33/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως και την από 10-2-2004 ομοία του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 720/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated33/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι). Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, τότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απορριπτική απόφαση μόνο για τη σχετική με την απόρριψη κρίση της, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1, 118 εδ.4 και 577 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Full text
Απόφαση 33 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 33/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Παπαδόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως και την από 10-2-2004 ομοία του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 720/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 16 Ιανουαρίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη προαχθέντα Ιωάννη Τέντε με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, τότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απορριπτική απόφαση μόνο για τη σχετική με την απόρριψη κρίση της, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1, 118 εδ.4 και 577 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
συνάγεται ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, τους λόγους αναιρέσεως. Διαφορετικά η αναίρεση είναι αόριστη η δε αοριστία αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται ρητώς η 720/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε ως απαράδεκτες αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 142/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία έγιναν δεκτές αντίθετες αγωγές των αυτών διαδίκων και απαγγέλθηκε η λύση του γάμου τους.
Όμως στο δικόγραφο της αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εφετειακής αποφάσεως, δεν διαλαμβάνεται κάποιος νόμιμος λόγος αναιρέσεως, αλλά σ' αυτό διαλαμβάνονται αιτιάσεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως η υπό κρίση αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εφετειακής αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της.
ΙΙ). Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.
Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί αφόρητη γι` αυτόν.
Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ.
Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ.1 ΑΚ.
Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ` ακολουθία τούτων αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών, επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους.
Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται, δηλαδή, ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει, κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη.
Συνεπώς, από τους διαδίκους συζύγους, δεν έχει κανείς στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της τελεσίδικης απόφασης. Το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Πρέπει, δηλαδή, να κρίνεται πρωταρχικά, αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, που δίκασε επί αντιθέτων αγωγών των διαδίκων συζύγων, για τον από το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ. λόγο του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους, που αφορούσε το πρόσωπο του άλλου συζύγου, δέχθηκε, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, ότι "οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγους που αφορούν το πρόσωπο και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της εγγάμου σχέσεως να είναι αφόρητη για αυτούς".
Από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του πρωτοδικείου και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου των διαδίκων, στο οποίο, ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης, κατέληξε, δεχόμενη αμφότερες τις αντίθετες, αλλά ομόρροπες αγωγές των διαδίκων, ως έχουσες το αυτό αντικείμενο και αίτημα και την ίδια πραγματική θεμελίωση, διαφέρουσες μόνο κατά το στοιχείο της υπαιτιότητας, προκύπτει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει κατά της απόφασης του πρωτοδικείου, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.
Περαιτέρω δε στις σχετικές με την υπαιτιότητα εκάστου, στον επελθόντα ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης τους, αιτιολογίες της απόφασης του δικαστηρίου, από τις οποίες δεν παράγεται δεδικασμένο, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεμελιωθεί τέτοιο έννομο συμφέρον. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Λάρισας, καθώς και κατά της 142/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου που συμπροσβάλλεται ως προς την ουσία της υποθέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.2.2008 αίτηση της ... για αναίρεση της 720/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας και της 142/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ