Legislator Case Law & Legislation
33/2009 AI generated

33/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 33/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

33/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρέπει συνεπώς να εξετασθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρών, αφού είχε νομίμως κλητευθεί προς παράσταση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση γι' αυτόν για την προκειμένη μετ' αναβολή δικάσιμο.

Keywords

AI generated
changed financial circumstances withdrawal following settlement inducement to breach of contract capacity to incur bill liability disinheritance of an insolvent heir voluntary withdrawal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 33 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 33/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Προυσανίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 551/2004 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-10-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 17-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

-Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2, 3 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εξάλλου κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δικ., αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο.

Στην προκείμενη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28-1-2008, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο της 29-9-2008, ο αναιρεσίβλητος παρέστη δια πληρεξουσίου Δικηγόρου, ενώ κατά την προκειμένη δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Περαιτέρω από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Δράμας ...... αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσίβλητος είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά την προηγούμενη δικάσιμο της 28-1-2008 και συγκεκριμένα είχε επιδοθεί σαυτόν ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο εκείνη.

Πρέπει συνεπώς να εξετασθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρών, αφού είχε νομίμως κλητευθεί προς παράσταση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση γι' αυτόν για την προκειμένη μετ' αναβολή δικάσιμο.

-Κατ' άρθρο 297 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Αντί για χρηματική αποζημίωση το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, να διατάξει την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, εφ' όσον η αποζημίωση με τον τρόπο αυτό δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή.

Εφ' όσον δε τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ δεν αναφέρουν για τρόπο κατά τον οποίο θα καταβληθεί η αποζημίωση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 297 ΑΚ και επομένως ότι αυτή πρέπει κατά κανόνα να καταβληθεί σε χρήμα. Όμως, αν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην παραπάνω διάταξη του εδ. β' του άρθρου 297 ΑΚ προϋποθέσεις το Δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας κυριαρχικώς τις περιστάσεις, να επιδικάσει αποζημίωση in naturam, η οποία μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε πράξη όπως και στην από τα άρθρα 919 ΑΚ και 949 Κ.Πολ.Δικ.

υποχρέωση του ζημιώσαντα να μεταβιβάσει στο ζημιωθέντα ένα δικαίωμα ή να συστήσει ή να καταργήσει ενοχή, ή έλλειψη ή η ύπαρξη της οποίας συνιστά παρανομία. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, σε αυτή εκτίθεται ότι μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του συζύγου της αναιρεσείουσας Α καταρτίσθηκε σύμβαση εντολής, με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση, ως εντολοδόχος του αναιρεσιβλήτου, να πλειοδοτήσει σε αναγκαστικό πλειστηριασμό ακινήτου του αναιρεσιβλήτου και μετά την σ' αυτόν κατακύρωση του πλειστηριαζομένου, ν' αναμεταβιβάσει τούτο στον τελευταίο μέσα σε πέντε μήνες με καταβολή του πλειστηριάσματος, των τόκων, και των εξόδων.

Ότι ο σύζυγος της αναιρεσείουσας πράγματι μετέσχε στον πλειστηριασμό και υπερθεμάτισε για τον εαυτό του και τη σύζυγό του - αναιρεσείουσα, κατ' ισομοιρία και έτσι κατακυρώθηκε σ' αυτούς το ακίνητο κατά τα εν λόγω ποσοστά. Στη συνέχεια όμως αρνήθηκε να αναμεταβιβάσει το ακίνητο στον εντολέα - αναιρεσίβλητο, αν και προσφέρθηκαν από αυτόν το καταβληθέν πλειστηρίασμα εντόκως και τα έξοδα.

Ότι επί της από 2-6-1994 αγωγής του αναιρεσίβλητου με αίτημα την ως άνω αναμεταβίβαση κατά τις περί εντολής διατάξεις, εκδόθηκε η με αριθ. 440/1999 απόφαση του Εφετείου Θράκης (καταστάσα ήδη αμετάκλητη), με την οποία κρίθηκε ότι, καθ' όσον μεν στρεφόταν κατά της συζύγου του Α και τώρα αναιρεσείουσας για το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου που είχε περιέλθει σ' αυτήν είναι, απορριπτέα ελλείψει συμβάσεως εντολής μεταξύ τούτων.

Καθ' όσον δε στρεφόταν κατά του Α, είναι νομικά και ουσιαστικά βάσιμη και έγινε δεκτή ως προς αυτόν, ο οποίος ακολούθως καταδικάσθηκε να προβεί ενώπιον συμβολαιογράφου σε δήλωση μεταβίβασης στον αναιρεσίβλητο της κυριότητας του πλειστηριασθέντος ακινήτου και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω εκτίθεται στην ένδικη αγωγή ότι η αναιρεσείουσα, ενεργώντας με πρόθεση να ζημιώσει τον αναιρεσίβλητο κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, προσχεδιασμένα και σε συμπαιγνία, τελούσα εν γνώσει της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του συζύγου της, συνιστάμενης στο ότι μετείχε στον πλειστηριασμό επ' ονόματι του ίδιου κατά 50% και επ' ονόματι και για λογαριασμό της ίδιας κατά το υπόλοιπο 50%, αν και υποχρεούτο να λάβει επ' ονόματί του ολόκληρο το ακίνητο και να μεταβιβάσει αυτό στη συνέχεια στον ενάγοντα, κατέστη συγκυρία αυτού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, συνεπεία της προαναφερόμενης δήλωσης του συζύγου της και ως εκ τούτου οφείλει η αναιρεσείουσα να αποδώσει το παραπάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου στον αναιρεσίβλητο, με καταδίκη της σε δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου περί μεταβιβάσεως της κυριότητας του παραπάνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου.

Το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμη την ένδικη αγωγή, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 297, 914 και 919 ΑΚ και 949 Κ.Πολ.Δικ..

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 919 ΑΚ και 949 εδ. α' ΚΠολΔικ από τις οποίες και η δεύτερη είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου, κατά το μέρος της που ανάγει τις εκβιαζόμενες δηλώσεις βουλήσεως σε περιεχόμενο παροχής. Επομένως η προβαλλόμενη με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αντίθετη αιτίαση είναι αβάσιμη. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός ούτε από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση των άρθρων 904 και 908 ΑΚ, και τη διατύπωση στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής επικουρικής βάσης στηριζόμενης στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, γιατί ελλείψεις ή ατέλειες της μείζονος πρότασης του νομικού συλλογισμού της απόφασης, που είναι και η μη αναγραφή η εσφαλμένη αναγραφή νομικών διατάξεων που επάγονται τη νομική συνέπεια, δεν καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, αφού αρκεί ότι το Εφετείο δέχθηκε την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 919 ΑΚ και 949 Κ.Πολ.Δικ., οι οποίες, με βάση το περιεχόμενο της αγωγής, αλλά και τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου επάγονται τις έννομες συνέπειες που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο δε Άρειος Πάγος ερευνά μόνο αν οι πραγματικές αυτές διαπιστώσεις επιφέρουν τη διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια.

-Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση ης δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/99, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Προς ικανοποίηση της κατά του αναιρεσιβλήτου εκ 16.121.588 δρχ. απαιτήσεως του Β επισπεύθη από τον τελευταίο αναγκαστικός πλειστηριασμός της ακίνητης περιουσίας του πρώτου και συγκεκριμένα του υπ' αριθ. 271 αγροτεμαχίου, εκτάσεως 2884 τμ, που βρίσκεται στη θέση "......" ......, με το επ' αυτού κτίσμα από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο, εκτάσεως 625 τμ του καθενός.

Στον πλειστηριασμό αυτό, ο οποίος έγινε την 9-2-94, στην ......, ενώπιον της Συμ/φου Δράμας Θεοδώρας Παπαδοπούλου, συμμετείχε, πλην άλλων, και ο σύζυγός της εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος υπερθεμάτισε για την τελευταία και τον εαυτό του κατ' ισομοιρία, στους οποίους, αποχωρησάντων, κατόπιν επιμόνων παρακλήσεων του αναιρεσιβλήτου των λοιπών συμμετεχόντων πλειοδοτών, κατακυρώθηκε το παραπάνω ακίνητο κατά το εν λόγω ποσοστό, αντί πλειστηριάσματος 50.000.000 δρχ, που καταβλήθηκε, μεταγραφείσας της ......

περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως. Η υπέρ του συζύγου της αναιρεσείουσας ως άνω κατακύρωση, κρίθηκε με την 440/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κατέστη ήδη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της από μέρους του συζύγου της αναιρεσείουσας ασκηθείσας αναίρεσης με την 534/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι είναι ανίσχυρη, καθόσον η σχετική δήλωση αυτού έγινε μόνο κατά το φαινόμενο και όχι στην πραγματικότητα σε εκτέλεση της κατά την προηγούμενη ημέρα του πλειστηριασμού καταρτισθείσας, ύστερα από μεσολάβηση του κοινού γνωστού και λογιστή των επιχειρήσεων των διαδίκων, Γ, συμβάσεως, εντολής με την οποία ο σύζυγος της αναιρεσείουσας θέλοντας να διευκολύνει τον οικονομικώς δυσπραγούντα αναιρεσίβλητο και υποκύπτοντας στις παρακλήσεις του ως άνω Γ, ανέλαβε την υποχρέωση αφενός να συμμετάσχει και πλειοδοτήσει για ποσό 50-60.000.000 δρχ.

κατ' ανώτατο όριο στο διεξαχθησόμενο την επομένη πλειστηριασμό ενεργώντας για λογαριασμό του μόνο, κατά το "φαινόμενο", στην πραγματικότητα όμως για λογαριασμό του ιδίου του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος και θα εξασφάλζε την τυπική μόνο συμμετοχή των τρίτων πλειοδοτών στον πλειστηριασμό, ώστε να καταστεί δυνατή η κατακύρωση του υπό εκπλειστηρίαση ακινήτου στον ίδιο για το παραπάνω ποσό και αφετέρου, σε περίπτωση ανάδειξής του ως υπερθεματιστή, να αναμεταβιβάσει σ' αυτόν (αναιρεσίβλητο) εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος πέντε (5) μηνών από τη διενέργεια του πλειστηριασμού το εν λόγω ακίνητο με αντικαταβολή του πλειστηριάσματος εντόκως και όλων των γενομένων εξόδων του πλειστηριασμού.

Παρά το γεγονός όμως ότι ο αναιρεσίβλητος εμπροθέσμως περί το τέλος Μαΐου 1994 προσέφερε στο σύζυγο της αναιρεσείουσας το καταβληθέν απ' αυτόν εκπλειστηρίασμα εντόκως, καθώς και τα γενόμενα απ' αυτόν έξοδα, ο τελευταίος αρνήθηκε την εκπλήρωση της βαρύνουσας αυτόν υποχρέωσης, δηλώνοντας την άρνησή του να προβεί στην αιτουμένη αναμεταβίβαση και τον καταδίκασε να προβεί ενώπιον Συμβολαιογράφου σε δήλωση βούλησης περί μεταβίβασης της κυριότητας του αναφερομένου στο σκεπτικό ακινήτου και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον αναιρεσίβλητο.

Επίσης με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την και τότε εναγόμενη και αναιρεσείουσα διότι δεν αποδείχτηκε συμβατική σχέση εντολής μεταξύ ενάγοντος και αυτής. Εν όψει τούτων έκρινε το Εφετείο ότι η ένσταση δεδικασμένου που πρόβαλε η αναιρεσείουσα ότι παράγεται από ην με αριθ. 440/1999 αμετάκλητη απόφαση του δικαστηρίου τούτου (Εφετείου), ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι βάση της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση, ήταν οι διατάξεις περί εντολής, ενώ η κρινόμενη αγωγή έχει ως βάση τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παρέλειψε να ερευνήσει την ως άνω (περί δεδικασμένου) ένσταση της αναιρεσείουσας και δεν δέχθηκε κατά παράβαση νόμου ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου για την κρινόμενη αγωγή. Επομένως οι προβαλλόμενες με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 16 Κ.Πολ.Δικ.

αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, τελούσα εν γνώσει της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του συζύγου της να μετέχει στον πλειστηριασμό, όχι μόνο επ' ονόματι του ιδίου κατά ποσοστό 50%, αλλά και επ' ονόματι και για λογαριασμό της ίδιας κατά το υπόλοιπο 50%, μολονότι υποχρεούτο να λάβει επ' ονόματι του ολόκληρο το ακίνητο και να μεταβιβάσει αυτό στη συνέχεια στον αναιρεσίβλητο, ενήργησε με πρόθεση, σε συμπαιγνία και με προσχεδιασμένη σύμπραξη μετά του συζύγου της, κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και με σκοπό να ζημιώσει τον αναιρεσίβλητο, όταν δέχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου την παραπάνω δήλωση του συζύγου της, με αποτέλεσμα να ζημιώσει τον αναιρεσίβλητο κατά την αξία, του 1/2 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου.

Έκρινε δε το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την σωστή εφαρμογή του νόμου, και κατ' αποδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης, έκανε δεκτή την έφεση και αφού, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την υπόθεση και έκανε δεκτή την αγωγή. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 919 ΑΚ και 949 εδ.

α' Κ.Πολ.Δικ., ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και οι προβαλλόμενες με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ., αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Ειδικότερα εφ' όσον το παραπάνω αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου διατυπώνεται με σαφήνεια οι προβαλλόμενες με τους λόγους αυτούς αιτιάσεις για μη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα τελούσε σε γνώση της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του συζύγου της, να μετέχει στον πλειστηριασμό κατά ποσοστό 50% του πλειστηριαζομένου ακινήτου για λογαριασμό της, μολονότι είχε εντολή να μετάσχει στον πλειστηριασμό μόνο επ' ονόματι του και να μεταβιβάσει ολόκληρο το πλειστηριαζόμενο στον αναιρεσίβλητο και ότι ενεργώντας με πρόθεση, σε συμπαιγνία και προσχεδιαμένη σύμπραξη με το σύζυγό της, με σκοπό να ζημιώσει τον αναιρεσίβλητο, δέχθηκε ενώπιον της συμ/φου του πλειστηριασμού την προαναφερθείσα δήλωση του συζύγου της, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο αναιρεσίβλητος κατά την αξία του 1/2 εξ αδιαιρέτου του πλειστηριαζομένου ακινήτου" ανάγονται σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την ανάλυση του αποδεικτικού αυτού πορίσματος και δεν συνιστούν κατά τα προεκτιθέμενα ανεπαρκή αιτιολογία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-10-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 551/2004 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ