρυξη της πτωχεύσεως όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών τους απαιτήσεων (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, άσκηση, εκδίκαση ενδίκων μέσων κ.λ.π), απαγγελλομένης της απολύτου ακυρότητας των κατά παράβαση της παραπάνω αναστολής επιχειρηθεισών πράξεων.

Κατ' ακολουθίαν αυτών στο πλαίσιο της ειδικής εκκαθάρισης τραπεζικής εταιρείας επέρχονται ειδικότερα οι ακόλουθες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους αγωγών αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου που έχουν ασκήσει οι πιστωτές της εκκαθάρισης κηρύσσεται απαράδεκτη. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται άκυρη.

Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτελέσεως και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του τραπεζικού ιδρύματος, ακόμη κι' αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση αναστέλλονται. Η άσκηση και εκδίκαση ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών της εκκαθάρισης επί εγερθεισών δικαστικώς αξιώσεών τους απαγορεύεται.

Η έναρξη ή η συνέχιση διαδικασιών εκτέλεσης εκ μέρους του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ σε βάρος της τραπεζικής εταιρείας αναστέλλονται ομοίως. Σε περίπτωση που παρά την απαγόρευση ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει να εκδώσει σχετική οριστική απόφαση και να κηρύξει απαράδεκτη τη συνέχιση της ανοιγείσας με την κρινόμενη αγωγή διαδικασίας.

Αντιστοίχως άκυρες κρίνονται και όλες οι διενεργούμενες παρά τη θέση του τραπεζικού ιδρύματος σε εκκαθάριση διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ822/2015). Δεν απαγορεύεται όμως το δικαστήριο το οποίο εκδικάζει την κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα ανακοπή του πιστωτή (που δεν ανήγγειλε την απαίτησή του μέσα στη νόμιμη προθεσμία προς επαλήθευση αυτής από το πτωχευτικό δικαστήριο ώστε να συμμετάσχει στη διανομή) να λάβει υπόψη ως τεκμήριο για τη βασιμότητα της απαίτησης οριστική δικαστική απόφαση που εκδόθηκε κατά του πιστωτικού ιδρύματος πριν από τη θέση του σε ειδική εκκαθάριση και δεν κατέστη τελεσίδικη γιατί η κατ' αυτής έφεση ανεστάλη κατά τα ανωτέρω (ως ατομικό καταδιωκτικό μέτρο).

Μία τέτοια απόφαση άλλωστε θα μπορούσε να προσκομισθεί κατά το άρθρο 3 παρ.1 της προαναφερόμενης απόφασης (Κανονισμού) της Τράπεζας της Ελλάδος που λήφθηκε στη συνεδρίαση 21/2/4-11-2011 και ενώπιον του ειδικού εκκαθαριστή αν οι πιστώτριες είχαν αναγγείλει εμπρόθεσμα την απαίτησή τους ως έγγραφο αποδεικτικό αυτής.

Η νομική αδυναμία εκδικάσεως της εφέσεως του πιστωτικού ιδρύματος για να επιτύχει την εξαφάνιση της εις βάρος του οριστικής αποφάσεως δεν περιάγει το πιστωτικό ίδρυμα σε αποδεικτική αδυναμία εναντίωσης στα εκ της αποφάσεως αυτής συναγόμενα κριτήρια, αφού κατά την εκδίκαση της ανακοπής του άρθρου 92 παρ.1 του Πτωχευτικού Κώδικα μπορεί να τα καταρρίψει με αντίθετες αποδείξεις.

Μετά ταύτα , ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον ο αναιρεσείων μέμφεται την απόφαση του Εφετείου ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι λαμβάνοντας υπόψη του ως τεκμήριο (για την ουσιαστική θεμελίωση των παραδοχών του αναφορικά με τις προϋποθέσεις γενέσεως των απαιτήσεων εκάστης αναιρεσίβλητης και το ύψος αυτών), την με αρ.284/2012 οριστική απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Ηλείας, έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο από το νόμο (άρθρο25 ΠτΚ) αποδεικτικό μέσο, με το επιχείρημα ότι η κατά της άνω αποφάσεως έφεση του πιστωτικού ιδρύματος ...

ανεστάλη κατ' εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως λόγω της θέσεώς του υπό ειδική εκκαθάριση είναι κατά τα προεκτεθέντα αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του ητηθέντος αναιρεσείοντος, εφόσον οι αναιρεσίβλητες ερημοδικούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-9-2015 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Μ., ως ειδικού εκκαθαριστή της υπο ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", κατά της με αριθμό 651/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ