Legislator Case Law & Legislation
33/2011 AI generated

33/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 33/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 33 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 33/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και ΑντώνÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 33 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 33/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Π. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Θανόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Οκτωβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1332/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7350/2001 προδικαστική και 809/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Μαρτίου 2004 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1243/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτο που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 25 Σεπτεμβρίου 2008 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2007 έκθεση, του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κανελλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο λόγος αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 25-09-2008 κλήση του αναιρεσείοντος νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 30-03-2004 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 809/2003 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1243/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της άνω αιτήσεως αναιρέσεως κατά τη δικάσιμο της 04-02-2008 που είχε προσδιορισθεί μετά από αναβολή από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 05-02-2007 και την ακολουθήσασα ματαίωση της συζητήσεως αυτής κατά τη δικάσιμο της 01-02-2010 που είχε προσδιορισθεί η υπόθεση, μετά την έκδοση της άνω αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου.

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1690Α/4-10-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κερκύρας ... και τις επισυναπτόμενες στην ως άνω έκθεση επιδόσεως, από 4-10-2010 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου από τον αρμόδιο αστυνομικό του Α/Τ ..., του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή και από 4-10-2010 βεβαίωση του αρμόδιου υπαλλήλου των ΕΛΤΑ ... αντίγραφο της από 25-9-2008 αιτήσεως (κλήσεως) του αναιρεσείοντος με την υπ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτηση της από 30-3-2004 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 809/2003 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο κατ' άρθρο 128§4 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και κατά τη σειρά της εγγραφής της σ' αυτό, πρέπει να δικασθεί ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως και χωρίς την παρουσία του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και "κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις". Εξάλλου, με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα" που συνάφθηκε μεταξύ των Κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και από την επικύρωση του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η ίδια διατύπωση του κανόνα τούτου, δηλώνει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη.

Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση. Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές των άρθρων 216 στοιχ. α' και 338 ΚΠολΔ που ορίζουν αντίστοιχα ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη των γεγονότων που δικαιολογούν σύμφωνα με το νόμο την αξιούμενη από αυτόν δικαστική προστασία, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του. Αντίστοιχα δε, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία διατάσσεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορική οφειλή, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει στις πραγματικές παραδοχές της και ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, από κακοπιστία δεν εκπληρώνει την υποχρέωση του (Ολ. ΑΠ 23/2005). Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία αναφέρεται στην επάρκεια ή μη των επικαλούμενων για την εφαρμογή ορισμένου κανόνα δικαίου περιστατικών, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Η αοριστία της αγωγής, η οποία αφορά την αναγραφή με πληρότητα στο δικόγραφο των περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στο οποίο θεμελιώνεται το αίτημα της αγωγής, ελέγχεται με τους αναιρετικούς λόγους των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1508/2003, ΑΠ 1330/2002, ΑΠ 1676/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 809/2003 οριστική απόφαση του και τη θεωρούμενη ως συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7350/2001 μη οριστική απόφαση του, που είχε εκδοθεί προηγουμένως (άρθρο 553 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι ο ήδη αναιρεσείων, με την ένδικη από 25-10-1999 αγωγή του, ζητεί να διαταχθεί προσωπική κράτηση εις βάρος του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, ως μέσο εκτέλεσης των αναφερομένων δύο διαταγών πληρωμής, για το λόγο ότι ο τελευταίος, κατά τον χρόνο της απ' αυτόν αποδοχής των συναλλαγματικών και της έκδοσης τραπεζικής επιταγής, για την πληρωμή των οποίων εκδόθηκαν, αντιστοίχως, οι δύο αυτές διαταγές πληρωμής, ήταν έμπορος, διότι ασκούσε κατά σύνηθες επάγγελμα πράξεις εμπορικές (μεταφοράς). Έκρινε, όμως, την αγωγή αυτή αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της τα απαραίτητα για την εφαρμογή του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, ήτοι γεγονότα που συνιστούν δόλια αποφυγή του εναγομένου να εκπληρώσει τη συμβατική του, υποχρέωση, παρά την ύπαρξη της σχετικής προς τούτο οικονομικής δυνατότητας. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, δεχόμενο δηλαδή νομική αοριστία της αγωγής, παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, διότι αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα η διάταξη αυτή απαιτεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να ζητήσει την προσωπική κράτηση του αναιρεσίβλητου. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 809/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 809/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 10 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ