33/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:311/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 14-7-2011 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated33/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.1 και 2 του ν. 489/1976 όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής".
Full text
Απόφαση 33 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 33/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Bασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σωτήριο Μανιαδάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΑΑΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιο Κοπανάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:311/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 14-7-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 14-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το δεύτερο μέρος του και του τρίτου λόγου της από 14-7-2011 αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη των λοιπών λόγων και την αναίρεση της υπ' αριθ. 84/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης κατά το μέρος της μόνο που εξαφανίζοντας την εκκληθείσα υπ' αριθ. 311/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου δέχθηκε ως προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία κατά το ένα μέρος την από 30-9-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή αποζημιώσεως σ' αυτόν από την αδυναμία του να εργασθεί και κατά το μέρος του κατά το οποίο επιβλήθηκε και στην αναιρεσίβλητη μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.1 και 2 του ν. 489/1976 όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής".
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι η παραπάνω διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 ΑΚ, όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.
Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της διετούς αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Το ΑΚ 937 δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία.
Η διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του ν. 489/1976, ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, ευθυνόμενου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας, αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ. Η παραπάνω διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις επελθούσες καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.
Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος, γεγονός το οποίο όμως αποτελεί στοιχείο της βάσης της σχετικής αγωγής, σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 ΑΚ (ΑΠ 1368/2010). Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς τη διακοπή (ΑΚ 255 επ.) και αναστολή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.).
Ειδικώς, με την άσκηση της αγωγής, επέρχεται διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 261). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 ΑΚ και 221 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. (ΑΠ 8/2007).
Στην προαναφερθείσα ειδική διετή παραγραφή ισχύει και η διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ κατά την οποία κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται ύστερα από 20 χρόνια και αν ακόμα η αξίωση υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή, με την προϋπόθεση ότι η οποιαδήποτε αξίωση της οποίας επιμηκύνεται η παραγραφή δεν έχει υποπέσει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 24/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 30-9-2006 αγωγής του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι με αυτήν είχαν ιστορηθεί τα ακόλουθα: "Στις 12 Ιουλίου 1993 και περί ώρα 23.15', οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... δίκυκλο μοτοποδήλατο (παπάκι), κυριότητας, νομής και κατοχής του πατέρα μου, Ε. Γ. Κ. και βαίνοντας μ' αυτό επί της επαρχιακής οδού Αγίου Νικολάου - Ελούντας, κατευθυνόμενος προς Άγιο Νικόλαο, διασταυρώθηκα με το αντιθέτως βαίνον υπ' αριθμ. ...
τουριστικό λεωφορείο, κυριότητας, νομής και κατοχής της 2ης των εναγομένων, οδηγούμενο από τον 1ο των εναγομένων, επαγγελματία οδηγό, προστηθέντα απ' αυτήν (2η εναγομένη) στην οδήγησή του και ασφαλισμένο από την 3η των εναγομένων, για τις προς τρίτους ζημίες του. Από συνυπαιτιότητα, ποσοστού (60%), του οδηγού του ζημιογόνου λεωφορείου (1ου των εναγομένων), υπέστην βαρύτατο τραυματισμό συνιστάμενο σε πολλαπλές θλάσεις και οίδημα στον αριστερό κροταφομετωπιαίο λωβό του εγκεφάλου μου, με παρεκτόπιση της μέσης γραμμής του εγκεφάλου, επισκληρίδιο αιμάτωμα, αμφοτερόπλευρη πυραμιδική συνδρομή με επικράτηση δεξιά και διατάραξη της νευρολογικής μου κατάστασης, τραύματα για τα οποία νοσηλεύθηκα από 12.8.1993 έως 26.11.1993, στα Νοσοκομεία Αγίου Νικολάου, Ηρακλείου, "Ευαγγελισμός" Αθηνών και "Ασκληπιείο" Βούλας, διαδοχικά.
Για τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο τραυματισμός μου, τα περιστατικά συνυπαιτιότητος του 1ου των εναγομένων οδηγού του λεωφορείου και την έκταση των τραυμάτων μου, έκρινε τελεσιδίκως η υπ' αριθμ. 72/2000 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Με την υπ' αριθμ. 1277/26.10.1994 γνωμάτευση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν.
Λασιθίου, κρίθηκα ανάπηρος σε ποσοστό 67%, για τρία (3) χρόνια και με την υπ' αριθμ. 1346/25.9.1997 γνωμάτευση της ίδιας Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής, κρίθηκα ανάπηρος κατά ποσοστό 67%, για άλλα τρία (3) χρόνια. Με την υπ' αριθμ. 348/26.1.1999 απόφαση της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, κρίθηκα ακατάλληλος για στράτευση ως πάσχων από ιστορικό βαρείας Κ.Ε.Κ., με σοβαρή υπολειμματική σημειολογία, στραβισμό, οργανικό ψυχοσύνδρομο, κρίσεις "Ε", δύσκολα αντιμετωπιζόμενες, όπως δέχθηκε και η ως άνω υπ' αριθμ. 72/2000 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Στη συνέχεια με βάση την από 10.9.2000 ιατρική γνωμάτευση της Νευρολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου Αγίου Νικολάου, κρίθηκα από την Α/θμια Υγειονομική Επιτροπή Ν. Λασιθίου, με την υπ' αριθμ. 1036/19.9.2000 γνωμάτευσή της, ανάπηρος κατά ποσοστό 67%, για πέντε (5) έτη. Συνεπεία του τραυματισμού μου αυτού, όντας κατά το χρόνο του ατυχήματος μόλις 15 ετών, κατέστην ανίκανος προς εργασία μη δυνάμενος πλέον να ασκήσω οποιοδήποτε βιοποριστικό επάγγελμα, θα ασκούσα δε μετά την ενηλικίωσή μου, το 1996, το επάγγελμα του απλού ανειδίκευτου εργάτη, αφού λόγω του σοβαρού τραυματισμού μου, υποχρεώθηκα να μη συνεχίσω και να εγκαταλείψω τελικά τη φοίτησή μου στο σχολείο μου (Γυμνάσιο).
Ενώ επίστευα, ότι μετά από την εκτεταμένη σχετική νοσηλεία στην οποία υπεβλήθην, θα επήρχετο η αποκατάσταση της υγείας μου, όπως και οι θεράποντες ιατροί μου με άφησαν να ελπίζω, δυστυχώς, η κατάσταση της υγείας μου δεν έχει σημειώσει βελτίωση, παραμένοντας ουσιαστικά η ίδια, συνεχιζόμενης έτσι της αναπηρίας μου και των εξ' αυτής αρνητικών σε βάρος μου συνεπειών, οι οποίες, για το νεαρό της ηλικίας μου, είναι συντριπτικές και κυριολεκτικά δυσβάσταχτες".
Ενδεικτικά αναφέρω, ότι σήμερα διανύω το 28° έτος της ηλικίας μου και λόγω της κατά ποσοστό 67% αναπηρίας μου, δεν μπορώ να εργασθώ, στερούμενος δε οποιασδήποτε περιουσίας, αδυνατώ να αντιμετωπίζω τις βιοτικές μου ανάγκες, αναγκαζόμενος να διαβώ πλησίον των φτωχών γονέων μου, ζώντας παρασιτικά και το χειρότερο, έχω χάσει κάθε ελπίδα να δοκιμάσω βασικές χαρές της ζωής και κυρίως να έλθω σε γάμο και να δημιουργήσω οικογένεια, αφού η αναπηρία μου είναι αποτρεπτικός παράγων οιουδήποτε τέτοιου ενδεχομένου, με συνέπεια την προφανή κατάπτωση του ηθικού μου και την απώλεια κάθε διαθέσεώς μου για οτιδήποτε δημιουργικό που θα μπορούσε να δώσει νόημα στη ζωή μου.
Επανερχόμενος στο θέμα της καταστάσεως της υγείας μου, αναφέρω ότι μετά από νέα επανεξέτασή μου, στις 23.8.2005, από την αρμόδια Α/θμια Υγειονομική Επιτροπή Ν, Λασιθίου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1054/23.8.2005 γνωμάτευσή της, κρίθηκα ανάπηρος σε ποσοστό μεγαλύτερο του 67% και συνεπώς ανίκανος να ασκήσω οποιοδήποτε βιοποριστικό επάγγελμα, για πέντε (5) ακόμα χρόνια, δηλαδή, από 23.8.2005 έως 23.8.2010.
Όσον αφορά τη ζημία μου λόγω της μη δυνατότητός μου προς εργασία εξαιτίας του ενδίκου τραυματισμού μου, για το από 1.11.1997 μέχρι και την 31.12.2005 χρονικό διάστημα, αυτή έχει κριθεί με την υπ' αριθμ.174/2002 οριστική και ήδη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Όπως δε είναι πρόδηλο, η ζημία μου αυτή, λόγω της ανικανότητός μου προς εργασία, θα συνεχιστεί και στο μέλλον, επιφυλάσσομαι δε για την άσκηση των πάσης φύσεως μελλοντικών αυτών αξιώσεών μου, κατά των υποχρέων.
Κατόπιν των ανωτέρω, για το από 1.1.2006 έως 23.8.2010, χρονικό διάστημα, κατά το οποίο θα είμαι ανίκανος προς εργασία σύμφωνα με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 1054/23.8.2005 υγειονομική γνωμάτευση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. Λασιθίου, θα απολέσω μετά βεβαιότητας, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το εισόδημα που θα αποκόμιζα από την άσκηση του επαγγέλματος του ανειδίκευτου εργάτη, το οποίο όμως δεν δύναμαι να μετέλθω λόγω του βαρύτατου τραυματισμού μου, λαμβανομένου υπόψη και του ποσοστού 40% της δικής μου συνυπαιτιότητος στο ένδικον συμβάν".
Από το περιεχόμενο της αγωγής αυτής προκύπτει ότι με σαφήνεια ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί το γεγονός, ότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις του για αποθετική ζημία ήταν απρόβλεπτες τόσο κατά το χρόνο του ατυχήματος, όσο και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, συνδύαζε δε το απρόβλεπτο αυτό με την πεποίθησή του ότι θα επερχόταν η αποκατάσταση της υγείας του, όπως και οι θεράποντες ιατροί του τον είχαν αφήσει να ελπίζει.
Επί της αγωγής αυτής με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Κρήτης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν τους εδώ ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Όπως με ισχύ δεδικασμένου έχει κριθεί με την 72/2000 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου τούτου, σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 12-8-1993 και ώρα 23.30 μ.μ στο πρώτο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Αγίου Νικολάου-Ελούντας, ο εκκαλών-εφεσίβλητος-ενάγων Γ.
Κ., 15 ετών περίπου τότε, οδηγώντας την ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα με κατεύθυνση προς Άγιο Νικόλαο, προκειμένου να αποφύγει την κίνηση του ... Δ.Χ αυτοκινήτου (λεωφορείου), που οδηγείτο από τον εφεσίβλητο-εναγόμενο Ι. Χ., ανήκε κατά κυριότητα στην εφεσίβλητη - εναγομένη - εταιρεία με την επωνυμία "Κρητικές Αερογραμμές Α.Ε", ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη των υποχρέων από την κυκλοφορία του προσώπων στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα-εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Διεθνής Ένωση Α.Α.Α.Ε" και κινούμενο με κατεύθυνση προς Ελούντα είχε εισέλθει κατά ένα μέρος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, επεχείρησε (ο ενάγων) αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει την μετωπική σύγκρουση, με αποτέλεσμα να προσκρούσει η μοτοσυκλέτα του σε διαφημιστική πινακίδα , να ανατραπεί, να συρθεί για 12.30 μέτρα και να τραυματισθεί σοβαρά ο ενάγων, όπως θα αναφερθεί παρακάτω.
Με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκαν επίσης με ισχύ δεδικασμένου συνυπαίτιοι της σύγκρουσης ο παθών ενάγων κατά ποσοστό 40% και ο οδηγός του λεωφορείου Ι. Χ. κατά ποσοστό 60%. Από την σύγκρουση αυτή ο παθών Γ. Κ. υπέστη επιπόλαιες εξωτερικές κακώσεις, πολλαπλές θλάσεις και οίδημα στον αριστερό κροταφομετωπικό λοβό του εγκεφάλου με παρεκτόπιση της μέσης γραμμής του εγκεφάλου καθώς και επισκληρίδιο αιμάτωμα.
Μεταφέρθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο Αγίου Νικολάου και στη συνέχεια λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού του στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου υποβλήθηκε σε νευροχειρουργική επέμβαση, παρέμεινε δε στη μονάδα εντατικής θεραπείας 42 ημέρες. Από εκεί μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" των Αθηνών για φυσικοθεραπεία και αποκατάσταση της υγείας του, όπου νοσηλεύτηκε από 6-10-93 έως 30-10-1993.
Μετά την έξοδό του από το παραπάνω νοσοκομείο εισήχθη την 1-11-1993 στο Νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας", όπου παρέμεινε για 22 ημέρες για αποκατάσταση των τραυματισθέντων ποδιών του, την 26-11-1993, μεταφέρθηκε στο σπίτι των γονέων του στον Άγιο Νικόλαο, όπου παρέμεινε κλινήρης. Κατά τον Ιούνιο 1994 άρχισε να μετακινείται με τη βοήθεια άλλου προσώπου, υποβαλλόμενος περιοδικά σε ιατρικούς ελέγχους.
Εκ του τραυματισμού του ο παθών υπέστη αμφοτερόπλευρη πυραμιδική συνδρομή με επικράτηση δεξιά και έχει σοβαρή διατάραξη της νευρολογικής του κατάστασης. Υποβάλλεται συνεχώς σε ιατρικούς ελέγχους. Με την υπ' αριθμ. 1277/26-10-1994 γνωμάτευση των Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. Λασιθίου ο παθών κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67% για τρία χρόνια.
Με την υπ' αριθμ. 1346/1997 γνωμάτευση της ίδιας επιτροπής ο παθών κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67% για τρία χρόνια, ενώ κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση με την υπ' αριθμ. 348/26-1-1999 απόφαση της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών ως πάσχων από ιστορικό βαρείας Κ.Ε.Κ με σοβαρή υπολειμματική σημειολογία, στραβισμό, οργανικό ψυχοσύνδρομο και κρίσεις "Ε" δύσκολα αντιμετωπιζόμενες.
Επίσης με τις 1036/19-9-2000 και 1054/23-8-2005 γνωματεύσεις της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. Λασιθίου κρίθηκε ανάπηρος επίσης σε ποσοστό 67% για τις χρονικές περιόδους από 19-9-2000 έως 19-9-2005 και από 23-8-2005 έως 23-8-2010 αντιστοίχως. Οι αποφάσεις των ανωτέρων επιτροπών, αντίθετα από ότι υποστηρίζει η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, επειδή είναι δημόσια έγγραφα, μπορούν να ληφθούν υπό όψη ως αποδεικτικά μέσα ανεξαρτήτως του εάν έχουν επικυρωθεί από αποφάσεις της δευτεροβάθμιας επιτροπής και γι' αυτό ο σχετικός λόγος της έφεσής της πρέπει να απορριφθεί.
Ο ενάγων συνεπεία του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία. Αυτός, αν δεν τραυματιζόταν, θα ασκούσε με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επάγγελμα του απλού ανειδίκευτου εργάτη, για το οποίο δεν χρειάζεται καμία απόκτηση γνώσεως ή εμπειρίας. Για το χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό του και μέχρι τις 30-10-1997, που είχε ζητηθεί με την πρώτη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1438/388/1995 αγωγή του, το σχετικό αίτημά του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο με την ανωτέρω 72/2000 απόφαση του Εφετείου τούτου γιατί κρίθηκε ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή ο παθών Γ.
Κ. λόγω της μικρής ηλικίας του δεν θα είχε αρχίσει να εργάζεται. Για το χρονικό διάστημα από 1-11-1997 έως 31-12-2005 και εξαιρουμένου του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο θα καλείτο ο παθών να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία αυτός άσκησε την 536/2000 αγωγή του, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την καταστάσα ήδη τελεσίδικη 174/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία του επιδικάσθηκε για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 32.149,61 ευρώ.
Ήδη με την ένδικη αγωγή του ο παθών ζητεί διαφυγόντα κέρδη από την αδυναμία του να εργασθεί ως ανειδίκευτος εργάτης για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως και 23-8-2010. Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, αν δεν τραυματιζόταν ο παθών θα εργαζόταν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων 25 ημέρες τον μήνα ως ανειδίκευτος εργάτης στην περιοχή του, όπου υπάρχει μεγάλη ζήτηση για εργάτες και θα αμοίβετο τουλάχιστον με τις αμοιβές των Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας , λαμβάνοντας οπωσδήποτε ως αμοιβή τα ποσά που δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα οποία απώλεσε με αντίστοιχη ζημία και συγκεκριμένα η αμοιβή του θα ανήρχετο:
α) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 1-9-2006 στο ποσό των 29,52 ευρώ ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 5.904 ευρώ (29,52 ευρώ Χ 25 ημέρες Χ 8 μήνες), β) για το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 31-12-2006 στο ποσό των 30,38 ευρώ ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 3.038 ευρώ 9 30,38 ευρώ Χ 25 ημέρες Χ 4 μήνες) γ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 1-9-2007 στο ποσό των 31,29 ευρώ ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 6.258 ευρώ (31,29 ευρώ Χ 25 ημέρες Χ 8 μήνες), δ) για το χρονικό διάστημα από 1-9-2007 έως 31-12-2007 στο ποσό των 32,23 ευρώ ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 3.223 ευρώ 9 32,23 ευρώ Χ 25 ημέρες Χ 4 μήνες), ε) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 1-9-2008 στο ποσό των 33,20 ευρώ ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 6.640 ευρώ ( 33,20 ευρώ Χ 25 ημέρες Χ 8 μήνες), στ) για το χρονικό διάστημα από 1-9-2008 έως 31-12-2008 στο ποσό των 34,19 ευρώ ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 3.419 ευρώ (34,19 ευρώ Χ 25 ευρώ ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 3.419 ευρώ (34,19 ευρώ Χ 25 ευρώ ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 3.419 ευρώ (34,19 ευρώ Χ 25 ημέρες Χ 4 μήνες), ζ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 1-9-2009 στο ποσό των 35,22 ευρώ ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 7.044 ευρώ (35,22 ευρώ Χ 25 ημέρες Χ 8 μήνες), η) για το χρονικό διάστημα από 1-9-2009 έως 31-12-2009 στο ποσό των 36,28 ευρώ ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 3.628 ευρώ 9 36,28 ευρώ Χ 25 ημέρες Χ 4 μήνες) και θ) για το διάστημα από 1-1-2010 έως 23-8-2010 στο ποσό των 37,36 ευρώ ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 46.626 ευρώ, από το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί, λαμβανομένου υπόψη του ποσοστού της συνυπαιτιότητάς του το ποσό των 27.975,60 ευρώ ( 46.626 ευρώ Χ 60%).
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 23-8-2010 χρειάσθηκε και θα χρειασθεί την άμεση και συνεχή φροντίδα προσώπου που να ασχολείται καθημερινά (ημέρα και νύκτα) με την περιποίησή του, τούτο δε αποδεικνύεται ιδίως από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα πατέρα του, που περιέχεται στα 174/2009 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, ο οποίος αναφέρει ότι ο παθών υιός του μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και από το γεγονός ότι, παρότι ο παθών με την αγωγή του δεν επικαλείται επιδείνωση της υγείας του περιλαμβάνει στην αγωγή του το ανωτέρω αίτημά του για αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμου χωρίς να εξηγεί γιατί δεν είχε υποβάλει το αίτημα αυτό και κατά το προγενέστερο διάστημα με την 536/2000 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα 174/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου.
Επομένως, αφού αποδεικνύεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε κατά τον ίδιο ανωτέρω τρόπο τις αποδείξεις ως προς τα προσβαλλόμενα με λόγους έφεσης κονδύλια των αμοιβών για μελλοντική εργασία και για αποκλειστική νοσοκόμο, θα πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος έφεσης του Γ. Κ., όπως και η έφεσή του στο σύνολό της, καθώς επίσης και ο πρώτος λόγος έφεσης της Διεθνούς Ένωσης ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω όμως αποδεικνύεται ότι από την γνώση από τον παθόντα των επιζημίων συνεπειών της εις βάρος του αδικοπραξίας και των υπόχρεων προς αποζημίωση, γνώση η οποία οπωσδήποτε επήλθε στις 29-12-1993, όταν ο παθών έχοντας συνέλθει από τον τραυματισμό του εξετάσθηκε χωρίς όρκο ως μάρτυρας ενώπιον του διενεργούντος προανάκριση Αρχιφύλακα Ζ.
Δ. του Τ.Τ Αγίου Νικολάου και μέχρι την έκδοση της 72/2000 αποφάσεως του Εφετείου τούτου, που έγινε στις 9-2-2000 και με την οποία επιμηκύνθηκε σε 20 έτη η παραγραφή της αξιώσεως του παθόντος για διαφυγόντα κέρδη από την αδυναμία του να εργασθεί και για το χρονικό διάστημα από 1-11-1997 και εφεξής που δεν ήταν επίδικο, παρήλθε χρονικό διάστημα 6 ετών και 2 μηνών περίπου, μεγαλύτερο δηλαδή από το χρόνο παραγραφής των 2 ετών, που ισχύει για τις αξιώσεις του παθόντος κατά της ασφαλιστικής εταιρείας Διεθνούς Ένωσης, Επομένως, και αφού ο παθών δεν επικαλείται με την αγωγή του αδύνατη να προβλεφθεί κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και δυσμενή εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του, αναφέροντας μόνο τις ελπίδες του για βελτίωσή της, ώστε να αρχίσει νέα παραγραφή της αξιώσεώς του, συνάγεται ότι η επίδικη αξίωσή του για διαφυγόντα κέρδη έχει παραγραφεί και γι' αυτό η σχετική ένσταση της εκκαλούσας Διεθνούς Ένωσης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και στην μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, θα έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν.
Όμως, το πρωτοβάθμιο ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις, που αναφέρονται στην μείζονα αυτή σκέψη απέρριψε την ένσταση, δεχθέν μάλιστα αντένσταση διακοπής της παραγραφής με την άσκηση της 1438/1995 αγωγής του παθόντος και τις διαδικαστικές πράξεις που ακολούθησαν, η οποία αντένσταση δεν είχε καν προβληθεί από τον παθόντα - ενάγοντα.
Επομένως, θα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο δεύτερος λόγος έφεσης της Διεθνούς Ένωσης, όπως και η έφεσή της να εξαφανισθεί ως προς αυτήν η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος αυτής με το οποίο δικάσθηκε και έγινε εν μέρει δεκτό το αίτημα καταβολής αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη από την αδυναμία του ενάγοντος να εργασθεί στο μέλλον και για την ενότητα του τίτλου εκτελέσεως και κατά την σχετική διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα".
Παρά την προβολή εκ μέρους του αναιρεσείοντος του πιο πάνω αγωγικού ισχυρισμού του για το απρόβλεπτο των ενδίκων αγωγικών αξιώσεων αποθετικής ζημίας με την έννοια που προαναφέρθηκε το Εφετείο, δεχόμενο αντίστοιχο λόγο της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, δέχτηκε την επαναφερθείσα ένσταση της διετούς παραγραφής των ίδιων αξιώσεων, από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.1 και 2 του ν. 489/1976 και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το αντίστοιχο αγωγικό της κεφάλαιο που αφορούσε τις ίδιες αξιώσεις αποθετικής ζημίας ως παραγεγραμμένη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, χωρίς να συνδυάσει κατά την εφαρμογή της ίδιας διάταξης του άρθρου 10 παρ.2 του ν. 489/1976 το προβλεπτό ή όχι των αντίστοιχων αξιώσεων κυρίως κατά τα ιατρικά δεδομένα, που αποτελούσε και στοιχείο της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.2 του ν. 489/1976.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος του αναιρετηρίου από την επίκληση αντίστοιχης πλημμέλειας κρίνεται βάσιμος.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της μόνο που εξαφάνισε την εκκληθείσα υπ' αριθ. 311/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που είχε δεχτεί ως προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία την από 30-9-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή αποζημιώσεως σ' αυτόν από την αδυναμία του να εργασθεί κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 23-8-2010, την οποία στη συνέχεια απέρριψε κατά το αντίστοιχο μέρος της, και κατά το μέρος της κατά το οποίο επιδικάστηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 84/2010 απόφαση του Εφετείου Κρήτης κατά τα εις το σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ